Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Η παγίδα





Ένα ποντικάκι πλησίασε ένα κοιμισμένο λιοντάρι, θαύμαζε τ’ αυτιά του, τα μουστάκια και τη χαίτη του. «Μια που κοιμάται δεν θα καταλάβει ότι είμαι εδώ», λέει μέσα του και σκαρφαλώνει από την ουρά του, τρέχει πάνω στη ράχη του, γλιστράει στο ένα του πόδι και πέφτει ανάμεσα στα πέλματά του. Το λιοντάρι ξυπνάει και το αιχμαλωτίζει μέσα στα νύχια του.
«Σε παρακαλώ», λέει στο λιοντάρι, «άσε με να φύγω, κι εγώ θα γυρίσω μια μέρα και θα σε βοηθήσω!»
«Πώς θα με βοηθήσεις τόσο μικρός που είσαι;», λέει το λιοντάρι και βάζει τα γέλια. Όμως γελάει τόσο δυνατά που πρέπει να κρατήσει την κοιλιά του. Το ποντίκι δίνει ένα πήδημα και τρέχει…  κι ακόμα τρέχει.
Την άλλη μέρα ήρθαν στη ζούγκλα δυο κυνηγοί κι έφτασαν μέχρι τη φωλιά του λιονταριού. Εκεί ετοίμασαν μια μεγάλη παγίδα με σχοινιά, κι όταν το βράδυ γύρισε το λιοντάρι, πήγε κατευθείαν κι έπεσε μέσα στην παγίδα. Ούρλιαζε, έκλαιγε, αλλά ήταν αδύνατον να ξεφύγει.
Το ποντίκι άκουσε τους λυγμούς του κι έτρεξε να το βοηθήσει. Παρατήρησε την παγίδα και είδε ότι την κρατούσε στη θέση της ένα χοντρό σκοινί. Άρχισε να το τρώει και να το τρώει, μέχρι που το έκοψε, κι έτσι το λιοντάρι μπόρεσε να λασκάρει όλα τα άλλα σχοινιά και να λευτερωθεί.

Και τότε γύρισε στο ποντίκι και του είπε: «Καλέ μου φίλε, ήμουν ανόητος που μου φάνηκες αστείος επειδή είσαι μικροσκοπικός. Τελικά μου έσωσες τη ζωή!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου