Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Χρυσός και διαμάντι





Πριν από πολλά πολλά χρόνια, στην Αίγυπτο, ζούσε ένας διάσημος μυστικιστής με το όνομα Ζουν-Νουν. Ένας νεαρός πήγε να τον επισκεφτεί και τον ρώτησε, «Δάσκαλε, δεν καταλαβαίνω γιατί άνθρωποι σαν κι εσένα ντύνονται με τόσο απλό τρόπο. Αυτήν την εποχή, είναι απαραίτητο να ντύνεται κανείς απλά και για άλλους λόγους, εκτός από την εμφάνιση;»
Ο μυστικιστής περιορίστηκε να χαμογελάσει, πήρε το δακτυλίδι από ένα δάχτυλό του και είπε «Νεαρέ μου φίλε, θα απαντήσω στην ερώτησή σου, αλλά πρώτα θα μου κάνεις μια χάρη. Πάρε αυτό το δακτυλίδι και πήγαινε στην αγορά, απ’ την άλλη μεριά του δρόμου. Μπορείς να το πουλήσεις για ένα φύλλο χρυσού;»
Κοιτάζοντας το βρώμικο δακτυλίδι του Ζουν-Νουν ο νεαρός ήταν όλο αμφιβολία, «Ένα φύλλο χρυσού; Δεν πιστεύω ότι αυτό το δακτυλίδι θα μπορούσε να πιάσει μια τέτοια τιμή».
«Για προσπάθησε πρώτα, νεαρέ μου, ποιος ξέρει, μπορεί να το κάνεις». Κι ο νεαρός μας πήγε γρήγορα στην αγορά και πρόσφερε το δακτυλίδι στους πωλητές υφασμάτων, λαχανικών, κρεάτων, ψαριών κ.λ.π. Τελικά κανείς δεν ήταν πρόθυμος να πληρώσει με ένα φύλλο χρυσού. Επιστρέφει στην κατοικία του Ζουν-Νουν και αναφέρει «Δάσκαλε, κανείς δεν τόλμησε να προσφέρει περισσότερο από ένα φύλλο ασήμι».
Μ’ ένα χαμόγελο όλο σοφία ο Ζουν-Νουν είπε, «Τώρα πήγαινε στο Χρυσοχοείο, πίσω από αυτόν τον δρόμο, δείξε το στον καταστηματάρχη ή στον πωλητή. Μην του πεις, απλά άκουσε πόσο θα πληρώσει γι αυτό το δακτυλίδι».
Ο νεαρός πάει στο κατάστημα κι επιστρέφει με μια έκφραση στο πρόσωπο τελείως διαφορετική. Και αναφέρει, «Δάσκαλε, οι έμποροι στην αγορά σίγουρα δεν ξέρουν την αξία του δακτυλιδιού. Ο έμπορος χρυσού πρόσφερε για το δακτυλίδι χίλια φύλλα χρυσού. Και η αξία του είναι χίλιες φορές μεγαλύτερη από ότι πρόσφεραν οι έμποροι της αγοράς».
Ο Ζουν-Νουν μίλησε απαλά με ένα χαμόγελο, «Αυτή είναι, φίλε μου, η απάντηση στην ερώτηση σου. Δεν μπορεί να αξιολογείται κανείς μόνο από τα ρούχα που φορεί. Τέτοια αξία δίνουν μόνο οι έμποροι της αγοράς. Όχι όμως ο ‘Έμπορος Χρυσού΄».


Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Ο κολλημένος





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κορίτσι που το έλεγαν Μαρία. Σε όλους μιλούσε για την πνευματικότητα και θεωρούσε τον εαυτό της δασκάλα, πράγμα που ήταν βέβαια. Η Μαρία είχε τη γνώμη ότι ήταν ένα βαθιά τραυματισμένο πλάσμα, κάτι που πίστευε ότι θα έπρεπε να κρατάει κυρίως για τον εαυτό της, ενώ στην πραγματικότητα το φορούσε σαν κορώνα στο κεφάλι της. Βέβαια αυτά τα τραύματα ήταν απόλυτα δικαιολογημένα, επειδή δεν είχε απολαύσει ότι θα ήθελε σαν παιδί. Είχε την άποψη ότι θα τα ξεπερνούσε αν τα κουβέντιαζε με τους άλλους και ήθελε όλοι να ξέρουν το μυστικό της. Νόμιζε ότι έτσι οι άλλοι θα κατανοούσαν γιατί εκείνη ήταν όπως ήταν και θα την δέχονταν σαν το πονεμένο παιδί που η ίδια ήξερε πολύ καλά. Και στο κάτω – κάτω γνώριζε άριστα όλες τις πνευματικές θεωρίες και τις εφάρμοζε, όσο βέβαια εκείνες της επέτρεπαν, ενώ αυτή εξακολουθούσε να μένει κολλημένη στην τραυματισμένη παιδική της ταυτότητα.

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Μια διαφορετική επανάσταση





Μια φορά κι έναν καιρό, κάποιος ονειρεύτηκε ότι τα χέρια του , τα πόδια του, το στόμα του και το μυαλό του, όλα μαζί άρχισαν να επαναστατούν ενάντια στο στομάχι του.
«Είσαι ένας άχρηστος τεμπέλης!» είπαν τα χέρια. «Όλη μέρα δουλεύουμε, πριονίζουμε και σφυροκοπούμε, σηκώνουμε και κουβαλούμε. Όταν βραδιάσει έχουμε γεμίσει όλο γδαρσίματα και ουλές, οι κλειδώσεις μας πονάνε, κι είμαστε γεμάτα βρώμα, την ώρα που του λόγου σου κάθεσαι και χωνεύεις όλο το φαϊ!»
«Συμφωνούμε!», φώναξαν τα πόδια. «Σκέψου πόσο υποφέρουμε, περπατώντας μπρος και πίσω όλη την ημέρα. Κι εσύ παραγεμίζεσαι, αχόρταγο γουρούνι και γίνεσαι όλο και πιο βαρύ που σε κουβαλάμε!»
«Σωστά τα λέτε!», γκρίνιαξε το στόμα. «Από πού νομίζεις ότι έρχεται όλη αυτή η τροφή που λατρεύεις; Εγώ πρέπει πρώτα να την μασήσω όλη και μόλις τελειώσω, έρχεσαι και την καταπίνεις ολόκληρη για πάρτι σου. Είναι δίκαιο αυτό;»
«Και τι γίνεται μ’ εμένα;» μίλησε το μυαλό. «Νομίζετε ότι είναι εύκολο να είμαι εδώ πάνω και να πρέπει να σκέφτομαι από πού θα έρθει το επόμενο γεύμα σου; Κι όμως δεν παίρνω τίποτε για τον κόπο μου!»
Και όλα τα μέλη και το όργανα του σώματος, το ένα μετά το άλλο, ένιωσαν τα παράπονά τους εναντίον του στομαχιού, το οποίο δεν έλεγε τίποτα.
Τέλος μίλησε το μυαλό, «Έχω μια ιδέα! Ας επαναστατήσουμε όλοι κατά της τεμπέλας κοιλιάς κι ας πάψουμε να δουλεύουμε για δαύτη!»
Όλα τα άλλα όργανα και μέλη συμφώνησαν, «Υπέροχη ιδέα! Τώρα θα σε μάθουμε, πόσο σημαντικά είμαστε, και ίσως αποφασίσεις να δουλέψεις και λιγάκι εσύ το ίδιο!»
Κι έτσι όλα σταμάτησαν να λειτουργούν. Τα χέρια αρνήθηκαν να σηκώνουν και να μεταφέρουν, και τα πόδια να βαδίζουν. Το στόμα υποσχέθηκε να πάψει να μασάει ή να καταπίνει ούτε μια μπουκιά. Και το μυαλό ορκίστηκε ότι δεν θα ξανάφερνε καμιά από τις λαμπρές του ιδέες. Στην αρχή το στομάχι μούγκρισε λίγο, όπως έκανε πάντοτε όταν πεινούσε, αλλά σε λίγη ώρα είχε ηρεμήσει. Μετά όμως, και προς μεγάλη έκπληξή του, ο κοιμισμένος άνθρωπος διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να περπατήσει. Δεν μπορούσε να πιάσει κάτι με τα χέρια του, ούτε το στόμα του δεν μπορούσε ν’ ανοίξει. Άρχισε τότε να νιώθει άρρωστος.
Το όνειρο έδειχνε να διαρκεί αρκετές ημέρες. Καθώς περνούσαν οι μέρες, ο άνθρωπος ένιωθε όλο και χειρότερα και άρχισε να σκέφτεται «Καλά θα κάνει αυτή η επανάσταση να μην κρατήσει για πολύ ακόμα γιατί θα πεθάνω από πείνα!»
Στο μεταξύ τα χέρια, τα πόδια, το στόμα και το μυαλό έμεναν άχρηστα και όλο και περισσότερο εξασθενούσαν. Στην αρχή ξεσηκώνονταν λίγο, για να βρίσουν το στομάχι αλλά σε λίγο καιρό δεν είχαν κουράγιο ούτε γι’ αυτό.
Κάποτε τέλος ο άνθρωπος άκουσε μια ασθενική φωνή να έρχεται από την κατεύθυνση των ποδιών του και να λέει: «Δεν αποκλείεται να είχαμε κάνει λάθος. Υποθέτουμε ότι το στομάχι ίσως να δουλεύει με δικό του τρόπο συνέχεια».
«Την ίδια σκέψη κάνω κι εγώ», μουρμούρισε το μυαλό. «Η αλήθεια βέβαια είναι ότι αυτό παίρνει όλο το φαι αλλά φαίνεται ότι μας στέλνει πίσω το περισσότερο απ’ αυτό».
«Θα πρέπει να παραδεχτούμε το λάθος μας», είπε το στόμα.
«Το στομάχι έχει να κάνει τόση δουλειά όση τα χέρια και τα πόδια και το μυαλό και τα δόντια».
«Τότε ας ξαναπιάσουμε τη δουλειά μας», φώναξαν όλα μαζί. Και στο σημείο αυτό ο άνθρωπός μας ξύπνησε.
Με μεγάλη ανακούφιση διαπίστωσε ότι τα πόδια του μπορούσαν και πάλι να βαδίσουν, τα χέρια του να πιάνουν, το στόμα του να μασάει και το μυαλό του να σκέπτεται καθαρά, οπότε άρχισε να αισθάνεται πολύ καλύτερα.

«Να ένα ωραίο μάθημα για μένα», σκέφτηκε καθώς γέμιζε το στομάχι του στο πρωινό του. «Είτε όλοι μας δουλεύουμε μαζί, είτε δεν δουλεύει τίποτε!»

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Η πίστη του χωρικού





Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μεγάλο ποτάμι είχε πλημμυρίσει πάνω από τις όχθες του και τα νερά όλο και ανέβαιναν γύρω απ’ το σπίτι ενός χωρικού. Τα νερά έφτασαν στο επίπεδο της μπροστινής βεράντας, εκεί που στεκόταν ο χωρικός με την οικογένειά του. Πλησίασε μια βάρκα, κι εκείνος που ήταν μέσα του φώναξε «Πήδα μέσα κι εγώ θα σε πάω πέρα στα υψώματα».
Ο χωρικός απάντησε «Όχι, ο Θεός μου θα με σώσει!»
Ο ποταμός συνέχισε ν’ ανεβαίνει μέχρι τα παράθυρα του δεύτερου πατώματος και ο χωρικός που κοίταζε έξω είδε μια μηχανοκίνητη βάρκα να πλησιάζει. Εκείνος που ήταν μέσα του φώναξε «Πήδα μέσα κι εγώ θα σε πάω πέρα στα υψώματα».
Εκείνος «Όχι, ο Θεός μου θα με σώσει!»
Ο ποταμός είχε τώρα φτάσει στη στέγη του σπιτιού. Ο χωρικός καθόταν στη ράχη της, στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού, με τα νερά να στριφογυρίζουν στα πόδια του. Βλέπει ένα ελικόπτερο να πετά από πάνω του και το πλήρωμα να του φωνάζει από ένα μεγάφωνο «Πιάσε το σχοινί και αρπάξου κι εμείς θα σε πάμε πέρα στα υψώματα».
Εκείνος απάντησε «Όχι, ο Θεός μου θα με σώσει!»
Ο ποταμός συνέχισε ν’ ανεβαίνει, ώσπου τελικά κάλυψε όλο το σπίτι και ο χωρικός πνίγηκε. Το επόμενο πράγμα που αντίκρισε ο χωρικός ήταν ότι στεκόταν εμπρός στο Θεό του. Γεμάτος θυμό Τον ρώτησε «Όλη μου την πίστη την στήριξα επάνω σου. Γιατί με εγκατέλειψες;»
Κι ο Θεός του, του απάντησε «Τώρα τι άλλο θέλεις από μένα; Σου έστειλα μια βάρκα με κουπιά, μια μηχανοκίνητη και ένα ελικόπτερο!»


Ενεργοποιήσου ….. Κάνε τις Σκέψεις, ΠΡΑΞΕΙΣ και τότε όλο το Σύμπαν θα συνωμοτεί μαζί σας!

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ο γέρος, το παιδί και το γαιδούρι





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας γέρος, ένα αγόρι κι ένας γάιδαρος. Πήγαιναν στην πόλη και είχαν αποφασίσει ότι το αγόρι θα ήταν καβάλα. Καθώς προχωρούσαν οι άνθρωποι τους κοιτούσαν και σχολίαζαν πόσο ντροπή ήταν για τον νεαρό να είναι καβάλα και ο γέρος να περπατάει. Τότε το αγόρι και ο γέρος αποφάσισαν ότι μάλλον θα είχαν δίκιο εκείνοι που τους κριτίκαραν κι έτσι άλλαξαν θέσεις.
Μετά από λίγο, ενώ συνέχιζαν, κάποιοι άλλοι άνθρωποι νόμιζαν ότι ήταν κρίμα να κάνει ένα τόσο νέο αγόρι να πηγαίνει με τα πόδια. Κι έτσι αποφάσισαν να περπατάνε και να ξεκαβαλικέψουν τον γάιδαρο.
Σύντομα κι ενώ περνούσαν μπροστά από κάποιους άλλους ανθρώπους κάποιοι θεώρησαν βλακεία να τους βλέπουν να περπατούν και το γαϊδούρι να προχωράει χωρίς φορτίο. Ο γέρος και ο νεαρός αποφάσισαν ότι είχαν δίκιο και καβάλησαν και οι δυο τους το γαϊδούρι.
Παρακάτω οι άνθρωποι άρχισαν να σχολιάζουν πόσο κρίμα ήταν για το γαϊδουράκι να κουβαλάει τόσο βαρύ φορτίο. Και τότε ο γέρος και ο νεαρός αποφάσισαν να ξεκαβαλικέψουν και να κουβαλήσουν οι ίδιοι τον γάιδαρο.
Καθώς περνούσαν μια γέφυρα, το γαϊδούρι τους ξέφυγε και έπεσε μέσα στο ποτάμι και πνίγηκε.


Μήπως αγωνιάτε αν όλοι όσοι γνωρίζετε σας συμπαθούν;

Μήπως έχετε την αγωνία να είστε αρεστοί σε όλο τον κόσμο;

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Ο γνώστης





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα πνευματικό άτομο, ο Γιώργος, ο οποίος σπάνια μιλούσε για πνευματικά θέματα. Ήξερε ότι είναι δάσκαλος και ασφαλώς και ήταν. Ο Γιώργος ζούσε μια ήσυχη ζωή, όπου ο ίδιος αισθανόταν και εξέπεμπε γαλήνη. Η παιδική του ηλικία ήταν δύσκολη και το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν η αγάπη. Ότι χρειαζόταν το έβρισκε μέσα του. Πολλοί άνθρωποι έβλεπαν αυτή του τη γαλήνη κι έρχονταν να τον ρωτήσουν πώς κατόρθωνε να είναι γαλήνιος άσχετα με τα γεγονότα, κι αυτός τους το έλεγε. Όμως δεν είχε καμιά έγνοια για το αν πίστευαν ή όχι τον τρόπο που τους το έδειχνε. Πολλοί ήταν εκείνοι που έρχονταν ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Δεν ήξερε να κάνει πολλές πνευματικές συζητήσεις, το μόνο που ήξερε ήταν η αγάπη.

Κι ήξερε επίσης και το ποιος ήταν, είχε αποδεχτεί τον εαυτό του και ζούσε ειρηνικά μαζί του. Είχε κατορθώσει να φέρει στη ζωή του την ειρήνη και την ηρεμία που πηγάζει από την αρμονική συμβίωση με τον εαυτό του και το παρελθόν του.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Γεμάτος κάδος ή κουτάλα;





Έχετε ακούσει για το φλιτζάνι που ξεχείλισε; Η ιστορία αυτή αναφέρεται σ’ έναν κάδο που μοιάζει με φλιτζάνι, μόνο που είναι μεγαλύτερο, είναι ένας αόρατος κάδος. Καθένας μας έχει έναν τέτοιο κάδο. Προσδιορίζει το πώς νιώθουμε για τον εαυτό μας, για τους άλλους και πώς αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους. Είχατε ποτέ την εμπειρία μιας σειράς πολύ ευνοϊκών συμβάντων τα οποία σας έκαναν να θέλετε να φανείτε καλοί στους ανθρώπους για μια βδομάδα; Την ώρα εκείνη ο κάδος σας ήταν γεμάτος.
Ο κάδος μπορεί να γεμίσει από ένα σωρό πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας. Όταν κάποιος σας μιλάει, αναγνωρίζοντάς σας σαν άνθρωπο, ο κάδος σας γεμίζει λίγο. Ακόμα περισσότερο, αν σας αποκαλεί με το όνομα που σας αρέσει να σας φωνάζουν. Αν σας κάνουν κομπλιμέντα για τα ρούχα σας ή για μια καλή δουλειά που κάνατε, τότε η επιφάνεια του κάδου σας ανεβαίνει όλο και ψηλότερα. Θα πρέπει να υπάρχουν πάνω από ένα εκατομμύριο τρόποι να ανεβάσετε την επιφάνεια του κάδου ενός άλλου ανθρώπου. Μπορείτε να του γράψετε ένα φιλικό γράμμα, να θυμηθείτε κάτι σημαντικό γι’ αυτόν, να μάθετε τα ονόματα των παιδιών του, να εκφράσετε τη θλίψη σας για έναν θάνατο, να του προσφέρετε ένα χέρι βοηθείας όταν η δουλειά του είναι βαριά, να του διαθέσετε χρόνο για συζήτηση ή το πιο σημαντικό να τον ακούτε πολύ προσεχτικά.
Όταν ο κουβάς κάποιου είναι γεμάτος από αυτήν τη συναισθηματική υποστήριξη, τότε αυτός μπορεί να εκδηλώσει τη θέρμη και τη φιλία του στους άλλους ανθρώπους. Όμως να θυμάστε ότι εδώ πρόκειται για τη θεωρία σχετικά με τον κάδο και την κουτάλα. Άλλοι άνθρωποι έχουν κουτάλες και μπορεί να τις βουτάνε στον δικό σας κάδο, πράγμα που γίνεται με ένα εκατομμύριο τρόπους.
Κάδοι γεμίζουν και κάδοι αδειάζουν! Και αδειάζουν πολλές φορές επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σκέπτονται πραγματικά τι κάνουν. Όταν ο κάδος κάποιου είναι αδειανός, αυτός είναι πολύ διαφορετικός παρά όταν ο κάδος του είναι γεμάτος. Λέτε σε κάποιον που έχει τον κάδο του άδειο «Πολύ ωραία η γραβάτα σου!», κι αυτός μπορεί να σας απαντήσει μ’ ένα ενοχλημένο αμυντικό τρόπο.
Αν και υπάρχουν όρια για μια τέτοια αναλογία, υπάρχουν άτομα που δείχνουν να έχουν τρύπες στους κάδους τους. Όταν κάποιου ο κάδος έχει τρύπες, αναστατώνει τους άλλους στην προσπάθειά του να βουτήξει την κουτάλα του στους κάδους τους. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση που εκείνος έχει ανάγκη από κάποιον να τροφοδοτεί διαρκώς τον κάδου του, επειδή εκείνος χάνει διαρκώς.
Η ιστορία της ζωής μας είναι το μύχιο παιχνίδι ανάμεσα στον κάδο και στην κουτάλα. Όλοι μας έχουμε κι απ’ τα δύο. Το μεγάλο μυστικό του κάδου και της κουτάλας είναι το γεγονός ότι όταν γεμίζετε τον κάδο του άλλου, αυτό δεν γίνεται αφαιρώντας υλικό από τον δικό σας κάδο. Η επιφάνεια στον δικό μας κάδο ανεβαίνει όταν γεμίζουμε τον κάδο ενός άλλου, ενώ αντίθετα, όταν βουτάμε μέσα στον κάδο του άλλου, δεν γεμίζουμε τον δικό μας αλλά όλο και κάτι χάνουμε.
Για πολλούς και διαφόρους λόγους οι άνθρωποι διστάζουν να γεμίζουν τους κάδους των άλλων, με συνέπεια να στερούνται του αστείου, της χαράς, της ευτυχίας, της πληρότητας και της ικανοποίησης που προκύπτουν την ώρα που κάνουμε ευτυχισμένο ένα άλλο άτομο. Μερικά αίτια αυτού του δισταγμού είναι ότι έχουμε μάθει να γινόμαστε καχύποπτοι για την ειλικρίνεια των προθέσεων των άλλων ή ότι ο άλλος θα έχει υποψίες για τα δικά μας κίνητρα ή ότι είναι «ψηλομύτης».
Για τους λόγους αυτούς ας βάλουμε στην άκρη την κουτάλα μας κι ας πάρουμε την απόφαση να αγγίξουμε τη ζωή κάποιου με σκοπό να γεμίσουμε τον κάδο του.


Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Ο υποκριτής





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα πνευματικό πρόσωπο που ονομαζόταν Νίκος. Σε όλους μιλούσε για την πνευματικότητα και θεωρούσε τον εαυτό του σαν δάσκαλο, πράγμα που ήταν φυσικά. Ο Νίκος θεωρούσε  πως είχε μια «σκοτεινή πλευρά» που την κρατούσε για τον εαυτό του. Όμως υπήρχαν περιπτώσεις που την έβαζε στο κεφάλι του σαν «κορώνα». Ήταν βέβαια λογικό να έχει και αυτήν την πλευρά, επειδή είχε περάσει μια πολύ άσχημη παιδική ηλικία, με πολλές τραυματικές εμπειρίες και δεν πήρε ποτέ σαν παιδί αυτό που είχε ανάγκη. Όμως δεν μιλούσε σε πολλούς για το γεγονός αυτό, που το κρατούσε βαθιά θαμμένο μέσα του, επειδή δεν ήθελε κάποιος άλλος να σχηματίσει κακή ιδέα γι’ αυτόν ξέροντας το μυστικό του. Και στο κάτω – κάτω γνώριζε καλά όλες τις πνευματικές θεωρίες, και πώς να καταφέρνει θαυμάσια να υποκρίνεται ότι τις εφαρμόζει στη ζωή του.

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Πόσο φτωχοί είμαστε!





Μια φορά κι έναν καιρό, ένας πλούσιος πατέρας πήγε με τον γιο του ένα ταξίδι, θέλοντας να του δείξει πόσο φτωχοί μπορεί να είναι μερικοί άνθρωποι.
Πέρασαν μια μέρα και μια νύχτα στο κτήμα μιας πολύ φτωχής οικογένειας, κι όταν γύρισαν πίσω ο πατέρας ρώτησε τον γιο του:
«Πώς σου φάνηκε το ταξίδι;»
«Πολύ ωραίο!»
«Είδες πόσο φτωχοί είναι μερικοί άνθρωποι;» ξαναρώτησε ο πατέρας.
«Μάλιστα».
«Και τι έμαθες;»
Κι ο γιος απάντησε, «Είδα ότι εμείς έχουμε σπίτι έναν σκύλο, κι εκείνοι τέσσερις. Εμείς έχουμε μια πισίνα στη μέση του κήπου μας, εκείνοι έχουν ένα ποτάμι που δεν τελειώνει. Έχουμε στο σπίτι λαμπτήρες αγορασμένους εισαγωγής, εκείνοι έχουν τ’ αστέρια. Η αυλή που καθόμαστε φτάνει μέχρι το μπροστινό μας φράχτη κι εκείνοι έχουν όλον τον ορίζοντα». Κι όταν τελείωσε να μιλάει ο γιος, ο πατέρας έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Κι ο γιος κατέληξε, «Σ’ ευχαριστώ μπαμπά που μου έδειξες πόσο φτωχοί είμαστε!»


Ας τιμούμε όλα όσα έχουμε αλλά ας έχουμε τα μάτια και την καρδιά μας ανοιχτά για το καλύτερο.

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Ο ράφτης





Κάποτε, κάποιος πήγε σ’ ένα ράφτη να του ράψει ένα κοστούμι αλλά όταν πήγε να το δοκιμάσει δεν του πήγαινε καθόλου.
Παραπονέθηκε που το σακάκι ήταν πολύ μακρύ στην πλάτη, το δεξί μανίκι πολύ μακρύ, το ένα μπατζάκι του παντελονιού ήταν κοντά, έλειπαν και τρία κουμπιά. Με το δίκιο του, ήταν άνω – κάτω.
«Εντάξει είναι όλα», του είπε ο ράφτης, «Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να σκύβεις την πλάτη σου, να λυγίζεις το χέρι σου, να περπατάς κουτσαίνοντας και να κολλήσεις τα  τρία δάχτυλά σου στις κουμπότρυπες και θα είσαι μια χαρά!»
Ο άνθρωπος βόλεψε το σώμα του ώστε να ταιριάζει με το κουστούμι και με την αίσθηση της κοροϊδίας εκ μέρους του ράφτη, σηκώθηκε κι έφυγε. Δεν είχε προχωρήσει ούτε καν ένα τετράγωνο όταν τον πλησίασε ένας άγνωστος.
«Ποιος σας έφτιαξε αυτό το κοστούμι;» τον ρώτησε. «Ψάχνω για να παραγγείλω ένα καινούριο για μένα».
Παραξενεμένος αλλά και ευχαριστημένος για το κομπλιμέντο, ο άνθρωπός μας του έδειξε το ραφείο.

«Ευχαριστώ πολύ», είπε ο ξένος φεύγοντας βιαστικά. «Θα πάω σ’ αυτόν τον ράφτη για να παραγγείλω. Θα πρέπει να είναι πραγματικό σαϊνι για να τα καταφέρει με έναν σακάτη σαν κι εσάς».