Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Τα νέα παπούτσια





Ήταν μια παγωμένη μέρα του Δεκέμβρη κι ένα αγοράκι κοντά στα 10 του χρόνια στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα ενός καταστήματος που πουλούσε παπούτσια στην κεντρική λεωφόρο. Το παιδάκι ήταν ξυπόλητο, έτρεμε απ’ το κρύο και κοιτούσε τα παπούτσια στη βιτρίνα, όταν μια κυρία το πλησίασε και του είπε «Γιατί κοιτάζεις τόσο έντονα, μικρέ μου, τη βιτρίνα;»
«Παρακαλούσα τον Θεό να μου δώσει ένα ζευγάρι παπούτσια», απάντησε το αγόρι. Η κυρία το πήρε απ’ το χέρι, μπήκαν στο κατάστημα και ζήτησε απ’ τον υπάλληλο να της φέρει έξι ζευγάρια κάλτσες για το παιδί. Μετά ρώτησε αν μπορούσαν να της παραχωρήσουν κάποια λεκάνη και μια πετσέτα κι ο υπάλληλος της τα έφερε πρόθυμα. Εκείνη πήρε τον μικρό στο πίσω μέρος του μαγαζιού, έβγαλε τα γάντια της, γονάτισε κι έπλυνε τα παγωμένα ποδαράκια του κι ύστερα τα σκούπισε με την πετσέτα.
Πάνω στην ώρα ο υπάλληλος ήρθε με τις κάλτσες. Αφού του φόρεσε το ένα ζευγάρι κάλτσες, του παρήγγειλε κι ένα ζευγάρι παπούτσια και του τα φόρεσε. Του έκανε δέμα κι όλες τις υπόλοιπες κάλτσες και του τις έδωσε. Έπειτα, χαϊδεύοντας το παιδί τρυφερά στο κεφάλι, το ρώτησε «Είμαι βέβαιη ότι τώρα θα αισθάνεσαι καλύτερα, έτσι δεν είναι;»
Καθώς η γυναίκα έκανε να φύγει, κατάπληκτος ο μικρός την έπιασε απ’ το χέρι, την κοίταξε κατάματα και με δάκρυα απάντησε στην ερώτησή της μ’ αυτά τα λόγια:

«Μήπως είστε η Γυναίκα του Θεού;»

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Δες το θετικά...





Κάποτε, στην κορυφή ενός λόφου στέκονταν τρία μικρά δέντρα και ονειρεύονταν τι ήθελαν να γίνουν όταν μεγαλώσουν. Το πρώτο κοίταξε ψηλά τα αστέρια και είπε: «Θέλω να φυλάω έναν θησαυρό. Θέλω να είμαι καλυμμένο με χρυσάφι και γεμάτο πολύτιμους λίθους. Θα είμαι το πιο όμορφο θησαυροφυλάκιο στον κόσμο!»
Το δεύτερο κοίταξε μακριά ένα μικρό ποταμάκι που αργοκυλούσε στον δρόμο του για τη θάλασσα. «Εγώ θέλω να ταξιδεύω τις μεγάλες θάλασσες και να μεταφέρω δυνατούς βασιλιάδες. Θα είμαι το πιο δυνατό καράβι στον κόσμο!»
Το τρίτο δέντρο κοίταξε χαμηλά στην κοιλάδα από κάτω, όπου δραστήριοι άνδρες και γυναίκες δούλευαν σε μια πόλη γεμάτη ζωντάνια. «Εγώ δεν θέλω να αφήσω την κορφή του βουνού. Θέλω να γίνω τόσο ψηλό που, όταν σταματούν οι άνθρωποι για να με κοιτάξουν, θα σηκώσουν τα μάτια τους στον ουρανό και θα σκέφτονται τον Θεό. Θα είμαι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο».
Τα χρόνια πέρασαν. Ήρθε η βροχή, βγήκε ο ήλιος και τα μικρά δέντρα ψήλωσαν. Μια μέρα τρεις ξυλοκόποι ανέβηκαν στο βουνό. Ο πρώτος κοίταξε το πρώτο δέντρο και είπε: «Αυτό το δέντρο είναι όμορφο. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω», και με μια κίνηση του αστραφτερού τσεκουριού του το δέντρο έπεσε. «Τώρα θα με κάνουν ένα όμορφο μπαούλο και θα φυλάω θαυμάσιους θησαυρούς!», είπε το πρώτο δέντρο.
Ο δεύτερος ξυλοκόπος κοίταξε το δεύτερο δέντρο και είπε: «Αυτό το δέντρο είναι δυνατό. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω», και με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε το δεύτερο δέντρο. «Τώρα θα ταξιδέψω τις μεγάλες θάλασσες!», σκέφτηκε εκείνο, «Θα γίνω δυνατό καράβι για δυνατούς βασιλιάδες!»
Το τρίτο δέντρο απογοητεύτηκε, όταν ο τελευταίος ξυλοκόπος κοίταξε κατά το μέρος του. Στεκόταν ευθύ και ψηλό και σημάδευε γενναία τον ουρανό. Ο ξυλοκόπος κοίταξε ψηλά και μουρμούρισε «Οποιοδήποτε δέντρο μου κάνει». Με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε και το τρίτο δέντρο.
Το πρώτο δέντρο χάρηκε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στον ξυλουργό. Αλλά εκείνος το έκανε παχνί για τα ζώα. Το άλλοτε όμορφο δέντρο δεν καλύφθηκε με χρυσό ούτε με θησαυρό. Το επένδυσαν με πριονίδια και το γέμισαν σανό για να τρώνε τα πεινασμένα ζώα μέσα σε έναν στάβλο.
Το δεύτερο δέντρο χαμογέλασε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στο ναυπηγείο, όμως κανένα δυνατό καράβι δεν φτιάχτηκε εκείνη τη μέρα. Αντί γι’ αυτό το άλλο δέντρο με το σφυρί και το πριόνι έγινε μια βάρκα για ψάρεμα. Παραήταν μικρή και αδύναμη για να περάσει τους ωκεανούς ή ακόμα και ένα ποτάμι. Παρά μονάχα το πήγαν σε μια μικρή λίμνη.
Το τρίτο δέντρο μπερδεύτηκε, όταν ο ξυλοκόπος το έκοψε σε δυνατά δοκάρια και το άφησε στο ξυλουργείο. «Τι έγινε;», αναρωτήθηκε το ψηλό αυτό δέντρο, «Αυτό που ήθελα πάντα ήταν να στέκομαι στην κορφή του βουνού και να δείχνω τον Θεό…»
Πολλές μέρες και νύχτες πέρασαν. Τα τρία δέντρα σχεδόν ξέχασαν τα όνειρά τους. Αλλά μια νύχτα, χρυσό φεγγαρόφως ξεχύθηκε πάνω στο πρώτο δέντρο καθώς μια νεαρή γυναίκα απόθεσε το νεογέννητο μωρό της μέσα στη φάτνη. «Μακάρι να μπορούσα να του φτιάξω μια κούνια», ψιθύρισε ο άνδρας της. Η μητέρα έσφιξε το χέρι του και χαμογέλασε καθώς το φεγγαρόφωτο έλαμψε πάνω στο λείο και στιβαρό ξύλο. «Αυτή η φάτνη είναι όμορφη», είπε. Και ξαφνικά το πρώτο δέντρο κατάλαβε ότι κρατούσε τον μεγαλύτερο θησαυρό του κόσμου.
Ένα βράδυ, ένας κουρασμένος ταξιδιώτης και οι φίλοι του μπήκαν σε μια παλιά ψαρόβαρκα. Ο ταξιδιώτης αποκοιμήθηκε καθώς το δεύτερο δέντρο άνοιξε ήσυχα τα πανιά του μέσα στη λίμνη. Γρήγορα σηκώθηκε σφοδρή καταιγίδα γεμάτη κεραυνούς. Το μικρό δέντρο λύγισε απ’ τον φόβο. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να μεταφέρει τόσους πολλούς επιβάτες με ασφάλεια μες στον αέρα και στη βροχή.
Ο κουρασμένος άνδρας ξύπνησε. Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του και είπε: «Ησύχασε…!» Η καταιγίδα σταμάτησε τόσο γρήγορα όσο ξεκίνησε. Και ξαφνικά το δεύτερο δέντρο κατάλαβε ότι μετέφερε τον βασιλιά του ουρανού και της γης.
Μια Παρασκευή πρωί, το τρίτο δέντρο ξαφνιάστηκε, όταν τράβηξαν το δοκάρι του από τον ξεχασμένο σωρό με τα ξύλα. Δείλιασε, καθώς το μετέφεραν μέσα από τους χλευασμούς του αγριεμένου πλήθους. Τρόμαξε, όταν οι στρατιώτες κάρφωσαν τα χέρια ενός άντρα πάνω του. Ένιωσε άσχημο, τραχύ και σκληρόκαρδο. Αλλά την Κυριακή το πρωί, όταν ανέτειλε ο ήλιος και η γη κάτω απ’ το δέντρο άρχισε να τρέμει με χαρά, το τρίτο δέντρο ήξερε ότι η αγάπη του Θεού είχε αλλάξει τα πάντα. Είχε κάνει το τρίτο δέντρο δυνατό. Και κάθε φορά που οι άνθρωποι σκέφτονταν το τρίτο δέντρο, σκέφτονταν τον Θεό. Αυτό ήταν καλύτερο από το να είναι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο…



Την επόμενη φορά που θα νιώσετε θλίψη επειδή δεν γίνατε αυτό που θέλατε, απλά μείνετε στη θέση σας και νιώστε ευτυχισμένοι γιατί κάποιος, κάπου αλλού ίσως, σκέφτεται κάτι καλύτερο να σας δώσει… 


Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Έχεις δύο επιλογές...





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παλικάρι με το όνομα Λευτέρης. Είχε πάντα καλή διάθεση και πάντα είχε κάτι θετικό να πει. Όταν κάποιος τον ρωτούσε τι έκανε, αυτός απαντούσε: «Αν ήμουν καλύτερα, θα ήμουν δίδυμος!»
Ο Λευτέρης εργαζόταν ως μάνατζερ σε κάποιο εστιατόριο και είχε μερικά γκαρσόνια που τον είχαν ακολουθήσει από εστιατόριο σε εστιατόριο. Ο λόγος για τον οποίο τον είχαν ακολουθήσει, ήταν η συμπεριφορά του. Από τη φύση του ήταν παρακινητικός. Αν κάποιος υπάλληλος είχε μια κακή μέρα, ο Λευτέρης του συμπαραστεκόταν λέγοντάς του πώς να βλέπει τη θετική πλευρά των πραγμάτων.
Η συμπεριφορά αυτή του Λευτέρη κίνησε την περιέργεια ενός φίλου του κι έτσι μια μέρα τον πλησίασε και τον ρώτησε: «Δεν μπορώ να καταλάβω! Πώς γίνεται να είσαι θετικός όλη την ώρα;»
Εκείνος αποκρίθηκε: «Κάθε πρωί ξυπνάω και λέω στον εαυτό μου: ¨Λευτέρη, έχεις δύο επιλογές σήμερα. Μπορείς να επιλέξεις να έχεις καλή διάθεση και μπορείς να επιλέξεις να έχεις κακή διάθεση¨. Εγώ επιλέγω να έχω καλή διάθεση. Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι άσχημο, μπορώ να επιλέξω να είμαι θύμα ή μπορώ να επιλέξω να μάθω απ’ αυτό. Εγώ επιλέγω να μάθω. Κάθε φορά που μου παραπονιέται κάποιος, μπορώ να επιλέξω να δεχτώ τα παράπονά του ή μπορώ να τονίσω την θετική πλευρά της ζωής. Εγώ επιλέγω τη θετική πλευρά της ζωής».
«Ναι, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο», διαμαρτυρήθηκε ο φίλος του.
«Κι όμως, είναι», είπε ο Λευτέρης. «Η ζωή δεν είναι παρά επιλογές. Όταν διώχνεις όλα τα άχρηστα από τη ζωή σου, κάθε κατάσταση είναι και μια επιλογή. Εσύ επιλέγεις πώς να αντιδράς στις καταστάσεις. Εσύ επιλέγεις τον βαθμό που οι άλλοι άνθρωποι θα επηρεάσουν την διάθεσή σου. Εσύ επιλέγεις να είσαι είτε σε καλή είτε σε κακή διάθεση. Βασικά, εσύ επιλέγεις πώς ζεις τη ζωή σου».
Ο άλλος αναλογίστηκε αυτά που του είπε. Μετά από λίγο καιρό ο Λευτέρης άφησε το εστιατόριο για να ανοίξει τη δική του επιχείρηση. Οι δυο φίλοι έχασαν την επαφή τους, όμως τα λόγια του Λευτέρη έμειναν βαθιά χαραγμένα στο μυαλό του φίλου του.
Μερικά χρόνια αργότερα, ο Λευτέρης έκανε κάτι που ποτέ δεν πρέπει να κάνεις σε μια επιχείρηση εστιατορίων: άφησε την πίσω πόρτα ανοιχτή ένα πρωί και βρέθηκε με το πιστόλι στον κρόταφο από τρεις ένοπλους ληστές. Ενώ προσπαθούσε να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο κι ενώ έτρεμε ολόκληρος έκανε λάθος στον συνδυασμό. Οι ληστές πανικοβλήθηκαν και τον πυροβόλησαν.
Ευτυχώς τον βρήκαν σχετικά γρήγορα και τον μετέφεραν εσπευσμένα στο τοπικό νοσοκομείο. Μετά από χειρουργική επέμβαση 18 ωρών και εβδομάδων εντατικής θεραπείας, ο Λευτέρης πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο παρόλο που είχε θραύσματα από σφαίρες ακόμα στο σώμα του.
Οι δύο φίλοι συναντήθηκαν ξανά έξι μήνες μετά το ατύχημα. Όταν ο φίλος του τον ρώτησε πως ήταν, εκείνος του αποκρίθηκε: «Αν ήμουν καλύτερα, θα ήμουν δίδυμος! Θες να δεις τις ουλές μου;». Ο φίλος του αρνήθηκε, όμως τον ρώτησε τι είχε περάσει από το μυαλό του όταν ήταν υπό την απειλή του πιστολιού.
«Το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου ήταν ότι έπρεπε να είχα κλειδώσει την πίσω πόρτα», απάντησε. «Μετά, καθώς ήμουν πεσμένος στο πάτωμα, θυμήθηκα ότι είχα δύο επιλογές: Μπορούσα να επιλέξω να ζήσω ή μπορούσα να επιλέξω να πεθάνω. Εγώ επέλεξα να ζήσω».
«Δεν φοβήθηκες; Έχασες τις αισθήσεις σου;» τον ρώτησε ο φίλος του.
Ο Λευτέρης συνέχισε: «Οι γιατροί ήταν φοβεροί. Μου έλεγαν συνέχεια ότι θα γίνω καλά. Όταν όμως με μετέφεραν στα επείγοντα και είδα την έκφραση στο πρόσωπο των γιατρών και των νοσοκόμων, φοβήθηκα πραγματικά. Στα μάτια τους διάβαζα: ¨Είμαι νεκρός¨. Ήξερα ότι έπρεπε να αναλάβω δράση».
«Τι έκανες;» ρώτησε με ενδιαφέρον ο φίλος του.

«Να, ήταν εκεί μια μεγαλόσωμη, στιβαρή νοσοκόμα που μου έκανε ερωτήσεις φωνάζοντας», απάντησε ο Λευτέρης. «Με ρώτησε αν ήμουν αλλεργικός σε κάτι και της είπα ότι ήμουν. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες σταμάτησαν περιμένοντας την απάντησή μου. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και ξεφώνισα ¨Στις σφαίρες!¨ Ενώ αυτοί γελούσαν, τους είπα: ¨Επιλέγω να ζήσω. Χειρουργήστε με σαν να είμαι ζωντανός και όχι νεκρός¨»

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Καλοσύνη





Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας φτωχός Σκωτσέζος αγρότης που λεγόταν Φλέμινγκ. Μια μέρα, την ώρα που δούλευε για το ψωμάκι τους, άκουσε μια κραυγή που ζητούσε βοήθεια από ένα κοντινό έλος.
Πέταξε τα εργαλεία του και όρμησε στο έλος. Κι εκεί, χωμένο μέχρι το στήθος του μέσα στη λάσπη, βρισκόταν ένα κατατρομαγμένο αγόρι που ούρλιαζε και πάλευε για να γλιτώσει από ένα σίγουρο αργό και τρομαχτικό θάνατο. Ο αγρότης έσωσε τον νεαρό.
Την άλλη μέρα ένα αστραφτερό αμάξι έφτασε στην αυλή του αγρότη κι ένας κομψοντυμένος ευγενής κατέβηκε και συστήθηκε ως ο πατέρας του παιδιού που έσωσε ο φτωχός αγρότης.
«Θα ήθελα να σας προσφέρω κάτι», είπε ο ευγενής, «Σώσατε τη ζωή του παιδιού μου!»
«Όχι, δεν μπορώ να δεχτώ αμοιβή για ότι έκανα», απάντησε ο Σκωτσέζος αγρότης και δεν δέχτηκε την προσφορά.
Τη στιγμή εκείνη ο γιος του αγρότη πρόβαλε από το σπιτάκι τους. «Ο γιος σας είναι;» ρώτησε ο ευγενής.
«Μάλιστα», απάντησε ο γεωργός γεμάτος περηφάνια.
«Έχω να σας προτείνω κάτι. Επιτρέψτε μου να τον πάρω μαζί μου και να του προσφέρω μια καλή μόρφωση. Αν ο νεαρός μας μοιάζει έστω και λίγο του πατέρα του, θα γίνει κάποιος για τον οποίο θα μπορούμε όλοι να είμαστε περήφανοι!»
Και τελικά έτσι έγινε.
Τα χρόνια πέρασαν, ο γιος του αγρότη αποφοίτησε από την Πανεπιστημιακή Ιατρική Σχολή St. Marys του Λονδίνου και προχώρησε μέχρι που έγινε πασίγνωστος σε όλο τον κόσμο με το όνομα Σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ, διότι ανακάλυψε την Πενικιλίνη.
Μερικά χρόνια αργότερα ο γιος του ευγενούς αρρώστησε από πνευμονία και σώθηκε από την Πενικιλίνη.
Το όνομα του ευγενούς; Λόρδος Ράντολφ Τσώρτσιλ, πατέρας τους Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ.
Πέταξε τα εργαλεία του και όρμησε στο έλος. Κι εκεί, χωμένο μέχρι το στήθος του μέσα στη λάσπη, βρισκόταν ένα κατατρομαγμένο αγόρι που ούρλιαζε και πάλευε για να γλιτώσει από ένα σίγουρο αργό και τρομαχτικό θάνατο. Ο αγρότης έσωσε τον νεαρό.
Την άλλη μέρα ένα αστραφτερό αμάξι έφτασε στην αυλή του αγρότη κι ένας κομψοντυμένος ευγενής κατέβηκε και συστήθηκε ως ο πατέρας του παιδιού που έσωσε ο φτωχός αγρότης.
«Θα ήθελα να σας προσφέρω κάτι», είπε ο ευγενής, «Σώσατε τη ζωή του παιδιού μου!»
«Όχι, δεν μπορώ να δεχτώ αμοιβή για ότι έκανα», απάντησε ο Σκωτσέζος αγρότης και δεν δέχτηκε την προσφορά.
Τη στιγμή εκείνη ο γιος του αγρότη πρόβαλε από το σπιτάκι τους. «Ο γιος σας είναι;» ρώτησε ο ευγενής.
«Μάλιστα», απάντησε ο γεωργός γεμάτος περηφάνια.
«Έχω να σας προτείνω κάτι. Επιτρέψτε μου να τον πάρω μαζί μου και να του προσφέρω μια καλή μόρφωση. Αν ο νεαρός μας μοιάζει έστω και λίγο του πατέρα του, θα γίνει κάποιος για τον οποίο θα μπορούμε όλοι να είμαστε περήφανοι!»
Και τελικά έτσι έγινε.
Τα χρόνια πέρασαν, ο γιος του αγρότη αποφοίτησε από την Πανεπιστημιακή Ιατρική Σχολή St. Marys του Λονδίνου και προχώρησε μέχρι που έγινε πασίγνωστος σε όλο τον κόσμο με το όνομα Σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ, διότι ανακάλυψε την Πενικιλίνη.
Μερικά χρόνια αργότερα ο γιος του ευγενούς αρρώστησε από πνευμονία και σώθηκε από την Πενικιλίνη.

Το όνομα του ευγενούς; Λόρδος Ράντολφ Τσώρτσιλ, πατέρας τους Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Οι ταξιδευτές άγγελοι





Ήταν κάποτε δύο άγγελοι που ταξίδευαν και σταμάτησαν για να περάσουν τη νύχτα τους στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Τα μέλη της οικογένειας ήταν αγενή και δεν ήθελαν να τους φιλοξενήσουν σε κάποιο από τα δωμάτια του αρχοντικού τους. Αντίθετα, οι άγγελοι έμειναν σε έναν μικρό χώρο στο υπόγειο του σπιτιού.
Καθώς έστρωναν για να κοιμηθούν πάνω στο κρύο πάτωμα, ο γηραιότερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε, καλύπτοντάς την. Όταν ο νεαρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, ο άλλος του απάντησε ότι «Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν».
Την επόμενη νύχτα, οι δύο άγγελοι θέλησαν να ξεκουραστούν στο σπίτι μιας πολύ φτωχής αλλά φιλόξενης οικογένειας αγροτών. Αφού μοιράστηκαν με την οικογένεια το φτωχικό φαγητό τους, το ζευγάρι των αγροτών τους παραχώρησε το κρεβάτι τους για να ξαπλώσουν και να ξεκουραστούν. Μόλις βγήκε ο ήλιος το άλλο πρωί, οι άγγελοι είδαν τον αγρότη και τη γυναίκα του να κλαίνε γιατί η μοναδική τους αγελάδα είχε ψοφήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Ο νεαρός άγγελος θύμωσε πολύ και ρώτησε τον γηραιότερο γιατί να συμβαίνει αυτή η αδικία στους καλούς και φτωχούς αυτούς ανθρώπους. «Η πρώτη οικογένεια είχε τα πάντα και την βοήθησες», τον κατηγόρησε. «Η δεύτερη οικογένεια είχε τόσα λίγα και ήταν τόσο πρόθυμη να τα μοιραστεί και εσύ άφησες την αγελάδα τους να ψοφήσει». «Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν», του απάντησε ο γηραιότερος άγγελος.

«Όταν μείναμε στο υπόγειο του πλούσιου αρχοντικού, παρατήρησα ότι υπήρχε χρυσάφι μέσα σε εκείνη την τρύπα που είχε ανοίξει στον τοίχο. Επειδή, όμως, ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο φιλάργυρος, άπληστος και δεν ήθελε να μοιραστεί την καλοτυχία του με άλλους, εγώ σφράγισα τον τοίχο για να μην μπορεί να ανακαλύψει το χρυσάφι. Τη χθεσινή νύχτα που κοιμηθήκαμε στο κρεβάτι των φτωχών αγροτών, ήρθε ο άγγελος του θανάτου για να πάρει τη γυναίκα. Εγώ του έδωσα την αγελάδα για αντάλλαγμα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν».

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Ο δρόμος της επιτυχίας





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που έψαχνε απεγνωσμένα να βρει την επιτυχία. Σε κάποιο σημείο της αναζήτησής του συναντάει στον δρόμο του έναν γκουρού. Ο άνθρωπος ρωτάει τον γκουρού:
«Κατά που πέφτει η επιτυχία;»
Ο ρασοφόρος σοφός με τη μακριά γενειάδα δεν μιλάει, αλλά δείχνει με το δάχτυλό του προς μια κατεύθυνση πέρα μακριά.
Ο άνθρωπος, κατενθουσιασμένος με την προοπτική μιας γρήγορης και εύκολης επιτυχίας, τρέχει γρήγορα προς την κατεύθυνση αυτή. Ξαφνικά, ακούγεται ένα ηχηρό «Πλατς!!!»
Ο άνθρωπος επιστρέφει λασπωμένος, βρεγμένος, κουτσαίνοντας και ζαλισμένος, έχοντας την υποψία ότι δεν κατάλαβε καλά την απάντηση. Επαναλαμβάνει την ερώτησή του στον γκουρού, ο οποίος και πάλι δείχνει σιωπηλά προς την ίδια κατεύθυνση.
Υπάκουος ο άνθρωπος ξαναφεύγει προς το ίδιο μέρος. Τούτη τη φορά το «πλατς» ξεκουφαίνει, κι όταν πια εκείνος σέρνεται πίσω είναι καταματωμένος, διαλυμένος και εξοργισμένος. «Σε ρώτησα πώς πάνε στην επιτυχία», ουρλιάζει στον γκουρού, «Ακολούθησα την κατεύθυνση που μου έδειξες και αυτό που πέτυχα είναι τα χάλια που έχω! Τέρμα οι υποδείξεις με το δάχτυλο! Μίλα!»

Και τότε μόνο, πράγματι, μιλάει ο γκουρού, και λέει: «Ξ επιτυχία είναι προς τα εκεί. Ακριβώς λίγο μετά το πλατς».

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Η επιμονή κάνει θαύματα





Ήταν μια φορά ένα οκτάχρονο κοριτσάκι, που άκουσε τους γονείς της να μιλάνε για τον μικρό της αδερφό και να λένε πως ήταν πολύ άρρωστος και δεν είχαν καθόλου χρήματα. Μετακόμιζαν σε μικρότερο σπίτι για οικονομία, αφού τα έξοδα του γιατρού ήταν πολλά. Μόνο μια πολύ δαπανηρή εγχείρηση θα μπορούσε να τον σώσει και δεν υπήρχε κανείς να τους δανείσει λεφτά.
Όταν άκουσε τον πατέρα της να λέει ψιθυριστά και με απόγνωση στη γεμάτη δάκρυα μητέρα της, ότι «ένα θαύμα μόνο μπορεί να τον σώσει», το κοριτσάκι πήγε στο δωμάτιό του και έβγαλε από την κρυψώνα που είχε στην ντουλάπα του τον κουμπαρά του. Έβαλε όλα τα ψιλά στο πάτωμα και τα μέτρησε προσεκτικά.
Κρατώντας σφιχτά τον πολύτιμο κουμπαρά της, γλίστρησε από την πίσω πόρτα του σπιτιού και πήγε στο φαρμακείο, έξι τετράγωνα παρακάτω. Πήρε είκοσι πέντε λεπτά από τις οικονομίες της και τα άφησε πάνω στο γκισέ.
«Τι θέλεις;» ρώτησε ο φαρμακοποιός. «Είναι για τον μικρό μου αδερφό», απάντησε το κοριτσάκι. «Είναι πολύ – πολύ άρρωστος και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα».
«Ορίστε;» είπε ο φαρμακοποιός.
«Τον λένε Νίκο και έχει κάτι κακό μέσα στο κεφάλι του. Ο μπαμπάς μου λέει, ότι το μόνο που μπορεί να τον σώσει, είναι ένα θαύμα. Λοιπόν, πόσο κάνει ένα θαύμα;»
«Δεν πουλάμε θαύματα εδώ, παιδί μου, λυπάμαι», είπε ο φαρμακοποιός, χαμογελώντας λυπημένα στο κοριτσάκι.
«Ακούστε, έχω λεφτά για να πληρώσω. Αν δεν είναι αρκετά, θα προσπαθήσω να βρω κι άλλα. Πείτε μου μονάχα πόσο κάνει».
Τη συζήτηση άκουσε ένας καλοντυμένος πελάτης. Έσκυψε και ρώτησε τη μικρή: «Τι είδους θαύμα χρειάζεται ο αδερφός σου;»
«Δεν ξέρω», απάντησε και τα μάτια της άρχισαν να βουρκώνουν. «Είναι πολύ άρρωστος  και χρειάζεται εγχείρηση. Αλλά δεν έχουμε τόσα λεφτά, γι’ αυτό κι εγώ έφερα τις οικονομίες μου».
«Πόσα έχεις;» ρώτησε ο άνδρας. «Ένα ευρώ, όμως μπορώ να προσπαθήσω να φέρω και μερικά ακόμα», απάντησε το κορίτσι χωρίς σχεδόν να ακούγεται.
«Μα, τι σύμπτωση», χαμογέλασε ο άνδρας. «Ένα ευρώ – ακριβώς όσο κάνει ένα θαύμα για μικρούς αδερφούς».
Πήρε τα λεφτά της στο ένα χέρι του και την κράτησε με το άλλο. Της είπε: «Πήγαινέ με εκεί που μένεις. Θέλω να δω τον αδερφό σου και να συναντήσω τους γονείς σου. Για να δούμε αν έχω το θαύμα που χρειάζεσαι».
Εκείνος ο καλοντυμένος κύριος ήταν χειρουργός, ειδικευόμενος στην νευροχειρουργική. Η εγχείρηση έγινε χωρίς χρέωση και ο Νίκος δεν άργησε να γυρίσει στο σπίτι του υγιής.
«Εκείνη η εγχείρηση», ψιθύρισε η μαμά της, «ήταν ένα αληθινό θαύμα. Αναρωτιέμαι πόσο να κόστιζε».

Το μικρό κορίτσι χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς πόσο έκανε το θαύμα… ένα ευρώ… συν την πίστη του μικρού κοριτσιού.

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Ένα περίεργο παραμύθι





Μια φορά κι ένα καιρό, σε ένα μακρινό βασίλειο ήταν ένας βασιλιάς με τη βασίλισσα του.
Ο κόσμος δεν είχε ξαναδεί τέτοιο έρωτα αλλά τα χρόνια περνούσαν και τα κουτσομπολιά και οι μουρμούρες αυξάνονταν συνεχώς διότι δε μπορούσαν να κάνουν παιδί.
Άρχισαν να μαραζώνουν ακούγοντας τα όλα αυτά μέχρι που τελικά η βασίλισσα έμεινε έγκυος.
(ας πούμε ότι η καλή νεράιδα βοήθησε)
Μετά από μερικούς μήνες ένα πανέμορφο αγοράκι
είδε το φως του βασιλείου… χωρίς να γνωρίζει ότι αυτός θα κυβερνάει σε λίγα χρόνια, χωρίς να ξέρει ότι θέλοντας και μη έχει ήδη ένα βάρος στους ώμους του… αυτό του ενός και μοναδικού πρίγκιπα, διαδόχου του στέμματος.
Ο βασιλιάς ήταν πανευτυχής.
Η βασίλισσα ένιωθε τόσο μεγάλη ανακούφιση αφού θα τελείωναν τα λόγια πίσω από την πλάτη της για το αν τελικά μπορεί ή όχι να κάνει παιδί.
Όλο το βασίλειο γιόρταζε για μέρες μέχρι που ο βασιλιάς είχε τη φαεινή ιδέα να καλέσει τις 7 μοίρες για να δώσουν δώρα στο παιδί (λες κι ο πρίγκιπας δεν είχε τα πάντα εκεί
κι έπρεπε να περιμένει αυτές να του τα δώσουν).
Κατέφτασαν με χαρά και οι 7 μοίρες κι άρχισαν να δίνουν τα δώρα τους…
Καλοσύνη
Ευγένεια
Αρετή
Εργατικότητα
Γλυκύτητα
Ομορφιά και…
Πριν προλάβει η έβδομη και καταϊδρωμένη μοίρα να δώσει το δώρο της, η γριά μάγισσα, την οποία δεν είχε καλέσει ο βασιλιάς, εμφανίστηκε και έδωσε μια κατάρα στο πριγκιπόπουλο ώστε να εκδικηθεί το βασιλιά που δεν την προσκάλεσε.
«Προτού κλείσει τα δεκάξι του χρόνια θα τρυπήσει το δάχτυλο του με ένα αδράχτι και θα πεθάνει» είπε η μάγισσα και γέλασε χαιρέκακα..
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ταράχτηκα, ικέτευσαν τη μάγισσα να πάρει την κατάρα αλλά η μάγισσα ορκιζόταν πως δε μπορούσε να την πάρει πίσω (δε ξέρω τη διαδικασία ακύρωσης κατάρας αλλά μάλλον τους δούλεψε η μάγισσα). Το μόνο που κατάφερε κι αυτό διότι το «μετάνιωσε», αφού ήταν εν βρασμώ ψυχής όπως έλεγε,
ήταν να αλλάξει την κατάρα κι αντί να πεθάνει ο πρίγκιπας, να κοιμηθεί για 100 χρόνια.
Περνούσαν τα χρόνια ανέμελα, ο βασιλιάς εννοείται ότι έδωσε εντολή να καταστραφούν όλα τα αδράχτια στο βασίλειο του αλλά ο πρίγκιπας δεν ήταν και το πιο ήσυχο παιδί.
Δραστήριος, εργατικός, ευγενικός, ήθελε να γνωρίσει όλο το λαό και να μάθει την κάθε γωνία του μελλοντικού του βασιλείου. Έτσι λίγο πριν φτάσει στα δεκαέξι του, τριγυρνούσε στην εξοχή ώσπου ανέβηκε σε ένα ξεχασμένο πύργο. Εκεί ήταν ένας γέρος γυρισμένος με πλάτη προς την πόρτα που, με περίσσια χάρη, έγνεθε με το αδράχτι του. (Παίζει πολύ σοβαρά να ήταν η γριά μάγισσα μεταμορφωμένη αλλά ακόμα δεν έχουν επιβεβαιωθεί οι φήμες αυτές). Του πρίγκιπα του φάνηκε περίεργο που δεν γνώριζε τον παππού αλλά είχε γοητευθεί με την κίνηση αυτού του περιέργου εργαλείου και ρώτησε τον ευγενικό γέρο να δοκιμάσει κι αυτός. Δεν πήρε καμία απάντηση όμως. Ο γέρος είχε αφοσιωθεί τόσο πολύ στην τέχνη του που δεν είχε καταλάβει καν ότι υπήρχε κάποιος άλλος στο δωμάτιο.
«Μάλλον πρέπει να φωνάξω πιο δυνατά» σκέφτηκε ο πρίγκιπας.
Έτσι τον ξαναρώτησε αφού πρώτα έβηξε δυνατά για να του τραβήξει την προσοχή. Ο γέρος σάστισε και ο πρίγκιπας πίστεψε για μια στιγμή ότι θα μείνει στον τόπο από την τρομάρα του. Αφού ηρέμισε και ξανάρχισε να αναπνέει κανονικά, ο γέρος συμφώνησε και έδωσε στον πρίγκιπα το αδράχτι. Το κράτησε στα χέρια του κι εφόσον πρώτα το περιεργάστηκε σχολαστικά, άρχισε να γνέθει και μετά από αρκετή ώρα εννοείται ότι τρυπήθηκε διότι ήταν λιγάκι ατσούμπαλος κι έτσι ευθύς αμέσως έπεσε σε λήθαργο. Ο γέρος βλέποντας τον πρίγκιπα με το ματωμένο δάχτυλο, να έχει χάσει τις αισθήσεις του, εξαφανίστηκε για να γλυτώσει το κεφάλι του από τον εξαγριωμένο βασιλιά.
Όλο το βασίλειο έπεσε σε ένα μεγάλο πένθος, χωρίς βέβαια να έχει πεθάνει το πριγκιπόπουλο. Η καλή νεράιδα βλέποντας τη στεναχώρια όλων των υπηκόων και θέλοντας να προστατέψει το βασίλειο από τον πόνο, κοίμισε τους πάντες για 100 χρόνια και έβαλε τον πρίγκιπα στο ψηλότερο πύργο. Κάλυψε με μεγάλους ακανθωτούς θάμνους το βασίλειο ώστε να μη μπορεί να περάσει εύκολα κάποιος άνθρωπος.
Μάλιστα έβαλε κι ένα δράκο για να προστατεύει όλη την περίμετρο και τα επόμενα 100 χρόνια να κυλήσουν ήσυχα
μέχρι να ξυπνήσει ξανά ο πρίγκιπας και το υπόλοιπο βασίλειο.
Αρκετά χρόνια πέρασαν…
Όλοι κοιμόντουσαν του καλού καιρού, ώσπου μια πριγκίπισσα σκέφτηκε να μπει και διασχίσει όλο το βασίλειο για να δει αν αληθεύουν οι φήμες για τον πρίγκιπα. Ο δράκος με το που την είδε άνοιξε τα μεγάλα φτερά του και κατευθύνθηκε προς το μέρος της.
Αφού κάθισε μπροστά της με χάρη, της εξήγησε ότι δε μπορεί να περάσει αλλά αυτή ήταν ξεροκέφαλη. Ήθελε πάση θυσία να μπει και να δει τον πρίγκιπα. Την απείλησε να την σκοτώσει αν τολμούσε να περάσει, αλλά η πριγκίπισσα δεν το έβαζε κάτω με τίποτα. Έτσι αφού δεν του έδωσε άλλες επιλογές πολέμησε μαζί της. Τεράστιες κατακόκκινες φλόγες έβγαιναν από το στόμα του, μαύροι καπνοί από τη μύτη του, αλλά η πριγκίπισσα ήταν από τις μεγαλύτερες πολεμίστριες που είχε δει ολόκληρος ο κόσμος. Μετά από πολλές ώρες μάχης κατάφερε να τον σκοτώσει και πια ο δρόμος για να δει τον πρίγκιπα ήταν ανοικτός. Αφού πέρασε κι άλλες δοκιμασίες και όλα τα αγκάθια χωρίς να πάθει ούτε γρατζουνιά (αφού αυτή δεν ήταν ατσούμπαλη σαν τον πρίγκιπα) έφτασε επιτέλους στο ψηλότερο πύργο που βρισκόταν ο πρίγκιπας.
Παρόλη την κούραση της, έτρεχε ανεβαίνοντας δύο-δύο τα σκαλιά του πύργου. Έφτασε στο ψηλότερο δωμάτιο με την περίτεχνα σκαλισμένη βαριά πόρτα. Μόνο αυτή η πόρτα χώριζε την πριγκίπισσα με τον πρίγκιπα. Το τρεμάμενο χέρι της την άνοιξε και τότε τον είδε. Δε μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Όλες οι φήμες που είχε ακούσει ήταν πέρα για πέρα αληθινές. Ένας πρίγκιπας πανέμορφος που άξιζε κάθε δυσκολία που πέρασε η πριγκίπισσα μέχρι να τον βρει. Τον ήθελε για αυτήν και μόνο… αλλά κοιμόταν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Προσπάθησε να τον ξυπνήσει. Τον ταρακούνησε με όλη της τη δύναμη (έριξε και μερικά χαστούκια), του πέταξε νερό, του φώναξε μέχρι που δεν είχε άλλο αέρα στα πνευμόνια της. Είχε δοκιμάσει τα πάντα αλλά τίποτα. Οι ώρες περνούσαν και ο πρίγκιπας ακόμα κοιμόταν. Η πριγκίπισσα δε μπορούσε να το πιστέψει ότι δε μπορεί να κάνει τίποτε άλλο. Απογοητευμένη και αποδεχόμενη την ήττα της, την πρώτη της ήττα από την ώρα που γεννήθηκε,
σκέφτηκε να δώσει ένα φιλί στον πρίγκιπα, να τον χαιρετήσει και να φύγει. Το πρώτο και το τελευταίο που θα του έδινε ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Και αυτό γιατί η έβδομη μοίρα είχε βάλει το χεράκι της. Χωρίς να το καταλάβει η γριά μάγισσα όταν άλλαξε την κατάρα, η έβδομη μοίρα έβαλε στα ψιλά γράμματα ότι μόνο μια πριγκίπισσα μπορεί να τον ξυπνήσει αν τον φιλήσει.
Έτσι όταν τα χείλη της πριγκίπισσας άγγιξαν τα χείλη του πρίγκιπα, τότε ο πρίγκιπας ξύπνησε. Με το που είδε την πριγκίπισσα, την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα. Δεν τον ενδιέφερε που ήταν ταλαιπωρημένη, βρώμικη και ιδρωμένη, χωρίς καμία δύναμη μετά από τόσες δοκιμασίες. Ήξερε βαθιά μέσα του ότι με αυτή τη γυναίκα θα είναι ευτυχισμένος,  ασφαλής, θα είναι το στήριγμα του
και θα μπορεί να κάνει μαζί της την οικογένεια που ονειρευόταν όλα αυτά τα χρόνια τα οποία κοιμόταν.
Έτσι αφού όλο το βασίλειο ξύπνησε πάλι, έγινε ο γάμος και επιτέλους στο βασίλειο ήρθαν πολλά χρόνια γαλήνης, ευημερίας, ευτυχίας και ειρήνης. Και εζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Λοιπόν… Θα μου πείτε τώρα ότι αυτό κάτι σας θυμίζει… Αλλά και κάτι σας ξενίζει… Όμως το νόημα δεν είναι αν είναι γνωστό ή άγνωστο το παραμύθι. Αν είναι πρωτότυπο κι αυθεντικό ή παραφρασμένο. Αλλά σκεφτείτε λοιπόν να μεγαλώναμε με παραμύθια όπου η γυναίκα δεν ήταν η αδύναμη της υπόθεσης. Ότι μπορεί να σκοτώσει δράκους, να ταλαιπωρηθεί για όλα όσα θέλει. Ότι δεν χρειάζεται να περιμένει τον πρίγκιπα με το λευκό άλογο. Ότι η μέρα του γάμου και το πολυπόθητο νυφικό δεν είναι το όνειρο της από την παιδική της ηλικία. Κι όλα αυτά χωρίς να νιώθει ενοχές μήπως και την πουν σκληρή και άκαρδη ή να τα κάνει μόνο και μόνο για να δείξει την ανωτερότητα της προς τον άντρα. Σκεφτείτε λοιπόν να μεγαλώναμε με παραμύθια όπου ο άντρας είναι και ευαίσθητος και θέλει αγάπη και φροντίδα. Ότι μπορεί να είναι ευάλωτος, Ότι μπορεί και να πληγωθεί, Ότι μπορεί να ονειρεύεται όχι μόνο μια καριέρα, λεφτά, δόξα αλλά και τον έρωτα και την οικογένεια. Κι όλα αυτά χωρίς να νιώθει ενοχές μήπως και τον πουν αδύναμο ή να τα κάνει μόνο και μόνο για να δείξει την ανωτερότητα του προς τη γυναίκα.
Σκεφτείτε το…

Πόσο διαφορετικά θα μεγαλώναμε;;

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Ο κουφός βάτραχος





Κάποτε οι βάτραχοι διοργάνωσαν έναν αγώνα αναρρίχησης. Στόχος τους ήταν να ανέβουν στην ψηλότερη κορυφή ενός πύργου. Πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν εκεί να τους υποστηρίξουν.
Ο αγώνας ξεκίνησε…
Στην πραγματικότητα, ο κόσμος δεν πίστευε ότι ήταν εφικτό, να ανέβουν οι βάτραχοι στην κορυφή του πύργου και το μόνο που άκουγες ήταν:
«Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…»
Οι βάτραχοι άρχισαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους…
Ο κόσμος συνέχιζε να φωνάζει:
«Τι κόπος! Πoτέ δεν θα τα καταφέρουν…»
Τότε οι βάτραχοι, ο ένας μετά τον άλλο, παραδέχονταν την ήττα τους, εκτός από έναν, που συνέχισε να σκαρφαλώνει…
Στο τέλος, μόνο αυτός, και μετά από τρομερή προσπάθεια, κατόρθωσε να φθάσει στην κορυφή!
Ένας από τους χαμένους βατράχους, πλησίασε να τον ρωτήσει πως τα κατάφερε να ανέβει στην κορυφή… Τότε συνειδητοποίησε ότι…
Ο νικητής βάτραχος ήταν κουφός!!!


Ποτέ να μην ακούμε ανθρώπους που έχουν την κακή συνήθεια να είναι αρνητικοί… γιατί μας κλέβουν τις μεγαλύτερες λαχτάρες και πόθους της καρδιάς μας!
Πάντοτε να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας τη δύναμη της φράσης: «Σκέψου θετικά!»



Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ο τυφλός πρίγκιπας





– Ο πρίγκιπας Δώρος είναι τυφλός.
– Δεν είναι δυνατόν. Στη φωτογραφία στην εφημερίδα τα γαλάζια του μάτια φαίνονται πανέμορφα.
– Πανέμορφα, μόνο που δεν βλέπουν. Η βασίλισσα κλαίει μέρα νύχτα απ’ τη στενοχώρια της. Ο βασιλιάς κάλεσε στο παλάτι τους καλύτερους γιατρούς της Μορλανδίας. Τους έταξε τον ουρανό με τ’ άστρα αν κατάφερναν να βοηθήσουν τον γιο του να βρει την όρασή του.
– Άδικος κόπος. Να, κοιτάξτε. Οι γιατροί φεύγουν κουνώντας το κεφάλι απαρηγόρητοι.
– Ο καθηγητής Μπελόνης, ο καθηγητής Χαρτόνης κι ο καθηγητής Ντε Μάξιμος… Μα φεύγουν όλοι;
– Λένε ότι έμεινε ένας πίσω.
– Ποιος, αυτός; Μα αυτός δεν είναι γιατρός.
– Και τότε τι κάνει εκεί; Όταν η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά…
Η επιστήμη μπορεί να τα σηκώνει, ο Ζερμπίνος όμως ποτέ. Ο Ζερμπίνος δεν ήταν ούτε καθηγητής ιατρικής ούτε γιατρός. Ήταν ένας απλός γεράκος, πάντα μαυροντυμένος, που το μόνο χρώμα που είχε πάνω του ήταν το κοκκινωπό του μούσι.
– Είναι μάγος. Υποσχέθηκε να γιατρέψει τον πρίγκιπα με τα μαγικά του κόλπα.
Όταν ο κόσμος αρχίζει να μιλάει, σταματημό δεν έχει… Κι επιπλέον λέει πράγματα παράλογα, πράγματα που τα βγάζει από το μυαλό του. Το πλήθος που είχε μαζευτεί μπροστά από την πύλη του παλατιού δεν σταματούσε λεπτό να μιλάει γι’ αυτή την τραγωδία. Ο Ζερμπίνος όμως όχι μόνο δεν ήταν μάγος, αλλά είχε μαύρα μεσάνυχτα από μαγικά κόλπα. Είχε καταφέρει να τρυπώσει -άγνωστο πώς- στην ομάδα των γιατρών που είχαν έρθει από τα πέρατα του κόσμου για να εξετάσουν τον τυφλό πρίγκιπα. Όλη την ώρα στεκόταν σε μια γωνιά του δωματίου του μικρού Δώρου, του μικρού με τα υπέροχα γαλάζια μάτια που κοιτούσαν ορθάνοιχτα το σκοτάδι. Δεν είχε πει κουβέντα όση ώρα μιλούσαν οι σπουδαίοι γιατροί. Δεν είχε προτείνει να του δώσουν ούτε ένα φάρμακο. Δεν είχε συμβουλεύσει να του κάνουν εγχείρηση. Μονάχα όταν αποχώρησε και ο τελευταίος γιατρός ο Ζερμπίνος, καμπουριασμένος και θλιμμένος σαν ηττημένος στρατηγός, ζήτησε δειλά να πάρει τον λόγο.
– Τι θέλεις, καλέ μου άνθρωπε; τον ρώτησε ο βασιλιάς.
Δεν βλέπεις τον πόνο μας; Αν θέλεις να μου ζητήσεις κάποια χάρη, έλα άλλη μέρα.
– Εγώ, άρχισε να λέει ο Ζερμπίνος στρίβοντας την κόκκινη γενειάδα του, ήθελα να σας ζητήσω τη χάρη να μ’ αφήσετε να κάνω μια δοκιμή…
– Τι δοκιμή;
– Δεν θα πιάσω τα μάτια της Αυτού Μεγαλειότητάς του. Το μόνο που θέλω είναι να του μιλήσω.
– Καλέ μου άνθρωπε, το μωρό δεν είναι καλά καλά δύο μηνών ακόμα και θέλεις να σε καταλάβει;
– Εγώ νομίζω ότι θα με καταλάβει. Αφήστε με να προσπαθήσω…
Ο Ζερμπίνος πλησίασε στο χρυσό κρεβάτι του Δώρου κι έπιασε το χεράκι του πρίγκιπα, ενώ όλοι τριγύρω τον κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα. Ύστερα κοίταξε τον βασιλιά, που σκούπιζε τα δάκρυά του στον μανδύα του, και βάλθηκε να λέει:
– Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Ήταν σπουδαίος βασιλιάς, φορτωμένος με χρυσάφια και ασήμια. Στο κεφάλι φορούσε ένα στέμμα στολισμένο με ρουμπίνια. Είχε μαύρα γένια, μυτερά…
– Τον παλιάνθρωπο ψέλλισε ο οικονόμος στην πρώτη καμαριέρα της βασίλισσας. Περιγράφει τον άρχοντά μας λες και είναι κανένα αντικείμενο. Δεν έχει ίχνος σεβασμού αυτός. Να δείτε που ο βασιλιάς μου θα τον πετάξει κλοτσηδόν έξω και θα του σπάσει το σκήπτρο του στο κεφάλι!
– …Και είχε, συνέχισε ο Ζερμπίνος, ένα σκαλιστό φιλντισένιο σκήπτρο, και κάθε τόσο έξυνε μ’ αυτό τη γενειάδα του.
Ο βασιλιάς, που πράγματι εκείνη την ώρα έξυνε τη γενειάδα του, κοντοστάθηκε απορημένος και κατακοκκίνισε απ’ την οργή του. Και πάνω που ετοιμαζόταν να ανοίξει το στόμα του και να ξεστομίσει ποιος ξέρει τι λέξεις στον άμοιρο τον Ζερμπίνο, συνέβη κάτι εντελώς απρόσμενο.
Ο πρίγκιπας Δώρος χαμογελούσε «σαν να έβλεπε» τον τρανό βασιλιά του παραμυθιού. Και τότε του άπλωσε τα χέρια, λες και ήθελε να παίξει με το φιλντισένιο του σκήπτρο.
– Με βλέπει φώναξε ο βασιλιάς, που κατάλαβε πρώτος απ’ όλους. Θεέ μου, τα μάτια του με βλέπουν.
– Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και μια βασίλισσα, συνέχισε ο Ζερμπίνος. Ήταν σπουδαία βασίλισσα, με έναν κόκκινο μανδύα στολισμένο με χρυσά κεντίδια. Είχε ξανθά μαλλιά και στο κεφάλι φορούσε ένα αστραφτερό στέμμα που έμοιαζε σαν πουλάκι στη φωλιά του…
Ο Δώρος χαμογέλασε και πάλι, με το κεφαλάκι του στραμμένο στη βασίλισσα, λες και την έβλεπε, και άπλωσε τα χέρια για να πιάσει το στέμμα της. Η βασίλισσα γονάτισε δίπλα στην πριγκιπική κούνια και ο μικρός πρίγκιπας βύθισε τα χέρια του στα μαλλιά της.
– Με βλέπει! Μου χαμογέλασε! φώναζε η βασίλισσα κλαίγοντας ανακουφισμένη.
Ο κόσμος δεν σταμάτησε να σχολιάζει αυτή την περίεργη γιατρειά.
– Κοίτα να δεις, ένας απλός παραμυθάς κατάφερε αυτό που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι πιο διάσημοι καθηγητές του κόσμου.
– Αστειεύεστε ή έγινε όντως καλά; Δηλαδή θεραπεύτηκε στ’ αλήθεια;
– Όχι ακριβώς. Είναι όμως σε καλό δρόμο.
– Βλέπει ή δεν βλέπει;
– Βλέπει μόνο όταν του μιλάει ο Ζερμπίνος.
– Και τι του λέει;
– Του περιγράφει τι υπάρχει γύρω του, σαν να του λέει παραμύθι. Για παράδειγμα, αν υπάρχει ένα ποτήρι πάνω στο τραπέζι, ο Ζερμπίνος του λέει: «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ποτήρι…» Κι ο μικρός πρίγκιπας βλέπει το ποτήρι με το νερό και το τριαντάφυλλο που έχει μέσα, ή την καμέλια.
– Κι αν δεν του πει τίποτα;
– Τότε δεν βλέπει τίποτα. Για την ώρα βλέπει μόνο ό,τι του λέει ο Ζερμπίνος.
– Άλλο κι αυτό. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι ο Ζερμπίνος δεν θα του λέει άλλα αντ’ άλλων…
Ο Ζερμπίνος δεν άξιζε τέτοιου είδους υπονοούμενα! Ήταν ένας τίμιος κι ευσυνείδητος παραμυθάς, και θα προτιμούσε να του κοπεί το χέρι παρά να πει ψέματα στον πρίγκιπα.
Ο Δώρος δεν κουράστηκε στιγμή από τις ιστορίες του. Λογικό, ε; Μήπως εμείς κουραζόμαστε μ’ αυτά που βλέπουν τα μάτια μας; Μόλις ξυπνούσε, φώναζε τον Ζερμπίνο που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο:
– Ζερμπίνο, είσαι εδώ; Έλα γρήγορα. Δείξε μου τον γαλάζιο ουρανό και τον λαμπερό ήλιο…
Και ο Ζερμπίνος, υπομονετικός και λεπτομερής στις περιγραφές του, ξεκινούσε σιγά σιγά να διηγείται:
– Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια όμορφη μέρα…

Αν όμως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος η ο κήπος του παλατιού ήταν τυλιγμένος στην ομίχλη, ο Ζερμπίνος ξεκινούσε κάπως έτσι την ιστορία του:
– Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια άσχημη μέρα…
Ο πρίγκιπας Δώρος έβλεπε τον συννεφιασμένο ουρανό, τη βροχή πάνω στα τζάμια και θύμωνε:
– Δεν θέλω. Δεν θέλω να βλέπω άσχημα πράγματα. Πες μου άλλη ιστορία!
– Μεγαλειότατε, δεν μπορώ.
– Σε διατάζω!
– Μεγαλειότατε, τα μάτια είναι πλασμένα για να βλέπουν ό,τι υπάρχει γύρω μας. Και τα δυσάρεστα και τα ευχάριστα.
Ο πρίγκιπας χλόμιαζε από το πείσμα του και δεν έλεγε κουβέντα όλη την υπόλοιπη μέρα.
Μια φορά, λίγο μετά τα δέκατα όγδοα γενέθλιά του, ενώ ο Δώρος και ο Ζερμπίνος είχαν πάει με τα άλογα στο δάσος, ένα νεογέννητο πουλάκι έπεσε από τη φωλιά του. Μια αγριόγατα, που είχε στήσει καρτέρι κάτω από το δέντρο, το έκανε μια χαψιά. Ο Δώρος «είδε» τα πάντα, γιατί του τα περιέγραψε όλα ο Ζερμπίνος χωρίς να παραλείψει το παραμικρό. Δεν του απέκρυψε ούτε το τρέμουλο του μικρού άφτερου πουλιού ούτε το σατανικό χαμόγελο της πανάσχημης γάτας.
– Δεν θέλω, φώναξε ο Δώρος, σταματώντας απότομα το άλογό του.
– Μα, Μεγαλειότατε…
– Μη μιλάς! Τώρα θα δεις τι θα κάνω.
Και τότε έκλεισε τα μάτια και βάλθηκε να διηγείται ο ίδιος:

– Μια φορά κι έναν καιρό ένα νεογέννητο πουλάκι έπεσε απ’ τη φωλιά του. Ένας άσπλαχνος γάτος πήγε να το καταβροχθίσει, αλλά ένας θαρραλέος πρίγκιπας που περνούσε από κει με το άλογό του πυροβόλησε τον γάτο και τον σκότωσε. Ύστερα πήρε το πουλάκι, το απίθωσε ξανά στη φωλιά του και συνέχισε τον δρόμο του…
Και τότε ο πρίγκιπας άρχισε να τραγουδάει έναν χαρούμενο σκοπό και σπιρούνισε το άλογό του. Ο Ζερμπίνος αναγκάστηκε να τρέξει με το δικό του άλογο για να τον προφτάσει.
– Είδα ό,τι είπα, φώναξε ο Δώρος ενθουσιασμένος. Τώρα πια δεν σ’ έχω ανάγκη. Μπορώ να διηγούμαι μόνος μου τι υπάρχει γύρω μου.
Ο Ζερμπίνος έσκυψε το κεφάλι θλιμμένος.
– Δεν περνάς καλά μαζί μου τόσα χρόνια; Δεν είσαι ευχαριστημένος;
– Θα ήμουν αν προλαβαίναμε να αρπάξουμε το πουλάκι από τα νύχια του γάτου.
– Ένα ωραίο παραμύθι δεν φτάνει για να σβήσει όλα αυτά τα άσχημα πράγματα που συμβαίνουν.
– Εμένα μου φτάνει και μου παραφτάνει, του μίλησε απότομα ο πρίγκιπας.
Και από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που ο Ζερμπίνος Η περιέγραφε κάτι στενάχωρο που έβλεπε γύρω του, ο
Δώρος τον διέταζε να σωπάσει. Κι ύστερα άρχιζε να αφηγείται εκείνος τα πράγματα με τον δικό του τρόπο, εφευρίσκοντας μια ιστορία χαρούμενη και αισιόδοξη που τον ευχαριστούσε όπως μια ωραία μέρα με λιακάδα. Έτσι «έβλεπε» μόνο την όμορφη πλευρά των πραγμάτων.
Ο Ζερμπίνος δοκίμασε να μιλήσει με τον βασιλιά, όμως δεν κατάφερε να τον πείσει ότι αυτό που είχε ο γιος του ήταν ενός είδους αρρώστια. Μια αρρώστια χειρότερη από την τύφλωση, γιατί ο πιο άρρωστος απ’ όλους τους ανθρώπους είναι αυτός που «δεν θέλει» να βλέπει τα πράγματα έτσι όπως ακριβώς είναι.
– Είναι νέος ακόμα, είπε ο βασιλιάς. Κι ήταν γραφτό του να τον βρει αυτή η φριχτή συμφορά. Πού είναι το κακό λοιπόν αν βρίσκει παρηγοριά στο να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά; Θα αλλάξει όταν χρειαστεί να πάρει τη θέση μου.
Δυστυχώς όμως δεν ήρθαν έτσι τα πράγματα. Όταν ο βασιλιάς πέθανε, ο Δώρος πήρε πράγματι τη θέση του. Μόνο που δεν έχασε αυτό το συνήθειο που είχε, να προτιμάει δηλαδή τις ψευδαισθήσεις από την πραγματικότητα. Αν ο Υπουργός των Οικονομικών τού έλεγε ότι τα ταμεία του κράτους είχαν σχεδόν αδειάσει, εκείνος άρχιζε να μιλάει για βουνά από χρυσές λίρες, κι επειδή ήταν σαν να τα έβλεπε, έδινε μια τρανή γιορτή στο παλάτι για να ξοδέψει μερικά. Ώσπου ξέσπασε πόλεμος και οι εχθροί εισέβαλαν στη χώρα του Δώρου. Εκείνος όμως παρηγοριόταν μιλώντας για ένδοξες νίκες και εκπληκτικές κατακτήσεις.
Κάπως έτσι λοιπόν έχασε τον θρόνο του και τον εγκατέλειψαν όλοι. Όχι όμως και ο αφοσιωμένος Ζερμπίνος, που συνέχισε να τον ακολουθεί πιστά, περιγράφοντας τα πάντα γύρω του:
– Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καλύβα στο δάσος. Στην καλύβα αυτή ζούσε ο πρίγκιπας Δώρος. Τριγύρω φύτρωναν χαμόκλαδα και αγκάθια…
– Όχι! Τριαντάφυλλα και μανόλιες! Τριαντάφυλλα και γιασεμιά!
Ήταν αδιόρθωτος ακόμη και μέσα στη φτώχεια του.
Μια μέρα όμως… Μια μέρα ο Δώρος άκουσε κάποιον να χτυπάει την πόρτα της καλύβας του. Ο Ζερμπίνος του έδειξε, περιγράφοντάς του με ειλικρίνεια και κάθε λεπτομέρεια, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι που είχαν απλωμένο το χέρι. Ο μπαμπάς τους είχε πεθάνει στον πόλεμο. Η μαμά τους είχε πεθάνει κι αυτή από τη στενοχώρια της. Και τώρα που είχαν απομείνει μόνα, δεν είχαν πια σπίτι, ούτε ένα κρεβάτι για να κοιμηθούν, ούτε καν μια γαβάθα σούπα να φάνε. Οι περιπέτειές τους όμως δεν τελείωναν εκεί. Το αγοράκι ήταν τυφλό και η αδερφούλα του το κρατούσε πάντα από το χέρι για να του δείχνει τον δρόμο.
Ο Δώρος, κατά το συνήθειό του, μπήκε στον πειρασμό να κλείσει τα μάτια και να φανταστεί πως δύο νεαροί πρίγκιπες είχαν έρθει επίσκεψη για να τον καλέσουν σε έναν μεγάλο χορό. Όμως την ίδια στιγμή, το τυφλό αγοράκι σκόνταψε στην πόρτα. Ο Δώρος άπλωσε τα χέρια του για να το βοηθήσει να μην πέσει και το είδε. Είδε το χλομό του πρόσωπο, τα δάκρυα που κυλούσαν στα βρόμικα μάγουλά του, το αδύνατο κορμάκι του που έτρεμε μέσα στα σκισμένα του παλιόρουχα. «Είδε» το αγόρι έτσι όπως ακριβώς ήταν κι ένιωσε συμπόνια για εκείνο. Το είδε τόσο μικρό, φτωχό και ταλαιπωρημένο, που ο πειρασμός του να βρει καταφύγιο σε ένα ωραίο παραμύθι τού φάνηκε αυτό ακριβώς που ήταν: δειλία.
– Ελάτε μέσα, είπε στα αδερφάκια, εσείς είστε σαν δυο πουλάκια που έπεσαν απ’ τη φωλιά τους, όμως η αγριόγατα δεν θα σας φάει. Αυτό το σπίτι θα είναι και δικό σας κι εγώ θα είμαι σαν πατέρας για σας. Είμαι βέβαια λιγάκι νέος για μπαμπάς αλλά, αν δεχτείτε, θα σας φροντίζω εγώ. Θα είμαι εδώ για να σας δείξω ότι σ’ αυτό τον κόσμο, ανάμεσα σε τόσα και τόσα άσχημα, υπάρχουν και πολλά όμορφα πράγματα.
Ο Ζερμπίνος δεν είπε τίποτα. Ίσα ίσα που χαμογέλασε. Μέσα του όμως ήταν χαρούμενος γιατί ο Λώρος είχε βρει επιτέλους γιατρειά.

«Τώρα βλέπει στ’ αλήθεια», σκέφτηκε. «Βλέπει επειδή θέλει να δει τι μπορεί να κάνει για να προσφέρει λίγη ευτυχία στους άλλους».