Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Η αληθινή αξία, δεν λάμπει...





Ήταν ένα παγωμένο Κυριακάτικο πρωινό. Η εκκλησία του χωριού είχε αρχίσει να γεμίζει με πιστούς από τις γύρω περιοχές που ερχόντουσαν για να λειτουργηθούν.
Ένας άνθρωπος ήταν γερμένος στον τοίχο, έξω από το ναό. Ήταν σχεδόν ξαπλωμένος σαν να κοιμόταν. Φορούσε ένα μακρύ αδιάβροχο που όλο φαινόταν κουρελιασμένο, κι ένα καπέλο στο κεφάλι του, τόσο χωμένο μέχρι τ’ αυτιά, ώστε δεν έβλεπες το πρόσωπό του. Τα παπούτσια του έμοιαζαν να έχουν περάσει τα 30 χρόνια τους, κι ήταν μικρά για τα πόδια του, με τρύπες παντού που έκαναν τα δάχτυλά του να φαίνονται.
Οι περισσότεροι από τους προσερχόμενους πιστούς συμπέραναν ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν άστεγος, αλλά και κοιμισμένος, κι έτσι τον προσπερνούσαν και έμπαιναν μέσα στο ναό.
Νόμιζαν ότι ήταν ένας από τους συνηθισμένους ζητιάνους που περίμεναν το τέλος της λειτουργίας για να ζητήσουν από τον κόσμο λίγα χρήματα. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να τον καλέσει μέσα.
Λίγο πριν αρχίσει η λειτουργία, όλοι τους περίμεναν τον ιερέα να ξεκινήσει, όταν άνοιξε η κεντρική πύλη του ναού.
Και τότε μπήκε ο «άστεγος» και προχώρησε στον διάδρομο με το κεφάλι του κάτω.
Ο κόσμος ψιθύριζε και έκανε γκριμάτσες δυσαρέσκειας.
Πέρασε όλο τον διάδρομο και ανέβηκε πάνω στον άμβωνα, κι εκεί έβγαλε το καπέλο και το αδιάβροχό του.
Εκεί στεκόταν ο ιερέας που είχε έρθει από μακριά για να κάνει τη θεία λειτουργία εκείνης της Κυριακής… αυτός ήταν ο «άστεγος».
Το εκκλησίασμα έμεινε άναυδο.

«Φίλοι μου, δεν νομίζω ότι θα πρέπει να σας πω περί τίνος πρόκειται να σας κάνω κήρυγμα σήμερα. Αν κρίνετε τους ανθρώπους, δεν έχετε χρόνο να τους αγαπήσετε!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου