Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Άγιο Δισκοπότηρο





Όταν ήταν παιδί ακόμα, ο αυριανός βασιλιάς κάποιας χώρας, έπρεπε να περάσει μια νυχτιά ολομόναχος μέσα στο δάσος για ν’ αποδείξει το θάρρος του και να μπορέσει να γίνει βασιλιάς. Εκείνη λοιπόν τη νύχτα που ήταν ολομόναχος, είχε ένα όραμα. Μέσα στη φωτιά, που είχε ανάψει, εμφανίστηκε το Άγιο Δισκοπότηρο, το σύμβολο της Θείας Χάρης και μια φωνή είπε στο αγόρι…
«Θα γίνεις ο θεματοφύλακας του Δισκοπότηρου ώστε να γιατρεύει τις καρδιές των ανθρώπων».
Όμως το παλικάρι ήταν τυφλωμένο από μεγαλύτερα οράματα, για μια ζωή γεμάτη δύναμη, δόξα και ομορφιά. Και κάτω από την επίδραση αυτής της βαθιάς εντύπωσης για μια σύντομη στιγμή αισθάνθηκε όχι πια σαν μικρό παιδί, αλλά ότι ήταν ανίκητος, ήταν Θεός. Άπλωσε λοιπόν το χέρι του να πιάσει το Δισκοπότηρο, μα το Δισκοπότηρο χάθηκε, κι απόμεινε το χέρι του μέσα στη φωτιά και κάηκε πολύ άσχημα.
Κι όσο ο νέος μεγάλωνε, τόσο χειροτέρευε η πληγή του. Μέχρι που μια μέρα η ζωή του έπαψε να έχει λόγο να υπάρχει. Δεν εμπιστευόταν κανένα πια, ούτε καν τον εαυτό του. Δεν μπορούσε ν’ αγαπήσει κι ούτε να αισθάνεται ότι τον αγαπούν. Κι είχε πια αηδιάσει από τη ζωή και τα βάσανά της.
Κι έτσι άρχισε να πεθαίνει…
Τότε ήταν που ένας τρελός περιδιάβαινε στο κάστρο και βρήκε τον βασιλιά μονάχο του. Έτσι τρελός που ήταν, κι είχε την σκέψη απλοϊκή κι ανεπιτήδευτη, δεν είδε τον άλλον σαν βασιλιά, αλλά σαν έναν μοναχικό άνθρωπο που υπέφερε. Και τότε ρώτησε τον βασιλιά:
«Τι σε πονάει φιλαράκο;»
Κι ο βασιλιάς απάντησε,
«Διψώ. Θα ήθελα λίγο νερό να δροσίσω το λαρύγγι μου».
Κι ο τρελός πήρε μια κούπα, τη γέμισε με νερό και την έδωσε στον βασιλιά.
Καθώς εκείνος άρχισε να πίνει ένιωσε ότι η πληγή του άρχισε να θεραπεύεται. Κοίταξε τα χέρια του και τότε είδε εκεί το Άγιο Δισκοπότηρο, αυτό που άδικα έψαχνε σ’ όλη του ζωή να βρει. Και γυρίζοντας στον τρελό, του είπε με έκπληξη μεγάλη:
«Πώς μπόρεσες να βρεις αυτό που οι πιο έξυπνοι κι οι πιο γενναίοι μου δεν μπόρεσαν ποτέ τους να βρουν;»
Κι ο τρελός απάντησε:

«Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι εσύ ήσουν διψασμένος».

Ένα περίεργο παραμύθι





Μια φορά κι ένα καιρό, σε ένα μακρινό βασίλειο ήταν ένας βασιλιάς με τη βασίλισσα του.
Ο κόσμος δεν είχε ξαναδεί τέτοιο έρωτα αλλά τα χρόνια περνούσαν και τα κουτσομπολιά και οι μουρμούρες αυξάνονταν συνεχώς διότι δε μπορούσαν να κάνουν παιδί.
Άρχισαν να μαραζώνουν ακούγοντας τα όλα αυτά μέχρι που τελικά η βασίλισσα έμεινε έγκυος.
(ας πούμε ότι η καλή νεράιδα βοήθησε)
Μετά από μερικούς μήνες ένα πανέμορφο αγοράκι
είδε το φως του βασιλείου… χωρίς να γνωρίζει ότι αυτός θα κυβερνάει σε λίγα χρόνια, χωρίς να ξέρει ότι θέλοντας και μη έχει ήδη ένα βάρος στους ώμους του… αυτό του ενός και μοναδικού πρίγκιπα, διαδόχου του στέμματος.
Ο βασιλιάς ήταν πανευτυχής.
Η βασίλισσα ένιωθε τόσο μεγάλη ανακούφιση αφού θα τελείωναν τα λόγια πίσω από την πλάτη της για το αν τελικά μπορεί ή όχι να κάνει παιδί.
Όλο το βασίλειο γιόρταζε για μέρες μέχρι που ο βασιλιάς είχε τη φαεινή ιδέα να καλέσει τις 7 μοίρες για να δώσουν δώρα στο παιδί (λες κι ο πρίγκιπας δεν είχε τα πάντα εκεί
κι έπρεπε να περιμένει αυτές να του τα δώσουν).
Κατέφτασαν με χαρά και οι 7 μοίρες κι άρχισαν να δίνουν τα δώρα τους…
Καλοσύνη
Ευγένεια
Αρετή
Εργατικότητα
Γλυκύτητα
Ομορφιά και…
Πριν προλάβει η έβδομη και καταϊδρωμένη μοίρα να δώσει το δώρο της, η γριά μάγισσα, την οποία δεν είχε καλέσει ο βασιλιάς, εμφανίστηκε και έδωσε μια κατάρα στο πριγκιπόπουλο ώστε να εκδικηθεί το βασιλιά που δεν την προσκάλεσε.
«Προτού κλείσει τα δεκάξι του χρόνια θα τρυπήσει το δάχτυλο του με ένα αδράχτι και θα πεθάνει» είπε η μάγισσα και γέλασε χαιρέκακα..
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ταράχτηκα, ικέτευσαν τη μάγισσα να πάρει την κατάρα αλλά η μάγισσα ορκιζόταν πως δε μπορούσε να την πάρει πίσω (δε ξέρω τη διαδικασία ακύρωσης κατάρας αλλά μάλλον τους δούλεψε η μάγισσα). Το μόνο που κατάφερε κι αυτό διότι το «μετάνιωσε», αφού ήταν εν βρασμώ ψυχής όπως έλεγε,
ήταν να αλλάξει την κατάρα κι αντί να πεθάνει ο πρίγκιπας, να κοιμηθεί για 100 χρόνια.
Περνούσαν τα χρόνια ανέμελα, ο βασιλιάς εννοείται ότι έδωσε εντολή να καταστραφούν όλα τα αδράχτια στο βασίλειο του αλλά ο πρίγκιπας δεν ήταν και το πιο ήσυχο παιδί.
Δραστήριος, εργατικός, ευγενικός, ήθελε να γνωρίσει όλο το λαό και να μάθει την κάθε γωνία του μελλοντικού του βασιλείου. Έτσι λίγο πριν φτάσει στα δεκαέξι του, τριγυρνούσε στην εξοχή ώσπου ανέβηκε σε ένα ξεχασμένο πύργο. Εκεί ήταν ένας γέρος γυρισμένος με πλάτη προς την πόρτα που, με περίσσια χάρη, έγνεθε με το αδράχτι του. (Παίζει πολύ σοβαρά να ήταν η γριά μάγισσα μεταμορφωμένη αλλά ακόμα δεν έχουν επιβεβαιωθεί οι φήμες αυτές). Του πρίγκιπα του φάνηκε περίεργο που δεν γνώριζε τον παππού αλλά είχε γοητευθεί με την κίνηση αυτού του περιέργου εργαλείου και ρώτησε τον ευγενικό γέρο να δοκιμάσει κι αυτός. Δεν πήρε καμία απάντηση όμως. Ο γέρος είχε αφοσιωθεί τόσο πολύ στην τέχνη του που δεν είχε καταλάβει καν ότι υπήρχε κάποιος άλλος στο δωμάτιο.
«Μάλλον πρέπει να φωνάξω πιο δυνατά» σκέφτηκε ο πρίγκιπας.
Έτσι τον ξαναρώτησε αφού πρώτα έβηξε δυνατά για να του τραβήξει την προσοχή. Ο γέρος σάστισε και ο πρίγκιπας πίστεψε για μια στιγμή ότι θα μείνει στον τόπο από την τρομάρα του. Αφού ηρέμισε και ξανάρχισε να αναπνέει κανονικά, ο γέρος συμφώνησε και έδωσε στον πρίγκιπα το αδράχτι. Το κράτησε στα χέρια του κι εφόσον πρώτα το περιεργάστηκε σχολαστικά, άρχισε να γνέθει και μετά από αρκετή ώρα εννοείται ότι τρυπήθηκε διότι ήταν λιγάκι ατσούμπαλος κι έτσι ευθύς αμέσως έπεσε σε λήθαργο. Ο γέρος βλέποντας τον πρίγκιπα με το ματωμένο δάχτυλο, να έχει χάσει τις αισθήσεις του, εξαφανίστηκε για να γλυτώσει το κεφάλι του από τον εξαγριωμένο βασιλιά.
Όλο το βασίλειο έπεσε σε ένα μεγάλο πένθος, χωρίς βέβαια να έχει πεθάνει το πριγκιπόπουλο. Η καλή νεράιδα βλέποντας τη στεναχώρια όλων των υπηκόων και θέλοντας να προστατέψει το βασίλειο από τον πόνο, κοίμισε τους πάντες για 100 χρόνια και έβαλε τον πρίγκιπα στο ψηλότερο πύργο. Κάλυψε με μεγάλους ακανθωτούς θάμνους το βασίλειο ώστε να μη μπορεί να περάσει εύκολα κάποιος άνθρωπος.
Μάλιστα έβαλε κι ένα δράκο για να προστατεύει όλη την περίμετρο και τα επόμενα 100 χρόνια να κυλήσουν ήσυχα
μέχρι να ξυπνήσει ξανά ο πρίγκιπας και το υπόλοιπο βασίλειο.
Αρκετά χρόνια πέρασαν…
Όλοι κοιμόντουσαν του καλού καιρού, ώσπου μια πριγκίπισσα σκέφτηκε να μπει και διασχίσει όλο το βασίλειο για να δει αν αληθεύουν οι φήμες για τον πρίγκιπα. Ο δράκος με το που την είδε άνοιξε τα μεγάλα φτερά του και κατευθύνθηκε προς το μέρος της.
Αφού κάθισε μπροστά της με χάρη, της εξήγησε ότι δε μπορεί να περάσει αλλά αυτή ήταν ξεροκέφαλη. Ήθελε πάση θυσία να μπει και να δει τον πρίγκιπα. Την απείλησε να την σκοτώσει αν τολμούσε να περάσει, αλλά η πριγκίπισσα δεν το έβαζε κάτω με τίποτα. Έτσι αφού δεν του έδωσε άλλες επιλογές πολέμησε μαζί της. Τεράστιες κατακόκκινες φλόγες έβγαιναν από το στόμα του, μαύροι καπνοί από τη μύτη του, αλλά η πριγκίπισσα ήταν από τις μεγαλύτερες πολεμίστριες που είχε δει ολόκληρος ο κόσμος. Μετά από πολλές ώρες μάχης κατάφερε να τον σκοτώσει και πια ο δρόμος για να δει τον πρίγκιπα ήταν ανοικτός. Αφού πέρασε κι άλλες δοκιμασίες και όλα τα αγκάθια χωρίς να πάθει ούτε γρατζουνιά (αφού αυτή δεν ήταν ατσούμπαλη σαν τον πρίγκιπα) έφτασε επιτέλους στο ψηλότερο πύργο που βρισκόταν ο πρίγκιπας.
Παρόλη την κούραση της, έτρεχε ανεβαίνοντας δύο-δύο τα σκαλιά του πύργου. Έφτασε στο ψηλότερο δωμάτιο με την περίτεχνα σκαλισμένη βαριά πόρτα. Μόνο αυτή η πόρτα χώριζε την πριγκίπισσα με τον πρίγκιπα. Το τρεμάμενο χέρι της την άνοιξε και τότε τον είδε. Δε μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Όλες οι φήμες που είχε ακούσει ήταν πέρα για πέρα αληθινές. Ένας πρίγκιπας πανέμορφος που άξιζε κάθε δυσκολία που πέρασε η πριγκίπισσα μέχρι να τον βρει. Τον ήθελε για αυτήν και μόνο… αλλά κοιμόταν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Προσπάθησε να τον ξυπνήσει. Τον ταρακούνησε με όλη της τη δύναμη (έριξε και μερικά χαστούκια), του πέταξε νερό, του φώναξε μέχρι που δεν είχε άλλο αέρα στα πνευμόνια της. Είχε δοκιμάσει τα πάντα αλλά τίποτα. Οι ώρες περνούσαν και ο πρίγκιπας ακόμα κοιμόταν. Η πριγκίπισσα δε μπορούσε να το πιστέψει ότι δε μπορεί να κάνει τίποτε άλλο. Απογοητευμένη και αποδεχόμενη την ήττα της, την πρώτη της ήττα από την ώρα που γεννήθηκε,
σκέφτηκε να δώσει ένα φιλί στον πρίγκιπα, να τον χαιρετήσει και να φύγει. Το πρώτο και το τελευταίο που θα του έδινε ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Και αυτό γιατί η έβδομη μοίρα είχε βάλει το χεράκι της. Χωρίς να το καταλάβει η γριά μάγισσα όταν άλλαξε την κατάρα, η έβδομη μοίρα έβαλε στα ψιλά γράμματα ότι μόνο μια πριγκίπισσα μπορεί να τον ξυπνήσει αν τον φιλήσει.
Έτσι όταν τα χείλη της πριγκίπισσας άγγιξαν τα χείλη του πρίγκιπα, τότε ο πρίγκιπας ξύπνησε. Με το που είδε την πριγκίπισσα, την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα. Δεν τον ενδιέφερε που ήταν ταλαιπωρημένη, βρώμικη και ιδρωμένη, χωρίς καμία δύναμη μετά από τόσες δοκιμασίες. Ήξερε βαθιά μέσα του ότι με αυτή τη γυναίκα θα είναι ευτυχισμένος,  ασφαλής, θα είναι το στήριγμα του
και θα μπορεί να κάνει μαζί της την οικογένεια που ονειρευόταν όλα αυτά τα χρόνια τα οποία κοιμόταν.
Έτσι αφού όλο το βασίλειο ξύπνησε πάλι, έγινε ο γάμος και επιτέλους στο βασίλειο ήρθαν πολλά χρόνια γαλήνης, ευημερίας, ευτυχίας και ειρήνης. Και εζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Λοιπόν… Θα μου πείτε τώρα ότι αυτό κάτι σας θυμίζει… Αλλά και κάτι σας ξενίζει… Όμως το νόημα δεν είναι αν είναι γνωστό ή άγνωστο το παραμύθι. Αν είναι πρωτότυπο κι αυθεντικό ή παραφρασμένο. Αλλά σκεφτείτε λοιπόν να μεγαλώναμε με παραμύθια όπου η γυναίκα δεν ήταν η αδύναμη της υπόθεσης. Ότι μπορεί να σκοτώσει δράκους, να ταλαιπωρηθεί για όλα όσα θέλει. Ότι δεν χρειάζεται να περιμένει τον πρίγκιπα με το λευκό άλογο. Ότι η μέρα του γάμου και το πολυπόθητο νυφικό δεν είναι το όνειρο της από την παιδική της ηλικία. Κι όλα αυτά χωρίς να νιώθει ενοχές μήπως και την πουν σκληρή και άκαρδη ή να τα κάνει μόνο και μόνο για να δείξει την ανωτερότητα της προς τον άντρα. Σκεφτείτε λοιπόν να μεγαλώναμε με παραμύθια όπου ο άντρας είναι και ευαίσθητος και θέλει αγάπη και φροντίδα. Ότι μπορεί να είναι ευάλωτος, Ότι μπορεί και να πληγωθεί, Ότι μπορεί να ονειρεύεται όχι μόνο μια καριέρα, λεφτά, δόξα αλλά και τον έρωτα και την οικογένεια. Κι όλα αυτά χωρίς να νιώθει ενοχές μήπως και τον πουν αδύναμο ή να τα κάνει μόνο και μόνο για να δείξει την ανωτερότητα του προς τη γυναίκα.
Σκεφτείτε το…

Πόσο διαφορετικά θα μεγαλώναμε;;

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Έτσι είναι η ζωή...





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας αγρότης που είχε ένα γέρικο μουλάρι. Μια μέρα το μουλάρι έπεσε στο πηγάδι. Ο αγρότης το άκουσε να γκαρίζει ζητώντας βοήθεια.
Αφού εξέτασε προσεχτικά την κατάσταση, ο αγρότης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ούτε το μουλάρι, ούτε το πηγάδι άξιζαν τον κόπο της διάσωσης. Φώναξε τους γείτονες και τους είπε τι είχε συμβεί. Μετά τους ζήτησε να τον βοηθήσουν να ρίξει χώμα και να θάψει το γέρικο μουλάρι στο πηγάδι, ώστε να το απαλλάξει από τη δυστυχία του.
Αρχικά το γέρικο μουλάρι είχε πάθει υστερία! Αλλά, καθώς ο αγρότης και οι γείτονες του συνέχισαν να ρίχνουν χώμα με τα φτυάρια και το χώμα χτυπούσε την πλάτη του… του ήρθε μια ιδέα. Ξαφνικά σκέφτηκε ότι κάθε φορά που μια φτυαριά χώμα έπεφτε στην πλάτη του… θα έπρεπε να την πετάξει από την πλάτη του και να πατήσει επάνω της! Αυτό και έκανε.
«Διώξ’το και πάτα πάνω… διώξ’ το και πάτα πάνω… διώξ’ το και πάτα πάνω!», επαναλάμβανε για να ενθαρρύνει τον εαυτό του. Όσο οδυνηρά κι αν φαίνονταν τα χτυπήματα, όσο αποκαρδιωτική κι αν ήταν η κατάσταση, το γέρικο μουλάρι πολέμησε τον «πανικό» του κι έκανε ακριβώς αυτό: Έδιωχνε το χώμα και πατούσε επάνω του!

Σε λίγο, το γέρικο μουλάρι πήδηξε θριαμβευτικά το τοίχωμα του πηγαδιού! Αυτό που φαινόταν ότι θα το έθαβε, στην πραγματικότητα ήρθε σαν ευλογία… και όλα αυτά χάρη στον τρόπο που χειρίστηκε την αντίξοη κατάσταση.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Πίνακας για την ειρήνη





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς που πρόσφερε ένα βραβείο στον καλλιτέχνη που θα χρωμάτιζε την καλύτερη εικόνα της ειρήνης. Βρέθηκαν πολλοί καλλιτέχνες που θέλησαν να δοκιμάσουν τις ικανότητές τους στον διαγωνισμό αυτόν. Ο καθένας παρουσίασε το έργο του. Ο βασιλιάς εξέτασε όλες τις εικόνες αλλά υπήρξαν μόνο δύο που τον γοήτευσαν πραγματικά και έπρεπε να επιλέξει ανάμεσά τους.
Η μια από τις δυο εικόνες που επέλεξε απεικόνιζε μια ήρεμη λίμνη. Η λίμνη έμοιαζε με έναν τέλειο καθρέφτη που περιστοιχιζόταν από πανέμορφα, πανύψηλα βουνά. Από πάνω υπήρχε ένας καταγάλανος ουρανός, γεμάτος με μικρά σύννεφα που έπαιρναν ονειρικά σχέδια και σχήματα. Όλοι όσοι είδαν αυτόν τον πίνακα σκέφτηκαν πως αντιπροσώπευε την απόλυτη εικόνα της ειρήνης.
Ο δεύτερος πίνακας ήταν κι αυτός με βουνά. Αλλά αυτά ήταν τραχιά και γυμνά. Αποψιλωμένα από δέντρα και βλάστηση. Ο ουρανός ήταν γκρίζος και το τοπίο πλημμύριζε από αστραπές και δυνατή βροχή! Πιο πέρα, εκεί που κατέληγε το βουνό, ξεκινούσε ένας δυνατός καταρράκτης. Αυτό το τοπίο δεν τους φάνηκε καθόλου ειρηνικό.
Παρατηρώντας τον δεύτερο πίνακα, ο βασιλιάς πρόσεξε ακριβώς πίσω από τον καταρράκτη μια μικροσκοπική ανάπτυξη θάμνων να φυτρώνει επάνω σε μια ρωγμή του άγριου βράχου. Επάνω στον θάμνο, υπήρχε μια φωλιά πουλιών. Μέσα στη φωλιά, βρισκόταν ένα θηλυκό πουλί που τάιζε τα νεογνά του. Στην τέλεια ειρήνη της φωλιάς της!

Ο βασιλιάς επέλεξε τον δεύτερο πίνακα. Όταν τον ρώτησαν για την επιλογή του εκείνος τους απάντησε: «Ειρήνη δεν σημαίνει να μην υπάρχει θόρυβος, ένταση, πρόβλημα ή σκληρή δουλειά. Ειρήνη σημαίνει να στέκεσαι στη μέση όλων εκείνων των πραγμάτων και των καταστάσεων που τραντάζουν συθέμελα την ύπαρξη και το περιβάλλον σου κι εσύ να έχεις ήρεμη την καρδιά και τις σκέψεις σου. Αυτή είναι η πραγματική έννοια της ειρήνης!»

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Θαύμα ή σύμπτωση;





Σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, κάπου στην Πολωνία, το 1945, βρισκόταν έγκλειστο ένα αγόρι 14 ετών. Ήταν ψηλός, λεπτός κι είχε ένα φωτεινό χαμόγελο. Κάθε μέρα μια κοπελίτσα ερχόταν στην εξωτερική πλευρά του συρματοπλέγματος. Πρόσεξε το αγόρι και το ρώτησε αν μιλούσε Πολωνικά, κι εκείνος είπε ναι. Εκείνη του είπε ότι έδειχνε πεινασμένος κι εκείνος συμφώνησε. Τότε εκείνη έβαλε το χέρι στην τσέπη της και έβγαλε και του έδωσε το μήλο της. Αυτός την ευχαρίστησε κι εκείνη έφυγε. Την άλλη μέρα ήρθε εκείνη πάλι μ’ ένα μήλο, που του το έδωσε. Κάθε μέρα εκείνη περπατούσε δίπλα στο συρματόπλεγμα με την ελπίδα να τον δει, κι όταν το έβλεπε, γεμάτη χαρά του πρόσφερε ένα μήλο, με αντάλλαγμα λίγη κουβέντα μαζί του.
Μια μέρα εκείνος της είπε να μην ξανάρθει άλλο, επειδή θα τον μετέφεραν σε άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Καθώς απομακρυνόταν, με τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του, αναρωτιόταν αν θα την ξανάβλεπε ποτέ του. Εκείνη η κοπέλα ήταν η μόνη ευγενική ψυχή που είχε συναντήσει ανάμεσα στον φράχτη.
Τα κατάφερε τελικά με τα στρατόπεδα και έφυγε μετανάστης στην Αμερική. Το 1957 οι φίλοι του, του κανόνισαν ένα ραντεβού με μια κοπέλα για την οποία εκείνος δεν ήξερε τίποτε. Την συνάντησε και στην διάρκεια του δείπνου έκαναν συζήτηση για την Πολωνία και το στρατόπεδο. Η κοπέλα είπε ότι την περίοδο εκείνη βρισκόταν στην Πολωνία και ότι μιλούσε μ’ ένα αγόρι και καθημερινά του έδινε ένα μήλο. Εκείνος ρώτησε αν το παιδί ήταν ψηλό, σκελετωμένο και αν κάποτε της είπε να μην ξαναπάει επειδή θα έφευγε. Και η κοπέλα είπε ναι…
Ήταν εκείνη η ίδια, το νέο κορίτσι που πήγαινε κάθε μέρα και του έδινε μήλα. Μετά από 12 χρόνια, μετά από τον πόλεμο, σε μια άλλη χώρα… συναντήθηκαν και πάλι. Πόσες είναι οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο;

Το ίδιο εκείνο βράδυ την ζήτησε σε γάμο και της είπε ότι ποτέ πια δεν θα την άφηνε να φύγει. Κι ακόμα σήμερα είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι….

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Το νόημα της διαδρομής...





Κάποτε δυο αδέρφια αποφάσισαν να σκάψουν μια βαθιά τρύπα πίσω απ’ το σπίτι τους. Καθώς δούλευαν, δύο άλλα παιδιά σταμάτησαν παραδίπλα και κοίταζαν. «Τι κάνετε;» ρώτησαν οι επισκέπτες. «Θα σκάψουμε μια τρύπα απ’ τη μια μεριά της γης μέχρι την άλλη!», προθυμοποιήθηκε να απαντήσει ενθουσιασμένο το ένα από τα δύο αδέρφια.
Τα άλλα αγόρια άρχισαν να γελούν, λέγοντας στα αδέρφια ότι ήταν αδύνατο να σκάψουν μια τρύπα απ’ τη μεριά της γης ως την άλλη. Ύστερα από μακρά σιωπή, ένα από τα αγόρια που έσκαβαν κρατούσε τα χέρια του ένα βάζο γεμάτο αράχνες, σκουλήκια, έντομα και περίεργες πέτρες. Έβγαλε το καπάκι και έδειξε το θαυμάσιο περιεχόμενο στους επισκέπτες που τους χλεύαζαν. Έπειτα είπε με σιγουριά: «Ακόμα κι αν δε σκάψουμε απ’ τη μια μεριά της γης ως την άλλη, κοιτάξτε τι βρήκαμε στη διαδρομή!»


Κοίτα πόσα καταπληκτικά πράγματα βρήκα στη διαδρομή…!

Κοίτα πόσα καταπληκτικά πράγματα ήρθαν στη ζωή μου  επειδή προσπάθησα να κάνω κάτι…!

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Το ήξερα ότι θα ερχόσουν...





Τρόμος γέμισε την καρδιά ενός φαντάρου, στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν είδε τον πιο στενό του φίλο να πέφτει στη μάχη. Καρφωμένος στο χαράκωμα, με τα συνεχόμενα πυρά να σφυρίζουν πάνω από το κεφάλι του, ο στρατιώτης ρώτησε τον υπολοχαγό αν θα του επέτρεπε να βγει έξω, στην ουδέτερη ζώνη, ανάμεσα στα αντίπαλα χαρακώματα και να φέρει πίσω τον χτυπημένο του συνάδελφο.
«Μπορείς να πας», είπε ο αξιωματικός, «αλλά δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Ο φίλος σου είναι μάλλον νεκρός κι ίσως διακινδυνεύσεις κι εσύ τη ζωή σου!» Όμως στα λόγια του υπολοχαγού δεν έδωσε σημασία και ξεκίνησε.
Παραδόξως κατάφερε να πλησιάσει τον φίλο του, να τον πάρει στους ώμους του και να τον φέρει πίσω στο χαράκωμα του λόχου. Καθώς κι οι δυο μαζί κατρακύλησαν στο βάθος του ορύγματος, ο αξιωματικός έκανε έναν έλεγχο στον τραυματία και μετά κοίταξε ευγενικά τον φίλο του.
«Σου είπα ότι δεν άξιζε τον κόπο», είπε. «Ο φίλος σου είναι νεκρός, αλλά κι εσύ είσαι θανάσιμα τραυματισμένος».
«Κι όμως άξιζε τον κόπο και πολύ μάλιστα», απάντησε ο φαντάρος.
«Τι εννοείς με αυτό;», απάντησε ο Υπολοχαγός. «Ο φίλος σου είναι νεκρός!»

«Μάλιστα», απάντησε ο στρατιώτης. «Άξιζε όμως τον κόπο επειδή όταν τον πλησίασα, ήταν ακόμα ζωντανός κι είχα την χαρά να τον ακούσω να μου λέει ¨Το ήξερα ότι θα ερχόσουν!¨»

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Ο ευγενής καβαλάρης





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ, κάπου στην ελληνική ύπαιθρο. Η γενειάδα του γέροντα άστραφτε από την υγρασία της νύχτας, καθώς καθόταν και περίμενε κάποιον να τον περάσει με τ’ άλογό του απ’ το ποτάμι. Η αναμονή δεν φαινόταν να τελειώνει και το κορμί του άρχισε να μουδιάζει και να σφίγγει απ’ το βοριαδάκι που φυσούσε.
Τότε άκουσε τον απόμακρο αχό από τις ανάσες κάμποσων αλόγων που κάλπαζαν πάνω στο σκληρό μονοπάτι. Με προσοχή παρατηρούσε τους οπλισμένους καβαλάρηδες που στέκονταν στη ρηχή στροφή του ποταμού. Άφησε τον πρώτο να περάσει χωρίς να κάνει μια προσπάθεια να του τραβήξει την προσοχή. Μετά πέρασε κι άλλος ένας, κι άλλος, και τελικά ο τελευταίος πλησίασε το σημείο όπου στεκόταν, σαν άγαλμα, ο γέροντάς μας. Καθώς ο τελευταίος καβαλάρης ήρθε κοντά, ο γέροντας έπιασε τη ματιά του και είπε «Θα μπορούσες, άρχοντά μου, να προσφέρεις σ’ έναν γέροντα το διάβα του ποταμού με το άλογό σου; Απ’ ότι φαίνεται, δεν υπάρχει τρόπος να περάσει κανείς με τα πόδια».
Σφίγγοντας τα γκέμια του, ο καβαλάρης απάντησε «Ανέβα εδώ πάνω». Ο ιππέας βλέποντας ότι ο γέρος δεν ήταν σε θέση να σηκώσει το κουρασμένο του κορμί μέχρι τη σέλα του αλόγου, ξεπέζεψε και τον βοήθησε να ιππεύσει.
Καθώς πλησίαζαν στο μικρό σπιτάκι του γέροντα, η περιέργεια έσπρωξε τον ιππέα μας να ρωτήσει: «Παρατήρησα ότι πολλοί πέρασαν χωρίς να τους κάνεις λόγο να σε περάσουν απέναντι. Μου κάνει εντύπωση γιατί σε μια τόσο υγρή καλοκαιρινή νύχτα, εσύ περίμενες και παρακάλεσες τον τελευταίο καβαλάρη. Αν αρνιόμουν και σε παρατούσα εκεί;»
Ο γέροντας κοίταξε τον ιππέα καλά στα μάτια και του απάντησε: «Πιστεύω ότι ξέρω τον κόσμο αρκετά καλά. Κοίταξα τους άλλους καβαλάρηδες στα μάτια και αμέσως αντιλήφθηκα ότι δεν είχαν καμιά έγνοια για την κατάστασή μου, οπότε και δεν θα είχε καμιά σημασία να τους παρακαλέσω να με βοηθήσουν. Μόλις όμως κοίταξα μες στα δικά σου μάτια, διέκρινα συμπάθεια και ευγένεια. Εκείνη τη στιγμή, σ’ εκείνο το μέρος, ήξερα ότι το ευγενικό σου πνεύμα θ’ αποδεχόταν με χαρά την ευκαιρία να μου προσφέρει βοήθεια τώρα που την είχα ανάγκη».
Τα λόγια ζέσταναν την καρδιά του ιππέα, που τα δέχτηκε λέγοντας: «Σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτά που είπες. Είθε να μην είμαι ποτέ τόσο πολύ απασχολημένος με τα δικά μου προβλήματα, ώστε να καταφέρνω να ανταποκρίνομαι στις ανάγκες των άλλων με ευγένεια και συμπόνια».

Και με αυτά τα λόγια, ο Λεωνίδας, ο βασιλιάς της Σπάρτης, έκανε στροφή με το άλογό του και συνέχισε για τις Θερμοπύλες.

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Ακατέργαστο διαμάντι





Η περίπτωση του Ole Bull, του διάσημου Νορβηγού βιολιστή είναι χαρακτηριστική.
Ο πρακτικός πατέρας του, χημικός στο επάγγελμα, τον έστειλε στο Πανεπιστήμιο της Χριστιάνιας, το σημερινό Όσλο, να σπουδάσει για να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Του είχε απαγορεύσει να παίζει το βιολί που τόσο αγαπούσε. Σύντομα τα παράτησε, αψήφησε την πατρική εντολή κι αφιέρωσε όλο τον χρόνο κι όλη του την ενεργητικότητα στο βιολί του. Το δυστύχημα ήταν ότι, παρόλο το μεγάλο ταλέντο του, οι δάσκαλοί του δεν ήταν οι καταλληλότεροι. Έτσι, όταν ήταν πια έτοιμος ν’ αρχίσει την πρώτη του περιοδεία με κονσέρτα, δεν ήταν καθόλου καλά προετοιμασμένος.
Ένας κριτικός έγραψε σε μια εφημερίδα του Μιλάνου: «Πρόκειται για έναν μη σωστά εκπαιδευμένο μουσικό. Αν είναι να γίνει διαμάντι, σίγουρα ακόμα είναι ακατέργαστο και όχι γυαλισμένο».
Εδώ τώρα υπήρχαν δύο διέξοδοι που θα μπορούσε να αντιδράσει ο Bull σ’ αυτήν την κριτική. Θα μπορούσε να την αφήσει να τον θυμώσει ή θα μπορούσε να μάθει από αυτήν. Ευτυχώς διάλεξε το δεύτερο. Πήγε στα γραφεία της εφημερίδας και ζήτησε να δει τον κριτικό. Αποσβολωμένος ο εκδότης του τον παρουσίασε κι ο Όλε πέρασε όλη τη βραδιά με τον 76άρη κριτικό ρωτώντας για τα λάθη του, επιζητώντας τη συμβουλή του σχετικά με το πώς να τα διορθώσει.
Μετά ακύρωσε το υπόλοιπο της τουρνέ του, γύρισε σπίτι του και εκεί πέρασε τους έξι επόμενους μήνες με μελέτη, με την παρουσία ειλικρινών και σωστών διδασκάλων. Για ώρες έκανε εξάσκηση για να ξεπεράσει τα λάθη του. Τελικά επέστρεψε στα κονσέρτα του και στα 26 μόλις χρόνια του, έγινε η «έκφραση των συναισθημάτων της Ευρώπης».

Όταν κάποιος σας σχολιάσει αρνητικά, θα διαλέξετε να απογοητευθείτε ή να υψώσετε το παράστημά σας και να αμυνθείτε της θέσης σας;

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Ο γάιδαρος και το μουλάρι





Μια φορά κι έναν καιρό, ένας περιφερόμενος εμποράκος ξεκίνησε για ένα ταξίδι έχοντας μαζί του έναν γάιδαρο κι ένα μπουκάλι, και τα δυο γερά φορτωμένα. Για όση ώρα ταξίδευαν στην πεδιάδα, ο γάιδαρος έφερε το φορτίο του άνετα. Όταν όμως άρχισαν να ανεβαίνουν το δύσκολο μονοπάτι στο βουνό, ένιωσε το βάρος μεγαλύτερο απ’ αυτό που θα μπορούσε να σηκώσει.
Παρακάλεσε θερμά τον σύντροφό του να δεχτεί ένα μέρος του φορτίου, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει άνετα με το υπόλοιπο, αλλά το μουλάρι δεν έδωσε καμιά σημασία στα λεγόμενά του. Λίγο μετά ο γάιδαρος έπεσε νεκρός κάτω από το βάρος του. Μην έχοντας τίποτε άλλο να κάνει ο εμποράκος σε μια τόσο άγρια περιοχή, έβαλε πάνω στο φορτίο του μουλαριού κι ολόκληρο το φορτίο του γάιδαρου κι επάνω απ’ όλα πρόσθεσε και το τομάρι του γάιδαρου αφού τον έγδαρε κανονικά.
Και το μουλάρι, βογκώντας κάτω από το τόσο βαρύ φορτίο, έλεγε μέσα του: «Μου φέρονται ανάλογα με την αξία μου. Αν είχα προθυμοποιηθεί να βοηθήσω λίγο τον γάιδαρο στην ανάγκη του, δεν θα κουβαλούσα τώρα, μαζί με το δικό του φορτίο και αυτόν τον ίδιο».


Όλες οι σχέσεις απαιτούν συνεργασία, αρμονία, αλληλεξάρτηση και κοινή προσπάθεια…

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Ποιος είναι ο μορφωμένος άνθρωπος...





Όταν ρωτήσανε τον Σωκράτη, να δώσει τον ορισμό του μορφωμένου ανθρώπου, δεν ανάφερε τίποτε για τη συσσώρευση γνώσεων η ΜΟΡΦΩΣΗ, είπε, είναι θέμα ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ.

Ποιούς  ανθρώπους  λοιπόν θεωρώ Μορφωμένους:

- Πρώτα απ’ όλα αυτούς που ελέγχουν δυσάρεστες
καταστάσεις αντί να ελέγχονται από αυτές.

- Αυτούς που αντιμετωπίζουν όλα τα γεγονότα με
γενναιότητα και λογική.

- Αυτούς που είναι έντιμοι σε όλες τους τις συνδιαλλαγές.

- Αυτούς που αντιμετωπίζουν γεγονότα δυσάρεστα και
ανθρώπους αντιπαθείς καλοπροαίρετα.

- Αυτούς που ελέγχουν τις απολαύσεις τους  και  που δεν νικήθηκαν από τις ατυχίες και τις αποτυχίες τους.


Τελικά αυτούς που δεν έχουν φθαρεί από τις επιτυχίες και την

δόξα τους.

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Οι τέσσερις δράκοι





Μια φορά κι ένα καιρό δεν υπήρχαν ούτε ποτάμια, ούτε λίμνες πάνω στη γη, αλλά μόνο η Ανατολική Θάλασσα όπου ζούσαν τέσσερις δράκοι: ο Μακρύς Δράκος, ο Κίτρινος Δράκος, ο Μαύρος Δράκος και ο Μαργαριταρένιος Δράκος.
     Μια μέρα οι τέσσερις δράκοι πετούσαν στον ουρανό και κατευθύνονταν προς τη στεριά. Ανέβαιναν πολύ ψηλά, έκαναν βουτιές στον αέρα και έπαιζαν κρυφτό μέσα στα σύννεφα.
     <<Ελάτε εδώ γρήγορα!!!>> φώναξε ξαφνικά ο Μαργαριταρένιος Δράκος.
     <<Τι συμβαίνει;>> ρώτησαν οι άλλοι τρεις κοιτάζοντας κάτω, προς τα εκεί που τους έδειξε ο Μαργαριταρένιος Δράκος. Κάτω στη γη αντίκρισαν ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που έκαιγαν λιβάνια κι έκαναν προσφορές με φρούτα και γλυκίσματα. Όλοι τους προσεύχονταν! Μια γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά και ένα κοκαλιάρικο αγοράκι στην πλάτη της ήταν γονατισμένη στο έδαφος και μουρμούριζε:
     <<Σε παρακαλώ, Ουράνιε Πατέρα, στείλε μας γρήγορα βροχή για να μπορέσουμε να δώσουμε λίγο ρύζι στα παιδιά μας>>.
     Η αλήθεια ήταν πως είχε να βρέξει πάρα πολύ καιρό. Οι σοδειές είχαν μαραθεί, το χορτάρι και τα λιβάδια είχαν κιτρινίσει από τον καυτό ήλιο.
     <<Πόσο φτωχοί είναι αυτοί οι άνθρωποι!>> είπε ο Κίτρινος Δράκος. <<Κι αν δεν βρέξει, σύντομα κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα>>.
     Ο Μακρύς Δράκος κούνησε το κεφάλι του. Μετά είπε: <<Aς πάμε στον Αυτοκράτορα Σεπτό του Αχάτη να τον παρακαλέσουμε να βρέξει>>.
     Και λέγοντας αυτό πέταξε στα σύννεφα. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν κι άρχισαν να πετούν όλοι μαζί προς το Ουράνιο Παλάτι.
     Ο Αυτοκράτορας Σεπτός του Αχάτη που ήταν υπεύθυνος για όλα όσα συνέβαιναν στον ουρανό, στη γη και στη θάλασσα, ήταν πανίσχυρος. Και δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος όταν είδε τους δράκους να πετούν βιαστικά προς το μέρος του.
     <<Γιατί έρχεστε εδώ αντί να βρίσκεστε κοντά στη θάλασσα και να συμπεριφέρεστε όπως πρέπει;>> τους ρώτησε.
Ο Μακρύς Δράκος έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε:
     <<Οι σοδειές στη γη έχουν ξεραθεί και χάνονται, Μεγαλειότατε. Σε παρακαλώ να ρίξεις όσο γίνετε πιο γρήγορα βροχή στον κόσμο>>.
     Ο Αυτοκράτορας, που εκείνη την ώρα απολάμβανε το τραγούδι των νεράιδων, προσποιήθηκε ότι συμφώνησε μαζί του.
     <<Εντάξει. Πηγαίνετε πίσω κι εγώ θα στείλω αύριο μια βροχή>>.
     <<Ευχαριστούμε, Μεγαλειότατε!>> είπαν οι τέσσερις Δράκοι με μια φωνή και γύρισαν πίσω ευτυχισμένοι.
     Αλλά πέρασαν δέκα ολόκληρες μέρες χωρίς να πέσει ούτε μια σταγόνα βροχής στη γη.
     Οι άνθρωποι υπέφεραν, κάποιοι άρχισαν να τρώνε φλούδες δέντρων, κάποιοι έτρωγαν τις ρίζες από τα χόρτα και κάποιοι άλλοι αναγκάζονταν να τρώνε χώμα επειδή δεν εύρισκαν ούτε φλούδες δέντρων, ούτε χορτάρια.
     Βλέποντας αυτή την κατάσταση οι τέσσερις Δράκοι λυπήθηκαν πολύ, γιατί ήξεραν ότι ο Αυτοκράτορας ενδιαφερόταν περισσότερο για τις απολαύσεις του παρά για εκείνους τους ανθρώπους. Έτσι έπρεπε να βασιστούν μόνο στον εαυτό τους για να γλιτώσουν τους ανθρώπους από τα βάσανα τους. Αλλά πως;
     Κοιτάζοντας την απέραντη θάλασσα, ο Μακρύς Δράκος δήλωσε στους άλους τρεις πως είχε μια ιδέα.
     <<Τι είναι; Πες το γρήγορα!>> απαίτησαν να μάθουν οι άλλοι.
     <<Κοιτάξτε. Δεν νομίζετε κι έσεις πως η θάλασσα έχει πάρα πολύ νερό; Θα το πετάξουμε στον ουρανό και αυτό θα πέσει στη γη σαν βροχή και θα σώσει τους ανθρώπους και τι σοδιές τους>>.
     <<Καλή ιδέα!>> είπαν οι άλλοι χειροκροτώντας.
     <<Αλλά>> είπε ο Μακρύς Δράκος μετά από πολύ σκέψη <<πρέπει να ξέρετε ότι θα κατηγορηθούμε αν ο Αυτοκράτορας μάθει για αυτό>>.
     <<Θα κάνω οτιδήποτε για να σώσωτους ανθρώπους >>. Είπε ο Κίτρινος Δράκος αποφασιστικά.
     <<Ας αρχίσουμε. Και δεν πρόκειται να μετανιώσουμε ποτέ>>. Φώναξαν ο Μαύρος και ο Μαργαριταρένιος Δράκος, που ήθελαν κι αυτοί να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
     Κατευθύνθηκαν προς την θάλασσα, μάζεψαν νερό στο στόμα τους και πέταξαν ψηλά στον ουρανό για να το ρίξουν στη γη. Οι τέσσερις Δράκοι έκαναν το δρομολόγιο αυτό πολλές φορές. Σε λίγο το θαλασσινό νερό άρχισε να πέφτει στη γη σαν βροχή.
     <<Βρέχει! Βρέχει!>>
     <<Οι σοδιές θα σωθούν!>>
     Οι άνθρωποι άρχισαν να φωνάζουν και να κλαίνε από τη χαρά τους. Το σιτάρι άρχισε να σηκώνετε από το έδαφος και το χορτάρι άρχισε να πρασινίζει.
     Όταν ο θεός της θάλασσας το είδε αυτό ειδοποίησε τον αυτοκράτορα.
     <<Πως τολμούν οι τέσσερις Δράκοι να φέρνουν βροχή χωρίς την έγκριση μου!>> είπε ο Αυτοκράτορας και διέταξε τους ουράνιους στρατηγούς του και τα στρατεύματα τους να τουςσυλλάβουν. Οι τέσσερις Δράκοι που ήταν πολύ λίγοι να αντισταθούν απέναντι σε τόσο στρατό, αιχμαλωτίστηκαν πολύ γρήγορα και οδηγήθηκαν στο ουράνιο παλάτι.
     <<Πήγαινε και φέρε μου τέσσερα βουνά για να τους πλακώσουμε, έτσι ώστε να μην μπορούν πια να ξεφύγουν!>> διέταξε ο Αυτοκράτορας τον θεό των βουνών.
     Ο θεός των βουνών χρησιμοποίησε την μαγική του δύναμη, κάλεσε τον άνεμο και τα τέσσερα βουνά έφτασαν πετώντας και τους πλάκωσαν και τους τέσσερις.
     Αλλά και μέσα στη φυλακή τους οι τέσσερις Δράκοι ποτέ δεν μετάνιωσαν για την πράξη τους. Κι επειδή ήταν αποφασισμένοι να φέρονται για πάντα καλά στους ανθρώπους, μεταμορφώθηκαν σε τέσσερις ποταμούς που κατέβαιναν από τα ψηλά βουνά και διέσχιζαν την χώρα, για να μην έχουν πια ανάγκη οι άνθρωποι μόνο τις βροχές. Ο Χειλονγκτζιάν, ο Μαύρος Δράκος στο μακρινό Βορρά, ο Χουανγκέ, ο Κίτρινος Δράκος στην κεντρική Κίνα, ο Τσάνγκγιανγκ (που λέγεται και Γιανγκτζέ, ή μακρύ ποτάμι) νοτιότερα και ο Ζουγιάνγκ ο Μαργαριταρένιος Δράκος στις εσχατιές του Νότου..


Κινέζικο Παραμύθι

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Η ευτυχία





Η Ευτυχία είναι απλή, ρώτα παιδί να μάθεις.
Ανάγνωσε τη σκέψη του, μελέτα την καρδιά του,
άγγιξε την ψυχούλα του και θα βρεις θρονιασμένο
αυτό που τόσο λαχταράς, που τόσο σε μαγεύει
και που γι αυτό γεννήθηκες, μα τόσο σε παιδεύει.

Δες τη χαρά την άδολη στου δώρου το ξεδίπλωμα,
που η ευτέλειά του δε μετρά για τη δική του σκέψη,
αγνότητα στην έκπληξη, και στο ξεφωνητό του...
τʼ αγγίζει με τα μάτια του, με την καρδιά μιλάει,
κι απλώνοντας τα χέρια του γλυκοχαμογελάει.

Κοίτα στη σκέψη του παιδιού τον κόσμο πώς τον βλέπει.
Μια λακουβίτσα με νερό είναι γι΄ αυτό λιμνούλα
και καλοτάξιδο σκαρί η χάρτινη βαρκούλα.
Οι ευωδιές των λουλουδιών και οι απλές οι νότες,
σε γελαστό παιάνα, χαριτωμένο, αυθεντικό,
σε τραγουδάκι παιδικό, μεμιάς μετουσιώνονται,
για να υμνούν το ξέχωρο, της ομορφιάς το κάλλος.

Της σκέψης μας γυρίσματα μέσα σε κύκλο φαύλο.
Τα ένοχα τα θέλω μας, τα πρέπει μας με κόπο,
- σαν τοξοβόλοι αδέξιοι, άλλα κι αλλού χτυπάμε -,
τις σκέψεις τις πολύπλοκες, τις βαριοφορτωμένες
με χρώματα τις ντύνουμε μα πάντα γκρίζες βγαίνουν.

Κι αν κανονάρχες στη ζωή και καπετάνιους πρώτους,
επέλεξες και όρισες τους θησαυρούς της μάθησης,
τʼ αποτυπώματα σοφών, την επιστήμη όλη,
σε τόμους, σε πολύπτυχα, σε δεδομένα μύρια,
γι΄ αυτό που ψάχνεις άπληστα, μια στάλα ευτυχίας,
δε θα το βρεις, δεν είνʼ εκεί και μάταια το ψάχνεις.

Η ευτυχία που ζητάς αλλού ʽναι θρονιασμένη

Βρες το παιδάκι μέσα σου, ξαναζωντάνεψέ το,
και στοργικά απίθωσ΄ το στης εξοχής τον κήπο.
Στρώσε χαλάκι ευωδιαστό επάνω του να κάτσει
και πάνωθέ του σκιερό το μόσχο του ελάτου,
κι αυτό με κελαηδίσματα, σα σπίνος, σαν αηδόνι,
σαν τσιροπούλι της αυγής και σαν νυχτοπουλάκι,
με τραγουδάκια θα σου πει, λογάκια της αλήθειας,
για τα ουράνια χρώματα στον κόσμο της αγάπης,
για το καλό και τ΄ όμορφο, για της ζωής το δίκιο.

Θε να σου πουν τα μάτια του, της σκέψης χελιδόνια,
και το καθάριο, φωτεινό, το άδολό του βλέμμα,
η ζεστασιά της αγκαλιάς, τ' ακούραστο παιχνίδι,
ο φωτεινός ο κόσμος του, το γάργαρό του γέλιο,
η σπίθα στα ματάκια του -δυο λαμπερά πετράδια
απ΄ αργαστήρι ουράνιο με τέχνη δουλεμμένα-
για να ζυγιάσεις και μετά απλά να καταλάβεις:
H ευτυχία είναι απλή, σαν του παιδιού τη σκέψη.

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Τα κλειδιά της καθημερινής επιβιώσης





Μια οδοντογλυφίδα για να σας θυμίζει να ξεχωρίζετε τις καλές ποιότητες των άλλων ανθρώπων.

Ένας ελαστικός επίδεσμος για να σας θυμίζει να είστε ευέλικτοι όταν τα πράγματα δεν έρχονται όπως θα θέλατε να έρθουν.

Ένας επίδεσμος πρώτων βοηθειών για να σας θυμίζει να γιατρεύετε πληγωμένα συναισθήματα  (δικά σας ή κάποιου άλλου).

Ένα Μολύβι για να σας θυμίζει να γράφετε καθημερινά τις ευλογίες που έχετε

Μια γόμα για να σας θυμίζει ότι όλοι κάνουν λάθη.

Ένα σωληνάριο με κόλλα για να σας θυμίζει να μείνετε κολλημένοι σ αυτό που θέλετε και να το πετύχετε.

Μια μέντα για να σας θυμίζει ότι είστε μια γεύση δροσιάς για την οικογένεια και τους αγαπημένους σας.

Ένα φακελάκι τσάι για να σας θυμίζει να χαλαρώνετε καθημερινά.

Να θυμάστε : Για τον κόσμο μπορεί να είστε απλώς κάποιος αλλά για κάποιον μπορεί να είστε ολόκληρος ο κόσμος.

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Τι είναι η δυσορθογραφία







Η δυσορθογραφία είναι μία ειδική μαθησιακή δυσκολία που εμφανίζεται σε παιδιά που κάνουν πολλά ορθογραφικά λάθη
τόσο στο θέμα όσο και στις καταλήξεις των λέξεων.


αντικαταστάσεις σωστών γραμμάτων
σε λάθος σειρά

Συχνά τα παιδιά που παρουσιάζουν δυσλεξία (δυσκολίες στην ανάγνωση και τη γραφή) παρουσιάζουν ταυτόχρονα προβλήματα και στην ορθογραφία ωστόσο η δυσορθογραφία μπορεί να υφίσταται και μόνη της χωρίς να συνοδεύεται από διαταραχές στην αναγνωστική ικανότητα.

Τα άτομα με δυσορθογραφία, δυσκολεύονται κυρίως να κατανοήσουν τους γραμματικούς κανόνες, να βάλουν δηλαδή κάθε λέξη σε μία λογική κατηγορία σύμφωνα με το μέρος του λόγου που ανήκει, το γένος, την πτώση και τον αριθμό και να εφαρμόσουν έτσι σωστά τον ορθογραφικό κανόνα. Αδυνατώντας λοιπόν να εφαρμόσουν τον κανόνα ενώ μπορεί να τον γνωρίζουν δεν μπορούν να τον γενικεύσουν και να τον χρησιμοποιήσουν στον γραπτό τους λόγο.
Τα παιδιά με την ειδική αυτή μαθησιακή διαταραχή εκτός από τη δυσκολία που έχουν στην κατανόηση των γραμματικών χαρακτηριστικών κάνουν συνήθως δύο τύπους ορθογραφικών λαθών:
α) τα λάθη ακουστικού τύπου όπου τα παιδιά έχουν δυσκολία στην ακουστική διάκριση των ήχων και στη σειρά διαδοχής τους (αγρός αντί αργός)
β) τα λάθη οπτικού τύπου όπου τα παιδιά έχουν δυσκολία στην οπτική διάκριση των χαρακτηριστικών των γραμμάτων ( βέλω αντί θέλω)
- Μπορείς να μου πεις τι κάνεις τώρα;
- Ορθογραφία!
Αναλυτικότερα τα λάθη των παιδιών με δυσκολίες στην ορθογραφία είναι τα εξής:
  • ορθογραφικά λάθη θέματος και καταλήξεως των λέξεων (δεν μπορούν να θυμηθούν τους κανόνες ορθογραφίας)
  • αντικαταστάσεις δίψηφων συμφώνων που μοιάζουν ακουστικά μεταξύ τους (τσάκι αντί τζάκι)
  • παραλείψεις γραμμάτων, συλλαβών και καταλήξεων (ξύστα αντί ξύστρα)
  • αντικαταστάσεις ομόηχων άρθρων, ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων (τον αντί των, σκηνή αντί σκοινί, πολλή αντί πολλοί, παίρνω αντί περνώ)
  • αντικαταστάσεις σωστών γραμμάτων σε λάθος σειρά (πνάω αντί πάνω)
  • αντιστροφές γραμμάτων ή λέξεων (3 αντί ε, σκιτάπι αντί σπιτάκι)
  • προσθέσεις ή παραλείψεις γραμμάτων στις λέξεις (τελειώνιω ή τελιώνω αντί για τελειώνω)
  • φωνητική γραφή των λέξεων (γράφουν τη λέξη όπως ακριβώς την ακούν, απλοποιώντας έτσι τη λέξη οπτικά με το να χρησιμοποιούν τους πιο απλούς φθόγγους π.χ. ορέος αντί ωραίος)
  • ανομοιόμορφα γράμματα, μίξη κεφαλαίων και μικρών γραμμάτων μέσα στη λέξη
  • μικρές αποστάσεις ανάμεσα στις λέξεις και κόλλημα των γραμμάτων μεταξύ τους ή μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στις λέξεις
  • μη χρήση τονισμού στις λέξεις
  • συνεχόμενη επανάληψη των ίδιων λέξεων (και και)
  • γραφή εκτός της γραμμής του τετραδίου
Τα παιδιά που παρουσιάζουν αυτή την ειδική μαθησιακή δυσκολία χρειάζονται ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα διδασκαλίας αφού δεν αρκεί η επανάληψη και η εξάσκηση που έχει ανάγκη ένα παιδί που είναι απλώς ανορθόγραφο. Η ειδική διδασκαλία πρέπει να στηρίζεται σε τεχνικές εμπέδωσης των ορθογραφικών κανόνων μέσω της δημιουργίας οπτικών εικόνων και της εφαρμογής μνημονικών τεχνικών. Στόχος είναι να μπορέσει το κάθε παιδί με τη βοήθεια της κατηγοριοποίησης των λέξεων να αυτοματοποιήσει τη γνώση αλλά ταυτόχρονα να μάθει να έχει ενεργό ρόλο στη μαθησιακή διαδικασία επιλέγοντας μεθόδους που θα καλύπτουν τις ανάγκες, τις ιδιαιτερότητες και πάνω από όλα τις ικανότητές του.


Απλοί τρόποι εκμάθησης ορθογραφίας
Το κάθε παιδί μαθαίνει ορθογραφία με διαφορετικό τρόπο. Ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο που παρατηρείται είναι η δυσορθογραφία των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες. Το δύσκολο είναι ότι ενώ ξέρουν τον κανόνα, τον ξεχνούν όταν γράφουν! Γράφω μερικές ιδέες για το πως μπορεί να διδαχθεί η ορθογραφία και η γραμματική.
Σχετίζουμε έναν κανόνα ορθογραφίας με εικόνες
και διαφορετικά χρώματα
  
  • Συστηματική και επαναμβανόμενη κατάρτιση των βασικών      κανόνων. Αρχικά πρέπει να διδάξουμε καλά τους βασικότερους κανόνες και να βεβαιωθούμε ότι το παιδί τους έχει κατανοήσει αρκετά. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα πρέπει να κάνουμε επανάληψη των κανόνων.
  • Οπτική παράσταση των κανόνων. Σχετίζουμε έναν κανόνα ορθογραφίας με εικόνες και διαφορετικά χρώματα.
  • Μπορούμε στα σχολικά κείμενα να κάνουμε ομαδοποίηση των λέξεων. π.χ. Ζητάμε από το παιδί να βρουν όλα τα ρήματα σε -ιζω ή όλα τα θηλυκά ουσιαστικά και να τα γράψουν. Είναι μια καλή εξάσκηση στους κανόνες.
Το πιο σημαντικό είναι να μην αγχώνουμε τα παιδιά για τα ορθογραφικά λάθη, έτσι απογοητεύονται και πέφτει η αυτοεκτίμηση τους. Ας τα διορθώνουμε διακριτικά και με θετικό τρόπο.
Στα δευτερεύοντα μαθήματα να μην λαμβάνονται υπόψη τα ορθογραφικά λάθη και να μην επηρεάζουν το βαθμό.

Το να γράψει το παιδί π.χ. 10 φορές μια λέξη που έκανε λάθος... δεν βοηθά σε τίποτα!! Δεν μαθαίνει έτσι! Προτιμήστε τα οπτικά ερεθίσματα και τη συχνή επανάληψη. 








Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Το καλύτερο έρχεται...





Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μικρό κορίτσι περπατούσε καθημερινά προς και από το σχολείο. Παρόλο που ο καιρός αυτό το συγκεκριμένο πρωινό φαινόταν ότι θα αλλάξει και σύννεφα άρχισαν να σχηματίζονται, ξεκίνησε να πάει με τα πόδια στο δημοτικό σχολείο. Καθώς περνούσε το απόγευμα, σήκωσε πολύ αέρα μαζί με αστραπές και βροντές.
Η μητέρα του παιδιού, που ανησύχησε για την κόρη της, μπήκε στο αυτοκίνητό της και οδήγησε όλο τον δρόμο κατά μήκος της διαδρομής του παιδιού της για το σχολείο. Καθώς το έκανε, είδε την κορούλα τα να περπατάει μέσα στην καλή χαρά και σε κάθε λάμψη αστραπής, το παιδί σταματούσε, κοιτούσε επάνω και χαμογελούσε.
Σταματώντας το αυτοκίνητο, η μητέρα φώναξε στο παιδί να μπει μέσα μαζί της. Καθώς οδηγούσαν προς το σχολείο, το κορίτσι συνέχισε να γυρίζει προς την κατεύθυνση κάθε λάμψης από αστραπή και να χαμογελάει. Η μητέρα ρώτησε: «Τι κάνεις;»
Το παιδί απάντησε, «Πρέπει να το κάνω αυτό, ο Θεός με φωτογραφίζει!»



Πώς αντιμετωπίζετε τις προκλήσεις και τις δυσκολίες της ζωής;

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Ο σαμουράι και ο Διδάσκαλος





Κάποτε ένα σαμουράι, πολύ περήφανος πολεμιστής, πήγε να επισκεφθεί έναν δάσκαλο του Ζεν. Ο σαμουράι αυτός ήταν πολύ διάσημος αλλά όταν είδε τη μεγαλοπρέπεια και ωραιότητα του Διδασκάλου ένιωσε ξαφνικά κατώτερος.
Γύρισε και του είπε, «Γιατί νιώθω κατώτερος; Μόλις πριν από λίγο όλα ήταν εντάξει. Καθώς όμως έμπαινα στην αυλή σου, ξαφνικά ένιωσα κατώτερος. Ποτέ άλλοτε δεν έχω νιώσει έτσι. Πολλές φορές έχω δει τον θάνατο καταπρόσωπο κι ουδέποτε ένιωσα φόβο. Γιατί τώρα αισθάνομαι τρομοκρατημένος;»
Ο Διδάσκαλος είπε, «Περίμενε. Όταν θα έχουν φύγει όλοι, θα σου απαντήσω».
Όλη την ημέρα κόσμος συνέχισε να έρχεται να δει τον Διδάσκαλο κι ο σαμουράι ένιωθε όλο και πιο κουρασμένος περιμένοντας. Προς το βράδυ η αίθουσα άδειασε οπότε ο σαμουράι είπε, «Μπορείς τώρα να μου απαντήσεις;»
«Πάμε έξω», είπε ο Διδάσκαλος.
Ήταν μια νύχτα με πανσέληνο και το φεγγάρι μόλις ανέτειλε στον ορίζοντα. Τότε είπε, «Δες αυτά τα δέντρα. Αυτό είναι πανύψηλο και το άλλο δίπλα του χαμηλό. Για χρόνια βρίσκονται εδώ, δίπλα στο παράθυρό μου και ποτέ δεν υπήρξε πρόβλημα. Το χαμηλό δέντρο ποτέ δεν είπε στο ψηλό, ‘Γιατί νιώθω κατώτερο δίπλα σου;’ Το δέντρο αυτό είναι μικρό, το δέντρο εκείνο είναι μεγάλο αλλά γιατί ποτέ δεν άκουσα κανένα σχετικό ψίθυρο;»
Ο σαμουράι είπε, «Επειδή δεν είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους».

Ο Διδάσκαλος απάντησε, «Επομένως δεν χρειάζεται να με ρωτάς. Την ξέρεις την απάντηση ήδη».

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Ο μοναχός και ο σαμουράι





Ένας πολεμιστής Σαμουράι ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή κατοικία ενός σοφού γέροντα μοναχού. Φτάνοντας εκεί, τίναξε την πόρτα και βροντοφώναξε, «Καλόγερε, πες μου! Ποια η διαφορά ανάμεσα στον παράδεισο και στην κόλαση;»
Ο σοφός μοναχός έμεινε ήρεμος για μια στιγμή, καθισμένος πάνω στο χαλάκι του στο πάτωμα. Μετά γύρισε, τον κοίταξε και του είπε. «Λες τον εαυτό σου πολεμιστή σαμουράι. Για δες τον εαυτό σου πιο καλά. Δεν είσαι παρά ένα ανθρώπινο ρετάλι!»
«Τι είπες!», βροντοφώναξε ο άλλος, απλώνοντας να πιάσει το σπαθί του.
«Βλέπω ότι θέλεις να πιάσεις το ξίφος σου. Όμως αμφιβάλλω αν μπορείς να δαύτο να κόψεις το κεφάλι μιας μύγας!» είπε ο μοναχός.
Ο σαμουράι έχει θυμώσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Έσυρε το ξίφος του από τη θήκη και το ύψωσε για να κόψει το κεφάλι του γέροντα μοναχού. Εκείνη τη στιγμή ο καλόγερος κοίταξε μέσα στα φλογισμένα μάτια του και είπε: «Γιε μου, αυτή είναι η πύλη της κόλασης!»
Ο σαμουράι κατάλαβε ότι ο καλόγερος έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή του για να του μάθει αυτό το μάθημα. Κατέβασε το ξίφος και το έβαλε σιγά – σιγά στη θήκη του, υποκλίθηκε στον μοναχό και τον ευχαρίστησε για το μάθημα που του έδωσε.

«Φίλε μου», λέει ο μοναχός, «Αυτή είναι η πύλη του παραδείσου!»