Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Το σπίτι με τους καθρέφτες





Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό απομακρυσμένο χωριό ήταν ένα μέρος που το έλεγαν «το σπίτι με τους 1.000 καθρέφτες». Ένα χαρούμενο κι ευτυχισμένο σκυλάκι άκουσε για το μέρος αυτό κι αποφάσισε να πάει. Όταν έφτασε, πήδησε με κέφι ανεβαίνοντας τα σκαλιά μέχρι την εξώπορτα και κοίταξε μέσα απ’ αυτήν σηκώνοντας και κουνώντας τ’ αφτιά του όσο πιο πολύ μπορούσε. Με μεγάλη του έκπληξη βρέθηκε να κοιτάζει 1.000 άλλα ευτυχισμένα σκυλάκια, με τις ουρές τους να κουνιούνται όσο γρήγορα κι η δική του. Τους χαμογέλασε πλατιά, και του απάντησαν με 1.000 χαμόγελα το ίδιο θερμά και φιλικά. Φεύγοντας από το Σπίτι είπε μέσα του, «Να ένα θαυμάσιο μέρος, θα έρχομαι ξανά να το βλέπω!».
Απ’ το ίδιο χωριό, ένα άλλο σκυλί, που δεν ήταν και τόσο ευτυχισμένο όσο το πρώτο, αποφάσισε να πάει στο Σπίτι. Ανέβηκε αργά-αργά τα σκαλιά και κοίταξε μέσα από την πόρτα με σκυμμένο το κεφάλι. Όταν είδε 1.000 σκυλιά να το κοιτάζουν όλο έχθρα, τους γάβγισε άγρια, και με τρόμο είδε 1.000 σκυλιά να του γαβγίζουν. Φεύγοντας, είπε με τον νου του, «Αυτό είναι ένα τρομερό μέρος, δεν πρόκειται να ξανάρθω ποτέ μου!»


Μήπως αυτό που μας θυμώνει στους άλλους ανθρώπους είναι μια αντανάκλαση του δικού μας εαυτού; Μήπως αντιπαθούμε όλους εκείνους που μας θυμίζουν τις δικές μας αδυναμίες;

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Το επαναστατικό πουλί





Ήταν κάποτε ένα μικρό αποδημητικό πουλί που αποφάσισε να επαναστατήσει κατά της παράδοσης, κι όταν ήρθε η εποχή να πετάξει, μαζί με τα άλλα πουλιά, κατά τα νότια για ν’ αποφύγουν τον χειμώνα που ερχόταν, αυτό αποφάσισε να μείνει πίσω. Όλα τ’ άλλα πουλιά πέταξαν για τα θερμότερα κλίματα, και το παράτησαν μονάχο του.
Και βέβαια, μετά από λίγο καιρό ο φίλος μας ανακάλυψε ότι είχε κάνει ένα τρομερό λάθος. Ο χειμώνας στρώθηκε για τα καλά και το κρύο ήταν τσουχτερό. Έτσι, πήρε την απόφαση ότι θα ήταν καλύτερα να σηκωθεί να φύγει προς τα νότια, όπως είχαν κάνει όλοι οι φίλοι του.
Ξεκίνησε λοιπόν να πετάει, όμως δεν είχε προχωρήσει και πολύ όταν ο κρύος βοριάς άρχισε να του παγώνει τις φτερούγες και το καημένο άρχισε να πέφτει… και να πέφτει κατακόρυφα απ’ τον ουρανό… αλλά ευτυχώς μέσα από ένα άνοιγμα, στη στέγη μιας αχυραποθήκης, ήρθε και προσγειώθηκε κατευθείαν σ’ έναν σωρό από γελαδίσια κοπριά.
Η ζέστη της κοπριάς του ξεπάγωσε τα φτερά και σε λίγο άρχισε να αισθάνεται πάλι καλά. Όμως, μόλις τόλμησε να ξεμυτίσει το κεφαλάκι του από την κοπριά, ήρθε μια γάτα, που του ρίχτηκε και το έφαγε.



Όταν μας συμβεί να βρεθούμε μέσα σ’ έναν χείμαρρο από υποχρεώσεις και «πρέπει», αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι κακό. Επίσης, καθένας που προσφέρεται να μας απαλλάξει από όλα αυτά δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι μας κάνει καλό.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ο αντίχειρας





Υπάρχει μία ιστορία για έναν βασιλιά κάπου στην Αφρική, που είχε έναν πολύ στενό φίλο με τον οποίο μεγάλωσαν μαζί. Ο φίλος είχε τη συνήθεια, καθετί που συνέβαινε στη ζωή τους, θετικό ή αρνητικό, να το χαρακτηρίζει «πολύ καλό».
Μια μέρα, ο βασιλιάς και ο φίλος του πήγαν να κυνηγήσουν μακριά. Η δουλειά του φίλου ήταν να γεμίζει και να έχει έτοιμα τα τουφέκια για τον βασιλιά. Φαίνεται όμως ότι ο φίλος έκανε κάποιο λάθος στην ετοιμασία ενός όπλου, κι έτσι, όταν πυροβόλησε ο βασιλιάς, το όπλο του έκοψε τον αντίχειρα.
Εξετάζοντας την κατάσταση, ο φίλος παρατήρησε ως συνήθως «Πολύ καλά!».
Τότε ο βασιλιάς απάντησε, «Όχι, δεν είναι καθόλου καλά!» και τον έστειλε στη φυλακή.
Αφού πέρασε ένας περίπου χρόνος, ο βασιλιάς πήγε να κυνηγήσει σε κάποια περιοχή όπου, όπως τον είχαν ενημερώσει, δεν είχε ούτε εχθρός ούτε άγριους. Όμως είχε, κι αυτοί τον έπιασαν και τον πήγαν στο χωριό τους. Του έδεσαν τα χέρια, μάζεψαν κάμποσα ξύλα, έβαλαν ένα καζάνι, και τον πήγαν για να τον ψήσουν ζωντανό. Όταν πλησίασαν όμως να ανάψουν τη φωτιά, πρόσεξαν ότι του έλειπε ο αντίχειρας. Επειδή ήταν προληπτικοί, δεν έτρωγαν ποτέ κάποιον που δεν ήταν αρτιμελής. Έτσι τον έλυσαν και τον άφησαν να πάει στο καλό.
Μόλις γύρισε στα μέρη του, μην ξεχνώντας τον τρόπο που του κόπηκε ο αντίχειρας, αισθάνθηκε ένοχος για τη συμπεριφορά του απέναντι στον φίλο του. Πήγε τρέχοντας αμέσως στη φυλακή για να του μιλήσει. «Είχες δίκιο, φίλε μου», του είπε, «Ήταν καλό που τότε μου κόπηκε ο αντίχειρας». Και συνέχισε να του διηγείται όλα όσα συνέβησαν. «Λυπάμαι φυσικά πολύ που σε έκλεισα για τόσο καιρό στη φυλακή. Είναι πολύ κακό εκ μέρους μου!»
«Όχι, βέβαια!», απάντησε ο φίλος του, «Καλό είναι!»
«Τι θέλεις να πει; Πώς γίνεται να είναι καλό το γεγονός ότι έστειλα τον φίλο μου φυλακή για έναν ολόκληρο χρόνο;»
«Γίνεται, διότι αν δεν ήμουν φυλακή, θα ήμουν μαζί σου!».


Μερικές φορές τα βιαστικά συμπεράσματα που βγάζουμε μας οδηγούν στις λάθος αποφάσεις. Γι’ αυτό ας είμαστε πιο σκεπτικοί κάθε φορά που προσπαθούμε να εξηγήσουμε γιατί μας συμβαίνει αυτό… 

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Καλοτυχία ή κακοτυχία;





Στο κτήμα ενός χωρικού ήρθε μια μέρα ένα θαυμάσιο άλογο αναπαραγωγής. Αμέσως όλοι οι χωρικοί έτρεξαν στον ιδιοκτήτη να του ευχηθούν για την καλή του τύχη. «Και ποιος σας είπε ότι πρόκειται για καλοτυχία;», είπε εκείνος. Σε λίγες εβδομάδες το άλογο το έσκασε, κι οι χωριανοί μίλησαν για την κακοτυχία του.
«Ποιος σας είπε ότι είναι κακοτυχία;», ξαναείπε ο χωρικός.
Σε έναν περίπου μήνα, το άλογο επέστρεψε φέρνοντας μαζί του μερικές φοράδες. Πάλι οι συγχωριανοί έτρεξαν να τον συγχαρούν για την καλοτυχία του. «Και ποιος σας είπε ότι πρόκειται για καλοτυχία;», πάλι εκείνος έδωσε την ίδια απάντηση.
Λίγο αργότερα, κι ενώ ο γιος του προσπαθούσε να δαμάσει τα άλογα, έπεσε κι έσπασε το πόδι του άσχημα. Στην παρατήρηση των χωρικών για την κακοτυχία του, αυτός και πάλι απάντησε «Και ποιος σας είπε ότι είναι κακοτυχία;».
Σε λίγες μέρες ο βασιλιάς έκανε πόλεμο με ένα γειτονικό βασίλειο για «συνοριακές διαφορές», και κήρυξε γενική επιστράτευση όλων των νέων, από την οποία, φυσικά, εξαιρέθηκε ο τραυματισμένος γιος. Κι όταν τελείωσε ο πόλεμος, σχεδόν κανένας από τους νέους του χωριού δεν γύρισε σπίτι του.

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Ο κλέφτης των μπισκότων





Κάποια νύχτα, μια γυναίκα περίμενε στο αεροδρόμιο για να πάρει την επόμενη πτήση. Καθώς περίμενε, αγόρασε ένα βιβλίο και ένα πακέτο μπισκότα για να περάσει την ώρα της. Έψαξε να βρει ένα ήσυχο μέρος να καθίσει και περίμενε. Είχε απορροφηθεί με το βιβλίο της, όταν ξαφνικά κατάλαβε ότι δίπλα της καθόταν ένας νεαρός που είχε απλώσει το χέρι του, χωρίς ούτε να νοιάζεται, και είχε αρπάξει το πακέτο με τα μπισκότα που βρισκόταν ανάμεσά τους.
Άρχισε να τα τρώει ένα – ένα. Επειδή δεν ήθελε να το κάνει θέμα, εκείνη αποφάσισε να τον αγνοήσει. Η γυναίκα, ελαφρώς ενοχλημένη, έφαγε τα μπισκότα και κοίταξε το ρολόι, ενώ ο νεαρός και ξεδιάντροπος κλέφτης των μπισκότων τα είχε κι αυτός αποτελειώσει.
Η γυναίκα άρχισε τώρα να θυμώνει πραγματικά και σκέφτηκε: «Αν δεν ήμουν τόσο καλή και καλλιεργημένη, θα του είχα μαυρίσει το μάτι αυτού του αναιδέστατου!». Κάθε φορά που έτρωγε αυτή ένα μπισκότο, έτρωγε κι εκείνος ένα.
Ο διάλογος των ματιών τους συνεχίστηκε και, όταν έμεινε μόνο ένα μπισκότο, ο νεαρός το πήρε και το έκοψε στη μέση. Άφησε το μισό στη γυναίκα, ενώ εκείνος έτρωγε το άλλο μισό. Αυτή πήρε γρήγορα το μπισκότο και σκέφτηκε: «Τι αυθάδεια! Τι ανάγωγος που είναι! Ούτε καν με ευχαρίστησε!»
Δεν είχε συναντήσει ποτέ κάποιον τόσο ασύστολο και αναστέναξε με ανακούφιση όταν άκουσε την ανακοίνωση της πτήσης της. Πήρε τις τσάντες της και πήγε προς τη θύρα επιβίβασης, αρνούμενη να κοιτάξει πίσω της, εκεί όπου καθόταν ο αυθάδης κλέφτης.
Αφού επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο και κάθισε αναπαυτικά στη θέση της, κοίταξε για το βιβλίο της που κόντευε πια να το τελειώσει. Ενώ έψαχνε μέσα στην τσάντα της, ξαφνιάστηκε βλέποντας το πακέτο με τα μπισκότα της ανέπαφο. Αν τα μπισκότα μου είναι εδώ, σκέφτηκε μουδιασμένα, τότε τα άλλα ήταν δικά του και τα μοιράστηκε μαζί μου!
Ήταν πολύ αργά για να ζητήσει συγγνώμη, και ήταν οδυνηρό να συνειδητοποιήσει πως ήταν αυτή η αυθάδης, η ανάγωγη και η κλέφτρα μπισκότων, όχι ο νεαρός.


Υπάρχουν φορές που η έλλειψη εμπιστοσύνη μέσα μας, μας κάνει να κρίνουμε άδικα τους άλλους βασισμένοι σε εντυπώσεις, που απέχουν πολύ μακριά από την αλήθεια…
Να θυμάστε ότι η κριτική επιστρέφει πάντα στον γεννήτορα της. Τόσο η κακή, όσο και η καλή κριτική...


Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Ο παγιδευμένος πίθηκος





Στις ζούγκλες της Αφρικής έχουν βρει ένα πολύ ενδιαφέροντα και πολύ «ζωόφιλο» τρόπο για να πιάνουν ζωντανές τις μαϊμούδες χωρίς να τις βασανίζουν, ή να τις κυνηγούν, και να τις στέλνουν γερές κι αλώβητες για τους ζωολογικούς κήπους και το τσίρκο.
Οι κυνηγοί χρησιμοποιούν βαριές μποτίλιες με στενόμακρο λαιμό, μέσα στις οποίες βάζουν μια χούφτα ζαχαρωμένα και μυρωδάτα καρύδια. Τις μποτίλιες τις αφήνουν στο χώμα, ή μερικές φορές τις δένουν, και την άλλη μέρα το πρωί βρίσκουν σε κάθε μια τους από έναν παγιδευμένο πίθηκο.
Ο πίθηκος έλκεται από το άρωμα των καρυδιών, πλησιάζει να δει τι συμβαίνει, βάζει το χέρι του, πιάνει με τη χούφτα του μερικά καρύδια κι αυτό ήταν, παγιδεύτηκε. Δεν καταλαβαίνει ο δυστυχής ότι για να ελευθερώσει το χέρι του πρέπει να παρατήσει τα γλυκά καρύδια και αρνείται να τα αφήσει. Κι η μποτίλια είναι πολύ βαριά, ή ακόμα και δεμένη, ώστε να μην μπορεί να την πάρει μαζί του και να φύγει.


Η παραπάνω ιστορία του πιθήκου μπορεί να φαίνεται αστεία, αλλά ας αναλογιστούμε πόσες και πόσες είναι οι φορές που εμείς οι ίδιοι είμαστε αιχμάλωτοι στα προβλήματά μας, στα συναισθήματά μας ή ακόμα και στα αγαθά μας. Και φυσικά τις περισσότερες φορές παίρνουμε τις μποτίλιες μας και κυκλοφορούμε, θρηνολογώντας για όλα όσα μας συμβαίνουν και ζητώντας την συμπαράσταση των άλλων, ή ακόμα και του Θεού, ενώ το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να ανοίξουμε την παλάμη μας και να αφήσουμε τα «καρύδια» της προσκόλλησης μας!

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Η ζωγραφιά της ευγνωμοσύνης





Κάποτε μια δασκάλα της πρώτης δημοτικού, έβαλε στην τάξη της μια εργασία. Ζήτησε από τους μαθητές της να ζωγραφίσουν κάτι για το οποίο αισθάνονταν ευγνωμοσύνη. Αν και τα περισσότερα παιδιά της τάξης προέρχονταν από φτωχές οικογένειες, το αναμενόμενο ήταν να έχουν στο μυαλό τους πολλά πράγματα για τα οποία να αισθάνονται ευγνωμοσύνη. Όμως ο Δημήτρης ζωγράφισε κάτι διαφορετικό.
Ο Δημήτρης ήταν ένα διαφορετικό παιδί. Ήταν για τη δασκάλα το αντιπροσωπευτικό δείγμα εκείνου που έχει χτυπηθεί από τη μοίρα, ήταν φιλάσθενο και δυστυχισμένο. Καθώς τα άλλα παιδιά έπαιζαν στο διάλειμμα, ο Δημήτρης πολλές φορές στεκόταν εκεί, δίπλα της. Από τα θλιμμένα μάτια του, εύκολα κανείς μπορούσε να καταλάβει τον πόνο που μπορεί να ένιωθε.
Ναι, η ζωγραφιά του ήταν διαφορετική. Όταν του ζήτησε η δασκάλα να ζωγραφίσει κάτι για το οποίο αισθάνεται ευγνωμοσύνη, εκείνος ζωγράφισε ένα χέρι. Τίποτε άλλο. Μόνο ένα άδειο χέρι. Η αφηρημένη εικόνα αιχμαλώτισε τη φαντασία των συμμαθητών του.
Τίνος χέρι θα μπορούσε να είναι; Ένα παιδί είπε ότι ήταν το χέρι ενός αγρότη, επειδή οι αγρότες παρήγαγαν τρόφιμα. Κάποιο άλλο πρότεινε τον αστυνομικό, επειδή η αστυνομία προστατεύει και νοιάζεται για τον κόσμο. Άλλοι πάλι είπαν ότι είναι το χέρι του Θεού. Και έτσι προχώρησε η κουβέντα – μέχρι που η δασκάλα ξέχασε τον ίδιο τον νεαρό καλλιτέχνη.
Όταν τα άλλα παιδιά είχαν προχωρήσει σε άλλες εργασίες, αυτή σταμάτησε στο θρανίο του Δημήτρη, έσκυψε και τον ρώτησε τίνος ήταν το χέρι. Το μικρό παιδί κοίταξε μακριά και ψέλλισε: «Είναι το δικό σας χέρι, κυρία».
Τότε θυμήθηκε εκείνη τις φορές που τον είχε πάρει απ’ το χέρι και περπατούσε μαζί του εδώ κι εκεί, όπως έκανε και με τα άλλα παιδιά. Πόσο συχνά δεν είχε πει: «Πάρε το χέρι μου, Δημήτρη. Πάμε έξω», ή «Άφησέ με να σου δείξε πώς να κρατάς το μολύβι», ή «Ας το κάνουμε μαζί αυτό». Ο Δημήτρης ένιωθε μεγάλη ευγνωμοσύνη για το χέρι της δασκάλας του. Σκουπίζοντας ένα δάκρυ της, συνέχισε τη δουλειά της.


-Απλώστε το χέρι σας σήμερα με ευγνωμοσύνη σε κάποιον που έκανε κάτι για σας κάποτε. Να είστε βέβαιοι, ότι την ίδια στιγμή κάπου άλλου, κάποιος άλλος θα απλώσει το χέρι του προς το μέρος σας γεμάτος ευγνωμοσύνη!

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Το γουρούνι και η αγελάδα





Μια φορά κι έναν καιρό, ένας πλούσιος ρώτησε τον παπά της ενορίας του, «Γιατί οι άνθρωποι με λένε δύστροπο, την ώρα που ξέρουν ότι, όταν πεθάνω, αφήνω ότι έχω στην εκκλησία;»
«Κάτσε να σου πω την ιστορία του γουρουνιού και της αγελάδας», είπε ο παπάς. «Το γουρούνι δεν το αγαπούσαν οι άνθρωποι, ενώ λάτρευαν την αγελάδα. Το γουρούνι απορούσε. ¨Οι άνθρωποι μιλούν με τα καλύτερα λόγια για την ευγενική σου φύση και τα γλυκά σου μάτια¨, είπε η αγελάδα. ¨Νομίζουν ότι είσαι γενναιόδωρη επειδή κάθε μέρα τους δίνεις άφθονο το γάλα σου. Τι γίνεται τώρα με μένα; Τους δίνω όλα όσα έχω. Τους δίνω μπέικον και ζαμπόν, τους προσφέρω δέρμα και βούρτσες, ακόμα και τα πόδια μου τα καπνίζουν. Κι όμως κανείς δεν με αγαπάει. Γιατί;¨

Ξέρεις τι απάντησε η αγελάδα;» ρώτησε ο παπάς. «Η αγελάδα είπε: ¨Ίσως επειδή προσφέρω, ενώ είμαι ακόμα ζωντανή¨».

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Το σακί με τις πατάτες





Κάποτε ένας δάσκαλος είπε σε καθέναν από τους μαθητές του να φέρει μια καθαρή πλαστική σακούλα και ένα σακί πατάτες στο σχολείο. Για κάθε πρόσωπο που αρνούνταν να συγχωρήσουν στη ζωή τους, διάλεγαν μια πατάτα, έγραφαν πάνω της όνομα και ημερομηνία και την έβαζαν στην πλαστική σακούλα. Μερικές από τις σακούλες έγιναν αρκετά βαριές.
Μετά τους είπε να κουβαλούν αυτή τη σακούλα μαζί τους κάθε μέρα για μια βδομάδα, να την βάζουν δίπλα στο κρεβάτι τους το βράδυ, στο αυτοκίνητο όταν οδηγούσαν, δίπλα στο θρανίο τους στο σχολείο.

Ο μπελάς του να σέρνουν μαζί τους το σακί όπου πήγαιναν, έκανε ξεκάθαρο το βάρος που κουβαλούσαν πνευματικά. Έπρεπε να προσέχουν διαρκώς για να μην το ξεχάσουν και να το έχουν μαζί τους σε μέρη που τους προκαλούσαν αμηχανία. Όπως ήταν φυσικό, η ίδια η σακούλα χειροτέρεψε την κατάσταση του περιεχομένου της, που κατέληξε σύντομα να μυρίζει άσχημα. Αυτό με τη σειρά του έκανε τον κάτοχό της δυσάρεστο στους γύρω. Δεν άργησαν να συμπεράνουν οι μαθητές, ότι ήταν πολύ πιο σημαντικό να απαλλαγούν απ’ τις πατάτες, παρά να τις κουβαλάνε όπου πήγαιναν.

Αυτή ένα πολύ καλό παράδειγμα για το τίμημα που πληρώνουμε όταν κρατάμε μέσα μας τον πόνο και τη βαριά αρνητικότητα! Πολύ συχνά νομίζουμε ότι η συγχώρεση είναι ένα δώρο στον άλλον. 
Η συγχώρεση είναι καθαρά για τον εαυτό μας!

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Η κουτσομπόλα...





Μια γυναίκα κάποτε επανέλαβε ένα κουτσομπολιά για κάποια γειτόνισσά της. Σε λίγες μέρες το ήξερε όλη η κοινωνία της περιοχής, και φυσικά το έμαθε και η γυναίκα για την οποία ειπώθηκε. Η γυναίκα αυτή πόνεσε και προσβλήθηκε. Λίγο αργότερα η γυναίκα εκείνη που είχε κάνει την κριτική και είχε σπείρει την φήμη, έμαθε ότι η φήμη αυτή ήταν ψεύτικη. Στενοχωρήθηκε πολύ και πήγε σ’ έναν γέρο σοφό να την καθοδηγήσει για το πώς θα μπορούσε να αποκαταστήσει το κακό που έκανε.
«Κατέβα την αγορά», είπε ο γέρος, «αγόρασε ένα κοτόπουλο και σφάξε το. Μετά βγες στον δρόμο, μάδησε τα φτερά του και πέτα τα ένα – ένα καθώς θα προχωράς». Αν και η συμβουλή έκανε εντύπωση στη γυναίκα, εν τούτοις την ακολούθησε κατά γράμμα.
Την άλλη μέρα ο σοφός της είπε «Τώρα πήγαινε να μαζέψεις όλα τα φτερά που σκόρπισες χθες και να μου τα φέρεις».
Η γυναίκα πήγε από τον ίδιο δρόμο, αλλά προς μεγάλη της απελπισία, ο αέρας είχε σκορπίσει τα φτερά πολύ μακριά. Αφού έψαξε για πολλές ώρες, γύρισε με τρία μόνο φτερά στο χέρι.

«Βλέπεις τώρα», είπε ο γέρο σοφός, «είναι εύκολο να πετάξεις φτερά στον δρόμο, αλλά αδύνατο να τα ξαναμαζέψεις. Το ίδιο συμβαίνει και με το κουτσομπολιά. Δεν θέλει πολύ προσπάθεια για να σκορπίσεις τη φήμη, αλλά αφού το κάνεις, ποτέ δεν μπορείς να διορθώσεις απόλυτα το κακό».