Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Η θυσία μιας μάνας













Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι....
Ντρεπόταν γι αυτήν κι ώρες - ώρες την μισούσε...
Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στη φοιτητική λέσχη.
Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους...
Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας... με ένα μάτι...
Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα όποτε έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα..
Μα από μικρός είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρα τους.
Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο Δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια. Ένιωσε πολύ στεναχωρημένος.
Πώς μπόρεσε να του το κάνει αυτό, αναρωτιόταν.
Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεξε.
Την επομένη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: "Εεεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!"
Ήθελε να πεθάνει.
Ήθελε να εξαφανιστεί.
Όταν γύρισε σπίτι του, είπε: "Αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις".
Αυτή δεν του απάντησε..."Δεν μ' ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος" έλεγε, αργότερα σε ένα φίλο του.
Ήθελα να φύγω από κείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της.
Έτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά της για σπουδές...και τα κατάφερα, μα ήλθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη λέσχη για να με βοηθάει....
Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;....
Αργότερα παντρεύτηκε.
Αγόρασε ένα δικό του σπίτι.
Έκανε δύο παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, τη γυναίκα του και τη δουλειά του!
Μια μέρα - μετά από χρόνια απουσίας - όπως ο ίδιος ζήτησε - η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί.
Δεν είχε δει από κοντά τα εγγόνια της.
Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε.
Θύμωσε επειδή είχε πάει χωρίς να του ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει.
Τότε της φώναξε: "Πώς τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά εδώ στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου;...Βγες έξω, Φύγε!..." η μητέρα του απάντησε γαλήνια..."Απα, πόσο λυπάμαι κύριε! Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση"....Κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι η γιαγιά τους...
Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο που θα γινόταν στην πόλη που γεννήθηκε..
Είπε ψέματα στη γυναίκα του ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε.
Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε...μόνο από περιέργεια...
Οι γείτονες του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα...
Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ στο άκουσμα του θανάτου της μάνας του...
Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι αυτόν.
"Αγαπημένε μου γιε, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου...
Έμαθα ότι έρχεσαι για τη σχολική συγκέντρωση κι ένιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω.
Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα όσο ήσουν μικρός....Βλέπεις....όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα πολύ σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι, σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο περήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι....
Έχεις πάντα όλη την Αγάπη μου.
Η μητέρα σου"



Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Η θετική πλευρά της κρίσης














Και ξαφνικά ανοίξαμε τις ντουλάπες μας, τα βγάλαμε, τα φρεσκάραμε και τα ξαναφορέσαμε. Χρόνια τα είχαμε φυλαγμένα στη ναφθαλίνη μαζί με την αθωότητα και την ανθρωπιά μας. Τα παλιά μας συναισθήματα . Καταχωνιασμένα στην αποθήκη της συνείδησής μας. Δεν μιλάγαμε ποτέ γι αυτά.

Ούτε τους απευθύναμε ποτέ το λόγο. Ζήσαμε απομονωμένοι, μόνο με λέξεις. Με ύλη. Με φωτεινές ταμπέλες και επικεφαλίδες. Με νούμερα. Στριμωχτήκαμε στο «χρειάζομαι». Αυτοεξοριστήκαμε απ' το «νιώθω». Ξοδευτήκαμε στις πιάτσες των τραπεζών, περιμένοντας για το βαποράκι που θα μας ακριβοπουλούσε λίγα γραμμάρια «λαμέ» ζωής. Υμνήσαμε τη μπάλα και την πίστα. Δοξάσαμε το γυαλί, το μικρόφωνο και τη σαχλαμάρα. Ακουμπήσαμε την περηφάνια και τη συγκίνησή μας στη σημαία μιας ομάδας και περιφέραμε την εκτόνωσή μας μεταξύ ΟΑΚΑ και Φαλήρου. Ξεγελάσαμε τις ορμές μας στην καντίνα με τα βρώμικα dvd. Εθνική συνείδηση ίσως να μην αποκτήσαμε ποτέ τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Αποκτήσαμε όμως την εθνική μας πορνοστάρ, την εθνική μας ποδοσφαιρική ομάδα και τους εθνικούς μας τηλεοπτικούς αστέρες. Τ ο απόλυτο «sold out» της νοημοσύνης και της αξιοπρέπειάς μας. Βάλαμε τα παιδιά μας να τρέχουν στον ιππόδρομο της ματαιοδοξίας μας και να κυνηγάνε σαν άλογα κούρσας την πρωτιά. Κι όταν την κατακτήσανε, τα στείλαμε μετανάστες εκεί που πηγαίνανε οι πρόγονοί μας. Σπουδαία πρόοδος!

Μας πήρε περίπου δυο χρόνια για να συνειδητοποιήσουμε, να αποδεχτούμε και να χωνέψουμε ότι είμαστε πια φτωχοί. Δυο χρόνια το περιφέρουμε από στόμα σε στόμα για να τ' ακούμε εμείς πιο πολύ, παρά οι άλλοι. Μέρα με τη μέρα και πόνο με τον πόνο, μαθαίνουμε απ' την αρχή ανάγνωση συναισθημάτων. Αρχίζουμε μπουσουλώντας, να εκφράζουμε αυτά που νιώθουμε. Τα διαπιστώνουμε, τα αποτυπώνουμε στον προφορικό, στο γραπτό αλλά και στον εξωλεκτικό μας λόγο, τα αποδεχόμαστε, τα κάνουμε δικά μας, τα αγαπάμε. Αναμετριόμαστε και παραβγαίνουμε μαζί τους, τα ξεπερνάμε και τα ξορκίζουμε. Ορίζουμε μαζί τους, νέο αξιακό πλαίσιο κι ας μην το καταλαβαίνουμε ακόμα. Τα αγκαλιάζουμε. Τα Ζούμε!

Τ' ακούω απ' τους φίλους, τους συγγενείς και τους συναδέρφους μου καθημερινά. Τους απαντάω στην ίδια γλώσσα. Επιτέλους οι προτάσεις μας χρωματιστήκανε, στρογγυλέψανε, απέκτησαν ρήματα, με βασικό συστατικό το «είμαι» κι όχι το «έχω»:
"Φοβάμαι, ντρέπομαι, θυμώνω, εξοργίζομαι, νοσταλγώ, κλαίω, αισιοδοξώ, πεισμώνω, αγωνιώ, προσμένω, σκέφτομαι, νοσταλγώ, αντιστέκομαι, αποδέχομαι, μετανιώνω, συμπάσχω, λυπάμαι, συμπαραστέκομαι, προσπαθώ, συναισθάνομαι, απελπίζομαι ...;»
Το απόλυτο φιάσκο μας, είναι ότι τα τελευταία χρόνια βάλαμε λουκέτο στην επικοινωνία μας. Ενώ έχουμε ήδη επενδύσει -ως αφελείς καταναλωτές- μικρές περιουσίες για πανέξυπνες συσκευές κινητών, για εξελιγμένους υπολογιστές και τέλειας ευκρίνειας τηλεοράσεις, για οθόνες αφής, για συμβόλαια και πακέτα, για συστήματα προβολής με ψηφιακούς ενισχυτές και πανάκριβα ηχοσυστήματα και πλοηγητές με φωνή και ηλεκτρονικούς χάρτες. Τα αγοράσαμε, τα εγκαταστήσαμε, δαπανήσαμε ώρες ατελείωτες για να αποστηθίσουμε τα εγχειρίδιά τους, ανακυκλώσαμε τα προηγούμενα μοντέλα που στο μεταξύ είχαν παλιώσει, ξαναχρεωθήκαμε να πάρουμε τα ανανεωμένα μοντέλα και φτου ξανά-μανά απ' την αρχή. Κάθε διαφήμιση κι ένα νέο ξεκίνημα. Σε μια διαδρομή χωρίς τέλος. Ξεθεωθήκαμε άσκοπα. Μείναμε πιο μόνοι από ποτέ.
Ειρωνεία δεν είναι; Όντας πτωχεύσαντες και δαρμένοι σα σκυλιά, λες και συνωμοτήσαμε κρυφά όλοι. Απενεργοποιήσαμε την εθνική μας μοναξιά. Πατήσαμε το off σε όλα τα πλήκτρα. Και ξαναγίναμε παρέα. Και ξαναγεμίζουμε τα θερινά σινεμά. Στα μπαλκόνια στριμωχτήκανε κι άλλες καρέκλες για να χωρέσουν οι φίλοι. Τα ραντεβού μας πλέον, κλείνονται σε κάποιο σπίτι. Ρεφενέ όλοι. Και στα πρώτα κρύα, θα ζεσταθούμε όλοι μαζί, με τσίπουρο ή ρετσίνα και με όσους αυτοσχέδιους μεζέδες αντέχει ο προϋπολογισμός μας. Ξ αναβάλαμε μπροστά τη λειτουργία του μυαλού και ξαναλειτουργούμε το λόγο. Μέσα απ' τις ζωηρές συζητήσεις και τις αναζητήσεις λύσεων, γίναμε ερασιτέχνες οικονομολόγοι, αναλυτές, σχολιαστές, δημοσιογράφοι και φιλόσοφοι. Επιτέλους! Από θεατές γίναμε συζητητές.
Λένε πως ο κίνδυνος ενώνει τους ανθρώπους, τους δραστηριοποιεί και τους εμπνέει. Ίσως αυτή να είναι η άλλη όψη του νομίσματος. Η καλή πλευρά της κρίσης.


Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η νιότη













Η νιότη βάδιζε μπροστά κι εγώ την ακολουθούσα και σε μια στιγμή φτάσαμε σ' ένα χωράφι μακρινό. Εκεί σταμάτησε και κοίταξε ψηλά τα σύννεφα που αργοσάλευαν στην κόψη του ορίζοντα, σαν ένα κοπάδι από άσπρα προβατάκια. Έπειτα κοίταξε τα δέντρα που έτειναν στα ύψη τα γυμνά κλαδιά τους σαν να προσευχόταν θαρρείς στον Kύριο του ουρανού για να ξαναβρούν τα φυλλώματα τους. Κι είπα εγώ, "που βρισκόμαστε νιότη; "Κι εκείνη μου αποκρίθηκε, "είμαστε στον αγρό της ταραχής. Έχε τον νου σου! "Κι είπα εγώ, "πάμε να φύγουμε. Με τρομάζει τούτη η ερημιά, κι η θέα των σύννεφων και των γυμνών δέντρων σφίγγει την καρδιά μου με λύπη". Κι εκείνη μίλησε και είπε, "έχε υπομονή. Η ταραχή είναι η αρχή της γνώσης". Κοίταξα τότε γύρω μου και είδα μια οπτασία να προχωρά με χάρη προς εμάς και αμέσως ρώτησα, "ποια είναι τούτη η γυναίκα;" Κι η Nιότη απάντησε, "αυτή εδώ που βλέπεις είναι του Δία η κόρη, της Tραγωδίας η Μούσα, η Μελπομένη". "Μακάρια Nιότη!" αναφώνησα τότε, "τι γυρεύει η Tραγωδία από μένα, όσο βρίσκεσαι στο πλάι μου εσύ; "Κι εκείνη μου αποκρίθηκε, "ήρθε να σου δείξει τη γη και τον πόνο της, γιατί όποιος δεν γνώρισε τον πόνο, δεν θα γνωρίσει ποτέ του και χαρά". Κι ένα χέρι άπλωσε τότε εμπρός στα μάτια μου το πνεύμα, κι όταν το τράβηξε, η Nιότη είχε χαθεί, κι εγώ βρισκόμουν μόνος, γυμνός από κάθε γήινο ντύμα. Αναφώνησα, "κόρη του Δία, που χάθηκε η Nιότη;" Εκείνη δεν απάντησε. Με πήρε κάτω από τα φτερά της και μ' ανέβασε σε μια υψηλή βουνοκορφή. Κάτω από τα πόδια μου είδα να απλώνεται η γη κι όλα όσα έκλεινε μέσα της, αραδιασμένα σαν σελίδες από βιβλίο, όπου ήταν γραμμένα τα μυστικά όλου του κόσμου. Στάθηκα γεμάτος φόβο και αποφάσισα να αποκρυπτογραφήσω τα σύμβολα της Ζωής. Κι είδα πράγματα φοβερά: τους Aγγέλους του Oυρανού να μάχονται με τους Δαίμονες της Δυστυχίας κι ανάμεσα τους να στέκει ο Άνθρωπος, και να τον τραβά άλλοτε η Ελπίδα και άλλοτε η Απόγνωση. Είδα το Μίσος και την Αγάπη να παίζουν με του Ανθρώπου την καρδιά. Η Αγάπη να κρύβει την ενοχή του και να του παίρνει το νου με το κρασί της υποταγής, του επαίνου και της κολακείας. Το Μίσος να τον προσκαλεί, να σφραγίζει τα αυτιά του και να τυφλώνει τα μάτια του εμπρός στην αλήθεια. Κι είδα την πόλη να ζαρώνει σαν ένα παιδί από τις φτωχογειτονιές της και ν' αρπάζεται από το ρούχο του γιου του Αδάμ. Κι είδα από μακριά τα όμορφα χωράφια να κλαίνε για τον πόνο του ανθρώπου. Είδα τους ιερείς να αφρίζουν σαν πονηρές αλεπούδες και τους ψεύτικους μεσσίες να συνομωτούν ενάντια στην ευτυχία του ανθρώπου. Κι είδα τον άνθρωπο να καλεί τη Σοφία για τη σωτηρία του, μα εκείνη δεν άκουγε τις κραυγές του, γιατί κάποτε την είχαν περιγελάσει όταν του μιλούσε στους δρόμους της πόλης. Κι είδα κήρυκες να στρέφουν το βλέμμα τους με λατρεία στους ουρανούς, ενώ οι καρδιές τους ήταν θαμμένες μέσα στους λάκκους της Απληστίας. Είδα τους νομοθέτες να φλυαρούν νωχελικά και να πουλούν τα εμπορεύματά τους στις αγορές της απάτης και της υποκρισίας. Είδα γιατρούς να παίζουν με τις ψυχές των απλοϊκών και των εύπιστων ανθρώπων. Είδα τους αμαθείς να κάθονται μαζί με τους σοφούς, να ανεβάζουν το παρελθόν τους στο θρόνο της δόξας, να καλλωπίζουν το παρόν τους με τα ρούχα της χλιδής και να προετοιμάζουν το κρεβάτι της πολυτέλειας για το μέλλον. Είδα φτωχούς εξαθλιωμένους να σπέρνουν τον σπόρο και δυνατούς να θερίζουν την σοδειά τους και από κοντά το φόβο της τιμωρίας, που ψεύτικα τον ονομάζουν Νόμο, να στέκεται φρουρός. Είδα τους κλέφτες της Άγνοιας να λεηλατούν τους θησαυρούς της Γνώσης, ενώ οι φύλακες του φωτός είχαν χαθεί μέσα στο σκοτάδι της αδράνειας. Και είδα τις δυνάμεις της Γνώσης να πολιορκούν την πολιτεία των Κληρονομημένων Προνομίων αλλά ήταν πολύ λίγες αυτές οι δυνάμεις και σύντομα διαλύθηκαν. Και είδα την Λευτεριά να περπατάει μόνη, χτυπώντας πόρτες, αναζητώντας καταφύγιο, αλλά κανένας δεν εισάκουσε την παράκλησή της. Έπειτα είδα την Ασωτία να βηματίζει με μεγαλοπρέπεια και το πλήθος να την ονομάζει Λευτεριά. Είδα την θρησκεία θαμμένη στα βιβλία, και την Αμφιβολία να στέκεται στη θέση της. Κι είδα τον Άνθρωπο να φορά τα ρούχα της Υπομονής αλλά ήταν το ντύμα της Δειλίας και να ονομάζει την παραίτηση Ανεκτικότητα και το φόβο Ευγένεια. Είδα τον εισβολέα να κάθεται και να τρωγοπίνει στο τραπέζι της Γνώσης και να μιλά ανόητα, ενώ οι καλεσμένοι σιωπούσαν. Είδα το χρυσάφι στα χέρια του σπάταλου, μέσο για τα άθλια χέρια του. Και στα χέρια του τσιγκούνη σαν δόλωμα για το μίσος αλλά στα χέρια του σοφού δεν είδα χρυσάφι.

Όταν τα είδα όλα αυτά, φώναξα με πόνο, "Ω κόρη του Δία, είναι αυτή πραγματικά η Γη; είναι αυτός ο Άνθρωπος; "Με φωνή απαλή αλλά γεμάτη λύπη μου αποκρίθηκε, "αυτό που βλέπεις είναι το μονοπάτι της Ψυχής, κι είναι στρωμένο με κοφτερές πέτρες και γεμάτο αγκάθια. Αυτή είναι η σκιά του Ανθρώπου. Αυτή είναι η Νύχτα! Αλλά περίμενε! Σύντομα θα έρθει το Πρωί!"
Έπειτα, ακούμπησε απαλά το χέρι της πάνω στα βλέφαρα των ματιών μου, και όταν το τράβηξε, σαν θαύμα, ξανάδα την Νιότη να περπατάει δίπλα μου, και μπροστά από εμάς, οδηγήτρα στον δρόμο μας, να βαδίζει η Ελπίδα. 

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ο σεβασμός είναι υποχρέωση















Ένα από τα μεγάλα λάθη που κάνουμε οι πιο πολλοί
είναι ότι μπερδεύουμε την ευγένεια με το σεβασμό.

Αναμφισβήτητα η ευγένεια είναι σπουδαίο αγαθό
αλλά δεν είναι κάτι που ""οφείλουμε"" (διπλά εισαγωγικά)
να το έχουμε όλοι. Είναι προσωπικό θέμα του καθενός
αν έχει επιλέξει να είναι στη ζωή του ευγενικός ή όχι,
με την προϋπόθεση βέβαια κάποιος να του το έχει μάθει.

Ο σεβασμός όμως, από την άλλη, είναι υποχρέωση.
Δε χρειάζεται κάποιος να είναι ευγενικός,
ώστε να δείξει σεβασμό.
Από το πιο μικρό πλάσμα μέχρι το πιο μεγάλο σε αυτόν
τον πλανήτη είναι άξιο σεβασμού, ανεξαρτήτως
είδους, ηλικίας, φύλου ή χρώματος.
Χωρίς να έχει σημασία αν έχει δύο πόδια, τέσσερα
οκτώ, ή αν έχει ρίζες.

Εκείνος


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Η ζωή ξαναρχίζει μετά τα σάραντα έξη μας χρόνια













Το σηµείο καµπής στη ζωή του ανθρώπου είναι τα 46 χρόνια. Σε αυτή την ηλικία βιώνει ο άνθρωπος την πιο βαθιά µελαγχολία. Αµέσως µετά αρχίζει το ταξίδι προς την ευτυχία.
Το περιοδικό «Economist» αφιέρωσε το εξώφυλλό του σε αυτό το θέµα. ∆εν παραλείπει όµως να υπενθυµίσει την ατάκα του γάλλου ηθοποιού Μορίς Σεβαλιέ: «Τα γηρατειά δεν είναι και τόσο άσχηµα αν λάβουµε υπόψη µας την εναλλακτική λύση».
Οι κακόπιστοι θα µπορούσαν να υποθέσουν ότι το έγκυρο βρετανικό περιοδικό ήθελε απλώς να παρηγορήσει τους αναγνώστες του, ο µέσος όρος ηλικίας των οποίων είναι ακριβώς τα 46 χρόνια. Εάν κάποιοι από αυτούς δεν αισθάνονται και πολύ καλά, τώρα ξέρουν ότι τα πράγµατα στο µέλλον θα γίνουν καλύτερα. Ο λόγος όµως δεν είναι αυτός. Στην πραγµατικότητα, ο «Economist» επιβεβαιώνει την τάση που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στη Δύση: Χωρίς τη µέτρηση της Ακαθάριστης Εθνικής Ευτυχίας το ΑκαθάριστοΕθνικό Προϊόν δεν έχει κανένα νόηµα.
Ο«Economist» επικαλείται µεταξύ άλλων τη µελέτη του αµερικανού καθηγητή Οικονοµικών Ντέιβιντ Μπλέιντσφλαουερ, ο οποίος εξέτασε τα δεδοµένα από 72 χώρες, οι κάτοικοι των οποίων κλήθηκαν να απαντήσουν στην ερώτηση πόσο ικανοποιηµένοι είναι από τη ζωή τους. Ενα από τα συµπεράσµατα είναι ότι ο µέσος όρος ηλικίας αλλάζει από χώρα σε χώρα.
Για τους Ελβετούς το ναδίρ της ικανοποίησης από τη ζωή εντοπίζεται στα 35 χρόνια, οι Ουκρανοί βουτάνε σε βαθιά µελαγχολία στα 62 τους. Ο µέσος όρος, ωστόσο, και στις 72 χώρες είναι τα 46 χρόνια.
Χρειαζόταν µια αµερικανική έρευνα για να µάθουµε ότι κάπου ανάµεσα στα 40 και τα 50 πολλοί άνθρωποι περνούν αυτό που γνωρίζουµε όλοι ως κρίση της µέσης ηλικίας; Ασφαλώς όχι. Αλλά, όπως επισηµαίνει ο «Economist», η έκπληξη βρίσκεται µετά:
Παρά το γεγονός ότι όσο πλησιάζουν προς την τρίτη ηλικία οι άνθρωποι χάνουν πράγµατα που εκτιµούν, όπως είναι η ζωντάνια,η ευστροφία και η εµφάνιση, κερδίζουν αυτό που ξοδεύουν µια ζωή για να βρουν: την ευτυχία.
Το βρετανικό περιοδικό υπενθυµίζει επίσης ότι, αντίθετα µε τους συµβατικούς οικονοµολόγους που µετρούν µόνο τον πλούτο, ένας νέος κλάδος της επιστήµης της Οικονοµίας θεωρεί την ευτυχία ένα µετρήσιµο οικονοµικό µέγεθος.
Το 2008, ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί ζήτησε από δύο νοµπελίστες οικονοµολόγους, τον Αµάρτια Σεν και τον Τζόζεφ Στίγκλιτς, να δηµιουργήσουν έναν δείκτη µμέτρησης της εθνικής ευµάρειας πέρα από το ΑΕΠ. Και µόλις τον περασµένο µήνα στη Βρετανία ο πρωθυπουργός της χώρας Ντέιβιντ Κάµερον ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή του θα αρχίσει να συγκεντρώνει στοιχεία σχετικά για τη συλλογική ευεξία.
Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στο αιώνιο ερώτηµα: τι µας κάνει ευτυχισµένους; Αποφασιστικό ρόλο παίζουν τέσσερις παράγοντες:
·        το φύλο,
·        ο χαρακτήρας,
·        οι εξωτερικές συνθήκες
·        και η ηλικία.
Οι γυναίκες είναι ελαφρώς πιο ευτυχείς από τους άντρες, αν και πιο επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Πιο ευτυχείς είναι και οι εξωστρεφείς σε σχέση µε τους εσωστρεφείς.
Μερίδιο στην ευτυχία έχουν επίσης το εισόδημά , η υγεία, η εκπαίδευση, οι σχέσεις.

Για την ηλικία, τέλος, µια σειρά από πρόσφατες μελέτες καταλήγουν στο συµπέρασµα ότι η ψυχολογική ευµάρεια είναι µια καµπύλη που έχει το σχήµα του λατινικού γράµµατος U. Έτσι  ο άνθρωπος στα 20 του χρόνια αισθάνεται ψυχολογικά ακµαίος και πιάνει… πάτο στα 46. Ύστερα όµως έρχεται η ευτυχία…




Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Πώς πήραν το όνομά τους οι ήπειροι




Η λέξη


Δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση να βρούμε πώς προήλθαν τα ονόματα των ηπείρων του κόσμου, και για κάποιες ηπείρους η ακριβής εξήγηση είναι άγνωστη.

Το όνομα Ευρώπη είναι συνδεδεμένο -από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας- με την πριγκίπισσα Ευρώπη που, σύμφωνα με τη μυθολογία, την είχε απαγάγει ο Δίας. Ωστόσο, νεότερες έρευνες δείχνουν πως η λέξη αυτή προέρχεται από τη σημιτική λέξη ereb/ερεμπ, δηλαδή, «χώρα της εσπέρας/εσπερία».

Η προέλευση του ονόματος Ασία είναι επίσης αβέβαιη, αλλά ίσως προέρχεται από τη σημιτική λέξη asu, δηλαδή «ανατολή» (του ήλιου).

Για τη λέξη Αφρική υπάρχουν πολλές θεωρίες. Το όνομα αυτό μπορεί να προέρχεται από το όνομα της ρωμαϊκής επαρχίας Africa. Μια άλλη θεωρία είναι πως προέρχεται από τη λατινική λέξη aprica, δηλαδή «ηλιόλουστη» ή από την ελληνική λέξη αφρική, δηλαδή «άνευ ψύχους».

Πολύ πιο εύκολο είναι το ζήτημα της προέλευσης της λέξης Αμερική. Η ήπειρος πήρε το όνομά της από τον Ιταλό ταξιδευτή-εξερευνητή Amerigo Vespucci.

Η λέξη Αυστραλία προέρχεται από τη λατινική λέξη australis, που σημαίνει «νότος». Κατά την αρχαιότητα, οι Έλληνες θεωρούσαν ότι στο νότο βρισκόταν μια άγνωστη χώρα την οποία αργότερα οι χαρτογράφοι ονόμασαν Terra Australis Incognita, δηλαδή «άγνωστη χώρα στο νότο».

Τέλος, έχουμε το όνομα Ανταρκτίς, από την ελληνική λέξη ανταρκτικός, που σημαίνει «αντίθετη αρκούδα». Είναι η αρκούδα του αστερισμού της Μεγάλης Άρκτου πάνω από το βόρειο πόλο.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Ο τοξότης και το βέλος







Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας στρατηγός που πέρασε τα χρόνια του πολεμώντας στην υπηρεσία πολλών βασιλιάδων. Στο τέλος πια της καριέρας του είχε κουραστεί να πολεμάει άλλο. Όλη του τη ζωή την είχε περάσει αναπτύσσοντας την πολεμική τεχνική του και οι πολεμικές του ικανότητες ήταν πασίγνωστες. Όμως είχε βαρεθεί όλ’ αυτά τα πράγματα, κι μόνη του επιθυμία είναι να εξασκηθεί στην τοξοβολία, που δεν κατείχε όσο θα ήθελε.
  Όμως, την τέχνη αυτή δεν ήθελε να τη μάθει για να γίνει καλύτερος μαχητής, που εξ’ άλλου δεν το είχε και ανάγκη, αλλά μάλλον για εμβάθυνση και βελτίωση των αντανακλαστικών του. Είχε πληροφορηθεί για Αρχιτοξότες, για Μύστες της τοξοβολίας, που ζούσαν σε απόμακρα μοναστήρια και περνούσαν όλη τους τη ζωή χωρίς να ασχολούνται με τίποτα άλλο, εκτός από την τελειοποίηση της τεχνικής αυτής. Ο τρόπος ζωής τους τον εντυπωσίασε, κι έτσι παραιτήθηκε από τους πολέμους κι άρχισε να ψάχνει να βρει τους Αρχιτοξότες.
  Μετά από μακρύ ταξίδι, ο στρατηγός  βρήκε ένα μοναστήρι του οποίου οι μοναχοί είχαν αφιερωθεί στην τοξοβολία. Μπήκε λοιπόν μέσα και παρακάλεσε να μείνει μαζί τους και να περάσει την υπόλοιπη ζωή του πάνω στη γη μελετώντας αυτήν την τεχνική. Κι αυτό κράτησε για 10 ολόκληρα χρόνια.
  Και τότε, μόλις είχε τελειοποιήσει την τεχνική του σαν τοξότης, ο ηγούμενος του μοναστηριού τον κάλεσε και του είπε, <<΄Ηρθε η ώρα να φύγεις>>. Ο στρατηγός ξαφνιάστηκε τόσο πολύ και διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας ότι για αυτόν η κοσμική ζωή είχε πια τελειώσει, κι ότι η μοναδική του επιθυμία ήταν να μείνει ανάμεσα στους τοίχους της μονής και να συνεχίσει να διαλογίζεται πάνω στο τόξο, στο βέλος και στον στόχο. Επέμενε και ικέτευε τον ηγούμενο, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. Του εξήγησε, πως για να βελτιώσει τις ικανότητες του, έπρεπε να βγει έξω στον κόσμο και να διδάξει αυτά που έμαθε.
  Έτσι, ο στρατηγός εγκατέλειψε το μοναστήρι και, μην έχοντας που αλλού να πάει, πήρε την απόφαση να γυρίσει στο χωριό που γεννήθηκε.
  Το ταξίδι ήταν μακρύ, και πέρασε από πολλές χώρες, ώσπου τελικά πλησίασε στο χωριό. Την ώρα που περπατούσε γύρω απ΄ το κοντινό δάσος, παρατήρησε πάνω σε ένα δέντρο έναν στόχο μ’ ένα βέλος καρφωμένο ακριβώς στο κέντρο του. Ο στρατηγός παραξενεύτηκε με το γεγονός αυτό, κι ακόμα πιο πολύ όταν είδε και πολλά άλλα δέντρα με στόχους και με τα βέλη καρφωμένα στο κέντρο τους.
  Με γρήγορο βήμα έφτασε στα πρώτα αγροκτήματα, όπου και εκεί είδε σε πολλούς στάβλους και πολλά σπίτια στόχους με τα βέλη ακριβώς στο κέντρο τους. Εντυπωσιασμένος προχώρησε βιαστικά στην πλατεία του χωριού. Κι εκεί όμως, πάνω σε κάθε τοίχο του κάθε σπιτιού, υπήρχε ένας στόχος με ένα βέλος καρφωμένο ίσα στο κέντρο του.
  Τότε εξαφανίστηκε η γαλήνη του νου που είχε κερδίσει μένοντας όλα αυτά τα χρόνια στο μοναστήρι. Είχε αγανακτήσει βλέποντας ότι, μετά από 10 χρόνων μελέτες και διαλογισμούς, βρισκόταν απέναντι σ’ έναν τοξότη καλύτερο από αυτό. Πήγε γρήγορα κοντά στους γέροντες του χωριού και αξίωσε να ειδοποιηθεί ο τοξότης που ήταν υπεύθυνος για τις τόσο τέλειες βολές, να πάει και να τον συναντήσει σε μια ώρα στον νερόμυλο, στην άκρη του χωριού.
  Ο στρατηγός περίμενε κοντά στον μύλο, αλλά καθώς η ώρα πλησίαζε, κανείς δεν φαινόταν. Κοντά στο ποταμάκι όμως ήταν μια κοπέλα που έπαιζε με το νερό. Όταν εκείνη τον πρόσεξε, πήγε κοντά του.
<<Περιμένεις κάποιον;>>, ρώτησε κοιτάζοντάς τον.
<<Φεύγα από δω>>, της είπε εξοργισμένος.
<<Όχι, δεν θα φύγω>>, είπε το κορίτσι, <<μου φαίνεται ότι περιμένεις κάποιον, κι εμένα μου είπαν να έρθω εδώ να συναντήσω κάποιον που ζήτησε να με δει>>.
  Ο στρατηγός την κοίταξε γεμάτος δυσπιστία και της είπε, <<Περιμένω τον Αρχιτοξότη που έχει ρίξει όλες αυτές τις εκατοντάδες πετυχημένες βολές που είδα μέχρι τώρα>>.
  <<Τότε για μένα πρόκειται>>, είπε η κοπέλα.
Ο στρατηγός, φανερά πιο αγανακτισμένος, κοίταξε με απορία το κορίτσι και τελικά της είπε, <<Αν μου λες την αλήθεια, τότε για εξήγησε μου πως καταφέρνεις να πετυχαίνεις κέντρο κάθε φορά που ρίχνεις;>>.
  <<Αυτά δεν είναι τίποτα σπουδαίο>>, είπε η νέα μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο. <<Παίρνω το βέλος μου και το τεντώνω πολύ μέσα στο τόξο. Μετά στοχεύω πολύ στα ίσια και το αφήνω να φύγει. Όπου καρφωθεί, εγώ ζωγραφίζω γύρω ενεν στόχο!>>

 Κι επειδή, φίλοι μου, εμείς εδώ στην Ελλάδα λέμε, <<Όταν δεν ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ>>, σας εύχομαι  μέσα από την καρδιά μου να μπορείτε να βάζετε τη φαντασία σας να δουλέψει και να μπορείτε να ζωγραφίζετε τους δικούς σας στόχους κάθε φορά που η λογική <<φυλακίζει>> τις ελπίδες, τα όνειρα και τις προσευχές σας.



Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Η καλοσύνη δεν ήταν ποτέ πολυτέλεια












Αλλά να, οι διαφορές του χθες, σήμερα γίνονται βάραθρα

«ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΘΑ ΔΑΚΡΥΣΩ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑ ΨΙΘΥΡΙΣΩ, Σ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ». Δανείζομαι τη φράση, για να ξεδιπλώσω δικά μου συναισθήματα. Γιατί αυτή η φράση χτυπάει την καρδιά μου και το μυαλό μου, σταθερά, με καρφάκια που πληγώνουν και ματώνουν αλλά και με βελούδο που χαϊδεύει απαλά, εκεί που πάντα το σώμα επιθυμεί και ο νους ξαπλώνει.
«ΘΑ ΔΑΚΡΥΣΩ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ», ΛΕΕΙ. Και σκέφτομαι ότι τα δάκρυα, απλή ένδειξη ότι τα γόνατα λυγίζουν ελαφριά μπροστά σε μια χαρά ή έναν πόνο, μπροστά σε μια εικόνα που συγκινεί -ο καθένας έχει τις δικές του-, στο άκουσμα μιας μουσικής ή στην ανάμνηση του βιώματος, σπανίζουν πια. Τα άλλα, τα δάκρυα αντίδρασης δεν έχουν την ίδια γεύση.
ΘΑ ΨΙΘΥΡΙΣΩ «Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ», ΛΕΕΙ. Και πάλι σκέφτομαι ότι αυτή η υπέροχη λέξη, η βαθιά, χάνει μέρα με τη μέρα τη χροιά της, το χρώμα της ξεφτίζει μπροστά στο εκτυφλωτικό φως που καίει κάθε κύτταρο ευγένειας, κάθε κύτταρο καλής προαίρεσης.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕ ΧΩΡΙΖΟΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟ ΣΕ ΦΤΩΧΟΥΣ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ, ψηλούς και κοντούς, ωραίους και άσχημους, έξυπνους και χαζούς, ικανούς και ανίκανους. Οι άνθρωποι χωριζόμαστε συναισθηματικά σε μικρόψυχους και μεγαλόψυχους. Όσο οι μικρόψυχοι κερδίζουν έδαφος και προχωρούν στη ζωή ευθυτενείς, τόσο οι μεγαλόψυχοι αποσύρονται. Και σπανίζουν εκείνοι που δακρύζουν και λένε «σε ευχαριστώ».
ΓΙΑΤΙ ΑΜΑ ΔΑΚΡΥΣΕΙΣ Ή ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΕΙΣ, ΚΑΤΑΤΑΣΣΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΥ, ΤΟΥ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥ, ΤΟΥ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟΥ. Δεν παρακολουθείς τη μιζέρια του άλλου, δεν εντάσσεσαι στην αγέλη που κυνηγά χρήμα και εξουσία, δεν χαρακτηρίζεσαι ως leader της εποχής. Η προσφορά άνευ όρων, η αγαθή προσφορά χωρίς δεύτερη σκέψη, η εμπιστοσύνη χωρίς ενδοιασμούς, όλα αυτά που θα κάνουν τη ζωή σου πιο όμορφη και θα κερδίσεις ανθρώπους και την ψυχική ευφορία που προκαλείται από την ικανοποίηση που έπεται, προκαλούν τρόμο.
ΟΣΟ ΠΙΟ ΣΥΧΝΑ ΠΡΟΔΙΔΕΣΑΙ, τόσο πιο μικρόψυχος θα μπορούσες να καταλήξεις.
ΟΧΙ ΟΜΩΣ. ΟΣΟ ΚΑΙ ΑΝ ΣΕ «ΚΛΕΒΟΥΝ», ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ, τόσο να θυμάσαι πως πάλι κερδισμένος είσαι. Αυτός που «κλέβει» την ιδέα σου -μου έτυχε αυτό όπως και σε πολλούς άλλους-, αυτός που σε αντιγράφει για να ωφεληθεί άνευ εσού, αυτός που ποτέ δε θα εκτιμήσει ότι με αυθορμητισμό του έδωσες, αυτός πάντα μικρό ερπετό θα είναι. Βρώμικο και δύσοσμο. Αυτοί που πουλούν στεγνά σήμερα -συναδέλφους και φίλους, γνωστούς και αγνώστους προς αυτούς- θα παραμείνουν σκουπίδια πολυπατημένα από ρόδες μετά την απεργία των σκουπιδιάρικων. Θα έχουν λεφτά και χαμόγελα απαστράπτοντα, μα τη στιγμή που στους σάλιαγκες δίπλα τους θα τελειώσει το σάλιο, δεν θα έχουν ένδυμα άλλο να σκεπαστούν.
ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΟΛΑ, ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΔΑΚΡΥΑ ΟΥΤΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ. Η βαθιά ανάσα της ουσιαστικής, αληθινής ικανοποίησης του δοσίματος και της ανταπόδοσης είναι ξένοι τόποι. Απάτητοι για αυτούς. Αυτό το οξυγόνο θα γεμίζει τους άλλους πνεύμονες. Το (γλυκό, όχι αλατισμένο) κλάμα του μίζερου και το (γλυκανάλατο, όχι σταράτο) ευχαριστώ του κόλακα, που ορίζουν πληθώρα κρατούντων σήμερα, δεν αφορούν τις ψυχές τις μεγαλόψυχες.

ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΕΣ. Όμως, στον ενήλικο βίο μας, επιλέγουμε στρατόπεδο. Θα είμαστε με τους μεγαλόψυχους που ρισκάρουν κάθε μέρα ή τους μικρόψυχους που φορούν πανοπλίες παντού, γύρω από την καρδιά τους και γύρω από την ψυχή τους; Δακρύζω σα μικρό παιδί όσο περισσότερο χρειάζεται να πω «ευχαριστώ».
Αφιερωμένο στον Μιχάλη Δ.

Μια Κόλλια - δημοσιογράφος.






Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Η μη αγάπη















Ό, τι κακό γίνεται σε  αυτό τον κόσμο είναι από έλλειψη Αγάπης.
Κάθε δυστυχία, κάθε πίκρα, κάθε πόνος, κάθε πόλεμος, κάθε κακοποίηση, κάθε καταστροφή συντελούνται από όλους εμάς, όταν δεν αγαπάμε.
Που δεν αγαπάμε, τον εαυτό μας, τον διπλανό μας, το περιβάλλον, τον τόπο μας, την δουλειά μας, το σπίτι μας.
Η πείνα, η φτώχεια, οι πόλεμοι είναι προϊόν της Μη Αγάπης.

Μαγειρέψτε ένα φαγάκι και βάλτε του μπόλικη αγάπη, βάλτε του μεράκι, κέφι και θα απολαύσετε το πιο υπέροχο έδεσμα.
Πάρτε τα ακριβότερα υλικά και φτιάξτε την πιο εξεζητημένη gourmet συνταγή του μεγαλύτερου σεφ.


Αν δεν γουστάρετε αυτό που κάνετε, αν δεν το αγαπάτε, το φαγητό σας δεν θα τρώγεται.

Η Αγάπη είναι χαρά, είναι ευτυχία, είναι σκοπός και προορισμός.
Τα υλικά που είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος είναι η Αγάπη και η προοπτική του είναι να μοιράζει Αγάπη.
Γιατί όμως; Γιατί αντί να δίνει αγάπη και να παίρνει χαρά, δίνει εγωισμό και εισπράττει πόνο; Γιατί;
Μητέρα κάθε κακού είναι η Μη Αγάπη και παρόλα αυτά αντιστεκόμαστε στην έμφυτη τάση μας να προσφέρουμε απλόχερα την Αγάπη.

Η Αγάπη είναι ελευθερία, είναι νίκη στον φόβο.

Κάντε έρωτα με τον σύντροφο που αγαπάτε. Πόσο πιο όμορφα νιώθετε σε αντίθεση από τις φορές που κάνατε έρωτα ευκαιριακά ή περιστασιακά;
Πόσο άδειοι νιώσατε, όταν κοιτάξατε δίπλα σας και συνειδητοποιήσατε ότι τίποτε δεν σας συνδέει με τον ερωτικό σας παρτενέρ και το μόνο που θέλατε ήταν να τα μαζέψετε και να φύγετε άρον-άρον;

Η επιλογή της Μη αγάπης πρώτα απʼ όλα δηλώνει ότι δεν αγαπάμε τον εαυτό μας.
Όταν δεν αγαπάμε, ξοδεύουμε την ψυχή μας, με αντίτιμο την μοναξιά.
Όταν δεν αγαπάω, χαραμίζομαι. Αναλίσκομαι. Ξοδεύομαι.
Η Αγάπη είναι Χαρά, είναι Ελευθερία, είναι Ευτυχία.
Η Μη Αγάπη είναι πηγή κακού, κάθε κακού.

Εμείς επιλέγουμε.

Πάντα εμείς.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος






- Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός 
μεγάλος ιπποπόταμος. Με λίγη τύχη και αν φανείς 
συνετός, μπορεί να γίνεις ακόμα και 
υπουργός οικονομικών ή και αντιπρόεδρος 
στην κυβέρνηση του ποταμού!


- Μαμά τι είναι οι ίπποι; ρώτησε ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος.
- Άλογα. Γιατί;
- Να εδώ λέει ότι περήφανοι ίπποι καλπάζουν στους πέρα κάμπους. Σάλιωσε το χοντρό του δάχτυλο και γύρισε τη σελίδα του βιβλίου που κρατούσε. Θέλω κι εγώ να καλπάσω… σε κάμπους, πρόσθεσε κλείνοντας το βιβλίο και ρίχνοντας ένα ονειροπόλο βλέμμα στον ορίζοντα.
- Αγόρι μου εσύ έχεις τον ποταμό σου. Πλατσουρίζεις όλη μέρα στο χλιαρό νερό χωρίς κανένας να σε ενοχλεί. Κυλιέσαι στη δροσερή λάσπη στα μαλακά. Τι να τους κάνεις τους κάμπους.
- Μαμά;
- Μμμμ…
- Θα ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω περήφανος ίππος.
- Παιδί μου τι λες; Είσαι ένας παχουλός μικρός ιπποπόταμος και όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός μεγάλος ιπποπόταμος.
- Μα δεν θέλω!
- Είσαι τρελός; Με τέτοια προσόντα όλοι οι δρόμοι είναι ανοικτοί. Μπορεί να γίνεις ακόμα και … πολιτικός
- Αλήθεια;
- Αλήθεια. Απλώς χρειάζεται η κατάλληλη προετοιμασία.
- Τι πρέπει να κάνω δηλαδή;
- Πρώτον: Να στέκεις ακίνητος όσο μπορείς περισσότερη ώρα για να μην ξοδεύεις ενέργεια. Να, ας πούμε ξάπλωσε στην όχθη του ποταμού στον ήλιο και βάλε να δεις τηλεόραση. Δεύτερον: Να τρως τεράστιες ποσότητες φαγητού και γλυκών. Μάσα αργά και κατάπινε νωχελικά. Τρίτον: Να κοιμάσαι πολύ ή όταν δεν κοιμάσαι να χασμουριέσαι. Ότι κάνεις δηλαδή. Και κυρίως να σταματήσεις να σκέπτεσαι ανατρεπτικά.
- Τι θα πει ανατρεπτικά.
- Εννοώ να μην κάνεις απότομες κινήσεις και ταράζεις την επιφάνεια του νερού στον ήρεμο βούρκο μας.
- Γιατί;
- Γιατί μην ξεχνάς ότι ο ποταμός είναι το σπίτι μας αλλά και ο καμπινές μας. Δεν θέλεις να έρθουν στην επιφάνεια οι βρωμιές; Θέλεις;
- Εγώ θέλω να γίνω περήφανος ίππος και να καλπάζω σε κάμπους.
- Να είδες; Πάλι ανατρεπτικά σκέφτεσαι.
- Μα δεν κουνήθηκα! Και δεν έκανα βρωμιές.
- Ναι αλλά λες βρωμιές. Άκου ίππος!
Ο μικρός παχουλός ιπποπόταμος δεν μίλησε. Ξανάνοιξε το βιβλίο του και ξανάρχισε το διάβασμα.
Ύστερα από λίγο καιρό, ένα απόγευμα, είχε βουτήξει ολόκληρο το κεφάλι του στο νερό και στεκόταν ακίνητος. Η μαμά του που τον παρακολουθούσε μετά από 4,5 λεπτά άπνοιας άρχισε να ανησυχεί και εκνευρισμένη έμπηξε τις φωνές.
- Τι θα γίνει επιτέλους; Βγάλε το κεφάλι σου έξω!!
Ο μικρός άκουσε τα ουρλιαχτά και ξεπρόβαλλε το κεφάλι.
- Τι κάνεις; Θέλεις να με τρελλάνεις;
- Μα μαμά είδα ένα ντοκυμαντέρ στην τηλεόραση για τους λεπτεπίλεπτους ιππόκαμπους. Νάβλεπες πως κολυμπούσαν με τις ώρες μέσα στο νερό χωρίς να βγαίνουν στην επιφάνεια.
- Άκου παιδάκι μου εσύ είσαι ένας παχουλός μικρός ιπποπόταμος.
- Θέλω να κολυμπήσω σε θαλασσινό νερό.
- Αγόρι μου είσαι με τα καλά σου; Εσύ έχεις τον ποταμό σου με το γλυκό λασπόνερο. Τι να το κάνεις το αλμυρό θαλασσινό νερό;
- Μαμά, θα ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω λεπτεπίλεπτος ιππόκαμπος.
- Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός μεγάλος ιπποπόταμος. Με λίγη τύχη και αν φανείς συνετός, μπορεί να γίνεις ακόμα και υπουργός οικονομικών ή και αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του ποταμού!
- Τι θα πει συνετός;
- Αυτός που δεν σκέπτεται ανατρεπτικά όπως εσύ, αλλά κοιτάει το συμφέρον του.
- Μαμά πεινάω.
- Α γειά σου παιδί μου! Τώρα μιλάς συνετά. Πάρε αυτή τη μεγάλη πλάκα σοκολάτα και άδειασε το μυαλό σου από κάθε σκέψη.
Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος έκλεισε το βιβλίο του, ξετύλιξε την σοκολάτα, την δάγκωσε και δεν ξαναμίλησε.

Τα χρόνια πέρασαν. Οι ανατρεπτικές σκέψεις βούλιαξαν στα γλυκά χλιαρά νερά του λασποπόταμου και πνίγηκαν. Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος μεταμορφώθηκε σε έναν συνετό παχουλό πολιτικό, διακεκριμένο στέλεχος της κυβέρνησης του ποταμού, που έτρωγε κάθε μέρα μια μεγάλη πλάκα σοκολάτα.