Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Η αγκαλιά ενός μωρού





Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποιο φθηνό εστιατόριο μιας πόλης, ανάμεσα στα τραπέζια καθόταν και μια οικογένεια. Η μητέρα έβαλε το μωρό να καθίσει σε μια ψηλή καρέκλα και παρατήρησε ότι όλοι έτρωγαν ήσυχα και μιλούσαν. Ξαφνικά, το μωράκι άρχισε να φωνάζει από χαρά και να λέει «Γεια σου!». Χτυπούσε τα παχιά παιδικά του χέρια στο προστατευτικό της ψηλής καρέκλας στην οποία καθόταν. Τα μάτια του έκλειναν από ευχαρίστηση καθώς γελούσε και κινούνταν πέρα δώθε. Το μωράκι χαιρετούσε έναν άνδρα, που φορούσε φαρδιά παντελόνια, με μισοκλεισμένο φερμουάρ, ενώ τα δάχτυλα των ποδιών του πετάγονταν έξω από τα πολυκαιρισμένα παπούτσια του.
Το πουκάμισό του ήταν βρώμικο. Τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα και βρώμικα. Ήταν αξύριστος, όχι τόσο όμως ώστε να έχει γένια, ενώ η μύτη του ήταν τόσο πρησμένη, που έμοιαζε με οδικό χάρτη. Ήταν άπλυτος και απεριποίητος. Τα χέρια του κινούνταν και χτυπούσαν με τους καρπούς χαλαρούς. «Γεια σου, φίλε, γεια σου μεγάλε, σε βλέπω μάγκα!», είπε ο άνδρας στο μωράκι.
Οι γονείς αμήχανοι αντάλλαξαν ματιές. Το μωρό απτόητο συνέχισε να γελάει και απάντησε «Γεια, γεια!». Όλοι στο εστιατόριο γύρισαν και κοίταξαν την οικογένεια και μετά τον άνδρα. Ο μυστήριος αυτός γέρος έκανε φασαρία με το μωρό. Το φαγητό ήρθε και ο άνδρας άρχισε να φωνάζει από την άλλη άκρη του εστιατορίου «Θα φάει γλυκό; Κου-κου!». Κανείς δεν έβρισκε τον γέρο χαριτωμένο. Ήταν εμφανώς μεθυσμένος. Το ανδρόγυνο ήταν σε αμηχανία.
Συνέχισαν να τρώνε σιωπηλά. Όλοι, εκτός από το μωράκι, που συνέχιζε το ρεπερτόριό του για τον άστεγο, που με τη σειρά του ανταπέδιδε με τα χαριτωμένα του σχόλια. Τελικά, αφού η οικογένεια ολοκλήρωσε το γεύμα της, ο σύζυγος σηκώθηκε να πληρώσει τον λογαριασμό και ζήτησε από τη γυναίκα του να συναντηθούν έξω που είχαν αφήσει το αυτοκίνητό τους. Αφού σηκώθηκε η μητέρα με το μωρό, ο γέρος στάθηκε ακίνητος ανάμεσα σ’ αυτήν και στην πόρτα. Καθώς η γυναίκα έφτασε πιο κοντά στον άνδρα, γύρισε την πλάτη της προσπαθώντας να τον προσπεράσει αποφεύγοντας τα χνώτα του. Καθώς το έκανε, το μωρό της έσκυψε πάνω από τον ώμο της, ανοίγοντας τα χέρια του σαν να ήθελα να αγκαλιάσει κάποιον. Προτού προλάβει να τον σταματήσει, το μωρό είχε γλιστρήσει από τα χέρια της προς τα χέρια του άνδρα.
Ξαφνικά, ο γέρος που μύριζε και το μωρό αγκαλιάστηκαν. Το μωράκι σε μια πράξη ολοκληρωτικής εμπιστοσύνης, αγάπης και υποταγής ακούμπησε το μικρό του κεφάλι πάνω στον κουρελιασμένο ώμο του άνδρα. Τα μάτια του άνδρα έκλεισαν και φάνηκαν δάκρυα στις άκρες των βλεφάρων του. Τα γέρικα χέρια του γεμάτα βρώμα, πόνο και σκληρή δουλειά έγιναν κούνια για το μωρό και χάιδευαν την πλάτη του. Ποτέ ξανά δυο πλάσματα δεν αγαπήθηκαν τόσο βαθιά σε τόσο μικρό διάστημα.
Η μητέρα έμεινε αποσβολωμένη να παρατηρεί αυτήν την εικόνα. Ο γέρος κουνούσε και λίκνιζε το μωράκι στα χέρια του. Τότε τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Κοίταξε μέσα στα δικά της και γύρισε και της είπε με ύφος έντονα προστακτικό: «Να προσέχεις αυτό το μωρό!»
«Εντάξει», βιάστηκε να του απαντήσει. Απομάκρυνε το μωρό από το στήθος του, ενώ εκείνο δεν ήθελε κι έκανε σαν να πονούσε. Πήρε το μωρό και ο άνδρας είπε: «Ο Θεός να σ’ ευλογεί, κυρία μου, μου έκανες το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει κάποιος». Η γυναίκα ψέλλισε ένα «ευχαριστώ». Με το μωρό της στα χέρια της έτρεξε προς το αυτοκίνητο.
Ο άνδρας της αναρωτήθηκε γιατί έκλαιγε και κρατούσε το μωρό τόσο σφιχτά και γιατί έλεγε «Θεέ μου, Θεέ μου, συγχώρεσε με!»

Είχε μόλις γίνει μάρτυρας της αγάπης, έτσι όπως φανερώθηκε μέσα από την αθωότητα του μωρού, που δεν ήξερε καμιά αμαρτία, που δεν έκανε καμιά κριτική. Ένα παιδί, που είδε μια ψυχή και μια μητέρα που είδε μόνο τα ρούχα. Και τότε κατάλαβε ακόμα ένα από τα μυστηριώδη θαύματα της ζωής. Τότε κατάλαβε ότι μπορούμε να διακρίνουμε τον αληθινό χαρακτήρα ενός ανθρώπου, από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται σε εκείνον που δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου