Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Ο γρύλος και το λιοντάρι





Κάποτε, σ’ ένα μεγάλο δάσος ο γρύλος, κατά τη συνήθειά του, έκανε τον γνωστό θόρυβο, που δεν ήταν βέβαια δυνατός, ήταν όμως ασταμάτητος. Ένα περήφανο λιοντάρι πλησίασε με υπεροπτικό ύφος τον γρύλο και τον ρώτησε για ποιο λόγο προκαλεί έναν τόσο ανόητο, αν και ασθενικό, θόρυβο.
Ο γρύλος απάντησε, «Επειδή έχω κάτι να πω».
«Δεν νομίζω ότι έχεις να πεις κάτι αξιόλογο», είπε με στόμφο το λιοντάρι.
«Όμως έχω κάθε δικαίωμα να το πω», διαμαρτυρήθηκε ο γρύλος.
«Χαλάς την ησυχία όλου του δάσους κι αυτό που έχεις να πεις δεν νομίζω να αξίζει όλη αυτήν τη φασαρία. Πάψε λοιπόν!» βρυχήθηκε το λιοντάρι.
«Μα προσπαθώ να πω αυτό που έχω να πω με ωραίο τρόπο», ξανάπε ο γρύλος.
Αλλά ένα χτύπημα της πατούσας του λιονταριού έκανε τον γρύλο να σταματήσει φοβισμένος. Όταν νύχτωσε για τα καλά και το λιοντάρι κοιμόταν, ο γρύλος τρύπωσε σιγά – σιγά μέσα στο αυτί του, κι εγκαταστάθηκε εκεί περιμένοντας να ξημερώσει και να ξυπνήσει το λιοντάρι. Κι όταν πράγματι ξύπνησε, ο γρύλος άρχισε πάλι να λέει αυτό που είχε να πει.
«Που στην οργή είναι αυτός ο γρύλος;» είπε το λιοντάρι. «Πίστευα πως είχα ξεμπερδέψει με δαύτον!» και έψαχνε τριγύρω να βρει τον σαματατζή, αλλά δεν τον εύρισκε πουθενά.
«Είμαι μέσα στ’ αυτί σου, εκεί που δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα. Κι αυτό το κάνω για ν’ ακούσεις τι είναι αυτό που έχω να πω».
Και τότε το λιοντάρι, νιώθοντας τον γρύλο μέσα στ’ αυτί του, άρχισε να τινάζει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά και να χοροπηδάει στην προσπάθεια να διώξει τον θορυβοποιό, όμως ο γρύλος συνέχισε να μιλάει. Η οργή του λιονταριού φούντωσε κι άρχισε να ξεσχίζει το αυτί του με τα ίδια του τα νύχια, θέλοντας να φτάσει στον γρύλο. Όμως αυτός συνέχισε να λέει αυτό που είχε να πει. Ξετρελαμένο πια το λιοντάρι έκοψε τελείως το αυτί του κι έχωσε τα νύχια του μέσα στο κεφάλι του, μέχρι που αίματα άρχισαν να πετάγονται στο χώμα. Και σε λίγη ώρα το φουκαριάρικο, πεισματάρικο λιοντάρι κείτονταν νεκρό…



Διαβάζετε τα «σημάδια» που η ίδια η ζωή στέλνει, μόνο και μόνο σαν απλές προειδοποιήσεις για να αλλάξετε πορεία πλεύσης;

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ουρανοξύστης





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν δύο αδέλφια που κατοικούσαν στο 80ο πάτωμα ενός ουρανοξύστη. Επιστρέφοντας σπίτι τους ένα βράδυ ανακάλυψαν προς μεγάλη τους απελπισία ότι τα ασανσέρ δεν λειτουργούσαν, κι έτσι θα έπρεπε να ανέβουν από τις σκάλες μέχρι επάνω.
Αφού τα κατάφεραν μέχρι τον 20ο όροφο λαχανιασμένοι και κουρασμένοι, αποφάσισαν να αφήσουν τις τσάντες τους και να τις πάρουν την επόμενη. Κι έτσι έκαναν και συνέχισαν την ανηφοριά. Όταν έφτασαν μετά από αγώνα τον 40ο όροφο, ο μικρότερος άρχισε να γκρινιάζει και τότε άρχισαν να μαλώνουν. Κι έτσι συνέχισαν με καυγά μέχρι το 60ο πάτωμα.
Τότε κατάλαβαν ότι είχαν μόνο άλλους 20 ορόφους να σκαρφαλώσουν κι αποφάσισαν να σταματήσουν τους τσακωμούς και να συνεχίσουν την ανάβαση ειρηνικά. Σιωπηλά λοιπόν έφτασαν επιτέλους μέχρι το σπίτι τους. Κι ο καθένας τους στάθηκε ήρεμα μπροστά στην πόρτα περιμένοντας τον άλλο να την ανοίξει.
Και τότε ανακάλυψαν ότι είχαν αφήσει τα κλειδιά τους στις τσάντες τους, στο 20ο πάτωμα.


Μήπως το μυαλό μας είναι τόσο «γεμάτο» από πολλά πράγματα ή ευθύνες, ξεχνώντας τα σημαντικά;



Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Το παιδί και η πάπια





Μια φορά κι έναν καιρό, ένα παιδάκι είχε επισκεφθεί τους παππούδες του στο χωριό. Του είχαν δώσει και μια σφεντόνα να παίζει στο δάσος. Εξασκούνταν στο δάσος αλλά ποτέ δεν μπορούσε να βρει τον στόχο. Κάπως απογοητευμένος έκανε να γυρίσει για το δείπνο.
Καθώς επέστρεφε, είδε την πάπια της γιαγιάς. Χωρίς να το σκεφτεί, έριξε με τη σφεντόνα, χτύπησε την πάπια ακριβώς στο κεφάλι και την σκότωσε. Σοκαρίστηκε και στεναχωρήθηκε πολύ. Στον πανικό του έκρυψε την πάπια στον σωρό με τα ξύλα, όταν κατάλαβε την αδερφή του να τον παρακολουθεί. Η Σοφία τα είχε δει όλα, αλλά δεν είπε τίποτα. Μετά το μεσημεριανό την επόμενη μέρα η γιαγιά είπε: «Σοφία, ο Γιάννης μου είπε ότι αυτός ήθελε να βοηθήσει στην κουζίνα». Και του ψιθύρισε στο αυτί: «Θυμάσαι την πάπια;», υπονοώντας με τον τρόπο αυτό στον αδελφό της ότι αν έπλενε αυτός τα πιάτα αντί γι’ αυτήν, τότε εκείνη δεν θα το μαρτυρούσε στη γιαγιά. Έτσι, ο Γιάννης έπλυνε τα πιάτα.

Αργότερα, εκείνη τη μέρα ο παππούς ρώτησε αν τα παιδιά ήθελαν να πάνε για ψάρεμα και η γιαγιά είπε: «Λυπάμαι, αλλά χρειάζομαι τη Σοφία για να με βοηθήσει να ετοιμάσω το βραδινό». Η Σοφία απλά χαμογέλασε και είπε: «Δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί ο Γιάννης μου είπε ότι ήθελε να βοηθήσει!» Και ξανά του ψιθύρισε: «Θυμάσαι την πάπια;» Έτσι η Σοφία πήγε για ψάρεμα και ο Γιάννης έκανε και τις δικές του τις δουλειές και της αδερφής του, τελικά δεν μπόρεσε να το υποφέρει άλλο. Πήγε στη γιαγιά και της εξομολογήθηκε ότι είχε σκοτώσει την πάπια. Η γιαγιά γονάτισε, τον αγκάλιασε και του είπε: «Καρδιά μου, το ξέρω. Βλέπεις, στεκόμουν στο παράθυρο και είδα τι έγινε. Επειδή σ’ αγαπάω, σε συγχώρεσα. Απλώς αναρωτιόμουν για πόσο καιρό ακόμα θα άφηνες τη Σοφία να σ’ έχει σκλάβο της!»


Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Ο φράχτης





Ήταν κάποτε ένα παιδί με πολύ κακούς τρόπους. Ο πατέρας του, του έδωσε ένα σακούλι με καρδιά και του είπε ότι κάθε φορά που θα φέρεται άσχημα θα πρέπει να καρφώνει ένα καρφί στον φράχτη.
Την πρώτη μέρα το παιδί κάρφωσε έξι καρφιά. Όμως, καθώς περνούσαν οι εβδομάδες, όλο και κατάφερνε να χαλιναγωγεί τη συμπεριφορά του και τα καρφιά ολοένα λιγόστευαν. Είχε καταλάβει ότι του ήταν προτιμότερο να ελέγχει το νεύρα του, παρά να τρέχει να καρφώνει καρφιά στον φράχτη.
Τελικά, έφτασε η μέρα που το παιδί δεν έχασε καθόλου την ψυχραιμία του. Το είπε λοιπόν στον πατέρα του και τότε εκείνος του είπε ότι τώρα θα έπρεπε να ξεκαρφώνει ένα καρφί για κάθε μέρα που δεν θα ξεσπούσε σε οργή.
Οι μέρες πέρασαν και ο νεαρός τελικά είπε στον πατέρα του ότι είχε βγάλει όλα τα καρφιά.

Τότε ο πατέρα πήρε τον γιο του απ’ το χέρι και τον πήγε κοντά στον φράχτη. Εκεί, του είπε «Πολύ καλά τα κατάφερες γιε μου! Για δες όμως τις τρύπες στον φράχτη. Ποτέ πια ο φράχτης μας δεν θα είναι όπως πριν. Όταν είσαι θυμωμένος και λες λόγια πικρά, αυτά αφήνουν πληγές σαν και τούτες τις τρύπες. Μπορείς να μαχαιρώσεις κάποιον και μετά να τραβήξεις το μαχαίρι. Όμως, όσες φορές κι αν θα ζητήσεις συγνώμη, η πληγή θα μένει εκεί. Κι ένα τραύμα με λόγια είναι τόσο κακό για την ψυχή όσο κι ένα τραύμα από μαχαίρι στο σώμα».

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Το παγωτό





Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που τα χρόνια ήταν δύσκολα και τα χρήματα λίγα, ήταν ένα αγοράκι που ήθελε να φάει παγωτό.
Πήγε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο και κάθισε σ’ ένα τραπέζι. Μόλις ήρθε ο σερβιτόρος για να πάρει παραγγελία, το παιδάκι τον ρώτησε: «Πόσο κάνει ένα παγωτό με κομμάτια φρούτων;»
«Πενήντα λεπτά», απάντησε ο σερβιτόρος.
Το μικρό αγόρι έβγαλε το χέρι απ’ την τσέπη του και άρχισε να μετράει τα κέρματα που κρατούσε. «Πόσο κάνει ένα απλό παγωτό;» ρώτησε. Υπήρχαν τώρα μερικοί πελάτες που περίμεναν για τραπέζι και ο σερβιτόρος ήταν λίγο ανυπόμονος. «Τριάντα πέντε σεντς», του απάντησε βιαστικά.
Το αγόρι μέτρησε πάλι τα κέρματα του. «Θα πάρω ένα απλό», είπε. Ο σερβιτόρος έφερε το παγωτό, άφησε τον λογαριασμό στο τραπέζι και έφυγε. Το αγόρι τελείωσε το παγωτό του, πλήρωσε στο ταμείο και αναχώρησε.
Όταν επέστρεψε ο σερβιτόρος, άρχισε να σκουπίζει το τραπέζι αλλά αυτό που είδε τον έκανε να σαστίσει! Εκεί, τοποθετημένα με τάξη δίπλα από το άδειο πιάτο, ήταν δεκαπέντε λεπτά – το φιλοδώρημά του.


Το ποτήρι του γενναιόδωρου ανθρώπου είναι πάντα γεμάτο…

Κάθε φορά που δίνει, μένει χώρος στο ποτήρι για να ξαναγεμίσει….

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Όπου υπάρχει αγάπη





Μια φορά κι έναν καιρό, βγαίνοντας μια μέρα μια γυναίκα απ’ το σπίτι της είδε τρεις γέροντες με μακριές γενειάδες να στέκονται στον μπροστινό κήπο. Έψαξε στον νου της αλλά δεν τους αναγνώρισε.
«Δεν μου φαίνεται να σας ξέρω, αλλά θα πρέπει να πεινάτε. Κοπιάστε να σας βάλω κάτι να φάτε», είπε η νοικοκυρά.
«Ο νοικοκύρης είναι μέσα;» ρώτησαν εκείνοι.
«Όχι, λείπει», είπε η γυναίκα.
«Τότε δε μπορούμε να περάσουμε», απάντησαν.
Όταν το βραδάκι γύρισε ο σύζυγός της, εκείνη του διηγήθηκε τι συνέβη.
«Πήγαινε, σε παρακαλώ, πες τους ότι γύρισα και προσκάλεσέ τους να περάσουν», της είπε ο άνδρας της, κι εκείνη βγήκε και τους κάλεσε μέσα.
«Δεν μπαίνουμε ποτέ σ’ ένα σπίτι όλοι μαζί», είπαν οι γέροντες.
«Και γιατί;» ρώτησε η γυναίκα.
Κι ο ένας απ’ αυτούς της εξήγησε: «Το όνομα αυτού – κι έδειξε έναν απ’ τους γέροντες – είναι ο Πλούτος. Το όνομα εκείνου – κι έδειξε τον άλλον – είναι Επιτυχία, κι εγώ ονομάζομαι Αγάπη. Αν θέλετε τώρα πηγαίνετε μέσα και συνεννοηθείτε με τον σύζυγό σας ποιον από εμάς θέλετε να περάσει».
Η γυναίκα μπήκε σπίτι της κι ανέφερε στον άνδρα της αυτά που της είπαν οι τρεις γέροντες. Εκείνος ενθουσιάστηκε. «Υπέροχα! Το καλύτερο είναι να προσκαλέσουμε τον Πλούτο. Ας περάσει μέσα κι ας γεμίσει το σπίτι μας με πλούτη!»
Η σύζυγος διαφώνησε. «Αγάπη μου, γιατί να μην καλέσουμε την Επιτυχία;»
Η κόρη τους άκουγε απ’ την άλλη άκρη του σαλονιού και μπήκε στη μέση: «Δεν θα ήταν καλύτερο να προσκαλέσουμε την Αγάπη; Έτσι το σπιτικό μας όλο θα γεμίσει με αγάπη!»
«Έχεις δίκιο. Πήγαινε να καλέσεις να φιλοξενήσουμε την Αγάπη», είπε ο πατέρας.
Η νοικοκυρά βγήκε και ρώτησε τους τρεις γέροντες: «Ποιος από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ περάστε να σας περιποιηθούμε».
Αυτός που ονομαζόταν Αγάπη σηκώθηκε και προχώρησε προς το σπίτι, ενώ κι οι άλλοι δυο τον ακολούθησαν. Γεμάτη έκπληξη η γυναίκα ρώτησε τον Πλούτο και την Επιτυχία: «Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη, γιατί μπαίνετε όλοι σας μέσα;»

Και οι γέροντες απάντησαν όλοι μαζί: «Αν είχατε καλέσει τον Πλούτο ή την Επιτυχία, τότε οι άλλοι δυο θα μέναμε έξω, αλλά εφόσον καλέσατε την Αγάπη, εκεί που πηγαίνει αυτή κι εμείς ακολουθούμε. Οπουδήποτε υπάρχει Αγάπη, εκεί υπάρχουν επίσης Πλούτος κι Επιτυχία».

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Ο κύκλος της αγάπης





Κάποτε ήταν ένας άνθρωπος που πρόσφατα είχε χάσει τη δουλειά του, επειδή το εργοστάσιο όπου εργαζόταν κήρυξε πτώχευση. Το όνομά του ήταν Νίκος και οδηγούσε με το αυτοκίνητό του ένα βροχερό βράδυ κατευθυνόμενος προς το σπίτι του. Ήταν εξουθενωμένος από άλλη μια μέρα αναζήτησης δουλειάς χωρίς ελπίδα.
Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος και το κρύο τσουχτερό. Η άσφαλτος γλιστρούσε από την ασταμάτητη βροχή. Ξαφνικά, στην άκρη του δρόμου είδε σταματημένο ένα πολυτελές και ακριβό αυτοκίνητο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με φανερή ανησυχία και ταραχή στεκόταν έξω από το αυτοκίνητο στη βροχή.
Ο Νίκος σταμάτησε για να δει ποιο ήταν το πρόβλημα της, πρόθυμος να την βοηθήσει. Η ηλικιωμένη κυρία φάνηκε ταραγμένη για τις προθέσεις του αγνώστου που την πλησίασε. Αφού εκείνος την καθησύχασε, έριξε μια ματιά και είδε το σκασμένο μπροστινό λάστιχο του πανάκριβου αυτοκινήτου της. Χωρίς να το πολυσκεφτεί άρχισε να το αλλάζει βάζοντας τη ρεζέρβα. Δεν του πήρε πολύ χρόνο για να κάνει την αλλαγή. Η κυρία δεν έβρισκε λόγια να τον ευχαριστήσει για τη βοήθεια που της προσέφερε.
Τον ρώτησε τι του χρωστούσε. Ότι κι αν της ζητούσε, δεν θα την πείραζε. Είχε ήδη φανταστεί όλα τα άσχημα πράγματα που θα μπορούσαν να της είχαν συμβεί, αν αυτός δεν είχε σταματήσει. Ο φίλος μας αρνήθηκε να πάρει χρήματα, γιατί ποτέ του δεν είχε μάθει να εκμεταλλεύεται τους συνανθρώπους που είχαν την ανάγκη του. Της είπε ότι αν στ’ αλήθεια ήθελε να του το ανταποδώσει, την επόμενη φορά που θα έβλεπε κάποιον που χρειαζόταν βοήθεια, να του έδινε τη βοήθεια που είχε ανάγκη, λέγοντάς της «… και θυμήσου εμένα».
Η γυναίκα συγκινημένη έβαλε μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου της και απομακρύνθηκε.
Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω η γυναίκα είδε μια μικρή ταβέρνα. Μπήκε μέσα για να βάλει καμιά μπουκιά στο στόμα της και να διώξει από πάνω της το κρύο προτού μπει στην τελική ευθεία του ταξιδιού προς το σπίτι της. Ήταν ένα μουντό περιβάλλον. Η σερβιτόρα ήρθε προς το μέρος της και της έφερε μια καθαρή πετσέτα για να σκουπίσει τα βρεγμένα της μαλλιά. Είχε ένα γλυκό χαμόγελο, παρόλη την ορθοστασία μιας ολόκληρης μέρας. Η γυναίκα πρόσεξε ότι η σερβιτόρα ήταν σχεδόν οκτώ μήνες έγκυος, όμως δεν άφηνε την καταπόνηση της κατάστασής της να αλλάξει τη συμπεριφορά της. Η ηλικιωμένη γυναίκα αναρωτήθηκε, πώς κάποιος που είχε τόσο λίγα μπορεί να είναι τόσο γενναιόδωρος σε έναν ξένο. Τότε θυμήθηκε τον άγνωστο που μόλις πριν λίγο την είχε βοηθήσει με το αυτοκίνητό της χωρίς ανταμοιβή.
Αφού η γυναίκα τελείωσε το σύντομο φαγητό της, ζήτησε τον λογαριασμό και ανακάλυψε ότι τα μόνα χρήματα που κρατούσε επάνω της ήταν σε χαρτονομίσματα των 500 ευρώ. Έβγαλε από την τσέπη της ένα τέτοιο χαρτονόμισμα και το έδωσε στη σερβιτόρα. Εκείνη πήγε να της φέρει τα ρέστα.
Μόλις η σερβιτόρα επέστρεψε με τα ρέστα, η ηλικιωμένη γυναίκα είχε ήδη φύγει. Αναρωτήθηκε πού μπορούσε να έχει πάει η γυναίκα και μετά πρόσεξε κάτι που είχε γράψει σε μια χαρτοπετσέτα. Τα μάτια της γέμισαν από δάκρυα, όταν διάβασε αυτά που είχε γράψει η γυναίκα. Έλεγε: «Δεν μου οφείλετε τίποτα. Κι εγώ ήμουν σε κάποια δύσκολη θέση. Ένας άγνωστος με βοήθησε και τώρα εγώ βοηθώ εσάς. Αν πραγματικά θέλετε να μου το ξεπληρώσετε, να τι πρέπει να κάνετε: Μην αφήσετε την αλυσίδα της αγάπης να κλείσει μ’ εσάς».
Βέβαια, υπήρχαν τραπέζια για να καθαρίσει, τα μπολ με τη ζάχαρη για να γεμίσει και τόσοι άνθρωποι να εξυπηρετήσει, όμως πέρασε κι αυτή η μέρα. Εκείνο το βράδυ, όταν πήγε σπίτι της και ξάπλωσε στο κρεβάτι της, θυμήθηκε τα λεφτά και αυτό που της είχε γράψει η γυναίκα. Πώς γνώριζε η ηλικιωμένη γυναίκα πόσο πολύ αυτή και ο άνδρας της χρειάζονταν τα λεφτά;
Με το μωρό να γεννιέται τον επόμενο μήνα τα πράγματα θα γίνονταν δύσκολα. Ήξερε πόσο προβληματισμένος ήταν ο άνδρας της και όταν αυτός ήρθα να ξαπλώσει δίπλα της, αφού της διηγήθηκε πόση χαρά τον είχε γεμίσει η βοήθεια που πριν από λίγο είχε προσφέρει σε κάποια ηλικιωμένη γυναίκα που είχε ξεμείνει μέσα στην ερημιά από λάστιχο, εκείνη τον φίλησε απαλά και του ψιθύρισε: «Όλα θα πάνε καλά. Σ’ αγαπώ Νίκο».



Η ζωή είναι ανταποδοτική….. Θα μας επιστρέψει οτιδήποτε εμείς της δώσουμε….!!!

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Ο πετυχημένος σκουπιδιάρης





Κάποτε, ήταν ένας φιλόδοξος, νέος δημοσιογράφος που μόλις αποφοίτησε από τη σχολή δημοσιογραφίας, δούλευε άμισθος και υπό δοκιμή σε κάποια μεγάλη εφημερίδα. Ήταν παραμονές πρωτοχρονιάς και έπρεπε να κάνει μια έρευνα από πόρτα σε πόρτα.
«Γεια σας. Λέγομαι Γιάννης… και κάνουμε μια έρευνα σ’ αυτήν τη συνοικία…»
«Δεν ενδιαφέρομαι! Γεια σας!»… δυνατό κλείσιμο της πόρτας και κλείδωμα.
Αρκετές εκατοντάδες πόρτες ήταν κλειστές για την έρευνα του φίλου μας, ώσπου δεν άντεξε και στην τελευταία γυναίκα που του άνοιξε της είπε, «Πριν μου κλείσετε κατάμουτρα την πόρτα, δεν πουλάω τίποτα, το μόνο που θέλω είναι να σας κάνω μερικές ερωτήσεις για σας και την κοινότητα».
Η νεαρή γυνάικα που ήταν μέσα, έκανε μια παύση για λίγο, ύψωσε τα φρύδια της σηκώνοντας τους ώμους της με απορία, μπερδεμένη από την εισαγωγή του.
«Βέβαια. Περάστε. Μη δίνετε σημασία στην ακαταστασία. Είναι δύσκολο με τα παιδιά».
Ήταν ένα παλιό διαμέρισμα σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά όπου μπορούσαν να βρουν κατάλυμα αυτοί που είχαν πενιχρό εισόδημα. Με τα λίγα που είχαν, το σπίτι έμοιαζε άνετο και φιλόξενο.
«Χρειάζομαι μόνο να σας κάνω μερικές ερωτήσεις για σας και την οικογένειά σας. Αν και ακούγεται προσωπικό, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσω τα ονόματά σας. Αυτές οι πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν…»
Η γυναίκα τον διέκοψε. «Θα θέλατε ένα καφέ; Φαίνεται ότι είχατε δύσκολη μέρα».
Μόλις επέστρεψε με τον καφέ, ένας άνδρας ήρθε στην εξώπορτα. Ήταν ο σύζυγός της.
«Νίκο, ο κύριος ήρθε για να κάνει μια έρευνα».
Ο δημοσιογράφος σηκώθηκε και συστήθηκε ευγενικά. Ο Νίκος ήταν ψηλός και αδύνατος, με πρόσωπο τραχύ και γερασμένο, αν και πρέπει να ήταν γύρω στα είκοσι με είκοσι πέντε. Τα χέρια του ήταν άγρια, όπως εκείνα που γίνονται από τη σκληρή δουλειά, όχι απ’ τα μολύβια. Η γυναίκα έγειρε και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο. Καθώς κοιτούσε ο ένας τον άλλον, μπορούσες να διακρίνεις την αγάπη που τους ένωνε. Χαμογέλασε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Εκείνος άγγιξε το πρόσωπό της με τα χέρια του και της είπε απαλά: «Σ’ αγαπώ». Ίσως να μην είχα υλικό πλούτο αλλά αυτοί οι δύο ήταν πιο πλούσιοι από τους περισσότερους που ο φίλος μας είχε γνωρίσει. Είχαν μια αγάπη δυνατή. Την αγάπη εκείνη που κρατάει το κεφάλι σου ψηλά, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά.
«Ο Νίκος δουλεύει στον δήμο», είπε αυτή. «Μαζεύει τα σκουπίδια. Ξέρετε, είμαι τόσο περήφανη γι’ αυτόν!»
«Γλυκιά μου, είμαι σίγουρος ότι τον κύριο δεν τον ενδιαφέρει αυτό», είπε ο Νίκος.
«Όχι, πραγματικά με ενδιαφέρει», αποκρίθηκε ο δημοσιογράφος.
«Βλέπετε κύριε, ο Νίκος είναι ο καλύτερος σκουπιδιάρης στον δήμο! Μπορεί να φορτώσει περισσότερα σκουπίδια στο φορτηγό από οποιονδήποτε άλλο. Μπορεί να βάλει τόσα πολλά στο φορτηγό που δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν πολλή ώρα», είπε η γυναίκα με πολύ πάθος.
«Μακροπρόθεσμα», συνέχισε ο Νίκος, «κάνω οικονομία και στα χρήματα του δήμου. Οι εργατοώρες είναι λιγότερες και το κόστος ανά φορτηγό λιγότερο».
Επικράτησε ησυχία. Ο νεαρός δεν ήξερε τι να πει. Κούνησε το κεφάλι του, μάταια αναζητώντας τις κατάλληλες λέξεις.
«Είναι απίστευτο! Οι περισσότεροι θα βαρυγκωμούσαν με μια δουλειά σαν κι αυτή. Σίγουρα είναι δύσκολη. Αλλά η στάση σας απέναντί της είναι εκπληκτική!» είπε.
Η γυναίκα προχώρησε στο ράφι δίπλα στον καναπέ. Γυρίζοντας κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό κάδρο και άρχισε πάλι να μιλά:
«Όταν κάναμε το τρίτο μας παιδί, ο Νίκος έχασε τη δουλειά του. Ήμασταν άνεργοι για κάμποσο και τελικά μπήκαμε στο ταμείο ανεργίας. Δεν μπορούσε να βρει δουλειά πουθενά. Τότε μια μέρα τον έστειλαν σε μια συνέντευξη εδώ σ’ αυτήν την κοινότητα. Του πρόσφεραν τη δουλειά που κάνει τώρα. Γύρισε στο σπίτι θλιμμένος και ντροπιασμένος. Μου είπε ότι ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει. Στην πραγματικότητα θα του έδιναν λιγότερα απ’ ότι έπαιρνε απ’ το ταμείο ανεργίας».
Σταμάτησε για λίγο, πλησίασε τον Νίκο και είπε:
«Πάντα ήμουν περήφανη γι’ αυτόν και πάντα θα είμαι. Βλέπεις, δεν νομίζω ότι η δουλειά κάνει τον άνθρωπο. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος κάνει τη δουλειά!»
«Έπρεπε να ζούμε στον δήμο για να πάρω τη δουλειά. Γι’ αυτό το νοικιάσαμε αυτό το σπίτι», είπε ο Νίκος.
«Όταν μετακομίσαμε, αυτό το απόφθεγμα κρεμόταν στον τοίχο δίπλα απ’ την εξώπορτα. Αυτό μας έκανε να δούμε τα πράγματα διαφορετικά. Ήξερα πως ο Νίκος έκανε το σωστό¨, είπε καθώς του έδινε ένα κάδρο.
Αυτό έγραφε: Αν κάποιος πρόκειται να γίνει οδοκαθαριστής, θα πρέπει να σκουπίζει τους δρόμους όπως ακριβώς ζωγράφιζε ο Μιχαήλ Άγγελος, ή όπως συνέθετε μουσική ο Μπετόβεν ή όπως έγραφε ποίηση ο Σαίξπηρ. Θα πρέπει να καθαρίζει τους δρόμους τόσο καλά ώστε όλοι οι κάτοικοι του ουρανού και της γης να σταματήσουν και να πουν: «Εδώ έζησε ένας σπουδαίος οδοκαθαριστής που έκανε καλά τη δουλειά του!» (Martin Luther King)

«Τον αγαπώ γι’ αυτό που είναι. Αλλά αυτό που κάνει το κάνει με τον καλύτερο τρόπο. Αγαπώ τον σκουπιδιάρη μου!»

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Μονόλογος





Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας – δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Δεν θέλω να κυβερνήσω ή να κατακτήσω κανέναν. Αν είναι δυνατόν, θέλω να βοηθούμε ο ένας τον άλλον, έτσι είναι τα ανθρώπινα όντα. Θέλουμε να ζήσουμε ο ένας από την ευτυχία του άλλου και όχι από τη δυστυχία του. Δεν θέλουμε να μισούμε και να περιφρονούμε ο ένας τον άλλον. Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει χώρος για τον καθένα και η καλή γη είναι πλούσια και μπορεί να μας θρέψει όλους.
Ο τρόπος που ζούμε μπορεί να είναι ελεύθερος και όμορφος.
Αλλά έχουμε χάσει αυτόν τον τρόπο.
Η πλεονεξία έχει δηλητηριάσει τις ψυχές των ανθρώπων, έχει περιφράξει τον κόσμο με μίσος και με βηματισμό χήνας μας έχει φέρει στη δυστυχία και στην αιματοχυσία. Έχουμε αναπτύξει ταχύτητα αλλά έχουμε κλείσει τους εαυτούς μας. Τα μηχανήματα που δίνουν την αφθονία, μας έχουν παρατήσει στην έλλειψη. Η γνώση μας έχει κάνει κυνικούς ενώ η ευφυΐα μας είναι σκληρή και αγενής. Σκεφτόμαστε πάρα πολύ και αισθανόμαστε λιγότερο. Περισσότερο από τα μηχανήματα, χρειαζόμαστε την ανθρωπότητα. Περισσότερο από την ευφυΐα, χρειαζόμαστε την ευγένεια και την τρυφερότητα. Χωρίς αυτές τις ποιότητες, η ζωή θα είναι βίαιη και όλα θα χαθούν.


Μονόλογος του Charlie Chaplin

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Η πετρόσουπα





Σ’ ένα χωριό βρέθηκαν τρεις φαντάροι πεινασμένοι και κατάκοποι από τη μάχη. Οι χωριανοί, έχοντας υποφέρει από φτωχή σοδειά κι από πολλά χρόνια πολέμου, έκρυψαν αμέσως ότι λιγοστό τους είχε απομείνει για να τρώνε, και πήγαν να δουν τους τρεις στρατιώτες κάτω στην πλατεία του χωριού, στριφογυρίζοντας τα άδεια χέρια τους και γκρινιάζοντας που δεν είχαν τίποτα να φάνε.
Οι φαντάροι κουβέντιασαν ήσυχα για λίγο μεταξύ τους, και μετά ο πρώτος απ’ αυτούς στράφηκε προς τους γεροντότερους. «Τα ταλαιπωρημένα σας χωράφια δεν σας άφησαν τίποτα να προσφέρετε, κι έτσι θα μοιραστούμε μαζί σας αυτό το λίγο που διαθέτουμε: το μυστικό να βράζουμε σούπα από πέτρες».
Ήταν φυσικό οι χωριάτες να ξεσηκωθούν, κι έτσι σε λίγο φούντωσε μια καλή φωτιά, με πάνω της το μεγαλύτερο καζάνι που υπήρχε στο χωριό και μέσα στο οποίο οι στρατιώτες έριξαν τρεις λείες πέτρες… «Αυτή η σούπα θα γίνει θαυμάσια», είπε ο δεύτερος στρατιώτης, «όμως λίγο αλατάκι και λίγος μαϊντανός θα την έκανε ακόμα καλύτερη!» Και να ένας χωρικός που σηκώθηκε πάνω φωνάζοντας «Μεγάλη τύχη έχουμε! Μόλις θυμήθηκα που έχω λιγάκι αλάτι και μαϊντανό». Έφυγε τρέχοντας και γύρισε πίσω με την ποδιά γεμάτη μαϊντανό και ένα γογγύλι. Όση ώρα το καζάνι έβραζε η μνήμη των χωρικών αύξανε: σε λίγη ώρα ήρθαν και προστέθηκαν στο καζάνι κριθάρι, καρότα, κρέας, λάδι και μια νταμιτζάνα κρασί παρουσιάστηκε στην πλατεία καθώς όλοι κάθισαν να το γλεντήσουν.
Έφαγαν, χόρεψαν και τραγούδησαν όλη τη νύχτα, ανανεωμένοι από τη γιορτή και από τους καινούργιους τους φίλους. Το πρωί οι τρεις φαντάροι ξύπνησαν και είδαν όλο το χωριό να στέκει όρθιο μπροστά τους. Στα πόδια τους βρισκόταν ένα σακί με τα καλύτερα ψωμιά και τυριά του χωριού. Κι ένας γέροντας τους είπε, «Μας προσφέρατε το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσατε: Το μυστικό πώς να βράζουμε σούπα από πέτρες, κι αυτό ποτέ δεν θα το ξεχάσουμε». Ο τρίτος στρατιώτης στράφηκε στον κόσμο και είπε: «Δεν υπάρχει κανένα μυστικό, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο…. Μόνο με τη μοιρασιά μπορούμε να γιορτάζουμε και να γλεντάμε».

Και με αυτά τα λόγια οι στρατιώτες έφυγαν προχωρώντας στον δρόμο τους.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Για το περιβάλλον που χάνεται...





Μια φορά κι έναν καιρό, το ποντίκι κοίταξε μέσα από την τρύπα του και είδε τον αγρότη και τη γυναίκα του να ανοίγουν ένα δέμα.
Προς μεγάλο του τρόμο, είδε ότι το δέμα αυτό περιείχε μια ποντικοπαγίδα.
Φεύγοντας τρέχοντας από το κτήμα, το ποντίκι άρχισε να διαλαλεί το γεγονός: «Στο αγρόκτημα υπάρχει ποντικοπαγίδα! Στο αγρόκτημα υπάρχει ποντικοπαγίδα!»
Το κοτόπουλο στραβομουτσούνιασε και του είπε: «Κοίταξε να δεις, αυτό εσένα πρέπει να αφορά και όχι εμένα. Μη με ενοχλείς».
Το ποντίκι πήγε στο γουρούνι και του είπε «Υπάρχει μια ποντικοπαγίδα στο αγρόκτημα!» Το γουρούνι με συμπάθεια του απάντησε, «Πολύ λυπάμαι, κύριε ποντικέ, αλλά εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό, εκτός από το να προσευχηθώ. Θα σε συμπεριλάβω στις προσευχές μου.»
Το ποντίκι βρήκε την αγελάδα και της είπε το νέο, «Υπάρχει μια ποντικοπαγίδα στο αγρόκτημα!» Η αγελάδα είπε, «Λυπάμαι, φίλε μου, αλλά εμένα δεν μου πέφτει λόγος».
Απογοητευμένο το ποντίκι γύρισε πίσω στο αγρόκτημα. Εκείνη τη νύχτα ένας μεγάλος θόρυβος συγκλόνισε το σπίτι. Ήταν ένας θόρυβος σαν κι αυτόν που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν αιχμαλωτίζει το θήραμά της.
Η γυναίκα του αγρότη έτρεξε να δει τι συνέβη. Στο σκοτάδι, δεν μπόρεσε να δει ότι ένα δηλητηριώδες φίδι είχε πιαστεί από την ποντικοπαγίδα και προσπαθούσε μανιασμένα να απελευθερωθεί. Το φίδι την δάγκωσε. Ο αγρότης εσπευσμένα την πήγε στο νοσοκομείο και την έφερε πίσω με πυρετό.
Όλοι ξέρουμε πως ο πυρετός πέφτει με μια φρέσκια κοτόσουπα. Έτσι, ο αγρότης έσφαξε το κοτόπουλο για να φτιάξει τη σούπα που θα μαγείρευε στην άρρωστη γυναίκα του.
Αλλά η αρρώστια δεν πέρασε. Έτσι, συγγενείς και φίλοι άρχισαν να επισκέπτονται την άρρωστη γυναίκα μέρα και νύχτα. Για να τους ταίσει ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι.
Η γυναίκα τελικά πέθανε. Στην κηδεία της ήρθε όλο το χωριό και ο αγρότης χρειάστηκε αρκετό κρέας για το επικήδειο γεύμα κι έτσι έσφαξε την αγελάδα.
Το ποντίκι τα έβλεπε όλα αυτά από την τρύπα του με μεγάλη στεναχώρια…


Η σωτηρία του πλανήτη που μας φιλοξενεί είναι υπόθεση όλων μας….