Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Τα δάχτυλα





Μια φορά κι έναν καιρό, βγήκε απ’ το σπίτι του κάποιος για να καμαρώσει το καινούργιο του αυτοκίνητο. Με μεγάλη του έκπληξη είδε το τρίχρονο γιο του να σφυροκοπάει, γεμάτος χαρά, τον γυαλιστερό προφυλακτήρα.
Έξαλλος, έτρεξε καταπάνω του, το τράβηξε απότομα, πήρε το σφυρί και για τιμωρία, έλιωσε όλα τα δάχτυλα του μικρού. Και τότε συνήλθε και πήγε τον μικρό τρέχοντας στο νοσοκομείο.
Αν και ο γιατρός έκανε απελπισμένη προσπάθεια να σώσει τα διαλυμένα οστά, τελικά υποχρεώθηκε να κόψει όλα τα δάχτυλα και στα δυο χέρια του παιδιού. Όταν ο μικρός συνήλθε από την επέμβαση και είδε τα χεράκια του με τους επιδέσμους γύρισε γεμάτος αθωότητα και είπε, «Μπαμπά, συγγνώμη για το αυτοκίνητό σου». Και κατόπιν τον ρώτησε: «Όμως πότε θα μεγαλώσουν ξανά τα δάχτυλά μου;»


Ο πατέρας γύρισε σπίτι και … αυτοκτόνησε…

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Οι συνάδελφοι





Στην μακρινή Ανατολή δυο νέοι, ο Χουάν και ο Τζινγκ, έπιασαν μαζί δουλειά, μόλις αποφοίτησαν, σε μια επιχείρηση γενικού εμπορίου. Κι οι δυο δούλευαν σκληρά.
Μετά από αρκετά χρόνια το αφεντικό έδωσε στον Τζίνγκ τη θέση του διευθυντή πωλήσεων ενώ ο Χουάν παρέμεινε πωλητής. Κάποτε ο δεύτερος δεν το άντεξε άλλο, έδωσε την παραίτησή του μαζί με το παράπονό του ότι το αφεντικό δεν αξιολογούσε αυτούς που δούλευαν σκληρά γι’ αυτόν, ενώ έδινε προαγωγές σε όσους ήταν υποτακτικοί, συμβιβαστικοί και «γλοιώδεις» μαζί του.
Το αφεντικό ήξερε πόσο σκληρά δούλευε ο Χουάν όλα αυτά τα χρόνια αλλά για να τον βοηθήσει να εκτιμήσει ο ίδιος τη διαφορά ανάμεσα στον εαυτό του και στον Τζινγκ, του ζήτησε να πάει στην αγορά και να βρει κάποιον που να πουλάει καρπούζια. Ο Χουάν πήγε και γύρισε λέγοντας ότι βρήκε κάποιον. Το αφεντικό ρώτησε πόσο το κιλό; Ο Χουάν ξαναπήγε και γύρισε λέγοντας ότι η τιμή ήταν 1€ το κιλό.
Τότε το αφεντικό είπε στον Χουάν ότι θα κάνει την ίδια ερώτηση στον Τζινγκ. Ο Τζίνγκ πήγε στην αγορά κι όταν επέστρεψε ανέφερε ότι υπήρχε μόνον ένας που πουλούσε τα καρπούζια, 1€ το κιλό, 10€ το 10 κιλά, είχε στην αποθήκη του 340 καρπούζια, στον πάγκο του 58, καθένα ζυγίζει περίπου 15 κιλά, τα είχε φέρει πριν από δυο μέρες από τα νότια, είναι φρέσκα και κατακόκκινα, πολύς καλής ποιότητας.
Ο Χουάν έμεινε με το στόμα ανοιχτό, κατάλαβε τη μεταξύ τους διαφορά και αποφάσισε να μην παραιτηθεί, αλλά να πάρει μαθήματα από τον Τζινγκ, ώστε να γίνει ακόμα καλύτερος και περισσότερο αποτελεσματικός στη δουλειά του.
Μήπως υπάρχουν φορές που το αίσθημα της αδικίας σας κάνει να νιώθετε θυμό και αδιαφορία να γίνετε καλύτεροι;



Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Γίνε λίμνη





Μια φορά κι έναν καιρό, ένας γέροντας δάσκαλος της σοφίας, είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς κι έτσι, ένα πρωινό τον έστειλε να του φέρει λίγο αλάτι. Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλος του είπε να ρίξει μια γερή δόση σ’ ένα ποτήρι νερό και μετά να το πιει.
«Τι γεύση έχει;», ρώτησε ο δάσκαλος. «Πικρό», είπε ο μαθητής και το έφτυσε. Τότε ο δάσκαλος είπε στον νεαρό να πάρει άλλη μια χούφτα αλάτι και να το ρίξει στην κοντινή λίμνη. Όταν έγινε αυτό, ο δάσκαλος είπε στον μαθητή να πάρει και να πιει απ’ το νερό της λίμνης.
Καθώς το νερό κυλούσε απ’ το σαγόνι του μαθητή, ο δάσκαλος ξαναρώτησε: «Τι γεύση έχει;» και ο μαθητής απάντησε: «Φρεσκάδα».
«Το αλάτι το ένιωσες καθόλου;» ρώτησε ο δάσκαλος. «Όχι», απάντησε ο νέος. Στο σημείο αυτό, ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και του είπε: «Ο πόνος στη ζωή είναι καθαρό αλάτι. Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια. Όμως η ποσότητα της πίκρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο εκείνο, μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο. Έτσι, το μόνο πράγμα που έχεις να κάνεις όταν υποφέρεις είναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων… Πάψε να είσαι ποτήρι. Γίνε λίμνη!»



Ζήστε έχοντας τη γνώση και την ευθύνη της δημιουργίας στη ζωή σας…!!!

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Χωρίς χρέωση





Μια φορά κι έναν καιρό, ένα απόγευμα, μια μητέρα ενώ ετοίμαζε το δείπνο, το αγοράκι της ήρθε στην κουζίνα και της έδωσε ένα χαρτί που είχε γράψει. Αφού σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της, το διάβασε. Να τι είχε γράψει:
Επειδή έφτιαξα το κρεβάτι μου, 1€
Επειδή πήγα στον μπακάλη, 5€
Επειδή έπαιξα με το αδελφάκι μου όταν εσύ πήγες για ψώνια, 2€
Επειδή έβγαλα έξω τα σκουπίδια, 1€
Επειδή ο έλεγχος του σχολείου ήταν καλός, 5€
Στήθηκε λοιπόν εκεί μπροστά της με προσμονή. Η μητέρα τον κοίταξε και χίλιες αναμνήσεις άστραψαν στον νου της. Πήρε έπειτα το χαρτί, το γύρισε απ’ την ανάποδη και του έγραψε:
Για τους εννιά μήνες που σε κουβαλούσα και μεγάλωνες μέσα μου, Χωρίς Χρέωση.
Για όλες τις νύχτες που έμενα κοντά σου, σε φρόντιζα όταν ήσουν άρρωστος και προσευχόμουν για σένα, Χωρίς Χρέωση.
Για τον χρόνο, τα δάκρυα και τα έξοδα όλα αυτά τα χρόνια, Χωρίς Χρέωση.
Για τις γεμάτες φόβους νύχτες και τις έγνοιες για το αύριο, Χωρίς Χρέωση.
Για τις συμβουλές, τις γνώσεις και τα έξοδα του σχολείου, Χωρίς Χρέωση.
Για τα παιχνίδια, το φαγητό, τα ρούχα και για το σκούπισμα της μύτης σου, Χωρίς Χρέωση.
Γιε μου, αν τα προσθέσεις όλα αυτά μαζί, για να δεις το πόσο κοστίζει η αγάπη μου, Χωρίς Χρέωση.
Το παιδάκι, μόλις τελείωσε το διάβασμα, τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. Την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και της είπε, «Μαμά, σ’ αγαπάω πολύ!»

Μετά πήρε το στυλό και με μεγάλα γράμματα έγραψε ΕΞΟΦΛΗΘΗΚΕ.

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Ο σκορπιός





Στην Ινδία ένας χωρικός είδε έναν σκορπιό να αγωνίζεται μέσα στο νερό. Αποφάσισε να τον σώσει απλώνοντάς του το δάχτυλό του, αλλά ο σκορπιός τον δάγκωσε. Ο άνθρωπος εξακολούθησε την προσπάθεια να βγάλει τον σκορπιό από το νερό αλλά αυτός και πάλι τον δάγκωσε.
Ένας περαστικός που τον είδε, του φώναξε να σταματήσει να προσπαθεί να σώσει τον σκορπιό που συνέχιζε να τον δαγκώνει.
Όμως ο χωρικός του απάντησε: «Η φύση του σκορπιού είναι να δαγκώνει. Η φύση η δική μου είναι να αγαπώ. Γιατί να εγκαταλείψω την φυσική μου κατάσταση να αγαπώ, απλά επειδή η φύση του σκορπιού είναι να δαγκώνει;»



Ο σκορπιός είναι δηλητηριώδης από τη φύση του. Ο άνθρωπος είναι μεγαλοπρεπής από τη δική του φύση. Συνεχίστε να είστε καλοί, έστω κι αν κάποιοι άνθρωποι γύρω σας δαγκώνουν…




Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Ο στρατιώτης





Κάποτε ήταν ένας στρατιώτης που επέστρεφε στην πατρίδα του μετά το τέλος κάποιου πολέμου. Τηλεφώνησε στους γονείς του από το αεροδρόμιο και τους είπε: «Μαμά, μπαμπά, έρχομαι σπίτι, αλλά θέλω να σας ζητήσω μια χάρη. Έχω έναν φίλο που θέλω να φέρω μαζί μου». «Φυσικά», του απάντησαν, «θα θέλαμε πολύ να τον γνωρίσουμε».
«Υπάρχει κάτι που θα ‘πρεπε να μάθετε», συνέχισε ο γιος. «Τραυματίστηκε βαριά στη μάχη. Πάτησε σε μια νάρκη και έχασε το ένα χέρι και το ένα πόδι του. Δεν έχει πού αλλού να πάει και θέλω να έρθει μείνει μαζί μας».
«Λυπάμαι πολύ, παιδί μου. Ίσως μπορέσουμε να του βρούμε κάπου να μείνει».
«Όχι, μαμά, θέλω να μείνει μαζί μας».
«Γιε μου», είπε ο πατέρας, «δεν ξέρεις τι ζητάς. Κάποιος με τόσο σοβαρό πρόβλημα, θα μας ήταν ένα τρομερό βάρος. Έχουμε τη δική μας ζωή και δεν μπορούμε να αφήσουμε κάτι τέτοιο να παρέμβει. Νομίζω ότι θα πρέπει να γυρίσεις σπίτι και να τον ξεχάσεις αυτόν τον τύπο. Θα βρει κάποιον τρόπο να ζήσει μόνος του». Σ’ αυτό το σημείο, ο γιος έκλεισε το τηλέφωνο.
Οι γονείς του δεν είχαν άλλα νέα του. Μερικές μέρες αργότερα, όμως, έλαβαν ένα τηλεφώνημα από την αστυνομία. Ο γιος τους σκοτώθηκε πέφτοντας από ένα κτίριο, τους είπαν. Η αστυνομία πίστευε ότι ήταν αυτοκτονία. Οι χαροκαμένοι γονείς πήγαν στο αστυνομικό τμήμα και οδηγήθηκαν στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσουν το πτώμα του γιου τους.

Τον αναγνώρισαν, αλλά με τρόμο ανακάλυψαν κάτι που δεν γνώριζαν. Ο γιος τους είχε μόνο ένα χέρι και ένα πόδι…

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Καρότα, αυγά, κόκκος καφέ





Κάποιος είχε μια κόρη που του παραπονιόταν για τη ζωή της και για το πόσο της πήγαιναν όλα τα πράγματα στραβά. Δεν ήξερε πώς θα κατάφερνε να τα βγάλει πέρα κι ήθελε να τα παρατήσει, έχοντας πια κουραστεί από την προσπάθεια. Έλεγε πως μόλις ένα πρόβλημα λυνόταν, ένα καινούργιο έκανε την εμφάνισή του αμέσως μετά.
Ο πατέρας της, που ήταν αρχιμάγειρας, την πήρε στην κουζίνα, γέμισε τρία καζάνια με νερό και τα έβαλε πάνω σε δυνατή φωτιά, μέχρι που άρχισαν να βράζουν. Στο ένα έβαλε καρότα, στο άλλο αυγά και στο τρίτο χοντροκομμένους κόκκους καφέ και τα άφησε όλα να βράσουν χωρίς να πει λέξη.
Η κόρη έσφιγγε τα δόντια της από θυμό ενώ περίμενε γεμάτη ανυπομονησία να καταλάβει τι είχε κατά νου του να κάνει ο πατέρας της. Καθώς η ώρα περνούσε, σκεφτόταν ότι ενώ η ίδια είχε τόσα προβλήματα, εκείνος της έκανε ανόητες επιδείξεις της τέχνης του. Μετά από μισή ώρα ο πατέρας πήγε κι έσβησε τη φωτιά, έβγαλε τα καρότα και τα αυγά, σούρωσε και τον καφέ και τα έβαλε σε τρία μπολ, το κάθε πράγμα χωριστά.
Έπειτα στράφηκε προς τη κόρη του και την κάλεσε να του πει τι βλέπει. Εκείνη του απάντησε χαριτωμένα «Καρότα, αυγά και καφέ».
Τότε της είπε να αγγίξει τα καρότα, κι αυτή του είπε ότι είναι μαλακά. Μετά της είπε να πάρει και να σπάσει ένα αυγό, κι αυτή, αφού το ξεφλούδισε, του είπε ότι ήταν σφιχτό. Τέλος της είπε να πάρει λίγο απ’ τον καφέ, κι εκείνη έκανε μιαν άσχημη γκριμάτσα γιατί ο καφές ήταν πολύ δυνατός.
Με ήπιο τόνο πλέον, τον ρώτησε «Τι σημαίνουν ολ’ αυτά;»
Κι εκείνος της εξήγησε: «Το καθένα απ’ αυτά αντιμετώπισε την ίδια δυσκολία, που ήταν το νερό που έβραζε στους 100 βαθμούς. Όμως το καθένα αντέδρασε διαφορετικά».
«Το καρότο μπήκε εκεί μέσα δυνατό, σκληρό και άκαμπτο, αλλά μετά το βράσιμο έγινε μαλακό και αδύναμο».
«Το αυγό ήταν εύθραυστο, μ’ ένα λεπτό κέλυφος να προστατεύει ένα ρευστό εσωτερικό. Όταν όμως έμεινε μέσα στο βραστό νερό, το περιεχόμενό του σκλήρυνε πολύ».
«Οι κόκκοι του καφέ όμως είναι κάτι το ιδιαίτερο. Αφού έβρασαν αρκετά, το ζουμί τους έγινε δυνατότερο και πλουσιότερο». Και μετά ρώτησε το κορίτσι, «Εσύ τι από αυτά είσαι;»


Όταν η αναποδιά χτυπάει την πόρτα σας, είστε καρότα, αυγά ή κόκκοι του καφέ;

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Η δύναμη της ανθρωπιάς





Μια φορά κι έναν καιρό, μια νοσοκόμα συνόδεψε έναν κουρασμένο και ανήσυχο νεαρό άνδρα κοντά στο κρεβάτι ενός γέροντα. «Ήρθε ο γιος σου», ψιθύρισε στον κατάκοιτο, κι αυτό χρειάστηκε να το επαναλάβει πολλές φορές μέχρι να ανοίξει εκείνος τα μάτια του. Του είχαν δώσει ισχυρή καταστολή εξαιτίας των πόνων από την καρδιακή προσβολή και πολύ θολά μπόρεσε να διακρίνει τον νεαρό να στέκεται όρθιος έξω από την κουρτίνα του οξυγόνου.
Ο γέροντας άπλωσε το χέρι του έξω και ο νεαρός το τύλιξε σφιχτά με τα δάχτυλα του, στέλνοντάς του ένα μήνυμα ενθάρρυνσης. Η νοσοκόμα έφερε ένα κάθισμα δίπλα στο κρεβάτι. Κι όλη τη νύχτα ο νέος άνδρας την πέρασε κρατώντας το χέρι του γέροντα και ψιθυρίζοντάς του γλυκόλογα ελπίδας. Ο ετοιμοθάνατος δεν έλεγε τίποτα, αλλά κρατιόταν σφιχτά από τον γιο του.
Καθώς ερχόταν η αυγή, ο ασθενής πέθανε ήσυχα. Ο νεαρός ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι το άψυχο χέρι που συνέχεια κρατούσε και πήγε να ενημερώσει τη νοσοκόμα.
Όσο εκείνη έκανε ότι έπρεπε σχετικά με τον νεκρό, ο νεαρός περίμενε. Κι όταν εκείνη τελείωσε το έργο της, άρχισε να του λέει λόγια παρηγοριάς.
Όμως εκείνος την διέκοψε. «Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος;» την ρώτησε.
Κατάπληκτη η νοσοκόμα είπε, «Υπέθεσα ότι ήταν ο πατέρας σας!»
«Όχι, δεν ήταν ο πατέρας μου», απάντησε εκείνος, «κι ούτε τον έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου».
«Και γιατί δεν μου είπες τίποτε όταν σε πήγα κοντά του;» ρώτησε η νοσοκόμα.
Κι εκείνος απάντησε, «Επειδή κατάλαβα ότι χρειαζόταν τον γιο του κι ο γιος του δεν ήταν εδώ. Όταν είδα ότι ήταν τόσο άρρωστος ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήμουν πραγματικά ο γιος του ή όχι ένιωσα πόση ανάγκη με είχε…»



Η ζωή αξίζει μόνο όταν μπορούμε να κάνουμε την ψυχή ενός ανθρώπου να αισθανθεί αγαλλίαση…

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Ένα κουτί γεμάτο φιλιά





Κάποτε, ένας άνδρας τιμώρησε την πεντάχρονη κόρη του επειδή ξόδεψε ένα ρολό ακριβού χρυσού χαρτιού περιτυλίγματος. Τα οικονομικά ήταν σφιχτά εκείνο τον καιρό και αυτός συγχύστηκε ακόμα περισσότερο, όταν το παιδί χρησιμοποίησε το χρυσό χαρτί για να στολίσει ένα κουτί μέσα στο οποίο έβαλε ένα δώρο γι’ αυτόν.
Παρ’ όλα αυτά, το μικρό κορίτσι έφερε το κουτί με το δώρο στον πατέρα της το επόμενο πρωί και είπε: «Αυτό είναι για σένα, μπαμπά».
Ο πατέρας ήρθε σε αμηχανία για την πρώιμη υπερβολική αντίδρασή του, όμως ο θυμός του άναψε ξανά, όταν είδε ότι το κουτί ήταν άδειο. Της μίλησε σε σκληρό τόνο: «Δεν ξέρεις ότι, όταν κάνεις ένα δώρο, πρέπει να υπάρχει κάτι μέσα;»
Το μικρό κορίτσι τον κοίταξε με δάκρυα στα μάτια και είπε: «Μπαμπάκα, δεν είναι άδειο. Έριξα μέσα φιλιά μέχρι που γέμισε!»
Ο πατέρας συνετρίβη. Έπεσε στα γόνατα συγκλονισμένος και αγκάλιασε τη μικρή του κόρη και την ικέτευσε να τον συγχωρήσει για τον χωρίς λόγο θυμό του.
Λίγο αργότερα, ένα ατύχημα πήρε τη ζωή του κοριτσιού και λέγεται ότι ο πατέρας κράτησε το χρυσό κουτί δίπλα στο κρεβάτι του για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Και όταν απογοητευόταν ή αντιμετώπιζε δυσκολίες, άνοιγε το κουτί, έπαιρνε ένα φιλί και θυμόταν την αγάπη του παιδιού, που την είχε βάλει εκεί μέσα.



Για ποιον ιερό σκοπό αξίζει να ζείτε;

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Η καλύβα που κάηκε





Μια φορά κι έναν καιρό, ο μόνος άνθρωπος που γλίτωσε μετά από ένα ναυάγιο κατάφερε να φτάσει κολυμπώντας σ’ ένα μικρό έρημο νησάκι.
Προσευχόταν θερμά στον Θεό να τον γλιτώσει και κάθε μέρα παρατηρούσε τον ορίζοντα ψάχνοντας για βοήθεια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Εξουθενωμένος κατάφερε τελικά να φτιάξει ένα καλυβάκι από παλιόξυλα που είχε βγάλει η θάλασσα στην ακτή για να προστατευτεί απ’ τα στοιχεία της φύσης και να κρύψει τα λίγα πράγματα που είχε.
Ώσπου μια μέρα που είχε πάει πιο μακριά για να βρει κάτι να φάει, γύρισε στο σπιτάκι του για να το δει παραδομένο στις φλόγες, και τον καπνό να φτάνει στον ουρανό. Αυτό ήταν και το χειρότερο που θα μπορούσε να του συμβεί! Είχε πια χάσει τα πάντα! Φούντωσε από πίκρα και θυμό και είπε κλαίγοντας: «Θεέ μου, πως μπόρεσες να μου κάνεις κάτι τέτοιο!»
Πρωί – πρωί την άλλη μέρα ξύπνησε απ’ τον θόρυβο που έκανε ένα πλοίο που πλησίαζε το νησί για να τον σώσει. «Πώς ξέρατε ότι είμαι εδώ;», ρώτησε τους σωτήρες του. «Μα είδαμε το σινιάλο σου με τον καπνό», του απάντησαν.



Υπάρχουν στιγμές που αποθαρρυνόμαστε όταν τα πράγματα μας πάνε άσχημα. Εκείνη ακριβώς την στιγμή, χρειάζεται να συνεχίσουμε και να προχωρήσουμε…

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Ο νταής





Κάποτε, σ’ ένα μικρό χωριά ανάμεσα στους νέους ήταν κι ο «νταής», που στην πλατεία τρομοκρατούσε τους απλούς χωρικούς. Κάποτε ήρθε στο χωριό ένας καινούργιος δάσκαλος. Κι όταν ένα απόγευμα προσπάθησε να μιλήσει στους μαζεμένους στο καφενείο της πλατείας και να τους προσφέρει μερικές από τις απόψεις και τις γνώσεις του για το καλό τους, ο νταής μπήκε στη μέση, του μίλησε άσχημα, τον προκάλεσε και στο τέλος του είπε να μην ξαναπατήσει το πόδι του κάτω στην πλατεία γιατί θα του έσπαγε τα μούτρα.
Ο φουκαράς ο δάσκαλος τα μάζεψε κι ανέβηκε σπίτι του. Όταν έφτασε εκεί, η γυναίκα του, του είπε ότι η γελάδα τους είχε μόλις γεννήσει ένα θαυμάσιο μοσχαράκι. Ο δάσκαλος, καταχαρούμενος, πήγε στον στάβλο, χάιδεψε την τόσο ταλαιπωρημένη γελάδα και μετά πήρε το νεογέννητο μοσχαράκι στην αγκαλιά του, το έριξε στον ώμο του και άρχισε να χοροπηδάει μαζί του.
Αυτή ήταν η διασκέδαση του δάσκαλου για αρκετούς μήνες. Κάθε απόγευμα έπαιρνε στους ώμους του το μοσχαράκι και το χόρευε. Όμως το μοσχαράκι είχε γίνει πια αρκετά βαρύ, αλλά ο δάσκαλος, με την καθημερινή προπόνηση, ούτε που το είχε καταλάβει ότι σήκωνε στους ώμους του πάνω από 150κιλά. Όταν του το είπε η γυναίκα του, τότε αυτός κατέβηκε στην πλατεία και ξανάρχισε την κουβέντα με τους έκπληκτους χωρικούς.
Κι όταν ο «νταής» ήρθε για να του κόψε τη φόρα, ο λεβέντης πια δάσκαλος τον άρπαξε απ’ τη μέση, τον σήκωσε σαν πούπουλο στον αέρα, και του είπε ότι την επόμενη φορά θα τον τίναζε δέκα μέτρα μακριά. Κι από τότε το χωριό γλίτωσε απ’ τον «νταή» του….



Ζυγίζει πολύ η αγάπη! Το βάρος της όμως, μας κάνει πιο δυνατούς, πιο ανθεκτικούς. Ικανούς να παλέψουμε γι’ αυτό που αγαπάμε.

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Για μια ώρα...





Κάποτε, ήταν μια οικογένεια με ένα παιδί. Το ζευγάρι ήταν σκληρά εργαζόμενο και παρόλο που προσπαθούσαν, ο χρόνος ποτέ δεν ήταν αρκετός για να μοιραστούν πράγματα και εμπειρίες με το εξάχρονο αγοράκι τους.
Κάποιο βράδυ, μόλις ο πατέρας επέστρεψε στο σπίτι κουρασμένος, άκουσε τη χαρούμενη φωνούλα του παιδιού του:
«Μπαμπά, πόσα λεφτά κερδίζεις σε μια ώρα;» ρώτησε με συνεσταλμένη φωνή και παρακλητική ματιά το μικρό αγόρι καθώς υποδεχόταν τον πατέρα του που επέστρεψε στο σπίτι από τη δουλειά του.
Ο πατέρας, που ξαφνιάστηκε από την ερώτηση, είπε: «Κοίταξε, αγόρι  μου, ούτε η μητέρα σου το ξέρει αυτό. Γι’ αυτό σε παρακαλώ, μη με ενοχλείς γιατί είμαι πολύ κουρασμένος».
«Μπαμπά, πες μου σε παρακαλώ! Πόσα λεφτά κερδίζεις σε μια ώρα;» επέμεινε το αγόρι.
Ο πατέρας, τελικά απάντησε: «Είκοσι ευρώ την ώρα».
«Εντάξει, μπαμπά. Θα μπορούσες να μου δανείσεις δέκα ευρώ;» ρωτά το αγοράκι. Η ανησυχία και ο εκνευρισμός του πατέρα ήταν φανερός και φώναξε στο παιδί: «Ώστε μου τα ρωτάς όλα αυτά για να σου δώσω δέκα ευρώ; Πήγαινε γρήγορα να κοιμηθείς και μη με ενοχλήσεις ξανά!»
Είχε βραδιάσει και οι ενοχές για τον τρόπο που απάντησε στον γιο του είχαν πλημμυρίσει το μυαλό του πατέρα. Σκέφτηκε ότι ο γιος του τον ρώτησε επειδή μάλλον θα ήθελε να αγοράσει κάποιο παιχνίδι και δεν είχε αρκετά χρήματα.
Στο τέλος, θέλοντας να απαλλαγεί από τις ενοχές του για τη συμπεριφορά του αυτή, ο πατέρας πήγε στο δωμάτιο του γιου του. «Κοιμάσαι;» τον ρώτησε.
«Όχι, μπαμπά. Γιατί;» απάντησε το αγόρι, μισοκοιμισμένο.
«Εδώ είναι τα δέκα ευρώ που μου ζήτησες πιο πριν», του είπε.

«Ευχαριστώ μπαμπά!», απάντησε με χαρά το παιδάκι, βάζοντας το χέρι του κάτω από το μαξιλάρι του και βγάζοντας κάποια χρήματα. «Τώρα έχω αρκετά! Τώρα έχω είκοσι ευρώ!», το αγόρι είπε στον μπαμπά του, ο οποίος κοίταζε με απορία το γιο του, που συνέχισε λέγοντας: «Μήπως τώρα θα μπορούσες, μπαμπά, να μου πουλήσεις μια ώρα από τον χρόνο σου;»

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Φύλακας άγγελος





Κάποτε, μια νεαρή κοπέλα επέστρεφε με τα πόδια στο σπίτι της μετά από βραδινή διασκέδαση. Καθώς προχωρούσε στο δρόμο, η Ντιάνα παρακάλεσε τον Θεό να την προστατεύει από κάθε κίνδυνο και κακό.
Όταν έφτασε στο δρομάκι, για να φτάσει πιο γρήγορα σπίτι της, αποφάσισε να το ακολουθήσει. Όμως, στα μισά της διαδρομής, πρόσεξε έναν άνδρα που στεκόταν λίγο παρακάτω, σαν να την περίμενε. Ανησύχησε και άρχισε να προσεύχεται, ζητώντας βοήθεια.
Αμέσως την τύλιξε ένα ανακουφιστικό συναίσθημα ηρεμίας και ασφάλειας. Ένιωθε σαν να περπατούσε κάποιος μαζί της. Όταν έφτασε το τέλος εκείνου του δρόμου, πέρασε δίπλα απ’ τον άνδρα και πήγε σπίτι της ασφαλής. Την επόμενη μέρα, διάβασε στην εφημερίδα ότι βίασαν μια νεαρή κοπέλα στον ίδιο δρόμο, είκοσι μόλις λεπτά αφότου είχε περάσει αυτή.
Ευχαριστώντας τον Θεό που ήταν ασφαλής και για να βοηθήσει τη νεαρή γυναίκα, αποφάσισε να πάει στο αστυνομικό τμήμα. Πίστευε ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τον άνδρα, γι’ αυτό και τους είπε την ιστορία. Μόλις είδε τους υπόπτους, αμέσως αναγνώρισε τον άνδρα που είχε δει στο δρομάκι το προηγούμενο βράδυ.
Όταν είπαν στον άνδρα ότι τον είχαν αναγνωρίσει, αμέσως εκείνος κατέρρευσε και ομολόγησε. Ο αστυνομικός ευχαρίστησε την κοπέλα για τη γενναιότητά της και την ρώτησε αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσαν να κάνουν γι’ αυτή. Εκείνη τους ρώτησε αν μπορούσαν να κάνουν στον άνδρα μια ερώτηση. Ήταν περίεργη να μάθει γιατί δεν είχε επιτεθεί σ’ αυτήν.
Όταν τον ρώτησαν οι αστυνομικοί, εκείνος απάντησε: «Γιατί δεν ήταν μόνη της. Είχε δύο άνδρες που περπατούσαν μαζί της, έναν σε κάθε πλευρό της».


Όλοι έχουμε τον φύλακα άγγελο μας…. !!!

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Η διαφορετική γνώμη





Μια φορά κι έναν καιρό, έξι τυφλοί άκουσαν να γίνεται λόγος για το τεράστιο θαυμαστό ζώο που λεγόταν ελέφαντας. Όντας τυφλοί, το μόνο που μπορούσαν ήταν να δοκιμάσουν με την αφή τους να καταλάβουν το σχήμα τους. Με την ευκαιρία της επίσκεψης ενός τσίρκου, οι έξι τυφλοί πήγαν εκεί και παρακάλεσαν τον φύλακα να τους αφήσει να αγγίξουν το μεγάλο θηρίο. Ο φύλακας δέχτηκε, κι έτσι καθένας τους πλησίασε και άγγιξε τον ελέφαντα.
Όταν τέλειωσαν όλοι, άρχισαν να τον περιγράφουν. Ο πρώτος είπε, «Τώρα ξέρω, ο ελέφαντας είναι σαν στύλος».
«Όχι φίλε μου, κάνεις λάθος», είπε ο επόμενος, «μοιάζει σαν έναν πολύ μεγάλο τοίχο».
Όμως κι οι υπόλοιποι διαφωνούσαν ο ένας μετά τον άλλον: «Μοιάζει με μια δερμάτινη βεντάλια».
«Ο ελέφαντας είναι σαν ένα μεγάλο σπαθί».
«Όχι, είναι σαν χοντρό σκοινί».
«Φίλοι μου, όλοι σας κάνετε λάθος. Μου φαίνεται ότι όσο τυφλά είναι τα μάτια σας, τόση τύφλα έχουν και τα χέρια σας. Δεν καταλαβαίνετε ότι ο ελέφαντας μοιάζει με σωλήνα πυρκαγιάς;»
Έτσι άρχισαν να καυγαδίζουν και κόντευαν να έρθουν στα χέρια, όταν τους διέκοψε ο φύλακας λέγοντας, «Όλοι σας έχετε δίκιο, όμως κι όλοι σας έχετε άδικο. Καθένας σας έπιασε ένα κομμάτι του ελέφαντα, αλλά κανείς δεν τον έπιασε ολόκληρο. Εσύ, άγγιξες το πόδι του που είναι σαν στύλος. Εσύ μετά, το σώμα του που μοιάζει με τοίχο, κι εσύ το αυτί του, εσύ τον χαυλιόδοντά του, εσύ την ουρά και τέλος εσύ έπιασες την προβοσκίδα του».



Οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε, μετατρέπεται στη δική μας πραγματικότητα… Αυτή όμως η πραγματικότητα μπορεί να μην έχει και πάρα πολλή σχέση με την πραγματική αλήθεια….

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Ο μοναχός





Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα πολύ αυστηρό μοναστήρι. Σύμφωνα με τον όρκο σιωπής τους, κανένας δεν επιτρεπόταν να μιλάει καθόλου. Μια μόνο εξαίρεση υπήρχε στον κανόνα αυτό. Κάθε δέκα χρόνια οι μοναχοί είχαν το δικαίωμα να πουν μόνο δυο λέξεις. Ένας μοναχός, αφού πέρασε τα πρώτα δέκα χρόνια του στο μοναστήρι, πήγε στον ηγούμενο.
«Δέκα χρόνια πέρασαν» είπε ο ηγούμενος. «Ποιες είναι οι δυο λέξεις που θα ήθελες να πεις;»
«Κρεβάτι… σκληρό…» είπε ο μοναχός.
«Καλά», απάντησε ο ηγούμενος.
Δέκα χρόνια αργότερα ο μοναχός ήρθε πάλι στο γραφείο του ηγούμενου.
«Κι άλλα δέκα χρόνια πέρασαν», είπε ο ηγούμενος. «Ποιες είναι οι δυο λέξεις που θέλεις να πεις;»
«Φαγητό… βρωμάει…» είπε ο μοναχός.
«Καλά», απάντησε ο ηγούμενος.
Δέκα ακόμη χρόνια αργότερα ο μοναχός συναντιέται πάλι με τον ηγούμενο ο οποίος τον ρωτάει, «Ποιες είναι οι δυο σου λέξεις, μετά από αυτά τα δέκα χρόνια;»
«Εγώ … τα παρατάω!» είπε ο μοναχός.
«Ωραία, κι εγώ καταλαβαίνω το γιατί», απάντησε ο ηγούμενος. «Το μόνο που κάνεις είναι να παραπονιέσαι!»



Μπορείς να αλλάξεις τη στάση ζωής σου όποτε εσύ αποφασίσεις ή όποτε νιώσεις ότι το θέλεις….

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τι ζωή ζεις;





Ένας νεροκουβαλητής στην Ινδία είχε δύο στάμνες κρεμασμένες από μια στην κάθε μεριά ενός ξύλου που στήριζε στον σβέρκο του. Μια από τις στάμνες είχε ένα ράγισμα και ενώ η άλλη ήταν τέλεια και πάντα ήταν γεμάτη με νερό, στο τέλος της μεγάλης διαδρομής από το ποτάμι στο σπίτι του αφέντη, η ραγισμένη στάμνα έφτανε μισοάδεια.
Για δυο γεμάτα χρόνια αυτό γινόταν καθημερινά με τον κουβαλητή να παραδίδει μόνο μιάμιση στάμνα νερό στο σπίτι του αφέντη του. Φυσικά η γερή στάμνα ήταν περήφανη για το κατόρθωμά της, τέλεια για το σκοπό για τον οποίο είχε φτιαχτεί. Αλλά η καημένη η ραγισμένη ντρεπόταν για την ατέλειά της και λυπημένη που μετέφερε μόνο το μισό απ’ αυτό που μπορούσε πραγματικά.
Δυο χρόνια μετά από αυτό που θεωρούσε ως πικρή αποτυχία, μίλησε μια μέρα στον νεροκουβαλητή δίπλα στο ποτάμι.
«Ντρέπομαι για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη».
«Γιατί;», ρώτησε ο νεροκουβαλητής, «Γιατί ντρέπεσαι;»
«Αυτά τα δύο χρόνια που πέρασαν, παρέδιδα μόνο το μισό από το φορτίο μου, γιατί αυτή η ρωγμή στο πλάι κάνει το νερό να διαρρέει μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι του αφέντη σου. Εξαιτίας της ατέλειάς μου κάνεις όλη αυτήν τη δουλειά και δεν ανταμείβεσαι ανάλογα με τις προσπάθειές σου», είπε η στάμνα.
Ο νεροκουβαλητής λυπήθηκε για την παλιά ραγισμένη στάμνα και δείχνοντάς της τη συμπάθειά του της είπε: «Καθώς θα επιστρέφουμε στο σπίτι του αφέντη, θέλω να παρατηρήσεις τα όμορφα λουλούδια στην άκρη του δρόμου».
Πραγματικά, καθώς ανέβαιναν στον λόφο, η παλιά ραγισμένη στάμνα παρατήρησε στον ήλιο τα όμορφα αγριολούλουδα στην άκρη του μονοπατιού και αυτό την έκανε κάπως να χαρεί. Αλλά στο τέλος της διαδρομής ένιωθε ακόμα λυπημένη, γιατί έχει χάσει το μισό της περιεχόμενο και γι’ αυτό εξέφρασε πάλι τη λύπη της στον νεροκουβαλητή.
Αυτός απάντησε λέγοντας: «Είδες ότι τα λουλούδια ήταν μόνο απ’ τη δική σου πλευρά και όχι απ’ την πλευρά της άλλης στάμνας;

Κι αυτό γιατί πάντα ήξερα το ελάττωμά σου και το εκμεταλλεύτηκα. Φύτεψα σπόρους λουλουδιών στην άκρη του μονοπατιού απ’ τη δική σου πλευρά και κάθε μέρα που επιστρέφουμε από το ποτάμι εσύ τα ποτίζεις. Εδώ και δυο χρόνια μαζεύω αυτά τα όμορφα λουλούδια για να στολίσω το τραπέζι του αφέντη μου. Αν εσύ δεν ήσουν αυτό που είσαι, δεν θα είχε τη χαρά να έχει αυτήν την ομορφιά στο σπίτι του!»

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ο άγγελος της γης






Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μικρό παιδί ήταν έτοιμο να γεννηθεί. Έτσι μια μέρα ρώτησε τον Θεό:
«Μου λένε ότι με στέλνεις αύριο στον κόσμο, αλλά πώς θα μπορέσω να ζήσω εκεί, έτσι μικρό και αβοήθητο που είμαι;»
«Ανάμεσα στους τόσους αγγέλους, διάλεξα έναν για σένα. Θα σε περιμένει και θα σε φροντίζει», του απάντησε ο Θεός.
«Μα, πες μου, εδώ στον ουρανό, δεν κάνω τίποτε άλλο παρά να τραγουδώ και να γελώ. Αυτό μου είναι αρκετό για να είμαι ευτυχισμένο».
«Ο άγγελός σου θα σου τραγουδάει και θα σου γελάει κάθε μέρα. Και εσύ θα νιώθεις την αγάπη του αγγέλου σου και θα είσαι ευτυχισμένο».
«Και πώς θα μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους όταν μου μιλούν, αν δεν ξέρω τη γλώσσα των ανθρώπων;»
«Ο άγγελός σου θα σου λέει τα πιο όμορφα και τα πιο γλυκά λόγια που θα έχεις ποτέ ακούσει και με μεγάλη υπομονή και φροντίδα θα σου μάθει πώς να μιλάς».
«Και τι θα κάνω όταν θα θέλω να μιλήσω σ’ εσένα;»
«Ο άγγελός σου θα σου βάζει τα χέρια μαζί και θα σου μάθει πώς να προσεύχεσαι».
«Έχω ακούσει ότι πάνω στη γη υπάρχουν κακοί άνθρωποι. Ποιος θα με προστατέψει;»
«Ο άγγελός σου θα σε υπερασπίζεται ακόμα κι αν αυτό σημαίνει κίνδυνο της ζωής του».
«Όμως, θα είμαι πάντοτε λυπημένο γιατί δεν θα σε ξαναδώ».
«Ο άγγελός σου θα σου μιλάει πάντα για μένα και θα σου μάθει τον δρόμο για να γυρίσεις πίσω σ’ εμένα, αν και θα είμαι πάντα δίπλα σου».

Σ’ αυτό το σημείο έγινε μεγάλη γαλήνη στον Ουρανό, ενώ ήδη ακούγονταν φωνές απ’ τη γη. Και το παιδί βιαστικά ρώτησε απαλά: «Θεέ μου, αν είναι να φύγω τώρα, σε παρακαλώ πες μου το όνομα του αγγέλου μου». «Το όνομά του δεν έχει σημασία. Απλά, θα τον φωνάζεις Μαμά!»

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Το πεπρωμένο





Μια φορά κι έναν καιρό, στη διάρκεια μιας πολύ σημαντικής μάχης, ένας Ιάπωνας στρατηγός αποφάσισε να επιτεθεί, παρ’ όλο που οι δυνάμεις του ήταν πολύ υποδεέστερες. Ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι θα νικούσαν, όμως οι άνδρες του ήταν γεμάτοι αμφιβολίες.
Στην πορεία προς τη μάχη σταμάτησαν σ’ ένα θρησκευτικό βωμό. Αφού προσευχήθηκε μαζί με τους άνδρες του, ο στρατηγός έπιασε ένα νόμισμα και είπε, «Τώρα θα πετάξω το νόμισμα. Αν είναι κορώνα, θα νικήσουμε, αν είναι γράμματα θα χάσουμε».
«Το πεπρωμένο θα φανερωθεί».
Πέταξε το νόμισμα ψηλά στον αέρα, κι όπως έπεφτε όλοι το κοιτούσαν με ένταση. Ήταν κορώνα. Οι στρατιώτες χάρηκαν πολύ και γεμάτοι εμπιστοσύνη, επιτέθηκαν με ορμή κατά των εχθρών και νίκησαν.
Όταν η μάχη τέλειωσε, ένας υπολοχαγός παρατήρησε στον στρατηγό, «Κανείς δεν μπορεί ν’ αλλάξει το πεπρωμένο!»
«Ασφαλώς!», απάντησε ο στρατηγός δείχνοντας στον υπολοχαγό το νόμισμα, το οποίο… είχε κορώνα και στις δυο πλευρές του.


Το πεπρωμένο είναι σαν την πλαστελίνη….

Στο χέρι μας είναι πως θα το πλάσουμε και αν θα κατασκευάσουμε λεωφόρο ή Γολγοθά….

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Κάστρο στην άμμο...





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια ζεστή ημέρα του καλοκαιριού όπου ο ήλιος έκαιγε. Ο αέρας ήταν υγρός και γεμάτος σκόνη. Τα κύματα στη θάλασσα έπαιζαν ρυθμικά. Ένα μικρό αγόρι στα γόνατα παίρνει με το πλαστικό του φτυάρι την άμμο και την τοποθετεί σε ένα ανοιχτό μπλε κουβαδάκι. Μετά στρώνει την άμμο στην κορυφή του κουβά και τον σηκώνει. Προς μεγάλη ευχαρίστηση του μικρού αρχιτέκτονα, ο πύργος ενός κάστρου έχει φτιαχτεί. Όλο το απόγευμα θα δούλευε για αυτόν. Έσκαψε την τάφρο βαθιά. Ύψωσε τα τείχη. Για τις σκοπιές έβαλε καπάκια από μπουκάλια. Τα ξυλάκια απ’ τα παγωτά χρησίμεψαν για γέφυρες. Έφτιαξε ένα κάστρο στην άμμο.
Μεγάλη πόλη. Δρόμοι γεμάτοι κίνηση. Βουητό αυτοκινήτων. Ένας άνδρας στο γραφείο του. Βάζει σε στοίβες τα χαρτιά και αναθέτει εργασίες. Έχει ακουμπισμένο το τηλέφωνο στον ώμο του και χτυπάει με τα δάκτυλα το πληκτρολόγιο. Κάνει συνδυασμούς με τους αριθμούς και υπογράφει συμβόλαια και προς μεγάλη ευχαρίστησή του, αποκομίζει κέρδος. Όλη του τη ζωή θα δουλεύει. Θα κάνει σχέδια. Θα προεικάζει το μέλλον. Οι επενδύσεις του θα είναι οι σκοπιές. Τα κέρδη κεφαλαίου θα είναι οι γέφυρες. Θα φτιάξει μια αυτοκρατορία.
Δυο δημιουργοί δυο κάστρων. Έχουν πολλά κοινά. Μεγαλουργούν απ’ το τίποτα. Δεν βλέπουν τίποτα και φτιάχνουν κάτι. Είναι εργατικοί και αποφασισμένοι. Και για τους δυο θα σηκωθεί η παλίρροια και θα έρθει το τέλος. Κι όμως εδώ είναι που τελειώνουν οι ομοιότητες.
Γιατί το παιδί βλέπει το τέλος, ενώ ο άνδρας το αγνοεί. Παρακολουθήστε το παιδί καθώς έρχεται το σούρουπο. Καθώς τα κύματα πλησιάζουν, το σοφό παιδί σηκώνεται στα πόδια του και αρχίζει να χειροκροτεί. Καμιά θλίψη. Κανένας φόβος. Καμιά μεταμέλεια. Το ήξερε ότι θα συνέβαινε αυτό. Δεν εκπλήσσεται. Και όταν το μεγάλο κύμα σπάει πάνω στο κάστρο του και το αριστούργημά του το ρουφάει η θάλασσα, αυτό χαμογελάει. Χαμογελάει, παίρνει τα εργαλεία του, κρατάει το χέρι του πατέρα του και πηγαίνει σπίτι.

Ο μεγάλος όμως δεν είναι τόσο σοφός. Καθώς τα κύματα του χρόνου σπάζουν πάνω στο κάστρο του, αυτός τρομοκρατείται. Αγκαλιάζει το μνημείο από άμμο για να το προστατέψει. Εμποδίζει τα κύματα να φτάσουν στα τείχη που έφτιαξε. Βρεγμένος με θαλασσινό νερό και τρέμοντας, δείχνει τα δόντια του στην παλίρροια που έρχεται. «Αυτό είναι το κάστρο μου», λέει αψήφιστα. Ο ωκεανός δεν έχει ανάγκη να δώσει απάντηση. Και οι δύο ξέρουν σε ποιον ανήκει η άμμος…

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το δεμάτι





Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, ένας πατέρας που οι γιοι του αδιάκοπα καυγάδιζαν μεταξύ τους. Όταν όλες οι προσπάθειες να τερματίσει τους καυγάδες τους απέτυχαν, αποφάσισε να τους δείξει με έναν πρακτικό και απλό τρόπο τα δεινά που προκαλεί η έλλειψη ενότητας σε μια οικογένεια. Έτσι, τους ζήτησε να του φέρουν ένα δεμάτι από λεπτά ξύλα.
Όταν του το έφεραν το έδωσε στα χέρια του καθενός με τη σειρά και τους ζήτησε να το σπάσουν. Όλοι προσπάθησαν με όλη τους τη δύναμη, αλλά στάθηκε αδύνατον. Τότε εκείνος διέλυσε το μάτσο, πήρε τα ραβδάκια ένα – ένα χωριστά, και τα έδωσε στα παιδιά του, τα οποία φυσικά τα έσπασαν πολύ εύκολα.
Κι αυτός τους είπε αυτά τα λόγια: «Παιδιά μου, αν έχετε ομόνοια, κι είστε ενωμένοι ώστε να βοηθάτε ο ένας τον άλλον, θα είσαστε σαν αυτό το μάτσο με τα ξύλα, ανίκητοι απέναντι σε όλες τις απόπειρες των εχθρών σας. Αν όμως είσαστε διαιρεμένοι μεταξύ σας, θα σπάτε τόσο εύκολα όσο και αυτά τα μοναχικά ξυλάκια».


Σε οποιαδήποτε σχέση, το καλύτερο είναι να συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον…..

Μαζί μπορούμε να διαχειριστούμε τα προβλήματα και τις προκλήσεις της ζωής… Ενωμένοι σαν δεμάτι…

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Τα δίδυμα αγόρια




Σ’ ένα χωριό ζούσαν δύο δίδυμα αγόρια, που μεγάλωναν μέσα στη φτώχια. Ο πατέρας ήταν αλκοολικός ενώ η μητέρα τους εργαζόταν ως παραδουλεύτρα. Μεγάλωσαν με τα ελάχιστα, ίσα – ίσα για να περνούν.
Επιστρέφοντας σπίτι ένα βράδυ οι γονείς τους έπεσαν θύματα τροχαίου δυστυχήματος και σκοτώθηκαν και οι δυο. Η κατάσταση των αγοριών χειροτέρεψε πολύ, κι έτσι χωρίστηκα στην ηλικία των 17 χρόνων. Μετά από πολλά χρόνια κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας αποφάσισε να τους βρει και να γίνει μια οικογενειακή συνάντηση.
Ο ένας από τους αδελφούς είχε γίνει πολιτικός μηχανικός και είχε πλουτίσει με μια εταιρία κατασκευών. Είχε τη γυναίκα του και τρία όμορφα παιδιά. Ο άλλος ήταν αλκοολικός, με κανένα στόχο και κατεύθυνση στη ζωή του.
Το μέλος της οικογένειας, μια θεία, που τους συγκέντρωσε, ρώτησε τον μηχανικό, «Πώς και προχώρησε έτσι η ζωή σου;»
«Τι θα περίμενες από μια παιδική ηλικία σαν τη δική μου;» απάντησε εκείνος.
Μετά απευθύνθηκε με την ίδια ερώτηση στον άλλο αδελφό.
Κι η απάντηση ήταν: «Τι θα περίμενες από μια παιδική ηλικία σαν τη δική μου;»


Προς τα πού γέρνει η δική σας ζυγαριά σκέψης; Προς τη θετικότητα ή προς την αρνητικότητα;

Όλα είναι θέμα επιλογών…

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Όμορφο δώρο





Κάποτε ήταν ένας φοιτητής στο δεύτερο έτος των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο, όταν μια μέρα ο καθηγητής έδωσε στους μαθητές να απαντήσουν σε μερικά ερωτήματα. Εκείνος, επειδή ήταν ένας συνειδητοποιημένος σπουδαστής, ξεπέταξε εύκολα τις ερωτήσεις, μέχρι που έφτασε στην τελευταία: «Ποιο είναι το μικρό όνομα της γυναίκας που καθαρίζει την αίθουσα διδασκαλίας κάθε πρωί;»
Η ερώτηση του φάνηκε γελοία. Τη γυναίκα αυτή την είχε δει πολλές φορές. Ήταν ψηλή μελαχρινή, κάπου στα 50 της αλλά ο φίλος μου δεν ήξερε το όνομά της. Έτσι λοιπόν, παρέδωσε την κόλλα του με αναπάντητη την τελευταία ερώτηση.
Πριν τελειώσει το μάθημα, ένας άλλος σπουδαστής ρώτησε αν η τελευταία ερώτηση θα είχε σημασία για τη βαθμολογία τους. «Ασφαλώς», είπε ο καθηγητής. «Στην καριέρα σας θα συναντήσετε πολλούς ανθρώπους. Τους αξίζει να τους προσέξετε και να νοιαστείτε γι’ αυτούς, έστω κι αν το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να τους στέλνετε ένα χαμόγελο και να λέτε ¨Καλημέρᨻ.
Ο φοιτητής ακόμα θυμάται εκείνο το μάθημα! Επίσης φρόντισε να μάθει το όνομα της γυναίκας και να την καλημερίζει καθημερινά.



Χαμόγελο είναι … δώρο που όλοι μας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να δώσουμε περισσότερη ανθρωπιά, ομορφιά και χαρά στην ζωή των άλλων αλλά και στην δική μας….


Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Ο πιανίστας





Ένας άνδρας δούλευε σαν πιανίστας σ’ ένα μπαρ κι ήταν και πολύ καλός μάλιστα. Ο κόσμος πήγαινε εκεί μόνο και μόνο για να τον ακούσει να παίζει. Όμως ένα βράδυ κάποιος πελάτης είπε ότι δεν ήθελε να τον ακούει άλλο μόνο να παίζει, αλλά και να λέει κάποιο τραγούδι. Ο πιανίστας είπε, «Δεν τραγουδάω». Όμως ο πελάτης ήταν επίμονος και είπε στον μπάρμαν, «Βαρέθηκα ν’ ακούω μόνο πιάνο. Έχω την απαίτηση αυτός εκεί να τραγουδήσει!»
Ο μπάρμαν φώναξε από την άλλη άκρη της αίθουσας, «Αν θες να βγάζεις μεροκάματο, πες και κανένα τραγούδι. Οι πελάτες σου ζητούν να τραγουδήσεις!» Κι αυτό και έκανε, τραγούδησε. Ο πιανίστας που δεν είχε ποτέ πριν τραγουδήσει δημόσια το έκανε για πρώτη του φορά. Και κανείς ποτέ δεν είχε ακούσει τη Μόνα Λίζα να αποδίδεται με τον τρόπο που την είπε εκείνο το βράδυ ο Νατ Κινγκ Κόουλ!
Είχε ένα ταλέντο, που δεν είχε ανακαλύψει! Θα μπορούσε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σαν ένας ανώνυμος πιανίστας παίζοντας σ’ ένα ανώνυμο μπαρ, αλλά επειδή υποχρεώθηκε να τραγουδήσει, έφτασε να γίνει ένας από τους γνωστότερους ντιζέρ και θεατράνθρωπους στην Αμερική…



Όσο πιο επώδυνο είναι το παιχνίδι της ανακάλυψης, τόσο πολυτιμότερο είναι αυτό που έχει ανακαλυφθεί…

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Ζεις καλά ή περνάς καλά;





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας πατέρας που ήταν πολύ δουλευταράς. Έκανε διανομές ψωμιού για να στηρίξει τη γυναίκα και τα τρία παιδιά του. Τα βράδια πήγαινε σε νυχτερινό σχολείο με την ελπίδα να βελτιωθεί ώστε μια μέρα να βρει μια δουλειά καλύτερη. Ήταν πολύ σπάνιο να τρώει μαζί με την οικογένειά του, εκτός από τις Κυριακές. Σπούδαζε και δούλευε πολύ σκληρά επειδή ήθελε να προσφέρει στην οικογένειά του το καλύτερο.
Κι όποτε η οικογένεια παραπονιόταν ότι δεν περνούσε αρκετό χρόνο μαζί τους, αυτός έδινε τη δικαιολογία ότι όλα αυτά τα έκανε γι’ αυτούς. Συχνά όμως λαχταρούσε να έχει διαθέσιμο χρόνο να περνάει με τους δικούς του.
Ήρθε η μέρα που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Προς μεγάλη του χαρά ο πατέρας πέρασε και μάλιστα με διακρίσεις! Λίγο καιρό μετά από αυτό του πρόσφεραν μια καλή δουλειά, σαν ανώτερος επόπτης, με πολύ καλύτερο μισθό.
Όπως όταν τα όνειρα βγαίνουν αληθινά, ο πατέρας μπορούσε τώρα να αντιμετωπίζει τα έξοδα για τις μικρές πολυτέλειες της ζωής, όπως ωραία ρούχα, καλό φαγητό, μέχρι και ταξίδι στο εξωτερικό για διακοπές.
Όμως η οικογένεια δεν έβλεπε τον πατέρα το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, επειδή αυτός συνέχισε να εργάζεται πολύ ελπίζοντας να προαχθεί σε διευθυντή. Και για να γίνει άξιος υποψήφιος για την προαγωγή αυτή, γράφτηκε για μια σειρά μαθημάτων στο ανοικτό Πανεπιστήμιο.
Και πάλι παραπονιόταν η οικογένεια ότι εκείνος δεν ήταν μαζί τους αρκετά κι αυτός δικαιολογιόταν ότι αυτά που κάνει τα κάνει γι’ αυτούς. Συχνά όμως νοσταλγούσε να μπορούσε να περνάει πιο πολύ ώρα με την οικογένειά του.
Η σκληρή δουλειά τον αντάμειψε κι έτσι πήρε την προαγωγή του. Χαρούμενος, αποφάσισε να πάρει μια γυναίκα για να ξαλαφρώσει λίγο τη σύζυγό του από τις δουλειές του σπιτιού. Σκέφτηκε ότι το διαμέρισμα των τριών δωματίων δεν θα ήταν πια αρκετό και ότι θα έπρεπε να απολαύσουν τις ανέσεις μιας μεζονέτας.
Επίσης, ο πατέρας αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του και να δουλέψει με σκοπό κι άλλη προαγωγή. Η οικογένεια βέβαια εξακολουθούσε να μην τον βλέπει συχνά. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές εκείνος έπρεπε να εργάζεται και τις Κυριακές, για την εξυπηρέτηση των πελατών της εταιρίας. Όμως, όταν η οικογένεια του έκανε παράπονα ότι δεν της διέθετε αρκετό από τον χρόνο του, εκείνος έδινε την αιτιολογία ότι όλα αυτά τα έκανε γι’ αυτούς. Πάντα όμως λαχταρούσε να περνάει πιο πολλές ώρες μαζί τους.
Όπως θα περίμενε κανείς, η σκληρή δουλειά του απέδωσε και πάλι, κι αγόρασε μια πολύ ωραία μεζονέτα που είχε όλη τη θέα του Σαρωνικού. Και το βράδυ της πρώτης Κυριακής στο καινούργιο σπιτικό τους δήλωσε σ’ όλη του την οικογένεια ότι αποφάσισε να μην πηγαίνει άλλο σε μαθήματα και ούτε να κυνηγάει πια άλλες προαγωγές. Από εδώ και πέρα θα αφιέρωνε περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του.

Και το άλλο πρωινό ο πατέρας… δεν ξύπνησε…