Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Ο γάιδαρος και το πηγάδι




Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι. Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει.Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήταν πολλά. Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.
Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως, προς έκπληξη όλων, ησύχασε. Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε. Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!
Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού.
    Ηθικό δίδαγμα:
Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο!
Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα! Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω! Αξίζει να το εφαρμόσουμε!



Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

O άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί



Ένας άνθρωπος, το άλογό του και το σκυλί του περπατούσαν σ ένα δρόμο. Καθώς περνούσαν δίπλα από ένα τεράστιο δέντρο, έπεσε ένας κεραυνός και όλοι έμειναν στον τόπο. Αλλά ο άνθρωπος δεν αντιλήφθηκε ότι είχε πια αφήσει τον κόσμο τούτο και συνέχισε να περπατάει με τα ζώα του. Μερικές φορές οι πεθαμένοι θέλουν χρόνο για να συνειδητοποιήσουν τη νέα τους κατάσταση…
Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς, ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και αυτοί είχαν ιδρώσει και διψούσαν πολύ. Σε μια στροφή διέκριναν μια μεγαλόπρεπη πύλη, καμωμένη ολόκληρη από μάρμαρο, που οδηγούσε σε μία πλατεία στρωμένη με χρυσάφι, που στο κέντρο της είχε μία πηγή από όπου ανάβλυζε κρυστάλλινο νερό.
Ο οδοιπόρος προχώρησε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο: “Καλημέρα”
“Καλημέρα”, απάντησε ο φύλακας
“Ποιος είναι αυτός ο τόσο όμορφος τόπος;”
“Είναι ο παράδεισος”
“Ωραία που φτάσαμε στον παράδεισο, διψάμε πολύ”
“Μπορείτε να μπείτε,κύριε, και να πιείτε όσο θέλετε” και ο φύλακας έδειξε την πηγή
“Το άλογο και το σκυλί μου διψάνε κι αυτά”
“Λυπάμαι πολύ” είπε ο φύλακας “Εδώ δεν επιτρέπονται ζώα”
Ο άνθρωπος στενοχωρήθηκε επειδή διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει νερό μόνο αυτός. Ευχαρίστησε το φύλακα και συνέχισε το δρόμο του. Αφού περπάτησαν πολλή ώρα στην ανηφόρα, εξαντλημένοι πια, έφτασαν σ ένα μέρος που είχε για είσοδο μια παλιά ξύλινη πύλη που οδηγούσε σ ένα χωματόδρομο πλαισιωμένο από δέντρα. Στη σκιά ενός από τα δέντρα καθόταν ένας άνθρωπος μ ένα καπέλο στο κεφάλι, ίσως και να κοιμόταν.
“Καλημέρα” είπε ο οδοιπόρος.
Ο άνθρωπος έγνεψε με το κεφάλι “Διψάμε πολύ, εγώ το άλογό μου και το σκυλί μου”
“Έχει μια πηγή σ’ εκείνες τις πέτρες” είπε ο άνθρωπος δείχνοντας το σημείο
“Πιείτε όσο θέλετε”
Ο άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί πήγαν ως την πηγή και έσβησαν τη δίψα τους.
Ο οδοιπόρος γύρισε για να τον ευχαριστήσει. “Ελάτε πάλι όποτε θέλετε” απάντησε ο άνθρωπος
“Αλήθεια, πως λέγεται αυτό το μέρος;”
“Παράδεισος”
“Παράδεισος;;” Μα ο φύλακας της μαρμαρένιας πύλης είπε ότι ο παράδεισος ήταν εκεί!”
“Εκεί δεν είναι ο παράδεισος, είναι η κόλαση”
Ο οδοιπόρος τα χασε “Πρέπει να τους απαγορεύετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας! Αυτό σίγουρα θα προξενεί μεγάλα μπερδέματα!”
“Καθόλου, αντίθετα μας κάνουν μεγάλη χάρη. Επειδή εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους…”


Paulo Coelho


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Ο κισσός και η βελανιδιά


  
Στον κήπο ενός παλιού, εγκαταλελειμμένου σπιτιού, φύτρωσαν την ίδια μέρα ένας κισσός και μια βελανιδιά.
Ο πρώτος κατάλαβε αμέσως πως ο δρόμος του ήταν ο ουρανός και προορισμός του ο ήλιος, χάρη στον οποίο γεννήθηκε. Έπρεπε να αφιερώσει όλο του το είναι για να στραφεί προς το φως. Και, πιστός στην απόφασή του, σύρθηκε με λίγη αηδία μέχρι τον τοίχο, τον μοναδικό τοίχο του παλιού σπιτιού που στεκόταν όρθιος, κι άρχισε να σκαρφαλώνει πάνω του.
Ο δεύτερος βλαστός, της βελανιδιάς, αισθάνθηκε πως χρώσταγε την ύπαρξή του στη γη, το νερό και τα ορυκτά που τον είχαν θρέψει στις πιο σκοτεινές του μέρες. Ήξερε πως χρειαζόταν τον ήλιο, αλλά, για να μπορέσει να στρέψει τα κλαδιά του προς αυτόν, έπρεπε πρώτα να φτιάξει ένα σταθερό κορμό, που πάνω του θα αναπτύσσονταν τα κλαδιά. Η διαίσθησή του, του έλεγε πως πρώτα χρειαζόταν σταθερές ρίζες.
Για κάποιον καιρό, οι δύο νεοφερμένοι κάτοικοι του κήπου αφιερώθηκαν ο καθένας με τον τρόπο του στην ανάπτυξή τους.
Μια μέρα, ο κισσός ανακάλυψε από ψηλά την κουρασμένη βελανιδιά, που μόλις ξεχώριζε ανάμεσα στα χόρτα.
“Γειά σου νάνε” είπε κοροϊδέυοντας, “είναι κρίμα που δεν μπορείς να απολαύσεις το τοπίο που φαίνεται από ΄δω…”
“Ναι…” είπε η βελανιδιά. “Αλλά πρέπει να φροντίσω τις ρίζες μου, για να αποκτήσω γερό κορμό πάνω στον οποίο θα μεγαλώσω”.
Πέρασαν οι μήνες και μετά τα χρόνια. Ο κισσός, δυνατός πια, κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο τον τοίχο και συνέχιζε να κοροϊδεύει που και που το μικρό μέγεθος της χοντρής βελανιδιάς – σκέτο ξύλο και τραχιές ρίζες.
Μια νύχτα συνέβη αυτό που κανείς δεν φανταζόταν. Μια φοβερή και άγρια καταιγίδα ξέσπασε πάνω από το παλιό σπίτι.
Ο κισσός αρπάχτηκε με τις μικρές του ρίζες από τον τοίχο, για να μην ξεριζωθεί από τον άνεμο και το χαλάζι. Η βελανιδιά κρατήθηκε γερά από τις ρίζες της, βαθιά χωμένες στη γη, και προστάτεψε τα φύλλα της με τον κορμό της.
Όλα έγιναν σε μια στιγμή: ένας κεραυνός άστραψε στο σκοτάδι και, σαν σκληρή φωτογραφία, φώτισε το δευτερόλεπτο που ο τελευταίος όρθιος τοίχος του σπιτιού γκρεμιζόταν με θόρυβο, και μαζί του έπεφταν στη γη και τα πιο ψηλά βλαστάρια του κισσού…
Σε μια σχέση και οι δύο είναι βελανιδιές. Και βέβαια, μπορούν να μεγαλώνουν στον ίδιο κήπο, αλλά, όπως λέει και ο Χαλίλ Γκιμπράν, “κανένας στη σκιά του άλλου”. Όπως μας μαθαίνει και το παραμύθι που μόλις είπαμε,
κανένα από τα δύο αυτά δέντρα δεν μπορεί να μεγαλώσει μπλεγμένο με το άλλο,
κανένα δεν πρέπει να σέρνεται στον τοίχο για να ψηλώσει κι άλλο,
κανένα δεν μπορεί να σταθεί εξαρτημένο από κάποια εξωτερική δύναμη,
κανένα που να στηρίζεται σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα ίδια του τα πόδια.
Η αγάπη είναι να μεγαλώνουν και οι δύο σύντροφοι μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλον. Μετριέται με την ανανεωμένη επιθυμία για ανάπτυξη που μου δίνει η παρουσία σου, με τη χαρά να μοιραζόμαστε το φως και με την απολαυστική συνάντηση των ριζών και των κλαδιών μας.
Αλλά ο έρωτας ποτέ δεν μετριέται με την απόφαση να ρισκάρω να σε παρασύρω στην πτώση μου.
Το να αγαπάς χωρίς να εξαρτάσαι είναι , αναμφίβολα, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της καθημερινής μάχης για μια ευτυχισμένη ζωή.  Και το να μην εξαρτάσαι δεν κοστίζει λίγο – σε καμία περίπτωση. Ένας άνθρωπος αυτοεξαρτημένος, πάντα θα κατηγορείται από εκείνους που αφήνονται σε άνετες και προβλέψιμες εξαρτήσεις, ως υπερόπτης, ανόητος, σκληρός ή επιθετικός – για να μην πω αντικοινωνικός, μισάνθρωπος ή εγωιστής.
Εκείνοι που έχουν μάθει να μην εξαρτώνται, δεν επιτρέπουν ούτε και στους άλλους να εξαρτηθούν απ’ αυτούς. Ξέρουν πως και στις δύο άκρες τις αλυσίδας, και ο σκλάβος και ο αφέντης είναι θύματα σκλαβιάς, και την απορρίπτουν.  Αρνούνται να γίνουν κρεμάστρες για ξένα καπέλα και δεν θέλουν να βασιστούν σε άλλους για να καταφέρουν οτιδήποτε.
Μπορείς να κολλήσεις ένα κομμάτι σελοτέιπ στο χέρι σου.
Αν το κάνεις με προσοχή, η ένωση μένει σταθερή και διατηρείται.
Μπορείς να το ξεκολλήσεις και να το κολλήσεις ξανά, αλλά η αποτελεσματικότητα δε θα ‘ναι η ίδια με την πρώτη φορά.
Μπορείς να το επαναλάβεις πολλές φορές, αλλά κάθε φορά η κόλλα θα κρατάει λιγότερο.
Ο λόγος είναι προφανής…Κάθε φορά, κομματάκια από το δέρμα σου, μικρά και αόρατα, ξεριζώνονται από το τράβηγμα.
Είναι αυτά τα μικροσκοπικά θραύσματα που εμποδίζουν την ένωση να ξαναγίνει σταθερή και διαρκής.
Είναι το σύνολο όλων αυτών των θραυσμάτων που τελικά, μια μέρα, κάνουν την ταινία να μην κολλάει πια..

Χόρχε Μπουκάϊ


Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ο πελτές του Μήτσου


Νεαρός ήταν όταν κατέβηκε στην Αθήνα να κάνει την τύχη του.
Τρία βρακιά ήταν όλη η περιουσία του.
Δύσκολα ήταν, εκείνα τα χρόνια.
Σιγά-σιγά κάτι κατάφερε ο Μήτσος και νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, κατέβαινε πολλά σκαλιά σ' ένα τυφλό δωμάτιο που δεν είχε καθόλου φως.
Μετά από κανένα χρόνο μετακόμισε στα Πατήσια.
Τώρα θα μου πείτε από Παγκράτι πως βρέθηκε στα Πατήσια. Να, η διαδρομή ήταν μία, με ένα εισιτήριο, Κολιάτσου-Παγκράτι. Έτσι προέκυψε το δωμάτιο στα Πατήσια.
Παλάτι του φάνταζε το δωμάτιο στα Πατήσια. Ήταν και ημιυπόγειο. Είχε και μια μικρή, τόση δα αυλίτσα στον ακάλυπτο.
Παρέες δεν είχε ο Μήτσος στην Αθήνα, όλο δούλευε και άμα γύρναγε στο "σπίτι" του, ευχαριστιόταν, καθάριζε, τακτοποιούσε, ξεκουράζονταν και διάβαζε.
Κάποια στιγμή πήρε και ένα ψυγειάκι από το Μινιόν. Μεγάλες χαρές. Ήθελε το "σπίτι" του να το φτιάξει σπιτικό. Να μάθει να μαγειρεύει, να κόψει τα σουβλάκια. Τα πιτόγυρα.
Ένα απόγευμα, γύρναγε από τη δουλειά και συναντάει ο Μήτσος που λέτε, ένα φίλο του από πάνω από την πατρίδα. Έτσι στο πουθενά, βρήκε ένα γνωστό, ίδια ηλικία είχανε περίπου.
— Μπάμπη; Τι θες εδώ;
— Μήτσο, εσύ είσαι;
Αγκαλιές, φιλιά. Ο Μπάμπης είχε κατέβει από το χωριό για μια δουλειά. Φτώχεια κι αυτός, τα είπανε λίγο κι ο Μήτσος κατάλαβε.
— Μπάμπη, θα έρθεις στο σπίτι. Θα μαγειρέψουμε, θα φάμε, θα ξεκουραστείς, θα κοιμηθείς και αύριο με το καλό πας στη δουλειά σου.
Στο δρόμο αγόρασαν ψωμί, μισή δραχμή έκανε.
Φτάσανε στο ημιυπόγειο, όλο καμάρι ο Μήτσος του έκανε χώρο να περάσει.
Πήγε ο Μήτσος στο κουζινάκι, άνοιξε το ψυγείο και το ψυγείο ήταν άδειο, μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ. Ντοματοπελτέ. Ντομάτα σάλτσα, πως την λένε.
Δαγκώθηκε ο Μήτσος, αλλά τί να κάνει δραχμή δεν υπήρχε στην τσέπη.
— Μπάμπη, θα φτιάξουμε, ένα φαΐ που θα γλύφεις τα δάχτυλα σου.
Έβαλε το κατσαρολάκι στο πετρογκάζ, το γέμισε νερό και έριξε τον πελτέ μέσα στο νερό και το άφησε να πάρει μια βράση. Δυο πιάτα είχε ο Μήτσος, "έστρωσε" το τραπεζάκι και σέρβιρε την σούπα πελτέ.
Χαμογέλασε ο Μπάμπης και κάθισε στο τραπεζάκι. Βούταγαν το ψωμί μέσα στο ζουμί και έτρωγαν με βουλιμία. Έτσι ξεγέλασαν την πείνα τους.
Πέρασαν χρόνια κι ο Μήτσος συναντήθηκε με τον Μπάμπη στην Θεσσαλονίκη. Ήταν αλλιώς τα πράγματα.
Πήγαν για καφέ και θυμήθηκαν τα παλιά. Γέλαγαν με το περιστατικό του ντοματοπελτέ.
Όταν χωρίζανε, γυρίζει ο Μπάμπης και λέει στον Μήτσο:
— Να σου πω Μήτσο, από τότε, έχω αδειάσει πολλά πιάτα, αλλά να ξέρεις την νοστιμιά που είχε εκείνο το ντοματόζουμο, δεν την ξαναβρήκα. Είχε πολλή αγάπη εκείνος ο πελτές, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, κι άμα τρώω ένα ωραίο φαγητό, πάντα λέω:
«Σαν τον πελτέ του Μήτσου όμως, δεν είναι».



Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Ο μύθος του Νάρκισσου



Ο μύθος του Νάρκισσου αφηγείται, στην πραγματικότητα, την τραγωδία της απώλειας του εαυτού μας. Ο Νάρκισσος βλέπει την αντανάκλασή του στο νερό και ερωτεύεται το ωραίο του πρόσωπο, για το οποίο η μητέρα του σίγουρα θα ήταν περήφανη.
Τον εξαπατά η αντανάκλαση της εικόνας του, αφού δείχνει μόνο το τέλειο, υπέροχο πρόσωπό του, και όχι τον εσωτερικό του κόσμο, τον πόνο και την ιστορία του. Η πίσω όψη και η σκιά του, παραμένουν κρυφές γι αυτόν, αφού ούτε φαίνονται ούτε ανήκουν σε αυτή την πολυαγαπημένη αντανάκλαση της εικόνας του.
Αυτό το στάδιο του εκστατικού μαγέματος μπορεί να συγκριθεί με τις ιδέες μεγαλείου, όπως ακριβώς το επόμενο στάδιο(η λαχτάρα δηλαδή για τον εαυτό του η οποία τον αναλώνει)μπορεί να συγκριθεί με την κατάθλιψη. Ο Νάρκισσος δεν ήθελε να είναι τίποτε άλλο παρά ο ωραίος νέος. Αρνιόταν εντελώς τον αληθινό του εαυτό. Προσπαθώντας να συνενωθεί με την ωραία εικόνα του, εγκαταλείπει τον εαυτό του στο θάνατο, ή σύμφωνα με την εκδοχή του Οβίδιου(Λατίνος ποιητής),στη μεταμόρφωσή του σε ένα λουλούδι. Ο θάνατος αυτός είναι η λογική συνέπεια της καθήλωσής μας στον ψευδή εαυτό. Δεν είναι μόνο «τα ωραία»,» τα καλά» και τα ευχάριστα συναισθήματα που μας κάνουν πραγματικά ζωντανούς, που προσδίδουν βάθος στην ύπαρξή μας και μας οδηγούν στην ουσιαστική κατανόηση του εαυτού μας. Συχνά είναι και τα συναισθήματα που δεν είναι αποδεκτά, που δεν έχουμε εξοικειωθεί μαζί τους και που θα προτιμούσαμε να τα αποφύγουμε: η αίσθηση ότι είμαστε απροστάτευτοι, η ντροπή, ο φθόνος, η ζήλεια, το μπέρδεμα, η οργή και η θλίψη. Τα συναισθήματα αυτά μπορούμε στα πλαίσια της θεραπείας να τα βιώσουμε και να τα κατατάξουμε. Αυτό συμβαίνει επειδή το θεραπευτικό πλαίσιο αποτελεί έναν καθρέφτη του εσωτερικού μας κόσμου, ο οποίος είναι πολύ πιο πλούσιος από ένα «απλώς όμορφο πρόσωπο».
Ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε την εξιδανικευμένη εικόνα του, αλλά δε μπορούσε να αγαπήσει πραγματικά τον εαυτό του. Αυτό δε μπορεί να το κάνει ούτε ο Νάρκισσος με τις ιδέες μεγαλείου, ούτε ο Νάρκισσος που έχει κατάθλιψη. Ο ενθουσιασμός για τον ψευδή εαυτό του, καθιστά αδύνατη όχι μόνο την αγάπη του για τους άλλους, αλλά, παρά τα φαινόμενα, και την αγάπη του για το μοναδικό άτομο του οποίου τη φροντίδα του έχουν εμπιστευτεί πλήρως: τον ίδιο του τον εαυτό
   
Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο της ALice Miller «Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας»


Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Η μαύρη κουκκίδα




Το  εμπορικό επιμελητήριο μιας μικρής πόλης προσκάλεσε έναν ομιλητή για το δείπνο που διοργάνωνε κάθε χρόνο. Η οικονομική ζωή της πόλης δεν πήγαινε καλά , οι κάτοικοι ήταν απογοητευμένοι, και περίμεναν από αυτόν τον ομιλητή να τους ανεβάσει ψυχολογικά.

Ο ομιλητής κατά την παρουσίασή του, πήρε ένα μεγάλο λευκό χαρτί και έκανε μια μικρή μαύρη κουκκίδα στο κέντρο του. Στη συνέχεια σήκωσε το χαρτί μπροστά από τους παρευρισκόμενους και τους ζήτησε να του πουν τι βλέπουν.

 Ένας απάντησε αμέσως:
   »Βλέπω μια μαύρη κουκκίδα.»
          «Εντάξει, τι άλλο βλέπετε;»
 Οι υπόλοιποι συμφώνησαν με τον πρώτο:
     «Μια μαύρη κουκκίδα.»
            «Δεν βλέπετε τίποτα άλλο εκτός από την κουκκίδα;» ρώτησε.
 Ένα ηχηρό «όχι» ακούστηκε από το ακροατήριο.
           »Δεν βλέπετε  το φύλλο του χαρτιού;» ρώτησε ο ομιλητής.
           »Είμαι βέβαιος ότι το έχετε δει και αυτό. Επιλέξατε όμως  να το παραβλέψετε.»

          «Στη ζωή, έχουμε την τάση να παραβλέπουμε και να θεωρούμε ως δεδομένα πολλά υπέροχα πράγματα που έχουμε ή συμβαίνουν γύρω μας. Εστιάζουμε την προσοχή και την ενέργειά μας σε μικρές, σαν την κουκκίδα,  αποτυχίες και απογοητεύσεις. Τα «προβλήματα» που έχουμε είναι  συνήθως σαν την μαύρη κουκίδα πάνω στο χαρτί. Θα διαπιστώσουμε ότι είναι μικρά και ασήμαντα, αν μπορέσουμε να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας και να κοιτάξουμε τη συνολική εικόνα. « 

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Η Νιότη



Η Nιότη βάδιζε μπροστά κι εγώ την ακολουθούσα και σε μια στιγμή φτάσαμε σ' ένα χωράφι μακρινό. Εκεί σταμάτησε και κοίταξε ψηλά τα σύννεφα που αργοσάλευαν στην κόψη του ορίζοντα, σαν ένα κοπάδι από άσπρα προβατάκια. Έπειτα κοίταξε τα δέντρα που έτειναν στα ύψη τα γυμνά κλαδιά τους σαν να προσευχόταν θαρρείς στον Kύριο του ουρανού για να ξαναβρούν τα φυλλώματα τους. Κι είπα εγώ, "που βρισκόμαστε Nιότη; "Κι εκείνη μου αποκρίθηκε, "είμαστε στον αγρό της ταραχής. Έχε τον νου σου! "Κι είπα εγώ, "πάμε να φύγουμε. Με τρομάζει τούτη η ερημιά, κι η θέα των σύννεφων και των γυμνών δέντρων σφίγγει την καρδιά μου με λύπη". Κι εκείνη μίλησε και είπε, "έχε υπομονή. Η ταραχή είναι η αρχή της γνώσης". Κοίταξα τότε γύρω μου και είδα μια οπτασία να προχωρά με χάρη προς εμάς και αμέσως ρώτησα, "ποια είναι τούτη η γυναίκα;" Κι η Nιότη απάντησε, "αυτή εδώ που βλέπεις είναι του Δία η κόρη, της Tραγωδίας η Μούσα, η Μελπομένη"."Μακάρια Nιότη!" αναφώνησα τότε,"τι γυρεύει η Tραγωδία από μένα, όσο βρίσκεσαι στο πλάι μου εσύ; "Κι εκείνη μου αποκρίθηκε, "ήρθε να σου δείξει τη γη και τον πόνο της, γιατί όποιος δεν γνώρισε τον πόνο, δεν θα γνωρίσει ποτέ του και χαρά". Κι ένα χέρι άπλωσε τότε εμπρός στα μάτια μου το πνεύμα, κι όταν το τράβηξε, η Nιότη είχε χαθεί, κι εγώ βρισκόμουν μόνος, γυμνός από κάθε γήινο ντύμα. Αναφώνησα, "κόρη του Δία, που χάθηκε η Nιότη;" Εκείνη δεν απάντησε. Με πήρε κάτω από τα φτερά της και μ' ανέβασε σε μια υψηλή βουνοκορφή. Κάτω από τα πόδια μου είδα να απλώνεται η γη κι όλα όσα έκλεινε μέσα της, αραδιασμένα σαν σελίδες από βιβλίο, όπου ήταν γραμμένα τα μυστικά όλου του κόσμου.

Στάθηκα γεμάτος φόβο και αποφάσισα να αποκρυπτογραφήσω τα σύμβολα της Ζωής. Κι είδα πράγματα φοβερά: τους Aγγέλους του Oυρανού να μάχονται με τους Δαίμονες της Δυστυχίας κι ανάμεσα τους να στέκει ο Άνθρωπος, και να τον τραβά άλλοτε η Ελπίδα και άλλοτε η Απόγνωση. Είδα το Μίσος και την Αγάπη να παίζουν με του Ανθρώπου την καρδιά. Η Αγάπη να κρύβει την ενοχή του και να του παίρνει το νου με το κρασί της υποταγής, του επαίνου και της κολακείας. Το Μίσος να τον προσκαλεί, να σφραγίζει τα αυτιά του και να τυφλώνει τα μάτια του εμπρός στην αλήθεια. Κι είδα την πόλη να ζαρώνει σαν ένα παιδί από τις φτωχογειτονιές της και ν' αρπάζεται από το ρούχο του γιου του Αδάμ. Κι είδα από μακριά τα όμορφα χωράφια να κλαίνε για τον πόνο του ανθρώπου. Είδα τους ιερείς να αφρίζουν σαν πονηρές αλεπούδες και τους ψεύτικους μεσσίες να συνομωτούν ενάντια στην ευτυχία του ανθρώπου. Κι είδα τον άνθρωπο να καλεί τηΣοφία για τη σωτηρία του, μα εκείνη δεν άκουγε τις κραυγές του, γιατί κάποτε την είχαν περιγελάσει όταν του μιλούσε στους δρόμους της πόλης. Κι είδα κήρυκες να στρέφουν το βλέμμα τους με λατρεία στους ουρανούς, ενώ οι καρδιές τους ήταν θαμμένες μέσα στους λάκκους της Απληστίας. Είδα τους νομοθέτες να φλυαρούν νωχελικά και να πουλούν τα εμπορεύματά τους στις αγορές της απάτης και της υποκρισίας. Είδα γιατρούς να παίζουν με τις ψυχές των απλοϊκών και των εύπιστων ανθρώπων. Είδα τους αμαθείς να κάθονται μαζί με τους σοφούς, να ανεβάζουν το παρελθόν τους στο θρόνο της δόξας, να καλλωπίζουν το παρόν τους με τα ρούχα της χλιδής και να προετοιμάζουντο κρεβάτι της πολυτέλειας για το μέλλον. Είδα φτωχούς εξαθλιωμένους να σπέρνουν τον σπόρο και δυνατούς να θερίζουν την σοδειά τους και από κοντά το φόβο της τιμωρίας, που ψεύτικα τον ονομάζουν Νόμο, να στέκεται φρουρός. Είδα τους κλέφτες της Άγνοιας να λεηλατούν τους θησαυρούς της Γνώσης, ενώ οι φύλακες του φωτός είχαν χαθεί μέσα στο σκοτάδι της αδράνειας. Και είδα τις δυνάμεις της Γνώσηςνα πολιορκούν την πολιτεία των Κληρονομημένων Προνομίων αλλά ήταν πολύ λίγες αυτές οι δυνάμεις και σύντομα διαλύθηκαν. Και είδα την Λευτεριά να περπατάει μόνη, χτυπώντας πόρτες, αναζητώντας καταφύγιο, αλλά κανένας δεν εισάκουγε την παράκλησή της. Έπειτα είδα την Ασωτία να βηματίζει με μεγαλοπρέπεια και το πλήθος να την ονομάζει Λευτεριά. Είδα την θρησκεία θαμμένη στα βιβλία,και την Αμφιβολία να στέκεται στη θέση της. Κι είδα τον Άνθρωπο να φορά τα ρούχα της Υπομονής αλλά ήταν το ντύμα της Δειλίας και να ονομάζει την παραίτηση Ανεκτικότητα και το φόβο Ευγένεια. Είδα τον εισβολέα να κάθεται και να τρωγοπίνει στο τραπέζι της Γνώσης και να μιλά ανόητα, ενώ οι καλεσμένο ισιωπούσαν. Είδα το χρυσάφι στα χέρια του σπάταλου, μέσο για τα άθλια χέρια του. Και στα χέρια του τσιγκούνη σαν δόλωμα για το μίσος αλλά στα χέρια του σοφού δεν είδα χρυσάφι.

Όταν τα είδα όλα αυτά, φώναξα με πόνο, "Ω κόρη του Δία, είναι αυτή πραγματικά η Γη; είναι αυτός ο Άνθρωπος; "Με φωνή απαλή αλλά γεμάτη λύπη μου αποκρίθηκε, "αυτό που βλέπεις είναι το μονοπάτι της Ψυχής, κι είναι στρωμένο με κοφτερές πέτρες και γεμάτο αγκάθια. Αυτή είναι η σκιά του Ανθρώπου. Αυτή είναι η Νύχτα! Αλλά περίμενε! Σύντομα θα έρθει το Πρωί!"

Έπειτα, ακούμπησε απαλά το χέρι της πάνω στα βλέφαρα των ματιών μου, και όταν το τράβηξε, σαν θαύμα, ξανάδα την Νιότη να περπατάει δίπλα μου, και μπροστά από εμάς, οδηγήτρα στον δρόμο μας, να βαδίζει η Ελπίδα.


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Η μικρή ελιά

 

Η μικρή ελιά για πρώτη φορά γέμισε καρπό.
Ο γεωργός την αγαπούσε γιατί του θύμιζε την πρώτη του αγάπη, κοντούλα και στρουμπουλή. Της είχε φτιάξει ένα περιδέραιο με ασπρισμένες πέτρες και συχνά καθόταν και κουβέντιαζε μαζί της τα όνειρα και τις αναμνήσεις του. Η ελιά κάθε μέρα και πιο όμορφη.
Ένα πρωί του Νοέμβρη ο γεωργός άπλωσε πανιά κι άρχισε να την ραβδίζει. Πάνε οι ελιές, πάνε τα φύλλα, πάει η ομορφιά.
Η ελιά μέσα στα αναφιλητά της μονολογούσε:
-Μ αγαπούσε και με χάλασε; Πως εννοεί ο άνθρωπος την αγάπη; Έλεγε και ξανάλεγε.
Τότε ακούει μια μαργαρίτα να της λέει:
-Άκουσε να σου πω! Ο άνθρωπος δεν ξέρει την αγάπη. Μην τον παρεξηγείς. Κοίταξε εμένα που μια ζωή με μαδάει για να μάθει…


Πηγή: Το πηγάδι του κρίνου / Λουδοβίκος των Ανωγείων




Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Αληθινή αγάπη






Η πραγματική αγάπη είναι πάντοτε συνυφασμένη με την προσφορά, τη θυσία, την ανιδιοτέλεια. Αγάπη είναι να χαίρεσαι με αυτόν που χαίρεται και να λυπάσαι με αυτόν που πονά. Αυτός που αγαπά ανέχεται τον άλλο με τις ατέλειές του χωρίς να τον περιφρονεί, χωρίς καν να τον κάνει να νιώθει άσχημα για αυτό που είναι. Όταν αγαπάς ενδιαφέρεσαι τι θα γίνει ο άλλος, χωρίς όμως αυτό το ενδιαφέρον να γίνεται καταπίεση και επιβολή. Και αυτό, διότι η πραγματική αγάπη εμπεριέχει τον σεβασμό της ελευθερίας του άλλου, την εκτίμηση προς την προσωπικότητά του.
Παρεξηγημένη αγάπη είναι όταν ο άλλος γίνεται το αντικείμενο με το οποίο ικανοποιώ εγώ τις ανάγκες και τις επιθυμίες μου. Κάτι τέτοιο μάλλον προσκόλληση και αδυναμία πρέπει να ονομάζεται παρά αγάπη. Καταντούμε σε αυτή την παρεξηγημένη κατάσταση είτε όταν είμαστε φίλαυτοι – δηλαδή “εγωιστές” - είτε όταν πάσχουμε από κοινωνική ανασφάλεια. Σε αυτή την δεύτερη περίπτωση, ο φόβος μη τυχόν και μας απορρίψουν οι άλλοι μας κάνει να απαιτούμε συνεχώς επιβεβαίωση (-“Πες μου ότι με αγαπάς ...” “Μα μόλις τώρα σου το είπα !”). Η ανασφάλεια, με τις απαιτήσεις που προτάσσει, μας εμποδίζει από το να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε τον άλλο για αυτό που πραγματικά είναι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μας εμποδίζουν οι απαιτήσεις που προτάσσει η φιλαυτία, ο “εγωισμός”. Ποια από τις δύο πιο πάνω μορφές αγάπης έχουμε εμείς μέσα μας; Κριτήριο είναι η στάση μας απέναντι στους δύσκολους ανθρώπους: Αν τους αγαπούμε και αυτούς με την ίδια προθυμία, τότε η αγάπη μας είναι πραγματική. Αν όμως αγαπάμε μόνο όσους ανθρώπους βρίσκουμε ευχάριστους και βολικούς, τότε μάλλον η αγάπη μας εμπίπτει στην δεύτερη κατηγορία.
Η αληθινή αγάπη μέσα στην ψυχή ενός ανθρώπου είναι σαν ένα δέντρο που σιγά – σιγά μεγαλώνει, και σκεπάζει όλο και περισσότερους ανθρώπους κάτω από την δροσερή σκιά του. Από εμάς το μόνο που απαιτείται είναι να φροντίσουμε λίγο για την καλλιέργειά της, καθώς επίσης να την προστατεύσουμε από αυτά που θα μπορούσαν να την ξεριζώσουν από την καρδιά. 




Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Καλημέρα σας!!!




Χαμόγελα βλέπω και γιατί όχι δηλαδή, Σαββατοκύριακο έρχεται. Αν καταφέρουμε τώρα να αδειάσουμε και το μυαλουδάκι μας, να το πείσουμε να ξεκολλήσει επιτέλους από εκείνο το αλογάκι στο καρουζέλ που το γυρνά γύρω απ’ τα ίδια και τα ίδια, μπορεί να γίνει και υπέροχο. Όχι, τέλος το λούνα παρκ, δε θα μας πάει πάλι αυτό όπου θέλει, του βρίσκουμε νέο στέκι………το πάμε βόλτα στο πλανητάριο και το αφήνουμε ελεύθερο να κινείται  ανάμεσα στα αστέρια και να πατά δίχως κανέναν εξοπλισμό επάνω στο φεγγάρι.