Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ο βασιλιάς που ήθελε να τον λατρεύουν






Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς που η ματαιοδοξία του τον είχε τρελάνει. Η ματαιοδοξία, τελικά, πάντοτε τρελαίνει τον άνθρωπο.
Ο βασιλιάς αυτός διέταξε να κατασκευάσουν έναν ναό στους κήπους του παλατιού του και μέσα στο ναό πρόσταξε να βάλουν ένα μεγάλο άγαλμα του ίδιου, στη στάση του λωτού.
Κάθε πρωί, μετά το πρόγευμα, ο βασιλιάς πήγαινε στο ναό του και γονάτιζε μπροστά στο άγαλμά του, λατρεύοντας τον εαυτό του.
Μια μέρα αποφάσισε ότι μια θρησκεία μ’ έναν μονάχα οπαδό δεν ήταν πολύ σπουδαία θρησκεία. Οπότε, σκέφτηκε ότι έπρεπε να αποκτήσει κι άλλους πιστούς.
Έβγαλε τότε διαταγή ότι όλοι οι στρατιώτες της βασιλικής φρουράς θα γονατίζουν εμπρός στο άγαλμα τουλάχιστον μία φορά την ημέρα. Το ίδιο όφειλαν να κάνουν οι υπηρέτες του και οι υπουργοί του βασιλείου του.
Η τρέλα του μεγάλωνε καθώς περνούσε ο καιρός, και δεν του έφτανε η υπακοή μόνο του στενού του περιβάλλοντος. Μια μέρα διέταξε τη βασιλική φρουρά να πάει στην αγορά και του φέρει τα τρία πρώτα άτομα που θα συναντούσε.
«Μ’ αυτά τα άτομα» σκέφτηκε, «θα αποδείξω τη δύναμη της πίστης σ’ εμένα. Θα ζητήσω να γονατίσουν εμπρός στην εικόνα μου και, αν είναι σοφοί, θα το κάνουν. Ειδάλλως, δεν αξίζει να ζουν».
Οι φρουροί πήγαν στην αγορά και έφεραν έναν διανοούμενο, έναν ιερέα κι έναν ζητιάνο που ήταν πράγματι τα τρία πρώτα πρόσωπα που συνάντησαν.
Οδηγήθηκαν και οι τρεις στο ναό και παρουσιάστηκαν ενώπιον του βασιλιά.
«Αυτή είναι η εικόνα του μοναδικού και αληθινού Θεού» τους είπε ο βασιλιάς. «Προσκυνήστε την, ειδάλλως η ζωή σας θα προσφερθεί σε θυσία».
Ο διανοούμενος σκέφτηκε: «Ο βασιλιάς είναι τρελός και θα με σκοτώσει αν δεν προσκυνήσω. Εδώ, προφανώς, έχουμε ανωτέρα βία. Κανένας δεν θα κατακρίνει την πράξη μου, εφόσον δεν γίνεται από πεποίθηση αλλά για να σώσω τη ζωή μου και να προσφέρω στην κοινωνία», Τότε, γονάτισε μπροστά στο άγαλμα.
Ο ιερέας σκέφτηκε: «Ο βασιλιάς τρελάθηκε και θα κάνει πράξη την απειλή του. Εγώ είμαι ένας εκλεκτός του αληθινού Θεού, και συνεπώς οι πνευματικές μου πράξεις αγιάζουν τον τόπο όπου βρίσκομαι. Δεν έχει σημασία τι λογής εικόνα έχω μπροστά μου. Εγώ, πάντοτε θα τιμώ τον αληθινό Θεό».
Και γονάτισε.
Ήρθε και η σειρά του ζητιάνου που δεν έκανε καμία κίνηση.
«Γονάτισε» είπε ο βασιλιάς.
«Μεγαλειότατε, εγώ δεν είμαι τίποτα για το λαό που , μα την αλήθεια, με τσακίζει στις κλοτσιές στα κατώφλια των σπιτιών. Ούτε είμαι εκλεκτός κανενός, εκτός από τις λίγες ψείρες που διάλεξαν το κεφάλι μου για κατοικία τους. Εγώ δεν ξέρω να κρίνω κανέναν, ούτε μπορώ να εξαγνίσω καμία εικόνα. Και, όσο για τη ζωή μου, δεν νομίζω ότι είναι τόσο πολύτιμο αγαθό που ν’ αξίζει τον κόπο να γίνω γελοίος για να τη διατηρήσω. Συνεπώς, άρχοντά μου, δεν βρίσκω κανένα σοβαρό λόγο για να γονατίσω».
Λένε ότι η απάντηση του ζητιάνου συγκίνησε τόσο πολύ τον βασιλιά, που άξαφνα φωτίστηκε κι άρχισε να αναθεωρεί τις απόψεις του.
Έτσι απλά, λέει ο μύθος, ο βασιλιάς θεραπεύτηκε και διέταξε να αντικαταστήσουν τον ναό με μια κρήνη και το άγαλμα με τεράστιες γλάστρες με λουλούδια.

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Το ρολόι που σταμάτησε στις εφτά





Αυτό το διήγημα του Παπίνι είναι ένας μονόλογος ενός ατόμου που γράφει μόνος του στο δωμάτιό του:

Σ’ έναν από τους τοίχους του δωματίου μου κρέμεται ένα ωραίο παλιό ρολόι που δεν δουλεύει πια. Οι δείκτες του, σταματημένοι, δείχνουν πάντοτε την ίδια ώρα: εφτά ακριβώς.
Σχεδόν πάντα, το ρολόι είναι μόνο ένα άχρηστο διακοσμητικό πάνω σ’ έναν ασπριδερό και άδειο τοίχο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στιγμές στη διάρκεια της ημέρας, δύο φευγαλέες στιγμές, που το παλιό ρολόι μοιάζει να ανασταίνεται από τις στάχτες του σαν τον φοίνικα.
Όταν όλα τα ρολόγια της πόλης μέσα στην τρελή τους πορεία δείχνουν εφτά, όταν όλοι οι κούκοι και τα μηχανικά γκονγκ σημαίνουν εφτά φορές, το παλιό ρολόι της κάμαράς μου δείχνει να παίρνει ζωή. Δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ, το ρολόι μου νιώθει σε απόλυτη αρμονία με το υπόλοιπο σύμπαν.
Αν κάποιος κοίταζε το ρολόι εκείνες τις δύο στιγμές θα έλεγε ότι λειτουργεί στην εντέλεια… Μόλις, όμως, περάσει εκείνη η στιγμή, όταν όλα τα ρολόγια πάψουν να σημαίνουν και οι δείκτες του συνεχίσουν τον μονότονο δρόμο τους, το παλιό μου ρολόι χάνει το βηματισμό του και παραμένει πιστό σ’ εκείνη την ώρα που κάποτε σταμάτησε.
Εγώ αγαπώ αυτό το ρολόι. Κι όσο περισσότερο μιλώ γι’ αυτό, τόσο περισσότερο το αγαπώ. Γιατί νιώθω ότι ολοένα και περισσότερο του μοιάζω.
Είμαι κι εγώ σταματημένος σε μία στιγμή. Κι εγώ νιώθω καρφωμένος και ακίνητος. Κι εγώ είμαι, κατά κάποιον τρόπο, ένα άχρηστο διακοσμητικό σ’ έναν άδειο τοίχο.
Όμως, επίσης, απολαμβάνω τις φευγαλέες στιγμές κατά τις οποίες, μυστηριωδώς, έρχεται η ώρα μου.
Εκείνη την ώρα νιώθω ζωντανός. Όλα είναι ξεκάθαρα και ο κόσμος γίνεται υπέροχος. Μπορώ να δημιουργήσω, να ονειρευτώ, να πετάξω, να πω και να αισθανθώ περισσότερα πράγματα εκείνες τις στιγμές απ’ όσα όλον τον υπόλοιπο καιρό. Αυτές οι αρμονικές συγκυρίες επαναλαμβάνονται συχνά, σαν μια αναπόφευκτη αλληλουχία.
Την πρώτη φορά που το ένιωσα προσπάθησα να γαντζωθώ σ’ εκείνη τη στιγμή, νομίζοντας ότι θα μπορούσα να την κάνω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έγινε έτσι όμως. Όπως στο φίλο μου, το ρολόι, έτσι κι εμένα μου ξεφεύγει ο χρόνος των άλλων.
… Όταν περάσουν οι στιγμές αυτές, τα υπόλοιπα ρολόγια, που φωλιάζουν σε άλλους ανθρώπους, συνεχίζουν την πορεία τους, κι εγώ επιστρέφω στο ρουτινιέρικο στατικό μου θάνατο, στη δουλειά μου, στις συζητήσεις του καφενείου, στην ανία μου, που συνηθίζω ν’ αποκαλώ ζωή.
Ξέρω, όμως, ότι η ζωή είναι άλλο πράγμα.
Ξέρω ότι η ζωή, η αληθινή, είναι το άθροισμα εκείνων των στιγμών που, μολονότι φευγαλέες, μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε το συντονισμό μας με το σύμπαν.
Σχεδόν όλος ο κόσμος νομίζει – ο δυστυχής – ότι ζει.
Υπάρχουν μονάχα στιγμές πληρότητας, και εκείνοι που δεν το ξέρουν κι επιμένουν να θέλουν να ζουν διαρκώς, θα μείνουν καταδικασμένοι στον γκρίζο και επαναληπτικό βηματισμό της καθημερινότητας.

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ, παλιό μου ρολόι. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε το ίδιο…




Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Δύο του Διογένη






Ο Διογένης τριγυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας ντυμένος με κουρέλια και κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών.
Λένε πως ένα πρωί, όταν ο Διογένης ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μια πόρτα όπου είχε περάσει τη νύχτα του, πέρασε από εκεί ένας πλούσιος γαιοκτήμονας.
«Καλημέρα» είπε ο άρχοντας.
«Καλημέρα» αποκρίθηκε ο Διογένης.
«Αυτή η εβδομάδα μου πήγε καλά κι ήρθα να σου δώσω αυτό το πουγκί με τα χρήματα».
Ο Διογένης τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να κάθεται ακίνητος.
«Πάρ’ τα. Δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι και σου τα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»
«Εσύ έχεις κι άλλα;» ρώτησε ο Διογένης
«Και βέβαια έχω» αποκρίθηκε ο πλούσιος. «Έχω κι άλλα πολλά».
«Και δεν θα ήθελες να είχες περισσότερα απ’ όσα έχεις;»
«Ναι, και βέβαια θα ήθελα»
«Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα, γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα».
«Ναι, όμως εσύ χρειάζεσαι φαγητό, κι αυτό απαιτεί χρήματα…»
«Έχω ήδη ένα κέρμα» είπε ο Διογένης και του το έδειξε, «και θα μου φτάσει για ένα πιάτο πλιγούρι, ίσως και για μερικά πορτοκάλια».
«Σύμφωνοι, όμως θα πρέπει να φας κι αύριο, και μεθαύριο και την επόμενη μέρα. Αύριο που θα βρεις λεφτά;»
«Αν εσύ με διαβεβαιώσεις, χωρίς κανένα ενδεχόμενο λάθους, ότι θα είμαι ζωντανός αύριο, τότε ίσως να πάρω τα χρήματά σου…»

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Τα δύστυχα πρόβατα






Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατά τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.
Κάπου κάπου, τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν. Ερχόταν τότε ο πιο γερός βοσκός και τους έλεγε:
«Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό, και προπαντός, προστασία από τους λύκους».
Γενικά, αυτό αρκούσε για να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.
Μια μέρα γεννήθηκε ένα διαφορετικό πρόβατο. Ας πούμε πως ήταν ένα μαύρο πρόβατο. Είχε επαναστατικές διαθέσεις και ξεσήκωνε τους συντρόφους του να το σκάσουν προς την ελευθερία των λιβαδιών.
Πύκνωσαν οι επισκέψεις του γέρου βοσκού που πάσχιζε να πείσει τα πρόβατα για τους εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο, τα πρόβατα ήταν ανήσυχα, και κάθε φορά που τα έβγαζαν από το μαντρί όλο και πιο δύσκολα τα μάζευαν.
Ώσπου μια νύχτα, το μαύρο πρόβατο τα έπεισε και το έσκασαν.
Οι βοσκοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα ως το ξημέρωμα, όταν είδαν το μαντρί σπασμένο και άδειο.
Όλοι πήγαν να κλάψουν μαζί με το γέροντα, τον αρχηγό της οικογένειας.
«Έφυγαν, έφυγαν!»
«Τα κακόμοιρα…»
«Και η πείνα;»
«Και η δίψα;»
«Και ο λύκος;»
«Τι θα απογίνουν χωρίς εμάς;»
Ο γέροντας έβηξε, ρούφηξε την πίπα του και είπε:
«Αλήθεια, τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς; Και το χειρότερο είναι…
…τι θ’ απογίνουμε εμείς χωρίς αυτά;»

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Το βλέμμα του έρωτα






Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής που την έκανε τελευταία του γυναίκα.
Ένα απόγευμα, ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι, ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη. Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα, κι αν παραβίαζε την εντολή του θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Ωστόσο, η Σαμπρίνα μπήκε στην άμαξα κι έτρεξε στο πλευρό της μητέρας της.
Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα.
«Μα δεν είναι θαυμάσιο;» είπε. «Αυτό είναι αληθινή αγάπη της κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαξε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη!»
Την άλλη μέρα, ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στον κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτησε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο που είχε το καλάθι.
«Φαίνονται γλυκά!» είπε ο βασιλιάς.
«Πράγματι» είπε η βασίλισσα. Και απλώνοντας το χέρι της, έδωσε στον αγαπημένο της το τελευταίο ροδάκινο.
«Πόσο με αγαπάει!» σχολίασε μετά ο βασιλιάς. «Στερήθηκε την απόλαυση της για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι καταπληκτική;»
Πέρασαν ορισμένα χρόνια και – ποιος ξέρει γιατί – ο έρωτας και το πάθος έσβησαν από την καρδιά του βασιλιά.
Καθόταν μαζί μ’ ένα στενό του φίλο και του έλεγε:
«Ποτέ δεν φέρθηκε σαν βασίλισσα. Μια φορά, μάλιστα, παράκουσε τη διαταγή μου να μη χρησιμοποιήσει τη βασιλική άμαξα, και θυμάμαι μια μέρα που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο.»

Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι….
Αν ότι βλέπεις ταιριάζει «γάντι» με την πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει….
….τότε μην πιστεύεις στα μάτια σου!

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Η κότα και τα παπάκια






Ήταν μια φορά μια πάπια που γέννησε τέσσερα αβγά.
Ενώ τα κλωσσούσε, η αλεπού επιτέθηκε στη φωλιά της και την έφαγε. Για κάποιο λόγο, όμως, δεν πρόλαβε να φάει τα αβγά της, κι έτσι έμειναν εγκαταλελειμμένα στη φωλιά.
Μια κότα πέρασε από εκεί και βρήκε τη φωλιά παρατημένη. Το ένστικτό της την έκανε να καθίσει επάνω στ’ αβγά και να κλωσσήσει.
Γεννήθηκαν τα παπάκια και όπως ήταν λογικό, πέρασαν την κότα για μητέρα τους και περπατούσαν σε γραμμή πίσω της.
Η κότα, ικανοποιημένη με τα παιδιά της, τα οδήγησε στο αγρόκτημα.
Κάθε πρωί, μετά το λάλημα του πετεινού, η μαμά κότα σκάλιζε το χώμα και τα παπάκια πάσχιζαν να τη μιμηθούν. Όταν τα παπάκια δεν κατάφερναν να βγάλουν από το χώμα ούτε ένα σκουληκάκι, η μαμά έδινε τροφή σε όλα. Έκοβε σε κομμάτια ένα μεγάλο σκουλήκι και τάιζε τα παιδιά της στο στόμα.
Μια μέρα σαν τις άλλες, η κότα βγήκε περίπατο με τα πουλάκια της γύρω στο αγρόκτημα. Τα παιδιά της, υπάκουα, την ακολούθησαν στη γραμμή.
Ξαφνικά, όμως, όταν έφτασαν στη λίμνη, τα παπάκια πήδηξαν μονομιάς στο νερό και κολύμπησαν με φυσικότητα, ενώ η κότα κακάριζε απελπισμένη και τους ζητούσε να βγουν.
Τα παπάκια κολυμπούσαν χαρούμενα και τσαλαβουτούσαν, ενώ η μαμά τους χοροπηδούσε κι έκλαιγε γιατί φοβόταν πως θα πνιγούν.
Ήρθε ο κόκορας που είχε ακούσει τις φωνές της κότας, και αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί.
«Δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στους νέους» αποφάνθηκε. «Είναι άμυαλοι».
Ένα παπάκι, που άκουσε τον κόκορα, πλησίασε στην όχθη και τους είπε:
«Μη ρίχνετε το φταίξιμο σ’ εμάς για τις δικές σας αδυναμίες».

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Η γκαστρωμένη χύτρα






Ένας άνθρωπος ζήτησε μια φορά από το γείτονά του μια χύτρα δανεική. Ο ιδιοκτήτης της χύτρας δεν ήταν και πολύ φιλότιμος, αλλά ένιωσε υποχρεωμένος να του τη δώσει.
Ύστερα από τέσσερις μέρες, ο γείτονας δεν του είχε επιστρέψει τη χύτρα. Με πρόφαση ότι τη χρειαζόταν, πήγε να τη ζητήσει.
«Τώρα μόλις ετοιμαζόμουν να σου τη φέρω… Ήταν δύσκολη η γέννα!»
«Μα ποια γέννα;»
«Της χύτρας»
«Τι;»
«Α, δεν το ήξερες; Η χύτρα ήταν γκαστρωμένη».
«Γκαστρωμένη;»
«Ναι. Απόψε το βράδυ απόκτησε οικογένεια. Γι’ αυτό ήθελε ανάπαυση. Τώρα, όμως, έχει σχεδόν συνέλθει».
«Έχει συνέλθει;»
«Ναι. Ένα λεπτό παρακαλώ».
Και μπήκε στο σπίτι. Βγήκε κρατώντας τη χύτρα, ένα κανατάκι κι ένα τηγάνι.
«Αυτά δεν είναι δικά μου. Μόνο η χύτρα».
«Όχι, δικά σου είναι. Αφού η χύτρα είναι δική σου, είναι δικά σου και τα παιδιά της».
Ο άνθρωπος σκέφτηκε ότι ο γείτονάς του ήταν θεότρελος.
«Καλύτερα να πάω με τα νερά του», συλλογίστηκε.
«Εντάξει, ευχαριστώ»
«Παρακαλώ. Γεια.»
«Γεια χαρά».
Και πήγε στο σπίτι του με τη χύτρα, το κανατάκι και το τηγάνι.
Το ίδιο απόγευμα, ο γείτονας του χτύπησε ξανά την πόρτα.
«Γείτονα, μου δανείζεις ένα κατσαβίδι και μία πένσα;»
Ο άνθρωπος τώρα ένιωθε περισσότερο υποχρεωμένος.
«Ναι, φυσικά»
Μπήκε στο σπίτι και βγήκε με την πένσα και το κατσαβίδι.
Πέρασε σχεδόν μια εβδομάδα και ήταν έτοιμος να πάει να πάρει πίσω τα πράγματά του, όταν ο γείτονας του χτύπησε την πόρτα.
«Α, γείτονα. Εσύ το ήξερες;»
«Τι πράγμα;»
«Ότι το κατσαβίδι και η πένσα είναι ζευγάρι;»
«Μη μου το λες!» είπε ο άνθρωπος γουρλώνοντας τα μάτια. «Δεν το ήξερα»
«Κοίταξε, ήταν δική μου απροσεξία. Τους άφησα μόνους για λίγο και η πένσα έμεινε έγκυος».
«Η πένσα;»
«Η πένσα! Σου έφερα τα παιδιά της».
Και ανοίγοντας ένα καλαθάκι, του έδωσε μερικές βίδες, παξιμάδια και καρφιά, που έλεγε ότι τα είχε γεννήσει η πένσα.
«Είναι παλαβός» σκέφτηκε ο άνθρωπος. Όμως, μερικές βίδες και καρφιά πάντα είναι χρήσιμα.
Πέρασαν δύο μέρες. Ο γείτονας που όλο ζητούσε ήρθε πάλι.
«Τις προάλλες» του είπε, «όταν σου έφερα την πένσα, είδα ότι έχεις πάνω στο τραπέζι σου μία ωραία χρυσή ανθοδόχη. Έχεις την καλοσύνη να μου τη δανείσεις γι’ απόψε το βράδυ;»
Άστραψαν τα μάτια του ιδιοκτήτη της ανθοδόχης.
«Φυσικά» είπε, με αδιαμφισβήτητη γενναιοδωρία. Και πήγε να φέρει την ανθοδόχη.
«Ευχαριστώ, γείτονα»
«Αντίο».
«Αντίο».
Πέρασε η νύχτα εκείνη, πέρασε και η επόμενη και ο ιδιοκτήτης της ανθοδόχης δεν τολμούσε να χτυπήσει την πόρτα του γείτονα για να τη ζητήσει. Ωστόσο, όταν πέρασε μια εβδομάδα δεν άντεξε άλλο και πήγε να ζητήσει το βάζο του.
«Η ανθοδόχη;» είπε ο γείτονας. «Α! Δεν το έμαθες;»
«Όχι, τι πράγμα;»
«Πέθανε στη γέννα».
«Τι θα πει πέθανε στη γέννα;»
«Ναι, η ανθοδόχη ήταν γκαστρωμένη, και πάνω στη γέννα πέθανε».
«Άκουσε, για βλάκα με περνάς; Πως είναι δυνατό να είναι γκαστρωμένο ένα χρυσό βάζο;»
«Κοίταξε, γείτονα. Δέχτηκες την εγκυμοσύνη και τη γέννα της χύτρας. Δέχτηκες επίσης το γάμο και τους απογόνους του κατσαβιδιού και της πένσας. Τώρα, γιατί δεν δέχεσαι την εγκυμοσύνη και το θάνατο της ανθοδόχης;»


Μπορείς να κάνεις όποια επιλογή θέλεις…. Δεν γίνεται όμως να είσαι ανεξάρτητος σε ότι σε βολεύει και σε διευκολύνει και να μην είσαι όταν σου κοστίζει….

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Μου αρέσει ο εαυτός μου τώρα






Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση, όταν άρχισα να καταλαβαίνω ότι οι νέοι χρειάζονται κάτι παραπάνω από το απλό σχολικό μάθημα.
Ξέρω καλά μαθηματικά και τα διδάσκω καλά. Κάποτε πίστευα πως αυτό έφτανε. Τώρα όμως διδάσκω παιδιά, όχι μαθηματικά. Αποδέχομαι το γεγονός ότι η επιτυχία μου μπορεί να είναι μόνο μερική και με μερικούς μόνο μαθητές. Τώρα που δε νιώθω την ανάγκη να ξέρω τις απαντήσεις στα πάντα, νομίζω πως έχω περισσότερες απαντήσεις από τότε που προσπαθούσα να κάνω τον ειδικό.
Ο νεαρός που μ’ έκανε να τα καταλάβω αυτά ήταν ο Έντι. Τον ρώτησα μια μέρα, γιατί κατά την γνώμη του είχε τόσο καλύτερη επίδοση φέτος απ’ ότι πέρσι. Κι έδωσε νόημα στον καινούριο μου προσανατολισμό. «Γιατί μου αρέσει ο εαυτός μου όταν είμαι μαζί σας», μου είπε.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Η συμφωνία έκλεισα!






Όταν η Μαρίτα ήταν 13 ετών, ήταν η εποχή που φορούσαν βαμμένα κατά τόπους αθλητικά φανελάκια και ξεφτισμένα τζιν. Αν και εγώ είχα μεγαλώσει την εποχή της οικονομικής ύφεσης και δεν είχα χρήματα για ρούχα, ποτέ δεν ντύθηκα τόσο φτωχικά. Μια μέρα την είδα έξω, στο διάδρομο της αυλής, να τρίβει τις άκριες του καινούριου της τζιν με χώμα και πέτρες. Έμεινα έκπληκτη βλέποντάς την να καταστρέφει το παντελόνι που μόλις της είχα αγοράσει, και βγήκα έξω για να της το πω. Συνέχισε τη δουλειά της, όσο εγώ της αράδιαζα τη σαπουνόπερά μου σχετικά με τις στερήσεις που γνώρισα στην παιδική μου ηλικία. Τελειώνοντας, και χωρίς να καταφέρω να τη συγκινήσω μέχρι δακρύων όπως ήλπιζα, τη ρώτησα γιατί κατέστρεφε το καινούριο της παντελόνι. Εκείνη μου αποκρίθηκε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει: «Δεν μπορείς να φοράς καινούριο τζιν».
«Γιατί;»
«Γιατί απλώς δεν μπορείς, γι αυτό το λερώνω για να το κάνω να φαίνεται παλιά». Τόσος παραλογισμός! Πώς μπορεί να είναι μόδα να καταστρέφεις τα καινούρια σου ρούχα; Κάθε πρωί, την ώρα που έφευγε για το σχολείο την κοιτούσα κι αναστέναζα: «Η κόρη μου μ’ αυτήν την εμφάνιση». Στεκόταν εκεί, με το παλιό αθλητικό φανελάκι του πατέρα της, το οποίο βάφτηκε για ν’ αποκτήσει μεγάλες γαλάζιες βούλες και ρίγες. Ότι πρέπει για ξεσκονόπανο, σκεφτόμουν. Κι  εκείνο το τζιν, τόσο χαμηλοκάβαλο, φοβόμουν πως αν έπαιρνε βαθιά εισπνοή θα έπεφτε από τους γλουτούς της. Που θα πήγαινε όμως; Ήταν τόσο σφιχτό και τεντωμένο που δεν μπορούσε να κινηθεί. Από τις ξεφτισμένες άκρες, που τις ξέφτιζαν περισσότερο οι πέτρες, κρέμονταν κλωστές που σέρνονταν πίσω της καθώς περπατούσε.
Μια μέρα, μετά που έφυγε για το σχολείο, λες κι ο Θεός έστρεψε προς το μέρος μου την προσοχή του, κάτι μέσα μου, μου είπε: «Καταλαβαίνεις ποιες είναι οι τελευταίες σου λέξεις προς τη Μαρίτα κάθε πρωί; ‘Η κόρη μου μ’ αυτήν την εμφάνιση’. Όταν πάει στο σχολείο κι οι φίλες της θα μιλούν για τις παλιομοδίτικες μητέρες τους που παραπονούνται όλη την ώρα, θ’ αναφέρει κι αυτή τα αδιάκοπα σχόλιά σου. Έριξες ποτέ μια ματιά στα άλλα κορίτσια του γυμνασίου; Γιατί δεν το κάνεις;»
Πήγα να την πάρω με το αυτοκίνητο από το σχολείο εκείνη τη μέρα και πρόσεξα ότι πολλά από τα κορίτσια ντύνονταν ακόμα χειρότερα. Στο δρόμο προς το σπίτι, της είπα πως είχα αντιδράσει περισσότερο έντονα απ’ όσο έπρεπε όταν την είδα να λερώνει το τζιν της. Πρότεινα ένα συμβιβασμό: «Από δω κι εμπρός θα φοράς ότι σου αρέσει στο σχολείο κι όταν βρίσκεσαι μαζί με τις φίλες σου. Δεν πρόκειται να σου γκρινιάζω».
«Αυτό θα είναι μια ανακούφιση», παρατήρησε.
«Όταν όμως σε παίρνω μαζί μου στην εκκλησία, στα μαγαζιά ή σε σπίτια φίλων μου, θα ήθελα να ντύνεσαι με τον τρόπο που ξέρεις πως μ’ αρέσει, χωρίς να χρειάζεται να σου πω λέξη».
Έμεινα σκεφτική «Αυτό σημαίνει», πρόσθεσα, «ότι κατά 95 τοις εκατό γίνεται το δικό σου και κατά 5 τοις εκατό το δικό μου. Τι λες;»
Είδα μια λάμψη να τρεμοπαίζει στα μάτια της, καθώς άπλωνε το χέρι της προς το μέρος μου κι έπιανε το δικό μου. «Μητέρα, η συμφωνία έκλεισε».
Από τότε, την αποχαιρετούσα με κέφι κάθε πρωί και δεν της γκρίνιαξα ξανά για τα ρούχα της. Όταν έβγαινε έξω μαζί μου ντυνόταν κατάλληλα, χωρίς να δημιουργεί κανένα πρόβλημα. Η συμφωνία ήταν συμφωνία!

Florence Littauer

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Αν μπορούσα να ξαναζήσω την ζωή μου






Θα τολμούσα να κάνω περισσότερα λάθη την επόμενη φορά.
Θα χαλάρωνα. Θα έκανα γυμναστική.
Θα έπαιρνα λιγότερα πράγματα στα σοβαρά.
Θα έπαιρνα περισσότερα ρίσκα.
Θα έκανα περισσότερα ταξίδια.
Θα σκαρφάλωνα σε περισσότερα βουνά
και θα κολυμπούσα σε περισσότερα ποτάμια.

Ίσως είχα περισσότερα ουσιαστικά προβλήματα
αλλά θα είχα λιγότερα φανταστικά.

Βλέπετε, είμαι ένα απ’ αυτά τα άτομα
που ζουν μετρημένα
και συνετά, την κάθε ώρα, την κάθε μέρα.

Ω, είχα τις καλές μου στιγμές
κι αν επρόκειτο να ξαναζήσω τη ζωή μου από την αρχή
θα είχα περισσότερες.

Στην πραγματικότητα,
θα προσπαθούσα να μην είχα τίποτε άλλο,
μόνο στιγμές.
θα ζούσα τη μια μετά την άλλη,
αντί να ζω τόσα χρόνια πάντα την επόμενη μέρα.

Είμαι ένας απ’ αυτούς που δεν πάμε πουθενά
χωρίς θερμόμετρο, ένα μπουκάλι με ζεστό νερό,
ένα αδιάβροχο κι ένα αλεξίπτωτο.

Αν επρόκειτο να ξαναζήσω, θα ταξίδευα πιο ελαφρά.


Αν ξαναζούσα τη ζωή μου,
θα ξεκινούσα ξυπόλυτος νωρίς την άνοιξη και θα έμενα έτσι ως αργά το φθινόπωρο.
θα πήγαινα σε περισσότερους χορούς.
θα καβαλούσα
τα περιστρεφόμενα αλογάκια του λούνα παρκ.
Θα μάζευα περισσότερες μαργαρίτες.


Nadine Stair (85 ετών)