Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Κάστρο στην άμμο...





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια ζεστή ημέρα του καλοκαιριού όπου ο ήλιος έκαιγε. Ο αέρας ήταν υγρός και γεμάτος σκόνη. Τα κύματα στη θάλασσα έπαιζαν ρυθμικά. Ένα μικρό αγόρι στα γόνατα παίρνει με το πλαστικό του φτυάρι την άμμο και την τοποθετεί σε ένα ανοιχτό μπλε κουβαδάκι. Μετά στρώνει την άμμο στην κορυφή του κουβά και τον σηκώνει. Προς μεγάλη ευχαρίστηση του μικρού αρχιτέκτονα, ο πύργος ενός κάστρου έχει φτιαχτεί. Όλο το απόγευμα θα δούλευε για αυτόν. Έσκαψε την τάφρο βαθιά. Ύψωσε τα τείχη. Για τις σκοπιές έβαλε καπάκια από μπουκάλια. Τα ξυλάκια απ’ τα παγωτά χρησίμεψαν για γέφυρες. Έφτιαξε ένα κάστρο στην άμμο.
Μεγάλη πόλη. Δρόμοι γεμάτοι κίνηση. Βουητό αυτοκινήτων. Ένας άνδρας στο γραφείο του. Βάζει σε στοίβες τα χαρτιά και αναθέτει εργασίες. Έχει ακουμπισμένο το τηλέφωνο στον ώμο του και χτυπάει με τα δάκτυλα το πληκτρολόγιο. Κάνει συνδυασμούς με τους αριθμούς και υπογράφει συμβόλαια και προς μεγάλη ευχαρίστησή του, αποκομίζει κέρδος. Όλη του τη ζωή θα δουλεύει. Θα κάνει σχέδια. Θα προεικάζει το μέλλον. Οι επενδύσεις του θα είναι οι σκοπιές. Τα κέρδη κεφαλαίου θα είναι οι γέφυρες. Θα φτιάξει μια αυτοκρατορία.
Δυο δημιουργοί δυο κάστρων. Έχουν πολλά κοινά. Μεγαλουργούν απ’ το τίποτα. Δεν βλέπουν τίποτα και φτιάχνουν κάτι. Είναι εργατικοί και αποφασισμένοι. Και για τους δυο θα σηκωθεί η παλίρροια και θα έρθει το τέλος. Κι όμως εδώ είναι που τελειώνουν οι ομοιότητες.
Γιατί το παιδί βλέπει το τέλος, ενώ ο άνδρας το αγνοεί. Παρακολουθήστε το παιδί καθώς έρχεται το σούρουπο. Καθώς τα κύματα πλησιάζουν, το σοφό παιδί σηκώνεται στα πόδια του και αρχίζει να χειροκροτεί. Καμιά θλίψη. Κανένας φόβος. Καμιά μεταμέλεια. Το ήξερε ότι θα συνέβαινε αυτό. Δεν εκπλήσσεται. Και όταν το μεγάλο κύμα σπάει πάνω στο κάστρο του και το αριστούργημά του το ρουφάει η θάλασσα, αυτό χαμογελάει. Χαμογελάει, παίρνει τα εργαλεία του, κρατάει το χέρι του πατέρα του και πηγαίνει σπίτι.

Ο μεγάλος όμως δεν είναι τόσο σοφός. Καθώς τα κύματα του χρόνου σπάζουν πάνω στο κάστρο του, αυτός τρομοκρατείται. Αγκαλιάζει το μνημείο από άμμο για να το προστατέψει. Εμποδίζει τα κύματα να φτάσουν στα τείχη που έφτιαξε. Βρεγμένος με θαλασσινό νερό και τρέμοντας, δείχνει τα δόντια του στην παλίρροια που έρχεται. «Αυτό είναι το κάστρο μου», λέει αψήφιστα. Ο ωκεανός δεν έχει ανάγκη να δώσει απάντηση. Και οι δύο ξέρουν σε ποιον ανήκει η άμμος…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου