Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Οι ψυχές ζουν και μας βλέπουν από ψηλά







Σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε ωστόσο η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ. Η κόρη του, μια υπέροχη κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παλικάρι. Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της. Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες. Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε: – Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε! Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται. Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μου έστειλε!”. Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, το όνειρο έσβησε… Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση. Το βράδυ διηγήθηκε το όνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του: – “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος. Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, κάθισε ξανά στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή: – “Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος… Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Του είχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου το έφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο. Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα: – Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανιψιά μου! Ο άνθρωπος όταν τ’ άκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα: – Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της! Εκείνος έλαβε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε και έφυγε γρήγορα. Το εν λόγω συμβάν δεν το είπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μου έστειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε… – “Δοξασμένο τ’ όνομά Σου Πολυέλεε Κύριε”, ψιθύρισε ο ιερέας κα τον αγκάλιασε με το βλέμμα του…


ΠΗΓΉ: https://www.awakengr.com/oi-psyches-zoyn-kai-mas-vlepoyn-apo-psila/

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Ότι καλό κάνεις, γυρίζει σε εσένα







Κάποια μέρα ένας άνδρας είδε μια γριά γυναίκα που καθόταν στην άκρη του δρόμου, αλλά ακόμη και στο λιγοστό φως της ημέρας, μπορούσε να διακρίνει ότι χρειαζόταν βοήθεια… Έτσι παρκάρισε το παλιό του αυτοκίνητο μπροστά στην Μερσεντές της και βγήκε από το αμάξι. Εδώ και αρκετές ώρες κανείς δεν είχε σταματήσει να την βοηθήσει. Θα της έκανε κακό; Δεν φαινόταν από τους καλούς τύπους, φαινόταν πεινασμένος και φτωχός. Εκείνος διέκρινε ότι ήταν φοβισμένη, καθώς καθόταν εκεί έξω μέσα στο κρύο. Κατάλαβε αμέσως πως αισθανόταν η γυναίκα. Εκείνος είπε: “ Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω. Γιατί δεν κάθεσαι να περιμένεις μέσα στο αυτοκίνητο που είναι πιο ζεστά;. Ονομάζομαι Κώστας Ιωάννου.” Το μόνο πρόβλημα είναι ότι είχε ένα σκασμένο λάστιχο, αλλά για την ηλικιωμένη, αυτό ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα. Ο Κώστας έσκυψε κάτω από το αμάξι και έβαλε τον γρύλο τραυματίζοντας τους αγκώνες του. Σύντομα άλλαξε το λάστιχο. Αλλά είχε λερωθεί και τραυματιστεί. Καθώς έσφιγγε τα μπουλόνια, η γυναίκα κατέβασε το παράθυρο και άρχισε να του μιλά. Του είπε ότι είναι από τον Άγιο Στέφανο και απλά περνούσε από την περιοχή. Δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει για την βοήθεια του. Ο Γιάννης απλά χαμογέλασε κλείνοντας το πόρτ μπαγκάζ. Η γυναίκα τον ρώτησε τι του οφείλει. “ Δώστε μου ότι θέλετε,” απάντησε ο Κώστας. Η γυναίκα είχε σκεφθεί τι θα μπορούσε να της είχε συμβεί αν δεν σταματούσε ο περαστικός. Ο Κώστας το ξανασκέφτηκε για το αν θα έπρεπε να πληρωθεί. Αυτή δεν ήταν η δουλειά του. Αυτή ήταν μια βοήθεια σε κάποιον που είχε ανάγκη και θυμήθηκε πόσοι τον είχαν βοηθήσει κατά το παρελθόν. Είχε περάσει όλα του τα χρόνια έτσι και του φαινόταν παράξενο να κάνει κάτι διαφορετικό. Της είπε ότι αν ήθελε να τον ξεπληρώσει, την επόμενη φορά που θα έβλεπε κάποιον που χρειαζόταν βοήθεια θα μπορούσε να τον βοηθήσει σε ότι χρειαζόταν συμπληρώνοντας, “ Να θυμάστε εμένα.” Περίμενε μέχρι να βάλει μπρος την μηχανή και να φύγει. Ήταν μια κρύα και καταθλιπτική μέρα, αλλά αισθανόταν πολύ καλά καθώς οδηγούσε προς το σπίτι. Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω η γυναίκα είδε μια μικρή καφετέρια. Σταμάτησε για να πάρει κάτι να φάει αλλά και να ξεμουδιάσει τα πόδια της. Ήταν ένα πολύ φιλόξενο στέκι. Εξωτερικά υπήρχαν δύο παλιές αντλίες βενζίνης. Το όλο σκηνικό ήταν πολύ διαφορετικό. Η γκαρσόνα την πλησίασε με μια καθαρή πετσέτα για να σκουπίσει τα βρεγμένα της μαλλιά. Είχε ένα πολύ γλυκό χαμόγελο, παρά την κούραση που είχε από την ολοήμερη εργασία. Η γυναίκα διαπίστωσε ότι η γκαρσόνα ήταν οκτώ μηνών έγκυος αλλά δεν επέτρεπε να φανούν οι δυσκολίες της κατάστασής της. Η γριά γυναίκα αναρωτήθηκε πως κάποιος που έχει τόσο λίγα δίνει τόσο πολλά σε ένα άγνωστο. Τότε θυμήθηκε τον Κώστα. Μόλις ολοκλήρωσε το γεύμα πλήρωσε με εκατό Ευρώ. Η γκαρσόνα πήγε να φέρει τα ρέστα, αλλά η ηλικιωμένη είχε ήδη βγει από την πόρτα. Είχε απομακρυνθεί αρκετά. Η γκαρσόνα αναρωτήθηκε που μπορεί να έχει πάει. Μετά είδε κάτι γραμμένο επάνω σε μια χαρτοπετσέτα: “ Δεν μου οφείλεις τίποτα. Έχω βρεθεί και εγώ σε αυτή την κατάσταση. Κάποιος κάποτε με βοήθησε, με τον τρόπο που σε βοηθώ τώρα και εγώ. Αν πραγματικά θέλεις να μου επιστρέψεις τα ρέστα, να τι θα κάνεις, μην επιτρέψεις την αλυσίδα της αγάπης να κλείσει.” Κάτω από την χαρτοπετσέτα βρήκε άλλα 500 Ευρώ. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια της καθώς το διάβασε. Υπήρχαν τραπέζια που ήθελαν καθάρισμα, βαζάκια ζάχαρης να γεμίσει και άλλοι πελάτες να εξυπηρετήσει, αλλά η γκαρσόνα τα κατάφερε μια χαρά μέχρι το τέλος της ημέρας. Το βράδυ που έπεσε να ξαπλώσει, σκεφτόταν τα χρήματα που της είχε δώσει η γυναίκα αλλά και αυτά που της είχε γράψει. Πώς να γνώριζε άραγε η ηλικιωμένη γυναίκα πόσο πολύ αυτή και ο άνδρας της χρειαζόταν τόσο πολύ τα χρήματα;. Με το μωρό να έρχεται τον επόμενο μήνα, θα ήταν δύσκολα… Ήξερε πόσο προβληματισμένος ήταν ο άντρας της, καθώς κοιμόταν δίπλα της. Έσκυψε και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί και του ψιθύρισε, “ ; Όλα θα πάνε καλά.

Υπάρχει μια παλιά φράση που λέει “ Ό, τι κάνεις, γυρίζει.”


Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Το φίδι και η γυναίκα







Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή και αφορά μία γυναίκα που ζούσε κάποτε στην Ινδία την εποχή του Μεσαίωνα και είχε για κατοικίδιο έναν πύθωνα, τον οποίο λάτρευε. Το φίδι είχε τέσσερα μέτρα μήκος και φαινόταν υγιές μέχρι που μία μέρα ξαφνικά σταμάτησε να τρώει. Η ανορεξία του πύθωνα συνεχίστηκε και τις επόμενες εβδομάδες. Η απελπισμένη γυναίκα έκανε τα πάντα, αλλά τίποτα δεν βοήθησε το φίδι να ξαναβρεί την όρεξη του. Στο τέλος αποφάσισε να το πάει στον κτηνίατρο ως έσχατη λύση. Ο κτηνίατρος άκουσε προσεκτικά όσα του είπε η γυναίκα και μετά τη ρώτησε: «Το φίδι σας κοιμάται μαζί σας τη νύχτα και τυλίγεται γύρω σας;». Η γυναίκα έκπληκτη από την ερώτησή του κτηνιάτρου και κυρίως από το πόσο μέσα είχε πέσει, απάντησε καταφατικά: «Ακριβώς έτσι, γιατρέ μου. Και λυπάμαι πολύ, γιατί δεν μπορώ να το βοηθήσω». Ο κτηνίατρος τότε απάντησε: «Κυρία μου, το φίδι σας δεν είναι άρρωστο. Ετοιμάζεται να σας φάει. Κάθε φορά που έρχεται δίπλα σας και νομίζετε ότι σας αγκαλιάζει τυλίγοντας το σώμα του γύρω σας απλά υπολογίζει το μέγεθος σας και προετοιμάζεται για να σας επιτεθεί. Δεν τρώει ώστε να έχει αρκετό χώρο να σας χωνέψει πιο εύκολα». Το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας; Έχεις φίλους κοντά σου με τους οποίους μιλάτε 24 ώρες το 24ωρο και 7 μέρες την εβδομάδα. Τους αγαπάς, τους νοιάζεσαι και νομίζεις ότι σε αγαπούν και εκείνοι, αλλά οι προθέσεις τους είναι άλλες. Είναι φίλοι-φίδια. Οι αγκαλιές και τα φιλιά δεν είναι πάντα ειλικρινή. Πρέπει να μάθεις να ξεχωρίζεις ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι είναι τα φίδια. Να μη φοβάσαι αυτόν που θεωρείς εχθρό σου, γιατί μπορεί να μην είναι. Να φοβάσαι τους ψεύτικους φίλους σου, τους Ιούδες, τα φίδια τα κολοβά, που τη στιγμή που σε αγκαλιάζουν και σε φιλούν, καραδοκούν να σε «φάνε» και μηχανεύονται το κακό σου.


ΠΗΓΉ: https://www.awakengr.com/i-gynaika-kai-to-fidi-mia-didaktiki-istoria-gia-toys-filoys-fidia/

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Η μάσκα






Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που φορούσε μάσκα. Δεν την έβγαζε ποτέ. Κοιμόταν και ξυπνούσε μ’ αυτήν στο πρόσωπό του. Οι άλλοι δεν μπορούσαν να τη δουν, εκείνος όμως πίστευε πως καταλάβαιναν την παρουσία της. Ο ίδιος ήταν λάτρης της αλήθειας. Έτσι, παρόλο που το γεγονός ότι φορούσε μάσκα δεν ήταν απαραίτητα κακό αφού κανείς δεν το γνώριζε και κανέναν δεν έβλαπτε, κάθε φορά που βρισκόταν μαζί με άλλους ανθρώπους, τον κατέκλυζαν κακές σκέψεις. Αισθανόταν ψεύτικος και σκεφτόταν πως τους κοροϊδεύει. Ένα βράδυ πήρε την απόφαση να απαλλαγεί απ’ αυτήν. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και έβαλε τα χέρια στο μέτωπό του. Την τράβηξε αποφασιστικά με όλη του τη δύναμη αλλά με μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε πως η μάσκα είχε κολλήσει στο δέρμα του. Αυτό τον άγχωσε και τον πείσμωσε και συνέχισε να προσπαθεί με μανία μέχρι που είδε να τρέχει αίμα από τους κροτάφους του. Κοντοστάθηκε και κοίταξε το είδωλό του. Από πότε άραγε τη φορούσε; Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ήταν μια συγκεκριμένη στιγμή ή κάποιο γεγονός που τον έκανε να θέλει να καλύψει το πρόσωπό του. Μήπως όμως η μάσκα υπήρχε γιατί εκείνος δεν είχε πρόσωπο; Ανατρίχιασε στη σκέψη αυτή και πανικόβλητος άρχισε ξανά να την τραβάει με μανία για να την ξεκολλήσει χωρίς να λογαριάζει πόσο πολύ πονούσε. Μετά από ώρες, κατάκοπος και απελπισμένος παραιτήθηκε από την προσπάθεια, δίνοντας όμως υπόσχεση στον εαυτό του ότι θα συνεχίσει μέχρι να τα καταφέρει. Κάθε νύχτα πάλευε μπροστά στον καθρέφτη να απαλλαγεί από το ξένο αυτό σώμα που τον είχε φυλακίσει και που ήταν η αιτία για τις δυστυχίες του. Αυτό πίστευε, πως αυτή η μάσκα ήταν υπεύθυνη για όλα τα δεινά και κυρίως για τη μοναξιά του. Ένα πρωί παρατήρησε με τρόμο πως η μάσκα είχε σκληρύνει και δεν μπορούσε πια να εκφραστεί όπως πριν. Μάταια προσπαθούσε να κουνήσει τα χείλια ή να ζαρώσει το μέτωπο. Το πρόσωπό του θύμιζε κούκλα σαν αυτές στις βιτρίνες που έχουν όλες το ίδιο πρόσωπο. Το μόνο που σκεφτόταν τώρα ήταν πως ήθελε να κρυφτεί για πάντα. Ντρεπόταν και απέφευγε τους ανθρώπους μέχρι που τελικά κλείστηκε στο σπίτι του και απομονώθηκε εντελώς. Τουλάχιστον έτσι κανείς δεν θα μάθαινε τί του είχε συμβεί. Ένα βράδυ που παρατηρούσε το είδωλό του στον καθρέφτη, αποφάσισε να του μιλήσει σαν να μιλούσε σε κάποιον άλλο. Δεν θυμόταν από πότε είχε να ανταλλάξει κουβέντα με άνθρωπο. Του μίλησε για το φόβο του, το θυμό και την απέραντη μοναξιά του. Του είπε για τον πόνο που ένιωθε από παιδί και για τη μεγάλη ντροπή του. Τότε, κάτι παράξενο συνέβη. Τα μάτια του έλαμψαν και κύλησαν δάκρυα. Καθώς οι σταγόνες κυλούσαν αργά στα μάγουλά του, αυλάκωναν τη μάσκα. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα δάκρυα έδωσαν τη θέση στους σε ένα ασυγκράτητο γοερό κλάμα. Την άλλη μέρα καλημέρισε το είδωλό του και του υποσχέθηκε πως από δω και πέρα, κάθε βράδυ θα το ακούει και θα του μιλάει. Έτσι πέρασαν πολλά βράδια μέχρι που ήρθε η στιγμή που δεν είχε πια άλλα δάκρυα. Μία λέξη βγήκε τότε από τα χείλη του, «σ’ ευχαριστώ». Το επόμενο πρωί μόλις άνοιξε τα μάτια, είδε στο προσκέφαλό του πολλά μικρά κομμάτια που όλα μαζί ενωμένα σχημάτιζαν το περίβλημα του προσώπου του. Αμέσως σηκώθηκε και έτρεξε να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Τότε είδε για πρώτη φορά το πρόσωπό του. Δεν ήταν όμορφο ούτε άσχημο. Δεν ήταν σωστό ή λάθος. Ήταν το δικό του πρόσωπο. Μάζεψε ένα ένα τα κομμάτια από το μαξιλάρι με μεγάλη προσοχή και τα τοποθέτησε ευλαβικά μέσα σε ένα κουτί δίπλα στα παιδικά του ενθύμια. Πλύθηκε, ντύθηκε και βγήκε έξω. Περπάτησε στην πλατεία και στην αγορά. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στον κόσμο. Όπου κι αν γύριζε να κοιτάξει, έβλεπε ανθρώπους με μάσκες. Άλλες πετρωμένες και σκληρές, άλλες λεπτές και ραγισμένες. Μόνο τα παιδιά δεν φορούσαν μάσκες. Παρατήρησε και κάτι ακόμα. Πολλά μικρά κομμάτια σαν αυτά που είχε φυλάξει το πρωί στο κουτί του, βρίσκονταν πεσμένα σαν φθινοπωρινά φύλλα γύρω από τα πόδια αγκαλιασμένων ανθρώπων.

Έλλη Μιχελάκη


ΠΗΓΉ: https://www.awakengr.com/i-maska/

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

Η πεταλούδα και ο ελέφαντας





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ελέφαντας που όλη μέρα καθόταν και δεν έκανε τίποτα.
Ζούσε μόνος του σ’ ένα σπιτάκι πέρα ψηλά στην κορφή ενός στριφογυριστού δρόμου.
Από το σπίτι του ελέφαντα, ο στριφογυριστός δρόμος κατέβαινε, όλο κατέβαινε γεμάτος στροφές κι έφτανε σε μία πράσινη κοιλάδα, όπου ήταν ένα άλλο σπιτάκι. Στο σπιτάκι εκείνο ζούσε μία πεταλούδα.
Μια μέρα, εκεί που ο ελέφαντας καθόταν στο σπιτάκι του πλάι στο παράθυρο και κοίταζε έξω και δεν έκανε τίποτα (κι ήταν πολύ χαρούμενος, γιατί αυτό ακριβώς του άρεσε να κάνει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο), είδε κάποιον ν’ ανεβαίνει, ολοένα ν’ ανεβαίνει το στριφογυριστό δρόμο κατά το σπιτάκι του∙ κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και σάστισε πολύ. «Ποιος να ‘ναι αυτός που ανεβαίνει κι ολοένα κι ανεβαίνει το στριφογυριστό δρόμο κατά το σπιτάκι μου;» αναρωτήθηκε ο ελέφαντας.

Και μια στιγμή αργότερα, είδε πως ήταν μία πεταλούδα που πετάριζε χαρούμενα στο στριφογυριστό δρόμο∙ κι ο ελέφαντας είπε: «Απίστευτο! Θα περάσει άραγε απ’ το σπιτάκι μου να μου κάνει επίσκεψη;» Όσο πλησίαζε η πεταλούδα, τόσο η αγωνία του ελέφαντα μεγάλωνε – ώσπου η πεταλούδα ανέβηκε τα σκαλιά του μικρού σπιτιού και χτύπησε πολύ απαλά με το φτερό της την πόρτα. «Είναι κανείς εδώ;» ρώτησε.
Ο ελέφαντας ήταν ενθουσιασμένος, μα δεν είπε λέξη.
Η πεταλούδα χτύπησε ακόμη μια φορά με το φτερό της, λίγο πιο δυνατά αλλά πάλι πολύ απαλά, και είπε: «Μένει κανείς σ’ αυτό το σπίτι;»
Ούτε και τότε ο ελέφαντας είπε τίποτα, γιατί απ’ τη χαρά του δεν μπορούσε να μιλήσει.
Την τρίτη φορά η πεταλούδα χτύπησε την πόρτα αρκετά δυνατά και ρώτησε: «Είναι κανείς μέσα;» Αυτήν τη φορά ο ελέφαντας είπε με φωνή που έτρεμε: «Εγώ». Η πεταλούδα κοίταξε δειλά απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και είπε: «Ποιος είσαι εσύ που ζεις σ’ αυτό το σπιτάκι;» Κι ο ελέφαντας κοίταξε δειλά από τη μισάνοιχτη πόρτα και είπε: «Είμαι ο ελέφαντας που δεν κάνει τίποτα όλη μέρα». «Ω» είπε η πεταλούδα. «Να περάσω;» «Κόπιασε» είπε ο ελέφαντας μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο, γιατί ήταν τρισευτυχισμένος. Η πεταλούδα έσπρωξε απαλά την πόρτα με το φτερό της, την άνοιξε και μπήκε.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν εφτά δέντρα που ζούσαν πλάι στο στριφογυριστό δρόμο. Κι όταν η πεταλούδα έσπρωξε την πόρτα με το φτερό της και μπήκε στο σπιτάκι του ελέφαντα, ένα από τα δέντρα είπε σ’ ένα από τα δέντρα: «Μου φαίνεται πως θα βρέξει».
«Ο στριφογυριστός δρόμος θα γίνει μούσκεμα και θα μοσχοβολάει», είπε ένα άλλο δέντρο σ’ ένα άλλο δέντρο.
Ένα από τ’ άλλα δέντρα είπε τότε σ’ ένα από τ’ άλλα δέντρα: «Τι τυχερή που είναι η πεταλούδα που είναι ασφαλής στο σπιτάκι του ελέφαντα. Έτσι δεν θα πάθει τίποτα απ’ τη βροχή».
Μα το μικρότερο απ’ τα δέντρα είπε: «Άρχισε κιόλας να βρέχει, το νιώθω». Και πράγματι, την ώρα που η πεταλούδα κι ο ελέφαντας συζητούσαν μες στο σπιτάκι του ελέφαντα, πάνω ψηλά στην κορφή του στριφογυριστού δρόμου, άρχισε παντού να πέφτει μια απαλή βροχή∙ κι η πεταλούδα με τον ελέφαντα κάθισαν μαζί πλάι στο παράθυρο και κοίταζαν έξω κι ένιωθαν ασφαλείς και χαρούμενοι, ενώ ο στριφογυριστός δρόμος είχε μουσκέψει κι είχε αρχίσει να μοσχοβολάει, όπως ακριβώς είχε πει το τρίτο δέντρο.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι η βροχή σταμάτησε. Ο ελέφαντας αγκάλιασε πολύ απαλά τη μικρή πεταλούδα και είπε: «Μ’ αγαπάς λιγάκι;»
Κι η πεταλούδα χαμογέλασε και είπε: «Όχι, σ’ αγαπώ πάρα πολύ».
Ο ελέφαντας τότε είπε: «Είμαι πολύ χαρούμενος, νομίζω πως πρέπει να πάμε να κάνουμε μια βόλτα μαζί εσύ κι εγώ: η βροχή σταμάτησε πια κι ο στριφογυριστός δρόμος μοσχοβολάει».
Η πεταλούδα είπε: «Ναι, αλλά πού να πάμε εσύ κι εγώ;»
Ας κατεβούμε το στριφογυριστό δρόμο κι ας πάμε πέρα μακριά, εκεί που δεν έχω πάει ποτέ» είπε ο ελέφαντας στη μικρή πεταλούδα. Κι η πεταλούδα χαμογέλασε και είπε: «Πολύ θέλω να κατεβώ μαζί σου το στριφογυριστό δρόμο και να πάμε πέρα μακριά – ας βγούμε απ’ την πορτούλα του σπιτιού σου κι ας κατεβούμε τα σκαλιά μαζί – τι λες;»
Βγήκαν λοιπόν μαζί απ’ το σπιτάκι, και το χέρι του ελέφαντα αγκάλιαζε πολύ απαλά την πεταλούδα. Το μικρότερο απ’ τα δέντρα είπε τότε στους έξι φίλους του: «Μου φαίνεται πως η πεταλούδα αγαπάει τον ελέφαντα όσο κι ο ελέφαντας αγαπάει την πεταλούδα, και χαίρομαι πάρα πολύ, γιατί θα μείνουν αγαπημένοι για πάντα».

Κι ο ελέφαντας με την πεταλούδα κατέβαιναν, ολοένα και κατέβαιναν το στριφογυριστό δρόμο.
Μετά τη βροχή είχε βγει ένας υπέροχος λαμπερός ήλιος.
Στο στριφογυριστό δρόμο τα λουλούδια μοσχοβολούσαν.
Ένα πουλί άρχισε να τραγουδάει σ’ ένα θάμνο και τα σύννεφα χάθηκαν απ’ τον ουρανό κι ήταν παντού Άνοιξη.
Όταν έφτασαν στο σπίτι της πεταλούδας κάτω στην πράσινη κοιλάδα, που ήταν πράσινη όσο ποτέ, ο ελέφαντας είπε: «Αυτό είναι το σπίτι σου;»
Κι η πεταλούδα είπε: «Ναι, αυτό είναι».
«Να περάσω;» είπε ο ελέφαντας.
«Ναι» είπε η πεταλούδα. Ο ελέφαντας λοιπόν έσπρωξε ελαφρά την πόρτα με την προβοσκίδα του και μπήκαν στο σπίτι της πεταλούδας. Τότε ο ελέφαντας φίλησε την πεταλούδα πολύ απαλά κι η πεταλούδα είπε: «Γιατί δεν είχες έρθει ποτέ μέχρι τώρα εδώ κάτω στην κοιλάδα που μένω;» Κι ο ελέφαντας απάντησε: «Γιατί δεν έκανα τίποτα όλη μέρα. Τώρα όμως που ξέρω πού μένεις, θα κατεβαίνω κάθε μέρα το στριφογυριστό δρόμο για να σε βλέπω, αν δεν σε πειράζει – σε πειράζει;» Τότε η πεταλούδα φίλησε τον ελέφαντα και είπε: «Σ’ αγαπώ και θέλω πολύ να έρχεσαι».
Κι από τότε ο ελέφαντας κατέβαινε κάθε μέρα το στριφογυριστό δρόμο που μοσχοβολούσε (περνώντας πλάι απ’ τα εφτά δέντρα και το πουλί που κελαηδούσε μες στο θάμνο) για να πάει στη μικρή του φίλη την πεταλούδα.
Κι έμειναν αγαπημένοι για πάντα.



e.e.cummings, Παραμύθια (εκδ. Νεφέλη).

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Αν μεγάλωνα το παιδί μου από την αρχή





·       θα φρόντιζα να χτίσω πρώτα την αυτοεκτίμησή του και μετά θα φρόντιζα για το σπίτι
·       θα χρησιμοποιούσα τα δάχτυλά μου για να ζωγραφίζω κι όχι για να μαλώνω
·       θα το διόρθωνα λιγότερο
και θα συνδεόμουν μαζί του περισσότερο
·       θα έπαιρνα τα μάτια μου από το ρολόι
και θα κοίταζα περισσότερο το ίδιο το παιδί μου
·       θα φρόντιζα να λέω «εγώ ξέρω» λιγότερο
και να νοιάζομαι περισσότερο
·       θα έκανα μαζί του πιο πολλές βόλτες
και θα πετούσα περισσότερους χαρταετούς.
·       θα σταματούσα να προσποιούμαι τη σοβαρή
και θα έπαιρνα πιο σοβαρά το παιχνίδι
·       θα έτρεχα σε περισσότερους αγρούς
και θα κοίταζα πιο πολύ τα αστέρια τη νύχτα
·       θα αγκάλιαζα περισσότερο
και θα αποτραβιόμουν λιγότερο
·       θα μπορούσα να δω την ομορφιά της βελανιδιάς
με αφορμή ένα μικρό βελανίδι
·       θα ήμουν λιγότερο άκαμπτη
και περισσότερο υποστηρικτική
·       θα του μάθαινα λιγότερα για την αγάπη της δύναμης
και περισσότερα για τη δύναμη της αγάπης.
Diane Loomas

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Η αθωότητα των παιδιών






Με ιδιαίτερη συγκίνηση και προβληματισμό διάβαζα για την σκληρή μάχη που έδινε ένα μικρό παιδί προκειμένου να κρατηθεί στη ζωή.
Ο άνισος αγώνας με τον καρκίνο δεν έκαμψε το θάρρος, τη θέληση του να ζήσει. Αντιθέτως με αισιοδοξία και σθένος μεγάλου ανθρώπου αντιμετώπιζε την σκληρή πραγματικότητα, ώσπου έκλεισαν τα ματάκια του.

Ένα μικρό παιδί αντιστέκεται και αντλεί δύναμη από την καθαρή, αγνή ψυχούλα του. Παλεύει να ζήσει, να χαρεί τον κόσμο. Αγνοεί ότι όλοι εμείς, οι μεγαλύτεροι του, βρισκόμαστε σε μια ακατάπαυτη διαμάχη για την επιβίωση, όπου η κακοβουλία, η ραδιουργία, η δολοπλοκία και ο ανταγωνισμός έχουν κατεδαφίσει αρχές, αξίες και ιδανικά. Τα αθώα παιδικά χαμόγελα, η ζωντάνια και οι χαρούμενες φωνές των μικρών, φαίνεται να μη συγκινούν ιδιαίτερα όλους αυτούς τους «μεγάλους» που ρυθμίζουν και αποφασίζουν για τις τύχες της ανθρωπότητας χωρίς συνάμα να μεριμνούν για όλα τα παιδιά του κόσμου, που αποτελούν το μέλλον του.
Με ανησυχητικούς ρυθμούς, τα τελευταία χρόνια, αυξάνεται παγκοσμίως ο αριθμός των παιδιών που χάνουν τη ζωή τους από ασιτία. Η παιδεραστία και η κακοποίηση των παιδιών κατέχει σταθερή θέση στην επικαιρότητα. Οι απαγωγές και εξαφανίσεις μικρών αγγελουδιών ταράσσουν την ομαλότητα ακόμη και των ήσυχων τοπικών κοινωνιών. Στη λωρίδα της Γάζας, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και όπου υπάρχουν εμπόλεμες ζώνες, ένας μεγάλος αριθμός από τα θύματα του άμαχου πληθυσμού είναι αθώα, μικρά παιδιά που θυσιάζονται άδικα στο βωμό συμφερόντων των παρανοϊκών πλανηταρχών και λοιπών αρχόντων του πλανήτη.
Όταν πάλι κάποιοι άλλοι άρχοντες διαπληκτίζονται διαρκώς και αδυνατούν να συνάψουν μια συμφωνία ακόμη και για τη διανομή νερού, ποια μπορεί να είναι η πρόνοια, η φροντίδα τους για το παρόν και το μέλλον των νέων μας;
Ποιος θα απολογηθεί στα παιδιά που νοσούν καθημερινά από ασθένειες που προέρχονται από την ατμοσφαιρική ρύπανση, από τα χημικά και πυρηνικά οπλοστάσια, από την ραδιενέργεια και από το φαινόμενο του θερμοκηπίου;
Ποια είναι τα διδάγματα με τα οποία καλούμαστε να γαλουχήσουμε τα βλαστάρια μας μέσα στην κοινωνία της διαφθοράς, της αναξιοπιστίας και της εγκληματικότητας και πως θα μπορέσουμε να τους μεταδώσουμε τα ιδανικά με τα οποία μας προίκισαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες, οι πατεράδες και οι μανάδες μας;
Εάν δεν θεραπευτεί το άρρωστο μυαλό των «μεγαλοκαρχαριών» της υφηλίου, πως θα αποκατασταθεί η παγκόσμια οικονομική, κοινωνική και πολιτική ισορροπία από την οποία εξαρτάται η ζωή των παιδιών;
Εάν δεν σεβόμαστε τους εαυτούς μας και τους συνανθρώπους μας, γιατί να περιμένουμε την τιμή και το σεβασμό από τα παιδιά μας. Ότι σπέρνουμε, θα θερίσουμε.
Εάν αγαπούμε τα παιδιά και νοιαζόμαστε για το μέλλον τους οφείλουμε με τον τρόπο μας να δράσουμε άμεσα, υψώνοντας το ανάστημα μας, όσο είναι εφικτό, καταδικάζοντας τα τερατουργήματα που συντελούνται και έχουν τον αντίκτυπο τους στις αγνές ψυχές των παιδιών. Η συνδρομή σε ανθρωπιστικούς, κοινωφελείς οργανισμούς, όπως για παράδειγμα το Χαμόγελο του Παιδιού, η ανάληψη εθελοντικής πρωτοβουλίας και η παροχή οποιασδήποτε βοήθειας χρειάζονται τα παιδιά του πλανήτη, κρίνεται απαραίτητη από όλους μας.
Μας περιμένει ένας δύσκολος και σκληρός αγώνας και πρέπει να παλέψουμε για να βγούμε νικητές και να πετύχουμε κάτι πολύ ουσιαστικό. Να παραμείνουμε άνθρωποι.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Τα τρία είδη των ανθρώπων






Μια φορά, στον βασιλιά της Ινδίας Ακμπάρ, έστειλαν ως δώρο τρία μικρά αγαλματάκια ανθρώπων από χρυσό και μια επιστολή. Η επιστολή έλεγε ότι το κάθε αγαλματάκι κάτι συμβολίζει και ότι έχουν διαφορετική τιμή.
Ο βασιλιάς φώναξε τους συμβούλους του και τους διέταξε να βρουν τον συμβολισμό. Πολύ καιρό οι σοφοί μελετούσαν τα αγαλματάκια. Τα ζύγισαν, τα μέτρησαν, βρήκαν τον βαθμό του χρυσού, αλλά δεν κατάφεραν να βρουν ούτε εξωτερικές, ούτε εσωτερικές διαφορές. Στο τέλος, όλοι οι σύμβουλοι αναγνώρισαν την αδυναμία τους να λύσουν το πρόβλημα.
Μόνο ο σοφός Μπιρμπάλ δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειές του. Τελικά, βρήκε κάτι πολύ μικροσκοπικές τρύπες στ” αυτιά και των τριών αγαλματιδίων και βάζοντας ένα πολύ λεπτό χρυσό σύρμα στ” αυτί του πρώτου αγαλματίδιου,  το σύρμα βγήκε από το άλλο αυτί. Στο δεύτερο αγαλματάκι το σύρμα βγήκε από το στόμα, ενώ στο τρίτο από τον αφαλό. Ο Μπιρμπάλ σκέφτηκε λίγο και μετά είπε:
- Η λύση βρέθηκε.
Το πρώτο αγαλματάκι συμβολίζει τον άνθρωπο στο αυτί του οποίου μπαίνουν τα λόγια και από το άλλο βγαίνουν.
Το δεύτερο δείχνει τον άνθρωπο ο οποίος ακούει κάτι και αμέσως σπεύδει να το πει σε άλλους, χωρίς να σκεφτεί για αυτά που άκουσε.
Το τρίτο δείχνει τον άνθρωπο που κρατάει αυτά που άκουσε και τα περνάει από την καρδιά του. Αυτό το αγαλματάκι είναι το πιο πολύτιμο.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Εσωτερική ομορφιά






Ήταν ένα κακοντυμένο και απεριποίητο παιδάκι που πήγαινε σχολείο. Ήταν Σεπτέμβρης και τα παιδιά είχαν κιόλας αρχίσει να ψιθυρίζουν τα σχέδιά τους για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, και αυτό έκανε τους μήνες του χειμώνα μέχρι τα Χριστούγεννα να φαίνονται ατελείωτοι. Κάθε μέρα που περνούσε τα παιδιά γίνονταν όλο και πιο ανυπόμονα, προσμένοντας το τελικό χτύπημα του κουδουνιού. Και μόλις αυτό χτυπούσε, καθένα έτρεχε να βάλει το παλτό του και να πάει σπίτι του.
Όλα, εκτός από τον Νίκο. Ένα αγοράκι με ανάκατα σκούρα μαλλιά και τριμμένα ρούχα. Ο δάσκαλος συχνά απορούσε για το τι είδους οικογενειακή ζωή περνούσε ο μικρός, κι αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατό μια μάνα να στέλνει το παιδί της σχολείο χειμωνιάτικα χωρίς παλτό, μπότες και γάντια.
Υπήρχε όμως κάτι που έκανε τον Νίκο ξεχωριστό. Ο Νίκος ήταν πάντα χαμογελαστός. Πάντα πρόθυμος να βοηθήσει και δεν πέρασε μέρα χωρίς να μείνει μετά το σχόλασμα για να ισιώσει τα καθίσματα και να καθαρίσει τα σκουπίδια που είχαν μείνει στην τάξη. Ποτέ δεν μιλούσε με τον δάσκαλό του όταν έμενε να καθαρίσει, απλά του χαμογελούσε και ρωτούσε τι άλλο μπορούσε να κάνει. Μετά του έλεγε και ένα «ευχαριστώ» επειδή τον άφηνε να κάτσει κι αναχωρούσε αργά για το σπίτι του.
Πέρασαν οι βδομάδες, κι η ανυπομονησία για τα ερχόμενα Χριστούγεννα είχε εξελιχθεί σε αναταραχή, μέχρι την τελευταία σχολική μέρα πριν από τις διακοπές. Καθώς χτύπησε το κουδούνι, ο δάσκαλος χαμογέλασε με ανακούφιση βλέποντας και το τελευταίο παιδί που έτρεχε να φύγει. Γύρισε πίσω το κεφάλι του και είδε τον Νίκο να στέκεται ήσυχα κοντά του.
«Δεν βιάζεσαι να πας σπίτι σου;», τον ρώτησε.
«Όχι» του απάντησε ήσυχα.
Κι ενώ ετοιμαζόταν να πάει κι εκείνος στο σπίτι του, του είπε «Έλα τώρα, θα έλεγα πως οι καρέκλες και τα σκουπίδια μπορούν να περιμένουν. Γιατί δεν πας γρήγορα σπίτι σου;»
«Έχω κάτι για σας», είπε κι έφερε μπροστά του ένα κουτάκι τυλιγμένο σε κοινό χαρτί και δεμένο με σπάγκο, κι ενώ του το έδινε, είπε με βιασύνη, «Ανοίξτε το». Ο δάσκαλος πήρε το κουτί, τον ευχαρίστησε και το ξετύλιξε αργά – αργά. Προς πολύ μεγάλη του έκπληξη, δεν είδε τίποτε μέσα. Γύρισε στον Νίκο, το άδειο κουτί, και του είπε «Ωραίο το κουτί, Νίκο, αλλά είναι άδειο».
«Όχι, όχι, δεν είναι άδειο», είπε ο Νίκος. «Είναι γεμάτο αγάπη. Η μάνα μου μού είχε πει, πριν πεθάνει, ότι η αγάπη είναι κάτι που δεν μπορούμε να το δούμε και να το αγγίξουμε, εκτός αν είμαστε βέβαιοι ότι βρίσκεται εδώ… δεν την βλέπετε;»
Ο δάσκαλος συγκινήθηκε καθώς κοιτούσε αυτό το περήφανο βρώμικο πρόσωπο, που τόσο σπάνια πρόσεχε παλαιότερα. «Ναι Νίκο, την βλέπω» απάντησε, «και σ’ ευχαριστώ».
Από εκείνη την μέρα και μετά, ο δάσκαλος με τον Νίκο έγιναν πολύ καλοί φίλοι και από τότε ο δάσκαλος πήρε ένα σπουδαίο μάθημα.

Ποτέ πια δεν άφησε να παρασυρθεί από τα αχτένιστα μαλλιά κάποιου άλλου ανθρώπου. Πάντα θυμόταν το βαθύ νόημα που έκρυβε εκείνο το μικρό άδειο κουτί που από τότε διακοσμούσε για πολλά χρόνια την έδρα του.