Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Η απληστία





Σκάβοντας για να ανεβάσω ένα φράχτη που θα χώριζε το οικόπεδό μου από των γειτόνων μου, βρήκα θαμμένο στον κήπο ένα παλιό μπαούλο γεμάτο χρυσά νομίσματα.
Εμένα δεν μου κίνησε το ενδιαφέρον ο πλούτος, αλλά το παράδοξο του ευρήματος.
Ποτέ δεν υπήρξα φιλοχρήματος, ούτε και νοιάζομαι πολύ για τα ακριβά πράγματα…
Αφού ξέθαψα το μπαούλο, έβγαλα τα νομίσματα και τα γυάλισα. Ήταν τόσο βρόμικα και σκουριασμένα – τα καημένα!
Καθώς τα τακτοποιούσα σε στοίβες πάνω στο τραπέζι μου, άρχισα να τα μετράω…
Μαζευόταν μια αληθινή περιουσία.
Μόνο αφού πέρασε καιρός άρχισα να φαντάζομαι όλα τα πράγματα που θα μπορούσα να αγοράσω με αυτά…
Σκεφτόμουν πόσο χαρούμενος θα ήταν ένας άπληστος που έπεφτε πάνω σε έναν σημαντικής αξίας θησαυρό…
Ευτυχώς…
Ευτυχώς δεν ήμουν τέτοια περίπτωση…
Σήμερα ήρθε ένας κύριος να διεκδικήσει τα νομίσματα.
Ήταν ο γείτονάς μου.
Προσπαθούσε να με πείσει, ο άθλιος, πως τα νομίσματα τα είχε θάψει ο παππούς του και πως γι’ αυτό του ανήκαν.
Εκνευρίστηκα τόσο…        που τον σκότωσα!
Αν δεν τον είχα δει να ζητάει τόσο απελπισμένα να τα αποκτήσει θα του τα είχα δώσει γιατί, αν υπάρχει κάτι που δεν με ενδιαφέρει, είναι τα πράγματα που αποκτώνται με λεφτά…

Αλλά, το δίχως άλλο, δεν αντέχω τους άπληστους ανθρώπους…

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Το ξεχωριστό δώρο





Ένα νεαρό ζευγάρι, σ’ ένα χωριουδάκι ξυλοκόπων κοντά σ’ ένα βουνό, αρραβωνιάστηκαν, όταν εκείνη ήταν δεκατριών και εκείνος δεκαοχτώ χρόνων. Εκείνος, καθώς είχε μάθει να κόβει ξύλα από μικρό παιδί, ήταν ψηλός, σβέλτος και μυώδης, κι εκείνη ήταν ξανθιά, με πολύ μακριά μαλλιά ως τη μέση της και υπέροχα γαλανά μάτια.
Οι δύο νέοι έφτασαν στον αρραβώνα με τις ευλογίες όλου του χωριού. Ώσπου μια μέρα, όταν εκείνη έγινε δεκαοχτώ κι εκείνος είκοσι τριών, το χωριό ολόκληρο συμφώνησε να βοηθήσει τους δύο νέους να παντρευτούν.
Τους έκαναν δώρο μια ξύλινη καλύβα κι ένα μικρό κομμάτι γης με δέντρα για να μπορεί εκείνος να δουλεύει ως ξυλοκόπος. Παντρεύονται λοιπόν τα παιδιά, και μετά το γάμο πάνε να ζήσουν εκεί προς μεγάλη χαρά όλων, των ίδιων, των οικογενειών τους και του χωριού, που είχε βοηθήσει τόσο αυτή τη σχέση.
Και ζουν εκεί όλες τις μέρες του χειμώνα, του καλοκαιριού, της άνοιξης και του φθινοπώρου, και χαίρονται πολύ που είναι μαζί. Πλησιάζει η πρώτη επέτειος του γάμου τους, κι εκείνη νιώθει την ανάγκη να κάνει κάτι για να του δείξει τη μεγάλη της αγάπη. Σκέφτεται να του κάνει ένα δώρο που θα έχει νόημα. Αν του χαρίσει ένα καινούργιο τσεκούρι, αυτό θα έχει να κάνει με τη δουλειά του… Ένα πουλόβερ πλεγμένο από την ίδια δεν την ικανοποιεί γιατί του έχει ήδη πλέξει διάφορα ρούχα με άλλες ευκαιρίες, κι ένα ωραίο φαγητό πάλι δεν της φαίνεται αρκετά μεγαλοπρεπές…
Αποφασίζει να πάει στο χωριό για να δει μήπως βρει εκεί κάτι, κι αρχίζει να τριγυρνάει στους δρόμους. Βέβαια, όσο κι αν ψάχνει, δε βρίσκει και τίποτα σπουδαίο που να μπορεί ν’ αγοράσει με τα λιγοστά που βάζει στην άκρη απ’ τα ρέστα.
Περνώντας έξω από ένα κοσμηματοπωλείο, το μοναδικό του χωριού, βλέπει στη βιτρίνα μια ωραία, χρυσή αλυσίδα. Αυτομάτως, θυμάται πως υπάρχει ένα μόνο υλικό πράγμα που εκείνος λατρεύει και θεωρεί στ’ αλήθεια πολύτιμο: ένα χρυσό ρολόι που του είχε χαρίσει ο παππούς του πριν πεθάνει. Απ’ όταν ήταν παιδάκι, αυτό το ρολόι το φύλαγε σε μια παλιά θήκη που είχε πάντα δίπλα στο κρεβάτι, και κάθε βράδυ άνοιγε το συρτάρι του κομοδίνου, έβγαζε το ρολόι από τη θήκη του, το σκούπιζε, το κούρδιζε λιγάκι, το άκουγε μέχρι να σταματήσει, το ξανασκούπιζε, το χάιδευε για λίγο και το έβαζε και πάλι στη θήκη του.
Εκείνη σκέφτεται: «Τι θαυμάσιο δώρο θα ήταν αυτή η χρυσή αλυσίδα για κείνο το ρολόι…» Μπαίνει στο μαγαζί να ρωτήσει πόσο κάνει, και μένει άναυδη ακούγοντας την απάντηση. Κάνει πολύ παραπάνω απ’ όσο είχε φανταστεί κι απ’ όσο είχε μαζέψει. Θα έπρεπε να περιμένει τρεις επετείους για να μπορέσει να την αγοράσει, αυτή όμως δεν μπορεί να περιμένει τόσο πολύ.
Φεύγει από το χωριό αρκετά λυπημένη, και σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει για να βρει τα λεφτά για την αλυσίδα. Καθώς δεν έχει μάθει να κάνει κάποια εργασία, στύβει το μυαλό της για να βρει μια λύση, ώσπου, περνώντας έξω από το μοναδικό κομμωτήριο του χωριού, βλέπει μια επιγραφή που λέει: «Αγοράζουμε φυσικά μαλλιά». Καθώς εκείνη έχει τα ξανθά της μαλλιά άκοπα από την ηλικία των δέκα, μπαίνει αμέσως μέσα να ρωτήσει.
Τα λεφτά που προσφέρουν φτάνουν για ν’ αγοράσει τη χρυσή αλυσίδα και περισσεύουν για να πάρει κι ένα κουτί όπου θα φυλάνε την αλυσίδα μαζί με το ρολόι. Χωρίς δισταγμό, λέει στην κομμώτρια:
«Αν έρθω σε τρεις μέρες για να σας πουλήσω τα μαλλιά μου, θα τ’ αγοράσετε;»
«Βέβαια» είναι η απάντηση.
«Τότε, σε τρεις μέρες θα είμαι εδώ.»
Επιστρέφει στο κοσμηματοπωλείο, λέει να της κρατήσουν την αλυσίδα και γυρίζει σπίτι της χωρίς να πει τίποτα.
Την ημέρα της επετείου, το ζευγάρι αγκαλιάζεται λίγο πιο σφιχτά απ’ ότι συνήθως, εκείνος φεύγει για τη δουλειά κι εκείνη κατεβαίνει στο χωριό.
Στο κομμωτήριο της κόβουν κοντά τα μαλλιά, παίρνει τα λεφτά και πάει στο κοσμηματοπωλείο. Αγοράζει τη χρυσή αλυσίδα και το ξύλινο κουτί, επιστρέφει σπίτι, μαγειρεύει και περιμένει να ‘ρθει το βράδυ και να γυρίσει εκείνος απ’ τη δουλειά.
Αντίθετα από άλλες φορές που άναβε όλα τα φώτα για να τον περιμένει, απόψε ανάβει μόνο δύο κεριά και φοράει ένα μαντίλι στο κεφάλι, γιατί του αρέσουν πολύ τα μαλλιά της και δεν θέλει να καταλάβει πως τα έχει κόψει. Μετά, θα βρει χρόνο να του εξηγήσει…
Κι έρχεται εκείνος. Αγκαλιάζονται σφιχτά και λένε ο ένας στον άλλον πόσο πολύ αγαπιούνται. Τότε, παίρνει αυτή κάτω από το τραπέζι το ξύλινο κουτί που περιέχει τη χρυσή αλυσίδα για το ρολόι. Πάει κι εκείνος στο ντουλάπι και βγάζει ένα μεγάλο κουτί που το είχε φέρει στο σπίτι την ώρα που εκείνη έλειπε στο χωριό. Μέσα στο κουτί βρίσκονται δύο τεράστια διακοσμητικά χτενάκια για τα μαλλιά της. Για να τα αγοράσει, είχε πουλήσει το χρυσό ρολόι του παππού…



Η αγάπη δεν μετριέται μόνο με το πόσο πολύ γινόμαστε θυσία για τον άλλον, αλλά επίσης και πάνω απ’ όλα, με το πόσο πολλή χαρά μας δίνει η ύπαρξή του…

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Δεν υπάρχει τροφή δωρεάν





Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς που ήθελε να μείνει στην ιστορία, ως αυτός που χάρισε στην ανθρωπότητα τη δυνατότητα του διαφωτισμού.
Έτσι λοιπόν, αποφάσισε να καλέσει στο παλάτι του τους σπουδαιότερους σοφούς, επιστήμονες και μυστικιστές του κόσμου. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι εκεί, τους ζήτησε να εργαστούν από κοινού για να καταγράψουν σ’ ένα βιβλίο όλα όσα ήξεραν για τον κόσμο και θεωρούσαν σημαντικά για να μεταδοθούν στις μελλοντικές γενιές. Τους ζήτησε ιδιαιτέρως να απορρίψουν κάθε τι ασήμαντο και να κρατήσουν μόνο τα ουσιώδη.
Μήνες ολόκληρους δούλεψαν ακούραστα οι σοφοί, κι ένα χρόνο μετά σχεδόν μετά από κείνη την πρώτη σύναξη, ψάχνουν τον βασιλιά για να του παραδώσουν το έργο που τους είχε παραγγείλει: μια συλλογή εκατόν σαράντα τόμων με πεντακόσιες σελίδες ο καθένας, όπου περιέχεται – κατά τους σοφούς – ότι είναι σημαντικό να ξέρει κανείς στον κόσμο.
Βλέπει τους τόμους ο βασιλιάς και λέει:
«Όχι, όχι. Είναι πολύ σπουδαία αυτή η συλλογή, αλλά δεν μπορεί να δοθεί στον κόσμο. Είναι υπερβολικά εκτενής και κανένας δεν θα τη διαβάσει ολόκληρη. Πρέπει να συντομευθεί. Σας παρακαλώ, συνεχίστε να δουλεύετε. Απομονώστε απ’ αυτές τις έννοιες τις λιγότερο σημαντικές και αφήστε μόνο τις βασικές.»
Δουλεύουν ακόμη ένα χρόνο οι μεγάλες αυτές προσωπικότητες και συνοψίζουν όσα είχαν γράψει αρχικά. Μετά, παρουσιάζουν στον βασιλιά έναν και μοναδικό τόμο δύο χιλιάδων κρυπτογραφημένων σελίδων.
«Όχι» ξαναλέει ο βασιλιάς. «Τη σοφία πρέπει να μπορεί να την προσεγγίζει ο καθένας, κι όχι μόνο οι μυημένοι. Σας παρακαλώ, δουλέψτε ακόμη λίγο. Αφαιρέστε τα περιττά, συνοψίστε ότι έχετε γράψει, απλοποιήστε και ομαδοποιήστε τις ιδέες»
Ο βασιλιάς χρειάστηκε να περιμένει άλλα δυο χρόνια για να πάρει το αποτέλεσμα. Μια μέρα, ζητούν ακρόαση οι σοφοί. Φαίνονται όλοι πολύ ικανοποιημένοι.
«Εδώ είναι» του λέει ο πρεσβύτερος. «Αυτή είναι η περίληψη όσων είναι απολύτως απαραίτητο να ξέρει κανείς.»
Και δίνουν στον βασιλιά ένα μόνο φύλλο χαρτί, στο οποίο υπάρχει γραμμένη μία και μοναδική φράση:
«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΡΟΦΗ ΔΩΡΕΑΝ»


Τίποτα καλό δεν σου προσφέρεται δωρεάν…

Μάθε να δέχεσαι ως τροφή όλα τα θρεπτικά στοιχεία που σου προσφέρει το περιβάλλον, με τη βεβαιότητα πως όλα αυτά σου ανήκουν, γιατί ακόμη κι αν δεν ξέρεις το πώς, τα έχεις κερδίσει.


Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Ο φτωχός γελαδάρης





Στη στέπα της Αργεντινής, κοντά σ’ ένα χωματόδρομο, στέκεται ένας γελαδάρης στην πόρτα του φτωχικού του και πίνει το τσάι του. Ξαφνικά, σταματάει δίπλα του ένα πολύ μεγάλο, πολυτελές και, φυσικά, πανάκριβο αυτοκίνητο. Από το αυτοκίνητο κατεβαίνει ένας καλοντυμένος κύριος και λέει στον γελαδάρη:
«Για πες μου, καλέ μου άνθρωπε… Μπορείς να μου δείξεις πού βρίσκεται η αγροικία ‘Ο Κόκορας’;»
Ο ερωτώμενος πίνει μια γουλιά τσάι και λέει:
«Ο Κόκορας; Ο Κόκορας… Ο Κόκορας… Κοιτάξτε, βγαίνω πολύ σπάνια και… Ο Κόκορας, εδώ… δεν ξέρω να σας πω.»
«Θα πρέπει να είναι κάπου εδώ κοντά, γιατί μου είπαν να πάρω την έξοδο του αυτοκινητόδρομου στο 215 χιλιόμετρο δεξιά και, αφού προχωρήσω γύρω στα είκοσι λεπτά στον χωματόδρομο, θα δω την αγροικία μπροστά μου. Επειδή όμως οδηγώ ήδη δεκαπέντε λεπτά, σκέφτηκα μήπως…»
«Ο Κόκορας; Όοοχι… Ο Κόκορας εδώ, όχι… Βγαίνω τόσο σπάνια που… Δεν ξέρω καθόλου να σας πω…»
«Κοίτα… δεν μπορεί να μην ξέρεις… Είναι η αγροικία της οικογένειας του Ροντρίγκες Άλσαγκα. Ο μεγάλος γιος είχε εκλεγεί ακόμη και γερουσιαστής.»
«Ροντρίγκες Άλσαγκα; Ο Κόκορας; Όοοχι, εδώ όχι… Γερουσιαστής; Όχι, απ’ όσο ξέρω όχι.»
«Κανένας γείτονας, κάποιος εδώ κοντά να ρωτήσω;»
«Όχι, εδώ όχι, είναι απομονωμένο αυτό το μέρος… Γείτονες, εδώ; Δεν έχω δει ποτέ μου κανέναν. Βγαίνω τόσο σπάνια που, αλήθεια σας λέω, γείτονες, αυτό που λέμε γείτονες, εδώ όχι, δεν έχω δει κανέναν. Ο Κόκορας είπατε;»
«Ναι, Ροντρίγκες Άλσαγκα, ο γερουσιαστής.»
«Εδώ όχι… Δεν ξέρω να σας πω.»
«Καλά, μην ανησυχείς. Μήπως ξέρεις πού μπορώ να βρω ένα πρατήριο βενζίνης;»
«Πρατήριο βενζίνης; Εννοείτε… εκεί που βάζουν βενζίνη στα τρακτέρ;»
«Ναι, βενζινάδικο.»
«Δεν ξέρω… Εδώ, βενζινάδικο… Επειδή εγώ δεν έχω τρακτέρ, καταλαβαίνετε; Βενζινάδικο, εδώ όχι… Θα θέλατε έναν γείτονα είπατε; Όχι δεν υπάρχει, εδώ όχι… Ροντρίγκες Άλσαγκα; Ο Κόκορας; Δεν ξέρω να σας πω, γιατί, βλέπετε, εγώ είμαι πάντα εδώ, δεν πάω πουθενά.»
«Καλά εντάξει, δεν πειράζει. Πες μου πώς θα πάω στο χωριό και θα ρωτήσω εκεί.»
«Στο χωριό;»
«Ναι, σ’ ένα χωρίο.»
«Εννοείτε… με σπίτια…»
«Ένα χωριό!»
«Μμμ… Δεν μπορώ να σας δείξω, βλέπετε, βγαίνω τόσο σπάνια… Πήγα κάποτε σ’ ένα χωριό, όταν ήμουνα μικρός, με τον πατέρα μου. Θα ήμουν 5-6 χρόνων και πήγαμε σ’ ένα μέρος με σπίτια που είχε και μια πλατεία και… Αλλά δεν ξέρω να σας πω προς τα πού πέφτει, γιατί εγώ σχεδόν δεν κουνιέμαι από δω, καταλάβατε; Ο Κόκορας, είπατε; Ροντρίγκες Άλσαγκα; Βενζινάδικο; Γείτονας; Η αλήθεια είναι πως εδώ γύρω, όχι…»
«Πολύ καλά, εντάξει, βλέπω πως δεν μπορείς να με βοηθήσεις. Πες μου πώς θα επιστρέψω στον αυτοκινητόδρομο κι από κει θα δω τι θα κάνω.»
«Στον αυτοκινητόδρομο;»
«Μα, άνθρωπέ μου! Εσύ… Δεν είναι δυνατόν! Σου λέω για τους Ροντρίγκες Άλσαγκα, δεν τους ξέρεις! Την αγροικία ‘Ο Κόκορας’, δεν την ξέρεις! Δεν ξέρεις πού  μένει ένας γείτονας! Δεν ξέρεις που υπάρχει ένα βενζινάδικο! Δεν ξέρεις να πας στο χωριό! Και τώρα σε ρωτάω πώς να βγω στον αυτοκινητόδρομο, κι ούτε αυτό το ξέρεις! Ε, λοιπόν, είσαι άσχετος, βλάκας, δεν ξέρεις τίποτα, είσαι ηλίθιος!»
Κι ο χωρικός του απαντάει:
«Κοιτάξτε, μπορεί εγώ να είμαι όλα αυτά που λέτε, εδώ όμως, ο μόνος χαμένος είστε εσείς…»


Κάποια πράγματα που θεωρούμε ότι είναι χρήσιμα σ’ εμάς, δεν είναι κατ’ ανάγκην, χρήσιμα και στους άλλους…


Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Τα σανδάλια του σκλάβου





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, υπεροπτικός αλλά και γενναιόδωρος. Είχε έναν σκλάβο ο οποίος τον υπηρετούσε με αφοσίωση και πολύ χιούμορ. Ο βασιλιάς ζητούσε συχνά τις συμβουλές του φτωχού σκλάβου και έβρισκε τόση σοφία στις συμβουλές του, ώστε άρχισε να περνά όλο και περισσότερο χρόνο μαζί του, συζητώντας ακόμα και υψηλές υποθέσεις του κράτους. Κάποια μέρα διόρισε τον σκλάβο του ανώτατο βασιλικό σύμβουλο. Όπως θα το περίμενε κανείς, ο σκλάβος άρχισε να απολαμβάνει όχι μόνο υψηλή θέση, αλλά και πολλά εξαιρετικά υλικά οφέλη και πολυτέλειες.
Κάποιοι από τους άλλους συμβούλους του βασιλιά άρχισαν να νιώθουν μεγάλη ζήλια για τον ευνοούμενο αυτόν, τόσο έντονη, ώστε άρχισαν να συνωμοτούν εναντίον του. Παρατήρησαν ότι κάθε βράδυ, μια συγκεκριμένη ώρα, εκείνος πήγαινε σ’ ένα κλειδωμένο δωμάτιο μέσα στο παλάτι, έμπαινε εκεί μέσα, κλείδωνε την πόρτα πίσω του, έμενε εκεί μέσα για πολλή ώρα, κι όταν έφευγε ξανακλείδωνε την πόρτα. Κλειδί δεν διέθετε κανένας άλλος και τα παρακάλια τους να χρησιμοποιήσουν αυτή την αίθουσα απορρίπτονταν.
Ένα βράδυ, γνωρίζοντας καλά ότι ο πρώην σκλάβος είχε κλειστεί μέσα στο δωμάτιο, οι ζηλιάρηδες σύμβουλοι πήγαν μέχρι τον βασιλιά και ψιθύρισαν στ’ αυτί του:
«Πιστεύουμε ότι ο σύμβουλος σας, αυτός ο πρώην σκλάβος σας, συμπεριφέρεται με πολύ ύποπτο τρόπο! Γιατί δηλαδή να μπαίνει κάθε βράδυ σ’ ένα δωμάτιο κλειδωμένο, που κανείς άλλος δεν επιτρέπεται να επισκεφτεί; Πιστεύουμε ότι πρόκειται για έναν απατεώνα που πιθανόν να συναντά συνωμότες, ακόμη κι ετούτη τη στιγμή που μιλάμε, με σχέδια κατά της ίδιας της ζωής της μεγαλειότητάς σας».
Η απειλή κατά της ζωής ενός βασιλιά δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί επιπόλαια. Ο βασιλιάς κατσούφιασε και το πρόσωπό του άσπρισε από τον θυμό: «Να με οδηγήσετε αμέσως σ’ αυτό το δωμάτιο!»
Ο βασιλιάς και οι ζηλιάρηδες σύμβουλοι μαζεύτηκαν έξω από την κλειδωμένη θύρα. Ο βασιλιάς άπλωσε το σκήπτρο του και την κοπάνισε δυνατά. Σε λίγες στιγμές ο σκλάβος σύμβουλος άνοιξε την πόρτα κατάπληκτος.
«Τι σημαίνει αυτή η ύποπτη και μυστική συμπεριφορά;» μούγκρισε ο βασιλιάς. «Απαιτώ άμεση πρόσβαση στον χώρο!»
Με πολύ βαθιά υπόκλιση ενώπιον του αφέντη του, ο σκλάβος έκανε στην άκρη και άφησε να μπουν μέσα ο βασιλιάς και οι ακόλουθοί του με τα γουρλωμένα μάτια.
Μέσα στο δωμάτιο δεν υπήρχε τίποτε, ούτε κάποιο έπιπλο ή κάτι το πολυτελές. Μόνο στον έναν τοίχο κρεμόταν ένα ζευγάρι κουρελιασμένα σανδάλια, ενώ από κάτω τους υπήρχαν οι ακόλουθες λέξεις: «Τα χειρότερα κακά των ανθρώπων επέρχονται δια του φαρισαϊσμού».
«Και τι σημαίνει αυτό;», τραύλισε ο βασιλιάς.
«Μεγαλειότατε, κάθε βράδυ επανέρχομαι με μυστικότητα εδώ για να θυμηθώ τις ημέρες που ζητιάνευα, διαλογιζόμενος εμπρός σ’ αυτά τα κουρελιασμένα και βρωμερά σανδάλια που φορούσα πριν γίνω σκλάβος σας. Αυτό το κάνω για να προστατευτώ απ’ τη συναίσθηση ότι είμαι καλύτερος από όλους τους άλλους. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξακολουθήσω να εκτιμώ τη σημερινή μου καλοτυχία ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίσω να προφυλάσσομαι από τις ραδιουργίες εναντίον άλλων, μέσω αδικαιολόγητων υποψιών και αισθημάτων ζήλιας».

Ντροπιασμένος αποχώρησε ο βασιλιάς, αφήνοντάς τον στον διαλογισμό του, ενώ οι ζηλόφθονοι σύμβουλοι τιμωρήθηκαν με την απόλυσή τους από τη βασιλική αυλή.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Τα πολλά σου πρόσωπα





Μια φορά κι έναν καιρό, ο Θεός είχε υποσχεθεί να επισκεφθεί το σπίτι μιας γυναίκας. Η γυναίκα ήταν πολύ ευτυχισμένη και χαρούμενη. Καθάριζε και προετοίμαζε το σπίτι της ώστε να υποδεχτεί τον Θεό. Σφουγγάριζε παντού, σκούπιζε την αυλή και συγύριζε τα έπιπλα στο σπίτι. Τα έκανε να φαίνονται όμορφα και καθαρά. Αφού τα τακτοποίησε όλα, κάθισε και περίμενε. Ξάφνου κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η γυναίκα έτρεξε να ανοίξει. Ήταν ένας ζητιάνος που στεκόταν απ’ έξω.
«Σας παρακαλώ, όχι σήμερα. Μη μ’ ενοχλείτε. Περιμένω τον Θεό να μ’ επισκεφθεί!». Έδιωξε τον ζητιάνο κι έκλεισε την πόρτα.
Λίγο αργότερα, κάποιος χτυπάει ξανά την πόρτα και η γυναίκα πηγαίνει αμέσως να ανοίξει. Και ποιον συναντάει; Ένα παιδάκι που πουλούσε ημερολόγια ώστε να συγκεντρώσει χρήματα για την εκδρομή του σχολείου του.
«Λυπάμαι, δεν μπορώ σήμερα. Περιμένω τον Θεό!» απάντησε η γυναίκα και έκλεισε δυνατά την πόρτα. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και κάποιος χτυπάει ξανά. Για άλλη μια φορά, η γυναίκα την ανοίγει. Ένας περαστικός με αγριωπή ματιά και απεριποίητα ρούχα την παρακάλεσε να τον αφήσει να χρησιμοποιήσει τη βρύση του κήπου της για να ξεπλύνει τα χέρια του που είχαν μουτζουρωθεί από ένα μηχανολογικό πρόβλημα που του είχε παρουσιαστεί στο αυτοκίνητό του.
«Ω, δεν μπορώ. Περιμένω τον Θεό. Δεν μπορώ να σε αφήσω να κάνεις νερά στην αυλή μου που μου πήρε τόση ώρα να καθαρίσω!» Ο άνθρωπος έφυγε. Η γυναίκα εξακολουθούσε να περιμένει τον Θεό. Οι ώρες πέρασαν και η μέρα έγινε βράδυ. Κανένα σημάδι από το δώρο του Θεού. Η γυναίκα αποθαρρύνθηκε και αναρωτήθηκε «Που είναι ο Θεός που υποσχέθηκε πως θα μ’ επισκεφτεί;»
Τελικά αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο, πως ο Θεός της εμφανίστηκε και της είπε: «Σήμερα, σε επισκέφθηκα τρεις φορές και τρεις φορές με έδιωξες».



Ο Θεός εμφανίζεται μόνο σε εκείνους που τον αναζητούν και τον περιμένουν με τα μάτια της ψυχής και της καρδιάς.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Το σακίδιο





Μια φορά κι έναν καιρό, ο Νασδρεντίν είδε κάποιον να κάθεται στη άκρη του δρόμου γεμάτος απελπισία και αποθάρρυνση. Τον ρώτησε τι του συμβαίνει:
«Η ζωή μου, αδερφέ μου, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον», απάντησε εκείνος. «Έχω αρκετά λεφτά, οπότε δεν έχω ανάγκη να δουλεύω, κι έτσι ταξιδεύω ώστε να ψάξω να βρω κάτι πιο ενδιαφέρον και πιο ευχάριστο να κάνω, από το να περνάω τη ζωή μου σπίτι μου. Και μέχρι τώρα δεν το βρήκα!»
Χωρίς άλλη λέξη ο Νασδρεντίν άρπαξε το σακίδιο του ταξιδιώτη κι όρμησε τρέχοντας στον κατήφορο. Καθώς γνώριζε καλά την περιοχή, εύκολα εξαφανίστηκε από τα μάτια του θύματος και σε λίγο βρέθηκε περίπου στο ίδιο μέρος της κλοπής, ενώ το θύμα ήταν μακριά. Έβαλε ξανά το σακίδιο στην ίδια θέση και περίμενε το απελπισμένο ταξιδιώτη να ξαναγυρίσει.
Ξάφνου ο φουκαράς φάνηκε από τον δρόμο, καταστεναχωρημένος για την απώλειά του και μόλις είδε το σακίδιο, έτρεξε επάνω του ξεφωνίζοντας απ’ τη χαρά του!
«Να ένας ωραίος τρόπος να μοιράζεις χαρά», είπε ο Νασδρεντίν.


Εκτίμησε σήμερα όλα όσα έχεις πριν βρεθείς στη δυσχερή θέση να τα εκτιμήσεις όταν τα χάσεις…!


Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Προσπαθείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι;





Κάποτε ήταν ένας κόρακας που δεν του άρεσαν τα φτερά του και ονειρευόταν να γίνει παγόνι. Τα άλλα κοράκια του έλεγαν ότι ήταν μια χαρά, αλλά εκείνος τους έκανε τα παράπονά του, έλεγε ότι του φαινόταν θλιβεροί και πετούσε πέρα να θαυμάζει τα παγόνια.
Τα παγόνια κορδώνονταν τριγυρίζοντας με τις πολύχρωμες ουρές τους τεντωμένες και με μερικά φτερά να τους πέφτουν χάμω, προς μεγάλη χαρά του κόρακα, ο οποίος τα έπαιρνε και τα κολλούσε στις φτερούγες, στην ουρά του και μερικά στο κεφάλι του.
«Τώρα είμαι τόσο όμορφος όσο ένα παγόνι», έλεγε.
Όταν όμως τόλμησε να περπατήσει περήφανα ανάμεσά τους, τα παγόνια τον ράμφιζαν και τον τσιμπούσαν, φωνάζοντας «Δεν είσαι παγόνι, μη μας μιμείσαι!»
Απογοητευμένος και με μερικά φτερά παγωνιών ακόμη κολλημένα πάνω του, γύρισε στη φωλιά του αλλά κανείς δεν τον ήθελε παρέα μετά την προσβολή που τους έκανε!
Και καθώς καθόταν ολομόναχος στην άκρη, τα άλλα κοράκια έλεγαν:

«Είναι χαζομάρα να προσπαθείς να γίνεις αυτό που δεν είσαι. Μάθε ν’ αγαπάς τα φτερά που έχεις!»

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Οι ταξιδιώτες και η αρκούδα





Μια φορά κι έναν καιρό, δυο άνδρες περπατούσαν σε ένα δάσος, όταν ξαφνικά τους έκοψε το δρόμο μια αρκούδα. Ο ένας απ’ αυτούς σκαρφάλωσε γρήγορα πάνω σ’ ένα δέντρο και κρύφτηκε ανάμεσα στα κλαδιά. Ο άλλος, βλέποντας πως δεν τον παίρνει να κάνει το ίδιο, έπεσε στο χώμα, κι όταν η αρκούδα τον έφτασε κι άρχισε να τον μυρίζει, εκείνος κράτησε την αναπνοή του και έκανε τον πεθαμένο όσο καλύτερα μπορούσε. Σύντομα η αρκούδα τον άφησε επειδή, όπως λέγεται, δεν αγγίζει ψοφίμια. Όταν είχε απομακρυνθεί για τα καλά, ο άλλος κατέβηκε απ’ το δέντρο και του έκανε πλάκα ρωτώντας τον τι του ψιθύριζε η αρκούδα στο αυτί.

«Μια συμβουλή μου έδωσε», είπε ο άλλος. «Μην ταξιδεύεις μαζί με κάποιον που θα σε παρατήσει όταν μυριστεί κίνδυνο!»

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Οι ναυαγοί





Κάποτε δυο ναυαγοί βρέθηκαν σ’ ένα ακατοίκητο νησί. Αφού αρχικά τους κυρίευσε ο τρόμος, η απόγνωση και η αβεβαιότητα, κατέληξαν ότι το να ανησυχούν δεν ήταν ιδιαίτερα εποικοδομητικό και συμφώνησαν να αρχίσουν να προσεύχονται για να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημά τους και κάποιος να τους σώσει από το ερημονήσι που είχαν καταλήξει. Όμως, για να αποφασίσουν τίνος η προσευχή ήταν περισσότερο αποτελεσματική, σκέφθηκαν να χωρίσουν το νησί στα δύο και να μείνει ο ένας στη μια άκρη του νησιού και ο άλλος στην άλλη.
Το πρώτο πράγμα για το οποίο προσευχήθηκα ήταν το φαγητό. Το άλλο πρωί, ο πρώτος άνδρας είδε ένα δέντρο φορτωμένο με φρούτα στην πλευρά του νησιού που ήταν δική του και μπόρεσε να φάει από τους καρπούς του. Η γη του άλλου έμεινε άγονη.
Μετά από μια βδομάδα, ο πρώτος άνδρας ένιωσε μοναξιά και αποφάσισε να προσευχηθεί για να αποκτήσει γυναίκα. Την άλλη μέρα, ένα άλλο καράβι ναυάγησε και η μόνη επιζήσασα ήταν μια γυναίκα που κολύμπησε μέχρι την πλευρά του νησιού που ήταν δική του. Στην άλλη πλευρά του νησιού, τίποτα.
Σύντομα, ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για σπίτι, ρούχα, περισσότερο φαγητό. Την άλλη μέρα, όλα αυτά του δόθηκαν. Ο δεύτερος πάλι δεν είχε τίποτα.
Τελικά, ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για ένα καράβι, ώστε αυτός και η γυναίκα του να μπορέσουν να φύγουν απ’ το νησί.
Το πρωί, η θάλασσα έφερε ένα ακυβέρνητο καράβι στη δική του πλευρά του νησιού. Επιβιβάστηκε αυτός και η γυναίκα του στο πλοίο και αποφάσισε να αφήσει τον άλλον άνδρα στο νησί. Τον θεωρούσε ανάξιο να λάβει τις ευλογίες του Θεού, αφού καμία από τις προσευχές του δεν είχε εισακουστεί.
Καθώς το καράβι ήταν έτοιμο να φύγει, ο πρώτος άνδρας άκουσε μια φωνή να αντηχεί από τον ουρανό: «Γιατί άφησες τον σύντροφό σου στο νησί;»
«Οι ευλογίες μου είναι δικές μου και μόνο δικές μου, αφού εγώ ήμουν αυτός που προσευχήθηκα γι’ αυτές», απάντησε ο άνδρας. «Καμία από τις προσευχές του δεν εισακούστηκε κι έτσι δεν αξίζει τίποτα».
«Κάνεις λάθος!», τον επέπληξε η φωνή. «Προσευχόταν μόνο ένα πράγμα, το οποίο εισακούστηκε. Αν δεν προσευχόταν γι’ αυτό, δεν θα είχες λάβει καμιά από τις ευλογίες μου».
«Πες μου», ρώτησε ο πρώτος άνδρας τη φωνή. «Για πιο πράγμα προσευχόταν, για το οποίο του χρωστάω τα πάντα;»
«Προσευχόταν να εισακουστούν οι δικές σου προσευχές!»



Οι ευλογίες μας δεν είναι οι καρποί των προσευχών μας μόνο, αλλά οι καρποί των προσευχών κάποιου που προσεύχεται για μας…

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Ο επαρχιώτης ποντικός





Ένας ποντικός ήταν ευχαριστημένος απ’ το σπίτι του στην εξοχή μέχρι που δέχτηκε την επίσκεψη ενός εξαδέλφου του από την πόλη.
Ο αστός είπε στον ξάδελφο χωριάτη, «Εμείς εκεί στην πόλη τρώμε τυρί, ψάρι και ψωμί. Κάθε βράδυ μου φέρνουν το δείπνο μου και τρώω ότι μου αρέσει. Όμως εσύ σπας τα πόδια σου για λίγα ψίχουλα σ’ αυτό το φτωχόσπιτο. Εγώ έχω μάθει στην πολυτέλεια. Στον καθένα ότι του ανήκει, θα έλεγα!»
Ακούγοντας αυτά ο πρώτος, είδε πως το σπίτι του δεν τον ευχαριστούσε άλλο, ούτε το ότι έπρεπε να κυνηγάει και να περιμαζεύει την τροφή του. Έτσι αποφάσισε να πάει στην πόλη μαζί με τον εξάδελφό του. Και πήγαν στο όμορφο σπίτι στην πόλη.
«Σσσς! Οι άνθρωποι είναι στο σαλόνι», είπε ο ντόπιος. «Ας τρυπώσουμε στην κουζίνα για λίγο ψωμοτύρι». Κι ο ντόπιος έκανε στον ξένο μια άνετη βόλτα ανάμεσα στα αποφάγια του τραπεζιού. «Αυτό θα πει εύκολη ζωή», είπε καθώς δάγκωνε ένα κομμάτι ψωμί. Τη στιγμή που ήταν έτοιμη να δαγκώσουν από μια μπουκιά τυρί, μπήκε μέσα η ΓΑΤΑ!
«Τρέχα! Τρέχα!» είπε ο ποντικός της πόλης. «Ο γάτος είναι μέσα στο σπίτι!»

Καθώς ο επαρχιώτης ποντικός, για να γλιτώσει τη ζωή του, το έβαλε στα πόδια και πήδηξε έξω απ’ το παράθυρο, είπε: «Ξάδελφε, πάω πίσω στο χωριό μου! Δεν μου είπες ποτέ ότι εδώ υπάρχει μια ΓΑΤΑ! Σ’ ευχαριστώ, αλλά προτιμώ τα φτωχά μου ψίχουλα εν ειρήνη, πάνω από όλες σου τις πολυτέλειες μέσα στον φόβο!»

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ο αχάριστος φούρναρης





Κάποτε ένας ζητιάνος πρόβαλε στην πόρτα ενός πλουσίου φούρναρη ζητώντας του ψωμί.
«Πόσο μεγάλη είναι η σοφία σου», του είπε ο φούρναρης και αμέσως άρχισε να του μιλάει για αλεύρι και δημητριακά, για σπόρους και κριθάρι, ώστε ακόμα κι ο ίδιος εντυπωσιάστηκε σαν να έλεγε απέξω τις οδηγίες. Εκείνος όμως συνέχιζε να θέλει ψωμί.
«Πόσο σοφός είσαι», του είπε πάλι και τον πήγε να δει τις εγκαταστάσεις του φούρνου του. Του εξήγησε ότι κανείς από τους άλλους φουρνάρηδες δεν είχε τέτοιο συγκρότημα. Μετά του έδειξε τη μεγάλη αίθουσα παρουσιάσεων, που την λέμε και αίθουσα «εμπνεύσεων», όπου το προσωπικό και άλλο ακροατήριο, μαζεύτηκαν να τον ακούσουν να δίνει συνταγές από το βιβλίο του.
«Θέλεις να ακούσεις;», τον ρώτησε
«Όχι», απάντησε, «Θα ήθελα λίγο ψωμί».
«Πόσο σοφός είσαι», του ξαναείπε ο φούρναρης. Τον οδήγησε στο μπροστινό μέρος του φούρνου και του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια πόσο σκάρτο ψωμί βγάζουν οι άλλου δυο φούρνοι της γειτονιάς, που ο ένας βάζει δυο κουταλιές αλάτι, αντί για μια, και ο άλλος έχει δυο βαθμούς υψηλότερη θερμοκρασία που κάνει τα ψωμιά τους να μην είναι σύμφωνα με το βιβλίο.
Ο ζητιάνος του γύρισε την πλάτη κι άρχισε ν’ απομακρύνεται.
«Δεν θέλεις ψωμί;» φώναξε ο φούρναρης.
Σταμάτησε, τον κοίταξε και σήκωσε τους ώμους του λέγοντας, «Σαν να μου κόπηκε η όρεξη».
Ο φούρναρης κούνησε το κεφάλι του και γύρισε πίσω στο γραφείο του. «Αίσχος», μουρμούρισε, «ο κόσμος δεν χολοσκάει πια για σωστό ψωμί!»



Πόσοι είναι εκείνοι οι άνθρωποι, που αδιαφορούν για τον πόνο του διπλανού τους, την ώρα μάλιστα που ξετυλίγεται μπροστά τους…

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Η παγίδα





Ένα ποντικάκι πλησίασε ένα κοιμισμένο λιοντάρι, θαύμαζε τ’ αυτιά του, τα μουστάκια και τη χαίτη του. «Μια που κοιμάται δεν θα καταλάβει ότι είμαι εδώ», λέει μέσα του και σκαρφαλώνει από την ουρά του, τρέχει πάνω στη ράχη του, γλιστράει στο ένα του πόδι και πέφτει ανάμεσα στα πέλματά του. Το λιοντάρι ξυπνάει και το αιχμαλωτίζει μέσα στα νύχια του.
«Σε παρακαλώ», λέει στο λιοντάρι, «άσε με να φύγω, κι εγώ θα γυρίσω μια μέρα και θα σε βοηθήσω!»
«Πώς θα με βοηθήσεις τόσο μικρός που είσαι;», λέει το λιοντάρι και βάζει τα γέλια. Όμως γελάει τόσο δυνατά που πρέπει να κρατήσει την κοιλιά του. Το ποντίκι δίνει ένα πήδημα και τρέχει…  κι ακόμα τρέχει.
Την άλλη μέρα ήρθαν στη ζούγκλα δυο κυνηγοί κι έφτασαν μέχρι τη φωλιά του λιονταριού. Εκεί ετοίμασαν μια μεγάλη παγίδα με σχοινιά, κι όταν το βράδυ γύρισε το λιοντάρι, πήγε κατευθείαν κι έπεσε μέσα στην παγίδα. Ούρλιαζε, έκλαιγε, αλλά ήταν αδύνατον να ξεφύγει.
Το ποντίκι άκουσε τους λυγμούς του κι έτρεξε να το βοηθήσει. Παρατήρησε την παγίδα και είδε ότι την κρατούσε στη θέση της ένα χοντρό σκοινί. Άρχισε να το τρώει και να το τρώει, μέχρι που το έκοψε, κι έτσι το λιοντάρι μπόρεσε να λασκάρει όλα τα άλλα σχοινιά και να λευτερωθεί.

Και τότε γύρισε στο ποντίκι και του είπε: «Καλέ μου φίλε, ήμουν ανόητος που μου φάνηκες αστείος επειδή είσαι μικροσκοπικός. Τελικά μου έσωσες τη ζωή!»

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Η μαύρη ζώνη





Ένας μαθητής των πολεμικών τεχνών γονατίζει μπροστά σ’ έναν δάσκαλο, στην τελετή που θα πάρει την τόσο επίπονα κερδισμένη Μαύρη Ζώνη. Μετά από τόσα χρόνια ασταμάτητης εκπαίδευσης έχει πια φτάσει στην κορυφή της απόδοσης. Όμως ο δάσκαλος του λέει με επίσημο ύφος: «Πριν πάρεις την ζώνη πρέπει να περάσεις από άλλη μια δοκιμασία».
«Είμαι έτοιμος», λέει ο μαθητής περιμένοντας άλλον έναν αγωνιστικό γύρο.
«Πρέπει να απαντήσεις στη βασική ερώτηση: Ποια είναι η αληθινή σημασία της Μαύρης Ζώνης;»
«Το τέλος του ταξιδιού μου», λέει ο μαθητής. «Η επιβράβευση που μου αξίζει για την τόσο επίπονη δουλειά μου.» Ο δάσκαλος περίμενε κι άλλα, και είναι φανερό ότι δεν είναι ευχαριστημένος. Τελικά ο δάσκαλος μιλάει: «Δεν είσαι ακόμη έτοιμος για τη Μαύρη Ζώνη. Να έρθεις και πάλι σ’ έναν χρόνο».
Τον επόμενο χρόνο η ίδια ερώτηση στον γονατισμένο μαθητή: «Ποια είναι η αληθινή σημασία της Μαύρης Ζώνης;»
«Σύμβολο διάκρισης και το ανώτατο επίτευγμα στη δική μας τέχνη», λέει ο μαθητής. Και πάλι ο δάσκαλος περιμένει περισσότερα. Και ακόμα όχι ικανοποιημένος, ξαναλέει: «Δεν είσαι ακόμη έτοιμος για τη Μαύρη Ζώνη. Να έρθεις και πάλι σ’ έναν χρόνο».
Έναν χρόνο μετά ο μαθητής γονατίζει μπροστά στον δάσκαλο και ακούει την ίδια ερώτηση: «Ποια είναι η αληθινή σημασία της Μαύρης Ζώνης;»
Αυτή τη φορά εκείνος απαντά: «Η Μαύρη Ζώνη αντιπροσωπεύει όχι το τέλος, αλλά την αρχή ενός αέναου ταξιδιού μαθητείας, πειθαρχίας, εργασίας και επιδίωξης ενός ακόμη πιο υψηλού επιπέδου!»
«Μάλιστα», λέει ο δάσκαλος. «Τώρα είσαι έτοιμος να πάρεις τη Μαύρη Ζώνη και να αρχίσεις το έργο σου!»



Η πραγματική γνώση βρίσκεται στην εφαρμογή, στην πράξη. Δεν βρίσκεται στις θεωρίες, στις φιλοσοφίες και στα κείμενα.

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Η βιτρίνα





Κάποτε ήταν ένας επιχειρηματίας που είχε αναδουλειές και κατηγορούσε έντονα τις βιτρίνες των ανταγωνιστών του.
«Γιατί να υπάρχουν τόσο βρώμικες βιτρίνες στην πόλη μας», έλεγε.
Οι συνάδελφοι του είχαν κουραστεί με τις ακατάπαυστες επικρίσεις του και τα δεικτικά του σχόλια για τις βιτρίνες. Μια μέρα, την ώρα που έπιναν τον καφέ τους, ο καταστηματάρχης ήταν ιδιαίτερα επιθετικός με την κριτική του. Τα λόγια του ήταν γεμάτα δηλητήριο και πικρία για τους άλλους καταστηματάρχες που ήταν παρόντες και τον άκουγαν.
Πριν διαλυθούν ένας άλλος καταστηματάρχης του σύστησε να πλύνει τις δικές του βιτρίνες. Αυτός τις έπλυνε και την άλλη μέρα, στον καφέ, δήλωσε με θαυμασμό, «Δεν το πιστεύω. Μόλις έπλυνα τις δικές μου βιτρίνες, θα πρέπει να τις έπλυνε κι ο ανταγωνιστής μου. Να τις δείτε πως λάμπουν!»




Μήπως παραπονιέσαι για κάτι, όταν μέσα σου δεν το έχεις διαχειριστεί αυτό; Κοίταξε πρώτα μέσα σου… και μετά τη «λερωμένη βιτρίνα» του άλλου

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Ένα άγριο λιοντάρι





Μια φορά κι έναν καιρό, ένα άγριο λιοντάρι ξύπνησε ένα πρωί με πολύ άσχημη αναπνοή και ρώτησε τον φίλο του, το τσακάλι: «Πως είναι η αναπνοή μου, γλυκιά ή πικρή;»
«Μάλλον πικρή, Μεγαλειότατε», απάντησε το τσακάλι.
«Πώς τολμάς να με προσβάλεις!», βρυχήθηκε το λιοντάρι κι έφαγε το τσακάλι.
Μετά ρώτησε την αντιλόπη, «Η αναπνοή μου είναι γλυκιά ή πικρή;»
Εκείνη είχε δει τι έπαθε το τσακάλι, γι’ αυτό απάντησε «Η ανάσα σας είναι γλυκιά!»
«Ψεύτρα!» βρυχήθηκε το λιοντάρι και την έφαγε κι αυτήν. Και μετά στράφηκε προς τον λαγό και τον ρώτησε «Και τι γνώμη έχεις εσύ για την αναπνοή μου;»
Ο λαγός είχε δει τι έπαθαν το τσακάλι και η αντιλόπη κι αποφάσισε να είναι πολύ προσεχτικός, ώστε να μην προσβάλλει τον Βασιλιά.
«Μεγαλειότατε», είπε, «με την άδειά σας, δεν θα μπορέσω να εκφέρω γνώμη για τη γλυκύτητα της αναπνοής σας, διότι… Αααα…Ψου! Έχω ένα γερό κρυολόγημα!»



Η ζωή δεν είναι ένα παιχνίδι ετοιμολογίας, ερωταποκρίσεων ή κατασπατάλησης της ενέργειάς σας. Η ζωή χρειάζεται ευελιξία, προσαρμογή και σκέψη.

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Ας γίνουμε μεγαλοπρεπείς





Ένα αγόρι στην κατασκήνωση, έλαβε από τη μητέρα του ένα μεγάλο κουτί με μπισκότα. Αφού έφαγε μερικά, έκρυψε το κουτί κάτω από το κρεβάτι του. Όταν πήγε την επόμενη για να πάρει το κουτί, αυτό είχε κάνει φτερά. Το γεγονός αναφέρθηκε στον σύμβουλο της κατασκήνωσης, ο οποίος είδε ένα άλλο παιδάκι να τρώει τα κλεμμένα μπισκότα πίσω από ένα δέντρο.
«Αυτός ο νεαρός πρέπει να πάρει ένα μάθημα», είπε μέσα του.
Κάλεσε το μικρό θύμα της κλοπής, τον Βασιλάκη, του είπε ότι γνώριζε τον κλέφτη και του ζήτησε να τον βοηθήσει να του δώσει ένα μάθημα.
«Βεβαίως», είπε το αγόρι, «Αλλά δεν θα τον τιμωρήσετε;»
«Όχι. Το μόνο που θα πετύχαινα θα ήταν να γεμίσει μνησικακία και να σε μισήσει. Θα έλεγα να τηλεφωνήσεις της μητέρας σου να σου στείλει ένα άλλο κουτί μπισκότα». Και σε λίγες μέρες ο μικρός παρέλαβε άλλο ένα κουτί.
«Τώρα», είπε ο σύμβουλος «Το παιδί που σου έκλεψε τα μπισκότα είναι κάτω στη λιμνούλα. Πήγαινε κοντά του και μοιραστείτε τα μπισκότα σου».
«Μα αυτός με έκλεψε», διαμαρτυρήθηκε το αγόρι.
«Το ξέρω. Όμως, για κάνε την προσπάθεια για να δούμε τι θα γίνει μετά!»
Ύστερα από μισή ώρα ο σύμβουλος είχε τη χαρά να δει τα δυο παιδιά να ανηφορίζουν πιασμένα χέρι-χέρι. Το παιδί που είχε κλέψει τα μπισκότα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πείσει το τότε θύμα του να δεχτεί τον σουγιά του σαν αμοιβή για τα κλεμμένα μπισκότα και το θύμα αρνιόταν επίμονα να δεχτεί το δώρο απ’ τον καινούργιο του φίλο, λέγοντας ότι δεν χάθηκε ο κόσμος για λίγο παλιο-μπισκότα.



Ας μάθουμε να συγχωρούμε διδάσκοντας το σωστό, αντί να τιμωρούμε αμβλύνοντας το λάθος!

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Το μαθηματικό πρόβλημα...





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας σπουδαστής που μελετούσε πολύ εντατικά και πάντα αργά τη νύχτα. Κάποια φορά το ξενύχτι ήταν τόσο μεγάλο ώστε άργησε να ξυπνήσει το πρωί και έφτασε στο μάθημα με 20 λεπτά καθυστέρηση. Έγραψε βιαστικά τα δύο προβλήματα μαθηματικών που ήταν γραμμένα στον πίνακα υποθέτοντας ότι αυτή θα ήταν η δουλειά που είχε δώσει ο καθηγητής για το σπίτι. Η επεξεργασία των προβλημάτων του πήρε πολλές μέρες, ώσπου τελικά κάποια στιγμή βρήκε τη λύση αφού πρώτα ξεπέρασε όλες τις δυσκολίες που είχε η άσκηση. Έτσι, την άλλη μέρα άφησε τη μελέτη του πάνω στο γραφείο του καθηγητή.
Λίγο αργότερα, μια Κυριακή πρωί, τον ξύπνησε στις 6 τα χαράματα ο αναστατωμένος καθηγητής του. Επειδή ο σπουδαστής εκείνη την ημέρα πήγε καθυστερημένος στο μάθημα, δεν άκουσε τον καθηγητή να λέει στους σπουδαστές ότι τα δύο άλυτα θέματα πάνω στον πίνακα ήταν στην πραγματικότητα ασκήσεις ανεπίλυτων μαθηματικών που ούτε ο Αϊνστάιν δεν μπόρεσε να απαντήσει. Όμως αυτός, που εργάστηκε χωρίς κανένα νοητικό περιορισμό, έλυσε όχι μόνο το ένα, αλλά και τα δύο προβλήματα που παίδευαν τους μαθηματικούς για χιλιάδες χρόνια.

Με άλλα λόγια, έλυσε τα προβλήματα επειδή δεν ήξερε ότι δεν μπορούσε να τα λύσει.

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Τα καινούργια παπούτσια





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που χρειάζεται ένα ζευγάρι παπούτσια. Προτού πάει στο παζάρι, έκατσε και σχεδίασε προσεχτικά το σχήμα των ποδιών του σε ένα χαρτί, αφού πρώτα τα μέτρησε και κατέγραψε τις ακριβείς τους διαστάσεις. Μετά ξεκίνησε για την πόλη. Ύστερα από μιας ημέρας δρόμο, έφτασε στο παζάρι. Προς μεγάλη του δυστυχία ανακάλυψε ότι είχε ξεχάσει να φέρει μαζί του το χαρτί με τις διαστάσεις των πελμάτων του. Αποφάσισε να επιστρέψει πίσω στο σπίτι του. Ήταν ηλιοβασίλεμα μόλις έφτασε στο χωριό του και όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Βρήκε όμως κάποιον έμπορο και του αφηγήθηκε το πρόβλημά του.
«Ανόητε άνθρωπε» του αποκρίθηκε ο μαγαζάτορας. «Θα μπορούσες να είχες δείξει εμπιστοσύνη στα πόδια σου και να δοκίμαζες τα παπούτσια σε κάποιο μαγαζί πριν αποφασίσεις να γυρίσεις πίσω!»



Εμπιστεύσου τον εαυτό σου, την διαίσθησή σου και πάνω απ’ όλα τις ικανότητες σου….!