Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Η δύναμη της ανθρωπιάς





Μια φορά κι έναν καιρό, μια νοσοκόμα συνόδεψε έναν κουρασμένο και ανήσυχο νεαρό άνδρα κοντά στο κρεβάτι ενός γέροντα. «Ήρθε ο γιος σου», ψιθύρισε στον κατάκοιτο, κι αυτό χρειάστηκε να το επαναλάβει πολλές φορές μέχρι να ανοίξει εκείνος τα μάτια του. Του είχαν δώσει ισχυρή καταστολή εξαιτίας των πόνων από την καρδιακή προσβολή και πολύ θολά μπόρεσε να διακρίνει τον νεαρό να στέκεται όρθιος έξω από την κουρτίνα του οξυγόνου.
Ο γέροντας άπλωσε το χέρι του έξω και ο νεαρός το τύλιξε σφιχτά με τα δάχτυλα του, στέλνοντάς του ένα μήνυμα ενθάρρυνσης. Η νοσοκόμα έφερε ένα κάθισμα δίπλα στο κρεβάτι. Κι όλη τη νύχτα ο νέος άνδρας την πέρασε κρατώντας το χέρι του γέροντα και ψιθυρίζοντάς του γλυκόλογα ελπίδας. Ο ετοιμοθάνατος δεν έλεγε τίποτα, αλλά κρατιόταν σφιχτά από τον γιο του.
Καθώς ερχόταν η αυγή, ο ασθενής πέθανε ήσυχα. Ο νεαρός ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι το άψυχο χέρι που συνέχεια κρατούσε και πήγε να ενημερώσει τη νοσοκόμα.
Όσο εκείνη έκανε ότι έπρεπε σχετικά με τον νεκρό, ο νεαρός περίμενε. Κι όταν εκείνη τελείωσε το έργο της, άρχισε να του λέει λόγια παρηγοριάς.
Όμως εκείνος την διέκοψε. «Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος;» την ρώτησε.
Κατάπληκτη η νοσοκόμα είπε, «Υπέθεσα ότι ήταν ο πατέρας σας!»
«Όχι, δεν ήταν ο πατέρας μου», απάντησε εκείνος, «κι ούτε τον έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου».
«Και γιατί δεν μου είπες τίποτε όταν σε πήγα κοντά του;» ρώτησε η νοσοκόμα.
Κι εκείνος απάντησε, «Επειδή κατάλαβα ότι χρειαζόταν τον γιο του κι ο γιος του δεν ήταν εδώ. Όταν είδα ότι ήταν τόσο άρρωστος ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήμουν πραγματικά ο γιος του ή όχι ένιωσα πόση ανάγκη με είχε…»



Η ζωή αξίζει μόνο όταν μπορούμε να κάνουμε την ψυχή ενός ανθρώπου να αισθανθεί αγαλλίαση…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου