Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Αν πραγματικά μ’ αγαπάς, νοιάζεσαι για μένα




Όταν θέλω κάποιον, αντιλαμβάνομαι τη σημασία που έχει για μένα αυτό που κάνει, αυτό που του αρέσει ή αυτό που τον πονάει. Το σε θέλω σημαίνει, επομένως, νοιάζομαι ΓΙΑ σένα, και το σ΄αγαπώ σημαίνει: νοιάζομαι πάρα πολύ. Τόσο πολύ που καμιά φορά, όταν σ΄αγαπάω, βάζω το να είσαι εσύ καλά πάνω από άλλα πράγματα, τα οποία είναι επίσης σημαντικά για μένα.
Αυτός ο ορισμός (ότι νοιάζομαι ΓΙΑ σένα) δεν μετατρέπει την αγάπη σε κάτι πολύ μεγάλο, ούτε όμως μειώνει την αξία της κάνοντάς την να φαίνεται μια ανοησία.
Θα οδηγήσει, για παράδειγμα, στην πλήρη συνειδητοποίηση δύο γεγονότων: δεν είναι αλήθεια ότι σ΄αγαπάνε εκείνοι που δεν νοιάζονται πολύ για τη ζωή σου, και δεν είναι αλήθεια ότι δεν σ΄αγαπάνε εκείνοι που ζουν εξαρτημένοι απ΄ότι σου συμβαίνει.
Επαναλαμβάνω : αν μ΄αγαπάς πραγματικά, νοιάζεσαι για μένα…!!!

Αυτό σημαίνει, επομένως, – όσο κι αν με πονάει να το παραδεχτώ – ότι αν δεν νοιάζεσαι ΓΙΑ μένα, είναι γιατί δεν μ΄αγαπάς. Αυτό δεν είναι κακό, δεν λέει κάτι άσχημο για σένα που δεν μ΄αγαπάς, είναι απλώς η πραγματικότητα, έστω κι αν είναι μια θλιβερή πραγματικότητα (όπως λέει και το τραγούδι του Σερράτ : Ποτέ δεν είναι η αλήθεια θλιβερή, απλώς δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει μάλλον να καταλάβουμε ότι το θλιβερό είναι αυτό ακριβώς : ότι δεν γίνεται αλλιώς).
Η διαφοροποίηση που κάνω – και που είναι μόνο ποσοτική – ανάμεσα στο θέλω και στο αγαπώ είναι η ίδια που γίνεται με τις περισσότερες τρυφερές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για να ΜΗΝ πούμε Σ΄αγαπώ. Λέμε : μ΄αρέσεις, σε βρίσκω συμπαθητικό, νιώθω για σένα τρυφερότητα, είσαι η έμπνευσή μου, έχω αισθήματα αγάπης για σένα κ.λ.π.
Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ΄αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ΄ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πως τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ΄αγαπώ.
Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ, δεν έχω άλλον.
Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει : τον δικό του. Αν κάποιος δεν σ΄αγαπάει όπως θα ήθελες να σ΄αγαπήσει, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σ΄αγαπάει με όλη τη δύναμη της ψυχής του…

ΠΗΓΉ: ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ (Ο Δρόμος της Συνάντησης)

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Η μη Αγάπη





Ό,τι κακό γίνεται σʼ αυτό τον κόσμο είναι από έλλειψη Αγάπης.
Κάθε δυστυχία, κάθε πίκρα, κάθε πόνος, κάθε πόλεμος, κάθε κακοποίηση, κάθε καταστροφή συντελούνται από όλους εμάς, όταν δεν αγαπάμε.
Που δεν αγαπάμε, τον εαυτό μας, τον διπλανό μας, το περιβάλλον, τον τόπο μας, την δουλειά μας, το σπίτι μας.
Η πείνα, η φτώχεια, οι πόλεμοι είναι προϊόν της Μη Αγάπης.
Μαγειρέψτε ένα φαγάκι και βάλτε του μπόλικη αγάπη, βάλτε του μεράκι, κέφι και θα απολαύσετε το πιο υπέροχο έδεσμα.
Πάρτε τα ακριβότερα υλικά και φτιάξτε την πιο εξεζητημένη gourmet συνταγή του μεγαλύτερου σεφ.
 Αν δεν γουστάρετε αυτό που κάνετε, αν δεν το αγαπάτε, το φαγητό σας δεν θα τρώγεται.
Η Αγάπη είναι χαρά, είναι ευτυχία, είναι σκοπός και προορισμός.
Τα υλικά που είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος είναι η Αγάπη και η προοπτική του είναι να μοιράζει Αγάπη.
Γιατί όμως; Γιατί αντί να δίνει αγάπη και να παίρνει χαρά, δίνει εγωισμό και εισπράττει πόνο; Γιατί;
Μητέρα κάθε κακού είναι η Μη Αγάπη και παρόλα αυτά αντιστεκόμαστε στην έμφυτη τάση μας να προσφέρουμε απλόχερα την Αγάπη.
Η Αγάπη είναι ελευθερία, είναι νίκη στον φόβο.
Κάντε έρωτα με τον σύντροφο που αγαπάτε. Πόσο πιο όμορφα νιώθετε σε αντίθεση από τις φορές που κάνατε έρωτα ευκαιριακά ή περιστασιακά;
Πόσο άδειοι νιώσατε, όταν κοιτάξατε δίπλα σας και συνειδητοποιήσατε ότι τίποτε δεν σας συνδέει με τον ερωτικό σας παρτενέρ και το μόνο που θέλατε ήταν να τα μαζέψετε και να φύγετε άρον-άρον;
Η επιλογή της Μη αγάπης πρώτα απʼ όλα δηλώνει ότι δεν αγαπάμε τον εαυτό μας.
Όταν δεν αγαπάμε, ξοδεύουμε την ψυχή μας, με αντίτιμο την μοναξιά.
Όταν δεν αγαπάω, χαραμίζομαι. Αναλίσκομαι. Ξοδεύομαι.
Η Αγάπη είναι Χαρά, είναι Ελευθερία, είναι Ευτυχία.
Η Μη Αγάπη είναι πηγή κακού, κάθε κακού.

Εμείς επιλέγουμε. Πάντα εμείς.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Η Μόμο





Κάποια μέρα όμως ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς διαδόθηκε πως κάποιος κατοικούσε τώρα τελευταία στα χαλάσματα. Ήταν, λέει, ένα παιδί μάλλον κοριτσάκι. Κανένας όμως δεν μπορούσε να πει τίποτα με ακρίβεια γιατί τα ρούχα της ήταν κάπως παράξενα. Τη λέγανε Μόμο ή κάπως έτσι.
Και πραγματικά, η εξωτερική εμφάνιση της Μόμο ήταν λιγάκι παράξενη και μπορούσε να τρομάξει τους ανθρώπους που δίνανε μεγάλη σημασία στην καθαριότητα και την τάξη. Ήταν κοντούλα, λεπτούλα, έτσι που ήταν αδύνατο να πεις αν ήταν οκτώ χρονών ή δώδεκα. Στο κεφάλι φύτρωναν αναμαλλιασμένες μπούκλες, μαύρες σαν πίσσα, που δείχνανε να μην τις είχε αγγίξει ποτέ ούτε χτένα ούτε και ψαλίδι. Είχε πολύ μεγάλα, πανέμορφα μάτια κι αυτά μαύρα σαν την πίσσα και πόδια στο ίδιο χρώμα γιατί γύριζε πάντα ξυπόλητη. Τον χειμώνα μόνο έβαζε καμιά φορά παπούτσια, αλλά κια υτά ήταν παράταιρα και της πέφτανε πολύ μεγάλα. Κι αυτό γιατί τίποτα απ αυτά που είχε η Μόμο δεν ήταν δικό της. Ή τα είχε βρει κάπου ή της τα είχε χαρίσει κάποιος. Η φούστα της ήταν καμωμένη από διάφορα παρδαλά κουρέλια και της έφτανε ως τον αστράγαλο. Από πάνω φορούσε ένα παλιό, πολύ μεγάλο της, αντρικό σακάκι, με μανίκια διπλωμένα στον καρπό. Η Μόμο δεν ήθελε να τα κόψει γιατί σκεφτόταν πολύ προνοητικά πως θα μεγάλωνε. Και ποιός μπορούσε να ξέρει αν θα ξανάβρισκε ποτέ ένα τόσο ωραίο και πρακτικό σακάκι με τόσες πολλές τσέπες;
Κάτω από τη χορταριασμένη σκηνή του ερειπωμένου θεάτρου υπήρχαν μερικές μισογκρεμισμένες καμαρούλες, που μπορούσες να τις φτάσεις μέσα από μια τρύπα στον εξωτερικό τοίχο. Η Μόμο είχε φτιάξει εκεί το σπιτικό της.
Κάποιο μεσημέρι μερικοί άντρες και γυναίκες της γειτονιάς ήρθαν να τη βρουν και προσπάθησαν να της πάρουν λόγια. Η Μόμο στεκόταν και τους κοίταζε τρομαγμένη γιατί φοβόταν πως οι άνθρωποι αυτοί θα τη διώχνανε. Δεν άργησε όμως να καταλάβει πως οι άνθρωποι είχαν έρθει με φιλικές διαθέσεις. Ήταν και οι ίδιοι φτωχοί και ξέρανε πολλά για τη ζωή.
ʼαρέσει λοιπόν εδώ; ρώτησε ένας άνδρας.
-Ναι, αποκρίθηκε η Μόμο.
-Και θέλεις να μείνεις εδώ;
-Ναι, πολύ.
-Μα δεν σε περιμένει κανένας;
-Όχι.
-Θέλω δηλαδή να πω, δεν πρέπει να πας στο σπίτι σου;
-Το σπίτι μου είναι εδώ, βεβαίωσε γοργά η Μόμο.
-Κι από πού έρχεσαι παιδί μου;
Η Μόμο έκανε μια αόριστη χειρονομία, δείχνοντας πως ερχόταν από κάπου μακριά.
-Και ποιοί είναι οι γονείς σου; συνέχισε να τη ρωτάει ο άνθρωπος.
Το παιδί τον κοίταξε με αμηχανία, κοίταξε και τους άλλους και ανασήκωσε τους ώμους του. Οι άνθρωποι αντάλλαξαν ματιές κι αναστέναξαν.
-Μη φοβάσαι, συνέχισε ο άνθρωπος, δε θέλουμε να σε διώξουμε. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε.
Η Μόμο κούνησε αμίλητη το κεφάλι της, δεν έδειχνε όμως να είχε τελείως πειστεί.
-Είπες πως σε λένε Μόμο;
-Ναι.
-Είναι ένα όμορφο όνομα, αλλά δεν το έχω ξανακούσει. Ποιός σου έδωσε αυτό το όνομα;
-Εγώ, είπε η Μόμο.
-Εβγαλες έτσι η ίδια τον εαυτό σου;
-Ναι.
-Και πότε γεννήθηκες;
Η Μόμο το σκέφτηκε και στο τέλος είπε:
-Όσο θυμάμαι υπήρχα από πάντοτε.
-Δεν έχεις καμιά θεία, κανένα θείο, καμιά γιαγιά, τέλος πάντων, κάποια οικογένεια όπου θα μπορούσες να πας;
Η Μόμο κοίταξε μονάχα τον άνθρωπο και για λίγο δε μίλησε. Έπειτα μουρμούρισε:
-Εδώ είναι το σπίτι μου.
-Ας είναι, έκανε ο άνθρωπος, είσαι παιδί ακόμα. Πόσων χρονών είσαι;
-Εκατό, είπε διστακτικά η Μόμο.
Οι άνθρωποι γέλασαν γιατί το πήραν για αστείο.
-Σοβαρά, πόσο είσαι;
-Εκατό δύο, απάντησε η Μόμο με ακόμα λιγότερη σιγουριά.
Πέρασε κάμποση ώρα ώσπου να καταλάβουν οι άνθρωποι πως το παιδί ήξερε μονάχα μερικούς αριθμούς που κάπου είχε ακούσει, αλλά πως γιʼ αυτήν δεν σήμαιναν κάτι το συγκεκριμένο, γιατί δεν είχε μάθει ποτέ της να μετράει.
-Άκου δω, είπε ο άνθρωπος αφού συμβουλεύτηκε τους άλλους, συμφωνείς να το πούμε στην αστυνομία πως είσαι εδώ; Τότε θα σε πάνε σε κάποιο ίδρυμα όπου θα σου δίνουν να τρως και θα έχεις και το κρεβάτι σου κι όπου θα μάθεις να μετράς, να διαβάζεις και να γράφεις και πολλά άλλα ακόμα. Τι λες για αυτό;
Η Μόμο τον κοίταξε τρομοκρατημένη.
-Όχι, μουρμούρισε, δε θέλω να πάω. Ήμουνα εκεί κάποτε. Είχε κι άλλα παιδιά εκεί. Είχαν κάγκελα στα παράθυρα. Κάθε μέρα έπεφτε ξύλο, πάντα άδικα. Πήδηξα λοιπόν νύχτα τον τοίχο και τοʼ σκασα. Δε θέλω να ξαναπάω πίσω.
-Σε καταλαβαίνω, είπε ένας γέρος και κούνησε το κεφάλι του. Και οι άλλοι το καταλάβαιναν και κείνοι και κούνησαν τα κεφάλια τους.
-Ας είναι, είπε μια γυναίκα, είσαι όμως μικρή ακόμα. Πρέπει να σε φροντίζει κάποιος.
-Εγώ, είπε ξαλαφρωμένη η Μόμο.
-Θα τα καταφέρεις; ρώτησε η γυναίκα.
Η Μόμο έμεινε για λίγο σιωπηλή κι έπειτα είπε με σιγανή φωνή:
-Δε μου χρειάζονται πολλά.
Και πάλι κοιτάχτηκαν οι άνθρωποι, αναστέναξαν και κούνησαν τα κεφάλια τους.
-Ξέρεις Μόμο, άρχισε να λέει πάλι εκείνος ο άνθρωπος που είχε μιλήσει πρώτος, λέμε πως θα μπορούσες να βολευτείς σε κάποιον από μας. Εχουμε βέβαια πολύ λίγο χώρο όλοι μας και οι πιο πολλοί έχουν κιόλας ένα σωρό παιδιά, που πρέπει να ταίσουνε, νομίζουμε όμως πως ένα παραπάνω δεν έχει καμιά σημασία. Πως το βλέπεις αυτό;
-Ευχαριστώ, είπε η Μόμο και χαμογέλασε για πρώτη φορά, σας ευχαριστώ πολύ. Δε θαʼταν όμως πιο απλό να μʼ αφήσετε να μείνω εδώ;
Οι άνθρωποι συσκέφτηκαν για κάμποση ώρα, είπανε αυτό και κείνο, στο τέλος όμως συμφώνησαν. Γιατί, πίστευαν πως το παιδί θα μπορούσε να καθίσει εδώ το ίδιο καλά όπως σε κάποιον απʼ αυτούς και θα φρόντιζαν τη Μόμο ομαδικά, γιατί θα ήταν πολύ πιο απλό για όλους μαζί παρά για έναν μόνο.
Βάλθηκαν λοιπόν να συγυρίζουν αμέσως τη μισογκρεμισμένη πέτρινη καμαρούλα, όπου είχε στήσει το σπιτικό της η Μόμο και να την επιδιορθώσουν όσο γινόταν. Ένας απ΄αυτούς που ήταν χτίστης, έχτισε μάλιστα ένα πέτρινο τζάκι. Κάπου βρέθηκε κι ένα σκουριασμένο μπουρί. Ένας γέρος μαραγκός έφτιαξε στα γρήγορα με κάτι σανίδια από κάσες ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες. Και οι γυναίκες φέρανε ένα άχρηστο, στολισμένο με έλικες, σιδεροκρέβατο, ένα στρώμα που ήταν μόνο λιγάκι σχισμένο και δυο κουβέρτες. Η πέτρινη τρύπα κάτω από τη σκηνή του ερειπωμένου θεάτρου έγινε ένα άνετο δωματιάκι. Ο χτίστης, που ήταν και λιγάκι καλλιτέχνης, ζωγράφισε στο τέλος έναν όμορφο πίνακα με λουλούδια πάνω στον τοίχο. Ζωγράφισε ακόμα και την κορνίζα και το καρφί απʼ όπου κρεμόταν ο πίνακας.
Κι έπειτα ήρθαν τα παιδιά αυτών των ανθρώπων κι έφεραν ό,τι μπορούσαν να ξεκόψουν από το φαγητό τους, το ένα λίγο τυρί, το άλλο μια κόρα ψωμί, το τρίτο μερικά φρούτα και πάει λέγοντας. Κι επειδή τα παιδιά ήταν πάρα πολλά, μαζεύτηκαν εκείνο το βράδυ τόσα, που μπόρεσαν να γιορτάσουν όλα μαζί την εγκατάσταση της Μόμο. Ήταν μια όμορφη γιορτή όπως ξέρουν να γιορτάζουν μονάχα οι φτωχοί.

Κι έτσι άρχισε η φιλία ανάμεσα στη μικρή Μόμο και τους ανθρώπους

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Ενήλικας με αυτογνωσία και ελευθερία





Τη διαφορετικότητα, την ιδιαιτερότητα, τις ικανότητες και την αδυναμία του, κάθε παιδί αρχίζει να το συνειδητοποιεί από τη στιγμή που αρχίζει το παιχνίδι. Καταλαβαίνει σταδιακά, τι είναι δύσκολο και τι εφικτό για εκείνο, πόσο αντέχει να προσπαθήσει, μέχρι πού έχει δύναμη να φτάσει. Αντιλαμβάνεται σιγά-σιγά ότι, ενώ έχει αρκετές ομοιότητες με κάθε άλλο παιδί –κεφάλι, δυο χέρια, δυο πόδια, περπάτημα, προφορά λέξεων-, έχει πολλές διαφορές. Αυτή η συνειδητοποίηση του εαυτού του ονομάζεται αυτογνωσία.

Στόχος της αυτογνωσίας είναι να εντοπίσει ένα παιδί τα ισχυρά χαρακτηριστικά των δυνατοτήτων του ώστε να μπορεί να τα αξιοποιήσει πλήρως. Επίσης διευκρινίζει τα λιγότερο δυνατά χαρακτηριστικά και πειραματίζεται με κατάλληλους τρόπους ενδυνάμωσής τους.

Υπάρχουν αρκετά τεστ που δείχνουν τις δυναμικές του παιδιού. Εξετάζουν, για παράδειγμα, τον τρόπο που μαθαίνει ευκολότερα (μαθησιακό δυναμικό): με επανάληψη, με παραδείγματα, με βιωματικό ή με παθητικό τρόπο.

Βέβαια, οι αρχαίοι Πυθαγόριοι υποστήριζαν ότι η γνώση του εαυτού προηγείται της γνώσης των άλλων. Κατά συνέπεια, έθεταν τους πρωταρχικούς τρόπους εξάσκησης για αυτογνωσία, με

-εγκράτεια φαγητού
-αξιολόγηση πράξεων ημέρας:με επιβράβευση ή ποινή
-πίστη στο Θεό και τους γονείς και
-στιγμές σιωπής για συλλογισμό,
προκειμένου να αντιληφθεί το παιδί κάθε έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την καθημερινότητά του.

Αντίθετα, η σημερινή εκπαίδευση, διδάσκει ΜΟΝΟ γνώσεις για τους άλλους –για ήρωες, πολιτικούς, καλλιτέχνες- επιτευγμάτων και αδυναμίες τους, χωρίς να αφήνει περιθώριο για σκέψη, κρίση, σχολιασμό στο καθρέφτη, συνειδητοποίηση του εαυτού μας.

Ευτυχώς, το ίδιο το βρέφος καταλαβαίνει σταδιακά τι είδους κίνηση πρέπει να κάνει για να δείξει την αγάπη του, με ένα χάδι, ή να δείξει την αποστροφή του, με χτυπώντας τον άλλον. Βέβαια, η αντίδραση είναι αποτέλεσμα συγχρόνως και της αντικειμενικής και της ψυχολογικής του κατάστασης.

Η παρατήρηση, το σχόλιο ή η ποινή προς το παιδί, είναι καταστάσεις που βοηθούν στην ωριμότητα και στον προβληματισμό, όταν ακολουθούνται από μία χειρονομία αγάπης. Εξηγώ: όταν το παιδί σπάσει ένα βάζο τότε ο γονιός πρέπει να πάει κοντά του, να μιλήσει με δυνατή φωνή και να εξηγήσει γιατί έσπασε το βάζο και ποιες είναι οι συνέπειες. Μετά, βάζει όρια στο παιδί τι μπορεί να πιάνει και τι όχι – στο τέλος, τα επαναλαμβάνει. Μετά, αγκαλιάζει το παιδί και του δίνει ένα φιλί.

Βέβαια, αυτό ίσως συμβεί ξανά. Ο γονιός επαναλαμβάνει την ίδια συμπεριφορά. Το υγιές παιδί, έχοντας ένα σταθερό περιβάλλον, καταλαβαίνει από τις δυνάμεις του, τι μπορεί να κάνει για να έχει το αποτέλεσμα που επιθυμεί και προσπαθεί να καταφέρει περισσότερο. Οι τελευταίες προσπάθειες απόκτησης της αυτογνωσίας από τα παιδιά, γίνονται και μέσα από την ενασχόληση με τα άλογα. Λέγεται, ότι το άλογο υιοθετεί τη συμπεριφορά του φροντιστή του. Όμως ακόμα, αυτός ο τρόπος προσέγγισης και εκπαίδευσης βρίσκεται σε πειραματικό στάδιο.

Γονείς, προχωρήστε στην αυτογνωσία του μαθησιακού δυναμικού. Μην αφήνετε τη μαθησιακή διαδικασία στην τύχη, αξιοποιήστε το δυναμικό σας (ή του παιδιού σας) με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μειώνοντας τη μαθησιακή ταλαιπωρία και κερδίζοντας παράλληλα ελεύθερο χρόνο!

Το συνειδητοποιημένο παιδί ξέρει τι θέλει και συνδιαλέγεται με την κοινωνία όπου ζει. Είναι χαρούμενο παιδί γιατί είναι ελεύθερο να διαλέξει και να διεκδικήσει.

Άραγε, μήπως η διεκδίκηση της ελευθερίας μέσα από την αυτογνωσία, ενοχλεί;


Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Νιώσε και αγάπα!





Ο ουρανός πάνω από τα Ψαχνά το δειλινό της Κυριακής 4-10-2009
Άκου τους πρωινούς κελαηδισμούς πώς υμνούν το θαύμα της ζωής
Άσε τα μάτια σου να βαφτιστούν στα χρώματα της ροδαυγής
Πάρε στο δάχτυλό σου φυλαχτό μια δροσοσταλίδα από το χορτάρι
Ανέβα ταπεινά το μονοπάτι
Στο διάβα σου μοιράσου του ζουζουνιού και της πεταλουδίτσας τη χαρά
Τραγούδα πλάι στο κελάρυσμα του ρυακιού
Σμίξε την ανάσα σου με την ανάσα του κυκλάμινου
Της πέρδικας την περπατησιά παράφορα ερωτέψου
Μελέτα τη ζωγραφιά στην πλάτη του σκαθαριού
Πρόσεχε μην πατήσεις την ανθισμένη μυρμηγκοφωλιά
Στο ξέφωτο στάσου και με το μεγάλο λιθάρι πιάσε κουβέντα για την αιωνιότητα
Μην τρομάξεις από το σούρσιμο ενός φιδιού που άθελά σου το τρόμαξες
Στο αστραφτερό μυστήριο του μεσημεριού παραδώσου
Στις φτέρες φτερούγισε σαν το τρυφερό φύσημα του αγεριού
Αγκάλιασε όπως ο κισσός τον ψηλό δεντροκορμό
Το άγιο νερό της πηγής σκύψε να κοινωνήσεις
Πρόλαβε να χαρείς το άλμα της νυφίτσας
Τη γέρικη χελώνα μη βιαστείς να προσπεράσεις
Πλανέψου από τ' αηδόνια της ρεματιάς
Στου δειλινού τα σύννεφα αιωρήσου
Στο λυκόφως ξαναβρές το ξενητεμένο ποίημά σου
Στην ανατολή του φεγγαριού χόρεψε χέρι-χέρι με τους θρύλους
Ευχήσου στον αποσπερίτη να γίνει αυγερινός
Γείρε τα μάτια σου και χώρεσε όλη την Πλάση στα όνειρά σου
Πόνεσε και δάκρυσε για τον πόνο και το δάκρυ του άγνωστου συνανθρώπου
Ξύπνα και ζήσε το θαύμα από την αρχή.


ΠΗΓΉ: Μπαρσάκης Δημήτρης

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Παράδεισος και Κόλαση – Η πραγματική διαφορά





Ένας άνθρωπος μίλησε με τον Κύριο για τον παράδεισο και την κόλαση. Ο Κύριος είπε στον άνθρωπο, “Έλα, θα σου δείξω την κόλαση”. Μπήκαν σ’ ένα δωμάτιο όπου μια ομάδα ανθρώπων καθόταν γύρω από ένα τεράστιο τσουκάλι με βραστό κρέας. Όλοι πεινούσαν απελπιστικά. Ο καθένας τους κρατούσε ένα κουτάλι που έφτανε ως το τσουκάλι, αλλά όλα τους είχαν μακριά χερούλια που δεν τους επέτρεπαν να τα φέρουν στο στόμα τους. Το μαρτύριο τους ήταν απερίγραπτο.
“Έλα τώρα να σου δείξω τον παράδεισο”, είπε ο Κύριος μετά από λίγο. Μπήκαν σ’ ένα άλλο δωμάτιο, απαράλλακτο με το προηγούμενο – το τσουκάλι με το φαγητό στη μέση, η ομάδα των ανθρώπων, τα κουτάλια με τις πολύ μακριές λαβές. Αλλά όλοι ήταν ευτυχισμένοι και χορτασμένοι.
“Δεν καταλαβαίνω” είπε ο άνθρωπος. “Γιατί αυτοί εδώ είναι ευτυχισμένοι και οι άλλοι δυστυχισμένοι, τη στιγμή που όλα είναι ίδια;”
Ο Κύριος χαμογέλασε. “Α, είναι πολύ απλό”, είπε. “Αυτοί εδώ έμαθαν να ταΐζουν ο ένας τον άλλο”.

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Ράντγιαρντ Κίπλινγκ





Αν μπορείς να σαι ατάραχος, όταν τριγύρω οι άλλοι,
σε σένα ρίχνουν τ άδικο μέσα στην παραζάλη.

Αν μπορείς, όταν δισταγμούς για σε θα 'χουν εκείνοι,
να 'χεις στη δύναμή σου εσύ κρυφή εμπιστοσύνη.
Αν μπορείς να σαι ακούραστος όταν προσμένεις κάτι,
με ψέμα να μην απαντάς στων άλλων την απάτη,
Αν σε μισούν, να μη μισείς κι ας είσαι πληγωμένος
Να μην είσαι ευκολόπιστος μήτε πονηρεμένος.

Αν μπορείς να ονειρεύεσαι και τα όνειρα να ορίζεις,
να σκέπτεσαι, χωρίς ζωή στη σκέψη να χαρίζεις.
Αν στον Θρίαμβο και στη Καταστροφή έχεις την ίδια γνώμη,
Κι άσειστη θέληση να λες "βάστα καρδιά μου ακόμη".
Αν μπορείς την αλήθεια που 'χεις πει να δεις σακατεμένη,
μια παγίδα για αφελής μα συ να επιμένεις.
Αν ό,τι αγάπησες μπορείς ρημάδι ν' αντικρίσεις,
με χαλασμένα σύνεργα το έργο να ξαναρχίσεις.

Αν όσα πλούτη κέρδισες μπορείς να τα σωριάσεις,
σ' ένα παιγνίδι τολμηρό να μη τα λογαριάσεις,
κι όταν χαθούν αχάλαστη να 'ναι η ζωή σου εσένα,
χωρίς να παραπονεθείς ποτέ για τα χαμένα.
Αν σκλάβα σου ν' έχεις μπορείς στη πράξη την καρδιά σου
να βρεις το θάρρος που έμεινε πολύ καιρό μακριά σου.

Αν μες το πλήθος είσαι αγνός χωρίς να φεύγεις πέρα,
Κι αν όταν συναντάς και βασιλείς είναι μια ίδια μέρα.
Κι αν δεν μπορεί φίλος η εχθρός πίκρες να σε ποτίζει,
Κι αν εκτιμάς κάθε άνθρωπο μονάχα όσο αξίζει.
Κι αν το γοργό καιρό μπορείς σωστά να τον μετρήσεις
και μέσα του κάθε στιγμή τους θησαυρούς να κλείσεις.
Όλα δικά σου γίνονται τότε σ΄ αυτή τη πλάση
κι είσαι άντρας άξιος που κανείς ποτέ δεν θα σε ξεπεράσει.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Μια απλή συνταγή





Υ Λ Ι Κ Α

1. Ένα κιλό απλή καρδιά.

2. Δύο κιλά ήσυχη συνείδηση.

3. Μισό κιλό χαρωπό πρόσωπο.

4. 300 γραμμάρια αγάπη.

5. Δύο φλιτζάνια γέλιο.

6. Δύο κουταλάκια εξοχή.

Ε Κ Τ Ε Λ Ε Σ Η

1. Ρίχνετε στην κατσαρόλα του εσωτερικού σας κόσμου την ήσυχη συνείδηση και την απλή καρδιά.

2. Τα δουλεύετε πολύ καλά, ώσπου ν
ʼ ασπρίσουν, να φουσκώσουν και να γεμίσει η κατσαρόλα.

3. Προσθέτετε τότε την αγάπη και το γλυκό σας παίρνει ένα ωραίο ρόδινο χρώμα.

4. Μετά ρίχνετε το χαρωπό πρόσωπο και το γέλιο.

5. Προσέχετε πολύ καλά στο δούλεμα, γιατί ένα κατσούφιασμα μπορεί να κόψει το γλυκό.

6. Αν έχετε λίγη εξοχή, βάζετε και δύο κουταλάκια για άρωμα.

7. Όταν δουλέψετε καλά όλα τα υλικά, δηλαδή: την συνείδηση, την απλή καρδιά, την αγάπη, το γέλιο, το χαρωπό πρόσωπο και την εξοχή, τα ρίχνετε στο ταψί της ψυχής, τα στρώνετε με την κουτάλα της θελήσεως και τα ψήνετε στο φούρνο της υπομονής.

8. Το σερβίρετε ζεστό, ραντισμένο με την εμπιστοσύνη στον Θεό!

Όσοι έφαγαν αυτό το γλύκισμα
ομολογούν ότι το κύριο χαρακτηριστικό
της γεύσεώς του είναι η ψυχική γαλήνη.
Δοκιμάστε το λοιπόν!
ΠΗΓΉ: http://enallaktikidrasi.com/2013/06/i-pio-efkoli-kai-nostimi-syntagi-gia-to-oreotero-glyko-tou-kosmou/

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Ο άνθρωπος που ετοίμαζε το αυτοκίνητό του.





Ένιωθε την ανάγκη να είναι πάντα έτοιμος. “Έβλεπε τη ζωή σαν προετοιμασία, προγύμναση, προπόνηση. “Έπρεπε πάντα να είναι σε φόρμα. Σωματικά και ψυχικά. Για κάτι σημαντικό που θα συνέβαινε, για μία περιπέτεια που θα απαιτούσε την μέγιστη απόδοση, για ένα μεγάλο πολύπλοκο ταξίδι στην άκρη των πάντων.
“Όταν ήταν παιδί, διάβαζε και ξαναδιάβαζε Ιούλιο Βερν, επιστημονική φαντασία, εξερευνήσεις, περιπέτειες. Μετά έκλεινε το βιβλίο και ξαναζούσε την πλοκή, βάζοντας τον εαυτό του στη θέση του ήρωα. “Ήταν δεν ήταν έντεκα χρόνων, παραλίγο να παντρευτεί η αδερφή του έναν ομογενή, μεγαλοκτηματία στην Τανγκανίκα. Μήνες ολόκληρους πριν κοιμηθεί κάλπαζε μέσα σε απέραντες φυτείες κυνηγώντας λιοντάρια.
Μετά άρχισε να ονειρεύεται άλλες περιπέτειες, πιο ποιητικές. “Έγραφε και στίχους. Ερωτεύτηκε αλλά δεν αγάπησε. Για λίγο καιρό στο πανεπιστήμιο μπλέχτηκε με πολιτικά, μπήκε σε νεολαίες. Συζητούσε για οράματα μιας άλλης ζωής. Μετασχηματισμός ή επανάσταση; Κι αυτά του φαίνονταν πάλι ταξίδια. Στο μέλλον, με πολύ μεγαλύτερο ρίσκο.
“Ώσπου μπήκε στη ζωή – από την πίσω πόρτα – κι άρχισε να κάνει αυτά που κάνουν όλοι. Δουλειά, σπίτι, παιδιά. Αλλά δεν έπαψε να ονειρεύεται. Και κάτι παραπάνω: Να ετοιμάζεται. Για τι πράγμα; Δεν ήξερε. “Ήταν σίγουρος πως κάτι σημαντικό θα συνέβαινε ξαφνικά – και θα έπρεπε να ξεκινήσει. Να φύγει, να αλλάξει τόπο και ζωή. Παίρνοντας μαζί μόνο το αυτοκίνητό του.
Αυτό ήταν ο συνένοχος και ο σύντροφός του στα όνειρα. Γιατί, βέβαια, μόνος του δεν θα έφτανε μακριά. Ενώ με την βοήθεια του τετράτροχου φίλου, θα ταξίδευε σίγουρα τις μεγάλες αποστάσεις. Γι αυτό συνεχώς ετοίμαζε το αυτοκίνητό του.
Πρώτα το είχε πάντοτε γεμάτο με βενζίνα, ξέχειλο. «Σκέψου» μονολογούσε «να ξεκινάς και να μην βρίσκεις πρατήριο». Μόλις λοιπόν κατέβαινε ο δείκτης στα τρία τέταρτα, πήγαινε και το γέμιζε ως επάνω. Τον ήξεραν και στο βενζινάδικο: «φουλάρισμα – ένα χιλιάρικο!» φώναζε ο μικρός.
“Έπειτα το συντηρούσε σχολαστικά. “Άλλαζε λάδια κάθε χίλια χιλιόμετρα. («Μπορεί να μη βρεις ΕΚΕΙ», σκεπτόταν, «και να πρέπει να κάνεις τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα με παλιό λάδι!» Που ήταν το ΕΚΕΙ, δεν ήξερε. “Έπρεπε όμως να λάβει υπόψη του όλα τα ενδεχόμενα.
Είχε μαζί του τα πάντα: Λάμπες για κάθε χρήση, ιμάντες, μπουζί, καπάκι ντιστριμπιτέρ, φίλτρα λαδιού και βενζίνας και πολλά άλλα ανταλλακτικά. Γέμιζαν το μισό πορτ-μπαγκαζ – όμως του έδιναν σιγουριά. («Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σε βρει η βλάβη. Και πού!»)
Ακόμα και προμήθειες κουβάλαγε στο αυτοκίνητο – λίγες αλλά βασικές. «Μπορεί να πεινάσω στο δρόμο», σκεπτόταν και είχε αποθηκεύσει φρυγανιές, κράκερ, ένα παγουράκι νερό. Τα άλλαζε μάλιστα από καιρό σε καιρό, να μην μπαγιατεύουν.
Το βράδυ, πριν κοιμηθεί, έκλεινε τα μάτια, σκεπτόταν το αυτοκίνητο πανέτοιμο και εξοπλισμένο ως τα μπούνια – και ένιωθε όμορφα. «Μπορώ να ξεκινήσω ανά πάσα στιγμή!» σκεπτόταν. «Έτοιμος!» Είχε και άδεια διεθνή στο αμάξι και τρίπτυχο, που το ανανέωνε τακτικά. “Έδινε πίσω το παλιό – αχρησιμοποίητο – και έπαιρνε το καινούργιο.
Τελικά, βέβαια, πήγαινε μόνο σπίτι-γραφείο, γραφείο-σπίτι. Καμιά φορά, το βράδυ, στα περίχωρα για φαΐ. Σπάνια, πολύ σπάνια, εκδρομές. Παλιά, όταν ήταν πιο νέος κυκλοφορούσε περισσότερο με το αυτοκίνητο. Είχε κάνει και δύο ταξίδια στο εξωτερικό. Ιταλία. Τώρα, είχε δουλειά ως και τα Σαββατοκύριακα. Και μετά υποχρεώσεις, παιδιά, συγγενείς.
“Όσο όμως λιγότερο ταξίδευε, τόσο περισσότερο φρόντιζε το αυτοκίνητό του. Το γυάλιζε, το καθάριζε, το πλούτιζε με χρήσιμα αξεσουάρ, το συντηρούσε, το ετοίμαζε. Κάθε τρεις μέρες μετρούσε τα λάδια, τις στάθμες των υγρών, τις πιέσεις των ελαστικών. «Δεν ξέρεις ποτέ ποια στιγμή θα χρειαστεί να ξεκινήσεις», συλλογιζόταν.
Να ξεκινήσει για πού; Αυτό δεν είχε σημασία. Φανταζόταν τον εαυτό του να τρέχει σε ανοιχτούς δρόμους, με βροχές, χιόνια, ανέμους δυνατούς – και να κυνηγάει κάποιον προορισμό που έμενε πάντα μακρινός. “Ίσως να έψαχνε το Ιρκούτσκ του Μιχαήλ Στρογκώφ, ίσως ο δρόμος του ήταν η Παναμερικάνα – από τον Καναδά στην Παταγονία. Πήγαινε, έφευγε – μακριά από όλα, πιο κοντά σε τίποτα.
“Όχι πως είχε και κανένα εξαιρετικό αυτοκίνητο. “Ήξερε από αμάξια, ήταν πάντα ενήμερος, αλλά, δυστυχώς, τα χρήματα δεν επαρκούσαν για καθαρόαιμο. Πάντως, όταν το αγόρασε, το είχε διαλέξει με προσοχή. Ενώ η γυναίκα του σκεπτόταν τις οικογενειακές ανάγκες, αυτός μετρούσε τις δυνατότητες για μεγάλα ταξίδια, την αντοχή σε ανώμαλους δρόμους, τις απαιτήσεις εξωτικών συνθηκών.
Αυτό ήταν το τρίτο του αμάξι. Τα προηγούμενα – που κι αυτά τα κρατούσε πάντα έτοιμα για μεγάλες αποδράσεις – δεν είχαν αξιωθεί να τις ζήσουν. “Όταν γέρασαν, τα πούλησε – κυρίως διότι δεν θα επαρκούσαν πια στις ανάγκες του Ταξιδιού. Κι ένιωσε άσχημα, όταν τα αποχαιρετούσε, επειδή δεν εκπλήρωσε αυτό που κάθε μέρα τους υποσχόταν.
Το σημερινό του αυτοκίνητο ήταν ιαπωνικό («πιο φθηνά και πιο γερά», έλεγε) εννέα ίππων και έξι ετών. Σκεπτόταν συχνά να το αλλάξει – αλλά με τις τιμές όπως είχαν απογειωθεί… Πάντως τον έτρωγε η ανησυχία, μήπως είχε γεράσει – μήπως το μοτέρ και η ανάρτηση δεν τα έβγαζαν πέρα, όταν θα έφτανε η στιγμή.
«Κι αν δεν έρθει η στιγμή;» ρωτούσε καμιά φορά τον εαυτό του. Αλλά αμέσως είχε υποκατάστατο όνειρο. Σ’ αυτό, δεν έπαιρνε εντολή να φύγει. Ξεκινούσε από μόνος του. Κάποια στιγμή η ανάγκη ξεχείλιζε και – ξαφνικά, στην μέση μιας δουλειάς, στην μέση μιας ζωής – έφευγε. “Έπαιρνε δρόμο, διέσχιζε όλη την Ευρώπη (ανάμεσα σε δάση, ποτάμια, πύργους και πόλεις) κι έφτανε μετά στα όρια, εκεί που είναι μοναξιά, ομίχλη, έρημος και ορίζοντας. Αυτά, πάντα, πριν κοιμηθεί.
Την άλλη μέρα σπίτι-γραφείο, σπίτι-γραφείο. Καμία αλλαγή στην διαδρομή, εκτός από το ότι κάποτε έβρεχε – κι άλλοτε είχε λιακάδα. “Άλλοτε διάλεγε κλασική μουσική κι άλλοτε ροκ. Τίποτε άλλο.
Βλάβες, χτυπήματα, τον γέμιζαν άγχος. “Όσο το αυτοκίνητο διανυκτέρευε στο συνεργείο – αυτός δεν έκλεινε μάτι. «Κι αν χρειαστεί τώρα να φύγω;» “Όταν ξαναγύριζε σπίτι, το όνειρο συνεχιζόταν: «Το παίρνω και φεύγω, περνάω χώρες, βουνά, κάμπους…»
“Ένιωθε έτοιμος. Αυτό ήταν το σημαντικό. Δεν ζούσε, αλλά περίμενε. Η αναμονή είχε αντικαταστήσει τη ζωή. Πάντοτε μέσα του αυτή η ένταση της ετοιμότητας, σαν την χορδή του τόξου. Πάντοτε μέσα του η άλλη πραγματικότητα – σαν υπόσχεση. Και το αυτοκίνητό του, προέκταση και σύντροφος, έτοιμο, ρυθμισμένο, ανυπόμονο.
Το ξεκίνημα το οραματιζόταν νύχτα. “Έβλεπε τα ρείθρα του έρημου δρόμου να διαγράφονται άσπρα, υπερφωτισμένα, κάτω από τα μεγάλα φώτα ιωδίου. Στο βάθος, τα μάτια κάποιου ζώου να γυαλίζουν φευγαλέα στη δημοσιά. Ψύχραιμο, συστηματικό, γρήγορο οδήγημα – μπροστά του χιλιάδες χιλιόμετρα… Στροφές, ευθείες, άλλες στροφές. Η διαδοχή τους τον νανούριζε και τον κοίμιζε.
“Όσα χρόνια κι αν περνούσαν, το όνειρο ίσχυε πάντα. Η ετοιμότητα πλήρης, η αναμονή έντονη. “Ίσως εντονότερη με την πάροδο της ηλικίας. Τώρα το Ταξίδι έπαιρνε μυθικές διαστάσεις σαν τα παραμυθένια των γεωγράφων της αρχαιότητας, των χρονογράφων του Μεσαίωνα. Η Ατλαντίδα, οι Υπερβόρειοι, οι Κυνοκέφαλοι, τα νησιά των Μακάρων…
“Όταν, εντελώς ξαφνικά, έφυγε για την οριστική διαδρομή – (ελπίζω κι αυτή να είχε ωραίες στροφές κι ευθείες) βρήκανε το γέρικο αυτοκίνητο φορτωμένο ως επάνω εργαλεία, ανταλλακτικά, τρόφιμα.. «Τι τα κουβάλαγε όλα αυτά ο μακαρίτης;» αναρωτήθηκαν.

Το αμάξι πουλήθηκε σε ένα συνταξιούχο. Ούτε αυτό έκανε το Ταξίδι…

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Ο αετός κι ο φυσιοδίφης






«Aνήκεις στον ουρανό κι όχι στη γη, άνοιξε τα φτερά σου και πέτα»
Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί που περπατούσε μες το δάσος ένας άνθρωπος βρήκε έναν μικρό αετό.

- Eίσαι αετός, άνοιξε τα φτερά σου και πέτα.

Τον πήρε σπίτι του και τον έβαλε στο κοτέτσι του, όπου σύντομα έμαθε να τρώει και να συμπεριφέρεται σαν τα κοτόπουλα.

Μια μέρα ένας φυσιοδίφης, που περνούσε από εκεί, ρώτησε τον ιδιοκτήτη γιατί είχε αναγκάσει τον αετό, τον βασιλιά των πουλιών, να ζει στο κοτέτσι μαζί με τα κοτόπουλα.
- Aφού του έδωσα να φάει ό,τι τρώνε οι κότες και τον εκπαίδευσα σαν κοτόπουλο, δεν έμαθε ποτέ να πετάει, απάντησε ο ιδιοκτήτης. Φέρεται σαν κοτόπουλο κι έχει πάψει να είναι αετός.
- Kι όμως, επέμεινε ο φυσιοδίφης, έχει ακόμα καρδιά αετού και σίγουρα μπορεί να μάθει να πετάει.
Aφού κουβέντιασαν καλά, οι δυο άντρες συμφώνησαν να δουν αν αυτό ήταν δυνατό. O φυσιοδίφης έπιασε μαλακά τον αετό στα χέρια και του είπε:
- Aνήκεις στον ουρανό κι όχι στη γη, άνοιξε τα φτερά σου και πέτα.
O αετός όμως είχε μπερδευτεί, δεν ήξερε πια ποιός ήταν και βλέποντας τα κοτόπουλα να τρώνε, πήδησε κάτω για να πάει μαζί τους.
Xωρίς να χάσει το θάρρος του ο φυσιοδίφης πήρε την άλλη μέρα τον αετό ψηλά στη στέγη του σπιτιού και τον παρακίνησε πάλι λέγοντας:
- Eίσαι αετός, άνοιξε τα φτερά σου και πέτα.
Aλλά πάλι ο αετός φοβόταν τον άγνωστο εαυτό του και τον κόσμο και πήδηξε πάλι κάτω για τροφή.
Tην τρίτη μέρα ο φυσιοδίφης σηκώθηκε νωρίς, έβγαλε τον αετό από το κοτέτσι και τον πήρε σε ένα ψηλό βουνό. Eκεί κράτησε τον βασιλιά των πουλιών ψηλά από το κεφάλι του και του έδωσε ξανά θάρρος λέγοντας:
- Eίσαι αετός, ανήκεις στον ουρανό όσο και στη γη. Άπλωσε τα φτερά σου τώρα και πέτα

Τον πήρε σπίτι του και τον έβαλε στο κοτέτσι του...
O αετός κοίταξε γύρω του, κοίταξε το κοτέτσι και μετά τον ουρανό. Δεν πέταξε όμως. Tότε ο φυσιοδίφης τον σήκωσε ψηλά ίσια προς τον ήλιο κι ο αετός άρχισε ξαφνικά να τρέμει και να ανοίγει τα φτερά του. Tελικά βγάζοντας μια κραυγή όρμησε προς τον ουρανό.
Ίσως ο αετός να θυμάται πάντα τα κοτόπουλα με νοσταλγία. Ίσως να ξαναγυρίζει κάπου κάπου για επίσκεψη στο κοτέτσι.
Aλλά από ότι ξέρουμε ποτέ δεν ξαναγύρισε να ζήσει σαν κοτόπουλο.

Σαν τον αετό λοιπόν, οι άνθρωποι που έχουν μάθει να βλέπουν τον εαυτό τους σαν κάτι που δεν είναι, μπορούν να ξαναβρούν τις πραγματικές τους δυνατότητες. Mπορούν να γίνουν κερδισμένοι.