Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Ο γάμος μέσα από τα μάτια των παιδιών






Επιστρέφω, μετά από αρκετό καιρό, για να γράψω ακόμη ένα άρθρο για το οποίο και πάλι την έμπνευση αποκόμισα από πού αλλού, από τα αγαπημένα μας παιδάκια στο Δημοτικό σχολείο, τα οποία αρκετά συχνά έχουν πολύ μεγάλη έμπνευση αλλά και φαντασία η οποία μου αρέσει υπερβολικά πολύ!! Το σημερινό μας θέμα αφορούσε τον γάμο και την οικογένεια γενικά και οι απαντήσεις τους σε ορισμένα ερωτήματα κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας ήταν αρκετά ενδιαφέρουσες και σας τις παραθέτω αμέσως. Είμαι σίγουρη πως θα τις βρείτε και εσείς αρκετά ενδιαφέρουσες..

Πώς αποφασίζεις ποια θα παντρευτείς;
-Πρέπει να είναι κάποια που της αρέσει ότι και σ' εσένα. Αν σου αρέσει το ποδόσφαιρο, θα πρέπει να αρέσει και σε εκείνη και να σου φέρνει πατατάκια και αναψυκτικά όταν βλέπεις έναν αγώνα. 
Γιάννης, 10 ετών.


Σε ποια ηλικία πρέπει να παντρεύεται κανείς;
-Στα 23, γιατί μέχρι τότε θα έχουν περάσει πολλά χρόνια και θα ξέρεις καλά το αγόρι που θα παντρευτείς. 
Σοφία, 9 ετών.


Πώς καταλαβαίνεις ότι ένας άντρας και μια γυναίκα είναι παντρεμένοι;
-Tο καταλαβαίνεις όταν στην παιδική χαρά μαλώνουν και οι δύο, το ίδιο παιδί. Άρα είναι δικό τους, άρα είναι παντρεμένοι.
Λευτέρης 7 ετών.


Τι κοινά έχουν ο μπαμπάς και η μαμά σου;
-Και οι δύο δεν θέλουν να μου κάνουν αδερφάκι, γιατί μ' εμένα, μου λένε, είναι σαν έχουν 3 παιδιά.
Νικόλας, 6 ετών.

Τι κάνουν οι άνθρωποι όταν βγαίνουν ραντεβού;
-Λένε διάφορα ψέματα ο ένας στον άλλο και αν τα πιστέψουν, βγαίνουν ξανά ραντεβού την επόμενη μέρα.
Θανάσης, 10 ετών.


Πότε επιτρέπεται να φιλήσεις κάποιον;
-Όταν είναι πολύ πλούσιος.
Νεφέλη, 7 ετών.

-Όταν γίνει 18 χρόνων, γιατί αλλιώς θα πας φυλακή.
Μιχάλης, 7 ετών.


-Δεν ξέρω, αλλά αν φιλήσεις κάποια, πρέπει να την παντρευτείς και να κάνετε παιδιά μετά.
Πάνος, 6 ετών.


Είναι καλύτερα να είσαι ελεύθερος ή παντρεμένος;
-Για τα κορίτσια είναι καλύτερα να μην είναι παντρεμένα, για τα αγόρια όμως είναι απαραίτητο γιατί χρειάζονται κάποιον να τους βοηθάει να πλένονται και να ντύνονται.
Λίνα, 9 ετών.


Πώς μπορεί ένας γάμος να πετύχει;
-Αν λες στη γυναίκα σου συνέχεια πόσο όμορφη είναι κι ας μοιάζει με τον Οβελίξ.
Θωμάς, 9 ετών.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

Ευτυχία






Όλα είναι τόσο απλά και ταυτόχρονο τόσο περίπλοκα!
Απλά, επειδή αρκεί να αλλάξει κανείς στάση ζωής :
Δεν θα κυνηγήσω άλλο την ευτυχία. Από τώρα και στο εξής θα είμαι ανεξάρτητη, θα βλέπω την ζωή με τα δικά μου μάτια και όχι με τα μάτια των άλλων. Θα κυνηγήσω την περιπέτεια του να είσαι ζωντανός.
Και περίπλοκα: Γιατί δε θα κυνηγήσω πια την ευτυχία, αφού με έχουν μάθει ότι είναι ο μοναδικός στόχος που αξίζει τον κόπο; Γιατί να τολμήσω να πάρω έναν δρόμο, που οι άλλοι δεν τόλμησαν;
Στο κάτω κάτω τι είναι ευτυχία;
Έρωτας μου απαντούν. Όμως ο έρωτας ούτε φέρνει, ούτε έφερνε ποτέ ευτυχία. Το αντίθετο μάλιστα, είναι πηγή ανησυχίας, πεδίο μάχης, νύχτες αγρυπνίας στις οποίες αναρωτιόμαστε αν κάνουμε το σωστό. Ο πραγματικός έρωτας είναι έκσταση και συνάμα αγωνία.
Γαλήνη τότε. Αν κοιτάξουμε την Μητέρα, ποτέ δεν είναι γαλήνια. Ο Χειμώνας παλεύει με το καλοκαίρι, ο ήλιος και το φεγγάρι δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, η τίγρη κυνηγάει τον άνθρωπο, που φοβάται το σκύλο, που κυνηγάει την γάτα, που κυνηγάει το ποντίκι, που τρομάζει τον άνθρωπο.
Το Χρήμα φέρνει την ευτυχία. Πολύ καλά, τότε όλοι οι άνθρωποι που έχουν αρκετά για να ζήσουν με πάρα πολύ υψηλή ποιότητα ζωής θα μπορούσαν να σταματήσουν να δουλεύουν. Όμως, είναι πιο αγχωμένοι από ποτέ, λες και φοβούνται ότι θα τα χάσουν όλα. Το χρήμα φέρνει χρήμα, αυτό είναι αλήθεια. Η φτώχεια μπορεί να φέρει δυστυχία, το αντίθετο όμως δεν είναι αλήθεια.
Έψαχνα την ευτυχία πολύ καιρό στην ζωή μου - τώρα το μόνο που θέλω είναι χαρά. Η χαρά είναι σαν το σεξ: έχει αρχή και τέλος. Θέλω ευχαρίστηση. Θέλω να είμαι ικανοποιημένη-ευτυχία όμως; 
Έχω πάψει να πέφτω σε αυτή την παγίδα.
Όταν βρίσκομαι σε κάποια παρέα και αποφασίζω να προκαλέσω κάνοντας μια από τις πιο σημαντικές ερωτήσεις που υπάρχουν, όλοι λένε «Είμαι ευτυχισμένος»
Συνεχίζω: «Ναι, αλλά δεν θέλεις περισσότερα, δεν θέλεις να συνεχίσεις να αναπτύσσεσαι;»
Και όλοι απαντούν: «Φυσικά».
Επιμένω: « Τότε δεν είσαι ευτυχισμένος».


PAULO COELHO

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Ο σεβασμός είναι υποχρέωση





Μια πασχαλίτσα στο Νυμφαίο, Φλώρινα
Ένα από τα μεγάλα λάθη που κάνουμε οι πιο πολλοί
είναι ότι μπερδεύουμε την ευγένεια με το σεβασμό.
Αναμφισβήτητα η ευγένεια είναι σπουδαίο αγαθό
αλλά δεν είναι κάτι που ""οφείλουμε"" (διπλά εισαγωγικά)
να το έχουμε όλοι. Είναι προσωπικό θέμα του καθενός
αν έχει επιλέξει να είναι στη ζωή του ευγενικός ή όχι,
με την προϋπόθεση βέβαια κάποιος να του το έχει μάθει.
Ο σεβασμός όμως, από την άλλη, είναι υποχρέωση.
Δε χρειάζεται κάποιος να είναι ευγενικός, ώστε να δείξει σεβασμό.
Από το πιο μικρό πλάσμα μέχρι το πιο μεγάλο σε αυτόν
τον πλανήτη είναι άξιο σεβασμού, ανεξαρτήτως
είδους, ηλικίας, φύλου ή χρώματος. Χωρίς να έχει σημασία αν έχει δύο πόδια, τέσσερα, οκτώ ή αν έχει ρίζες.
Εκείνος

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Η παγίδα του ανικανοποίητου και η χωματένια γλάστρα






Η γλάστρα με τα ασπρολούλουδα υπέφερε πάνω στο μπαλκόνι.

- Α, έλεγε κοιτάζοντας τον κήπο. Γιατί να μην έχω κι εγώ τριαντάφυλλα;

- Τριαντάφυλλα, απάντησε ο κάκτος. Τι να τα κάνεις;

- Για να στολιστώ, βέβαια. Μόνο που είμαι πάντοτε το ίδιο πράγμα. Να, δεν είμαι παρά μια χωματένια γλάστρα.

- Μα, μπήκε στη συζήτηση το ποτιστήρι, τα ασπρολούλουδα είναι το ίδιο ωραία.

- Όχι, εγώ προτιμώ τα τριαντάφυλλα.

Όλους τους ενοχλούσε πάνω στο μπαλκόνι. Παραπονιόταν, γιατί αυτή, μια χωματένια γλάστρα δεν την μεταχειρίζονταν καλά. Δεν τις είχαν βάλει παρά ασπρολούλουδα, δεν ασχολούνταν μαζί της, δεν την φρόντιζαν, την κορόιδευαν και ότι εκείνη, η χωματένια γλάστρα δεν θα άφηνε να την κάνουν έτσι.

Τόσα πολλά ήταν τα παράπονα της που κατέληξαν να της φυτέψουν μια τριανταφυλλιά για να σωπάσει..

 Στην αρχή η γλάστρα αγαπούσε πολύ τα τριαντάφυλλα, κολακευόταν και άρχισε να αισθάνεται εντελώς καλά. Και ύστερα, μια μέρα, φύτεψαν μια ροδοδάφνη, κάτω από το μπαλκόνι. Τότε η χωματένια γλάστρα άρχισε να μουρμουράει.

- Μια ροδοδάφνη, τουλάχιστον είναι ένα λουλούδι. Και άρχισε να παραπονιέται όπως πρώτα...

Δεν θα έδινα ποτέ σε αυτή, τη χωματένια γλάστρα, μια τέτοια ροδοδάφνη και εκείνη ήθελε μια,Έλεγε ότι δεν την υπολόγιζαν για τίποτα, ότι δεν την κοίταζαν ποτέ και τούτο και το άλλο. Η τριανταφυλλιά είχε λίγο ενοχληθεί, αλλά δεν ήταν θυμωμένη όταν την έβγαλαν από τη γλάστρα για να βάλουν εκεί τη ροδοδάφνη.

- Τι μούτρο, είπε, ποτέ δεν θα ξαναβάλω τα πόδια μου μέσα σε αυτή τη γλάστρα.

Η γλάστρα ήταν αρκετά ευχαριστημένη με τη ροδοδάφνη της. Κυρίως κατά την περίοδο της άνθησης. Όλος ο κόσμος θαύμαζε τα λουλούδια στο μπαλκόνι και νόμιζε ότι αυτό ερχόταν απ΄αυτή τη χωματένια γλάστρα. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ.

Πραγματικά, μια μέρα, έφεραν στον κήπο ένα ξωτικό δεντράκι. Αμέσως, πάνω στο μπαλκόνι η χωματένια γλάστρα άρχισε να φωνάζει.

- Απίστευτο, έλεγε ένα ξωτικό δεντράκι. Και φυσικά αυτό δεν είναι για μένα.

- Επιτέλους, χωματένια γλάστρα, παρατήρησε ο κάκτος. Δε θα ξαναρχίσεις τις ίδιες ιστορίες.

- Ναι, θα τις ξαναρχίσω.

Και πράγματι άρχισε και μάλιστα όπως τις άλλες φορές πέτυχε αυτό που ήθελε δηλαδή το ξωτικό δεντράκι. Στην αρχή, το δεντράκι έβγαζε βιολετιά λουλούδια. Αυτό γέμισε περηφάνια τη χωματένια μας γλάστρα, έπειτα είχε ένα κόκκινο φύλλωμα και ήταν θαυμάσιο.

Παρ' όλα αυτά, η στεναχώρια με τα δεντράκια είναι ότι γίνονται πάντοτε δέντρα, μερικές φορές μεγάλα δέντρα και η χωματένια γλάστρα δεν το είχε σκεφτεί αυτό.

Την επόμενη χρονιά, λοιπόν, το δεντράκι μεγάλωσε, έγινε μεγάλο και δυνατό και άρχισε να νιώθει στενάχωρα μέσα στη γλάστρα. Και ξαφνικά μια μέρα άκουσαν ένα σπάσιμο πάνω στο μπαλκόνι. Ήταν οι ρίζες του δέντρου που έκαναν να σπάσει η χωματένια γλάστρα.

-Μπα, είπε η κυρία του σπιτιού. Νομίζω ότι θα έπρεπε να βάλουμε το δέντρο στη γη, η γλάστρα έσπασε.

Και ξανακόλλησαν τη γλάστρα.
Έτσι, αυτή η χωματένια γλάστρα, δεν ήταν πια τόσο γερή και στη θέση των λουλουδιών φύτεψαν βασιλικό για την κουζίνα...


(από το βιβλίο της Γ.Α Βασδέκη: "Παραμύθια και Ιστοριούλες) 

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Ο γιγαντοβασίλης





Ελληνική επαρχία πριν πολλά χρόνια.
Απορροφημένος στο διάβασμα, ξάφνου το δωμάτιο σκοτείνιασε, όχι πως ήταν καλοφωτισμένο, πόσο φως μπορούσε να μπει απ' το παράθυρο, πούβλεπε στο σοκάκι;
«Διαβάζεις»; Με ρώτησε ο γίγαντας πού 'πιανε όλο το παράθυρο με το τεράστιο σώμα του.
«Ναι» απάντησα, «καλά, όταν τελειώσεις να 'ρθεις να φάμε», «Μα, έχω φάει», «δεν πειράζει θα ξαναφάς, θα σε περιμένω».
Η αλήθεια ήταν ότι οι μυρωδιές απ' τη κουζίνα της γειτόνισσας, πατάτες τηγανισμένες με λίπα και τσιγαρίδες, ήταν πειρασμός, με είχαν αναγκάσει να ανασαίνω απ' το στόμα, να μη μυρίζω, να συγκεντρωθώ στο διάβασμα.
«Καλά θα 'ρθω» απάντησα.
Ο Βασίλης ή γιγαντοβασίλης όπως τον φώναζε όλη η γειτονιά. Γιγαντόκορμος και καλόκαρδος σαν μωρό, φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, δουλευταράς. Πάντα πρόθυμος, ν' αλλάξει το σπασμένο κεραμίδι απ' το χαμόσπιτο της κυρά Λένης, να ασπρίσει το δωμάτιο της γιαγιούλας, όπως την έλεγε, χωρίς να καταδεχτεί να πάρει ποτές του λεφτά. Ποτέ δεν ενόχλησε, πήγαινε κι ερχόταν αθόρυβα παρ' όλο το τεράστιο κορμί του.
«Δύο επί δέκα είκοσι και εξήντα απ' εδώ ογδόντα», αυτό ήταν τέλειωσα. Μ' ένα σάλτο απ' το παράθυρο και λίγα γρήγορα βήματα πατάω το τσεμπερέκι ανοίγω την πόρτα και να 'μαι καθισμένος στο τραπέζι.
«Μάνα, ο μικρός ήρθε, βάλε να φάμε». Δυο πιάτα, δυο πιρούνια και στη μέση η πιατέλα με τις τραγανοψημένες πατάτες και τις ροδοκόκκινες τσιγαρίδες. Με χέρια σαν κουπιά κόβει το καρβέλι και με τη βροντερή φωνή του, λέει. «Μάνα, φέρε και λίγο τυρί, ο μικρός είναι αδύνατος πρέπει να παχύνει». «τρώγε πριν κρυώσει», «μετά θα μου διαβάσεις απ' το βιβλίο, εκείνο που μ' αρέσει», «μα, το 'χω διαβάσει εκατό φορές», «δεν πειράζει και μια, εκατόν μια».
Ήθελε να του διαβάσω την ιστορία της γοργόνας, της αδελφής του Μεγαλέξανδρου. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί του άρεσε τόσο πολύ.
Με το στομάχι γεμάτο και το στόμα ταγγιστό απ' τη λίπα και τις τσιγαρίδες αρχίζω το διάβασμα. Σε λίγο με διακόπτει, «τι θα γένεις άμα μεγαλώσεις»; «δεν ξέρω, ο πατέρας μου με φαντάζεται δικηγόρο και η μάνα μου θέλει να γίνω γιατρός», «κι εγώ σου λέω να γένεις δάσκαλος», χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, υψώνει τη φωνή, «ναι ορέ, δάσκαλος να γένεις, δάσκαλος», «δάσκαλος»; ρωτάω, «γιατί»;
Χαμηλώνει τη φωνή σα να ζητάει συγνώμη που φώναξε, «Μα, για να μαθαίνεις τα παιδιά γράμματα, να μη γενούν στουρνάρια σαν και μένα».
Σηκώνεται ξαφνικά όρθιος, «Πατέρα, άστο, θα το φέρω εγώ» φωνάζει.
«Μα, παιδί μου, είσαι κουρασμένος απ' τη δουλειά», «τι λες πατέρα, εγώ δούλεψα λίγες ώρες, εσύ δούλευες μια ζωή».

Αυτός ήταν ο γιγαντοβασίλης, αγράμματος ναι! Αλλά όχι στουρνάρι.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Μοίρα μου





Μοίρα μου, μάτια ματωμένα κοιτούν τρομαγμένα πίσω από δυο σπασμένα δάχτυλα
και κρατούν τη ζωή σφιχτά, και ας πονούν....
Χείλια στεγνά, βρώμικα, που τα ξεπλένουν λίγα δάκρυα
χείλια που μόνο αναφιλητά ξεβράζουν
αναφιλητά που φέρνουν τον ήχο της τελευταίας ελπίδας.
Σιχαμενε ήχε, στο σκοινί με τη ζωή μου αγκαλιά να ακροβατώ και συ να σιγοπαίζεις και να μη σταματάς...
Γεμάτη ζωή , τι ειρωνεία!
Κορμί που τρεμοσβήνει από την πλάνη σου... την πλάνη εκείνων....
Δίπλα σε ένα ερείπιο, ακουμπισμένος σε μια ξεφλουδισμένη γωνία κοιτάς γύρω σου
Ένα κόκκινο δάκρυ κυλά στο λαιμό σου και εγώ νιώθω τόσο ανάξια τόσο τιποτένια γιατί άφησα τα τέρατα να σε πειράξουν....
Στα όνειρα σου όλα χτες ήταν γεμάτα λουλούδια και τώρα...
σε κοιτώ να ανασαίνεις βαθιά
σαν να 'θελες να ρουφήξεις τη ζωή που σου πήραν....
Ήσουν εσύ, εσύ που με τις λιγοστές σου δυνάμεις
ζωγράφισες έναν ήλιο....
Έναν ήλιο που δε θα ξαναδείς ποτέ ή που, συμφορά μου δεν είδες ποτέ.... ΕΛΕΥΘΕΡΟ
"Κρατήσου ζωή μου, σφίξε τα λερωμένα χέρια σου από το ξένο αίμα
και πλησίασε εκεί..."
Όχι ! Μη σηκώνεις τα χέρια... πονάς... το νιώθω
θες να αγγίξεις εκείνο τ' αστέρι... το ίδιο που κοίταξες χτες....
Πόσο γρήγορα αλλάζει το όνειρο....
πόσο γρήγορα γίνεσαι ίσκιος στη δική σου ζωή....
Είσαι εκεί λουλούδι μου στο χωμάτινο μαύρο στρώμα σου...
πνέοντας την αηδιαστική μυρωδιά του θανάτου....
Υπόσχομαι καημέ μου να μη σ' αφήσω ποτέ μ' αδειανά χέρια
θα γίνω μάνα για σένα, όνειρο και ελπίδα
φως στο σκοτάδι του κάθε αναστεναγμού σου
πνοή στη πνοή σου
βλέμμα στην πικρή σου ματιά....
Κρυμμένε μου πόθε, μικρή μου αυγή
σε κρατώ στην αγκαλιά μου το νιώθεις;
Γλυκέ μου άγγελε, κρύα μου χέρια... ζεστή μου καρδιά....
Μη σταματάς να κοιτάς εκείνο τ' αστέρι... το δικό μας αστέρι
Όχι πνοή μου μη κλαις, είμαι εγώ τώρα εδώ.
Ο πόνος φριχτός μα σε παρακαλώ... ζήσε
Κοιτάς πλάι ζωή μου και ένα άσπρο δάκρυσαν τη ψυχή σου
πέφτει στο σκαμμένο χώμα από τις σφαίρες....
Μικρό μου όνειρο χαμογελάς...
πόσο ζωή μου δίνεις... τι ειρωνεία...
Και έτσι καθώς ζεις την αυγή μιας ελπίδας
το φως της καθάριας σου ψυχής
σβήνει για πάντα από τα μεγάλα, τρομαγμένα
βελούδινα μάτια σου....

Μη κλαις λαχτάρα μου... ψυχή είσαι πια
σε κείνο τ' αστέρι ... δίχως όνειρα αχνά
Ουράνιο τόξο είσαι πληγή μου... λουλούδι σε κάτασπρο χώμα
ντυμένος μ' αγάπη και της αιώνιας νιότης το χρώμα....

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Το παράδοξο της εποχής μας






Το παράδοξο της εποχής μας μέσα στην ιστορία είναι ότι έχουμε ψηλότερα κτήρια, αλλά κοντύτερο ψυχισμό.
Φαρδύτερες λεωφόρους, αλλά στενότερες οπτικές γωνίες.
Σπαταλούμε περισσότερο, αλλά έχουμε λιγότερα.
Αγοράζουμε περισσότερα, αλλά απολαμβάνουμε λιγότερο.

Έχουμε μεγαλύτερα σπίτια και μικρότερες οικογένειες.
Περισσότερες ανέσεις, αλλά λιγότερο χρόνο.
Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερη αντίληψη.
Περισσότερη γνώση, αλλά λιγότερη κρίση.
Περισσότερους ειδήμονες, αλλά λιγότερες λύσεις.
Περισσότερα φάρμακα, αλλά λιγότερο καλή φυσική κατάσταση.

Έχουμε πολλαπλασιάσει τα αποκτήματά μας, αλλά έχουμε μειώσει τις αξίες μας..

Μιλάμε πολύ, αγαπάμε σπανιότατα και μισούμε συχνότατα.

Έχουμε μάθει πώς να 'κερδίζουμε το ψωμί μας', αλλά όχι πώς να κερδίζουμε τη ζωή.
Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Ταξιδεύουμε στο φεγγάρι, αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε τον δρόμο, ώστε να συναντήσουμε ένα νέο γείτονα.

Κατακτήσαμε το κενό του διαστήματος, αλλά όχι το εσωτερικό μας κενό.
Καθαρίσαμε τον αέρα, αλλά βρωμίσαμε την ψυχή μας.
Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι την εμπάθεια και την προκατάληψή μας.

Έχουμε υψηλότερα εισοδήματα, αλλά χαμηλότερη ηθική.
Γίναμε πολλοί σε ποσότητα, αλλά λίγοι σε ποιότητα.

Αυτή είναι η εποχή των ψηλών ανθρώπων, αλλά των μικρών χαρακτήρων.
Του γρήγορου κέρδους, αλλά των ρηχών σχέσεων.

Αυτή είναι η εποχή του κόσμου της ειρήνης, αλλά των εσωτερικών συγκρούσεων.
Περισσότερης άνεσης, αλλά λιγότερης διασκέδασης.
Περισσότερων ειδών διατροφής, αλλά λιγότερης θρεπτικότητας.

Αυτή είναι η εποχή των δύο εισοδημάτων (και των δύο συζύγων), αλλά περισσότερων διαζυγίων.
Των εντυπωσιακότερων κατοικιών, αλλά διαλυμένων σπιτιών.

Είναι η εποχή που υπάρχουν πολλά στις βιτρίνες και λιγότερα αποθέματα

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Το μονοπάτι





Μες της ζωής το μονοπάτι, άλλοτε μοναχικό κι άλλοτε πολύβουο, συναντάμε Ανθρώπους κι ανθρωπάκια. Κάθε φορά, σε κάθε συνάντηση, κάτι θα δώσουμε, κάτι θα πάρουμε. Αυτή η διαρκής ανταλλαγή δημιουργεί τις αναμνήσεις μας. Άλλοτε θλιβερές, μοναχικές, άλλοτε ευχάριστες. Αναπολήσεις που προκαλούν πόνο, ή νοσταλγία. Μα όσο πόνο κι αν έχουν, όσ...η αβάσταχτη νοσταλγία του παρελθόντος, πάντα υπάρχει ένα αύριο που μας προκαλεί περιμένοντας να μας δώσει κι αυτό κάτι. Μια ανάμνηση, μια νοσταλγία, έναν άλλο πόνο. Οι αναμνήσεις είναι το μόνο που μας απομένει όταν έχουμε χωριστεί από αυτούς που αγαπάμε. Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στις αναμνήσεις, ακόμα κι αν μας πονάνε και στις ελπίδες. Κάποτε ο κύκλος στον οποίο βαδίζουμε, κλείνει κι αφήνει πίσω του ένα κενό. Ένα, για κάθε κύκλο. Κι ένας άλλος κύκλος παίρνει τη θέση του... Άλλος μικρότερος, άλλος μεγαλύτερος...Κι εκεί, στο τέλος της κυκλικής μας πορείας, ένας νέος δρόμος ανοίγεται. Τι αφήνουμε πίσω; Τι παίρνουμε μαζί μας; Ποιος οδηγεί τα βήματά μας στο ατέλειωτο αυτό ταξίδι; Έτσι είναι η ζωή και δεν αλλάζει. Γιατί αν δεν υπήρχε θάνατος, δε θα γνωρίζαμε πως ζούμε. Αν δεν υπήρχε ο πόνος, δε θα ξέραμε την ευτυχία........

Πολλοί άνθρωποι θα περάσουν και θα φύγουν από τη ζωή σου , μα μόνο οι αληθινοί φίλοι θα αφήσουν τα ίχνη τους στην καρδιά σου . Αληθινός φίλος , είναι αυτός που ξέρει , ότι κάτι σου συμβαίνει , ακόμη κι αν έχεις φορέσει το μεγαλύτερο χαμόγελο στο πρόσωπό σου . Εάν κάποια μέρα θέλεις να κλάψεις φώναξέ με . Δεν σου υπόσχομαι ότι θα σε κάνω να γελάσεις , αλλά μπορώ να κλάψω μαζί σου !

Την εικονα της φιλιας, μην την αποτυπωσεις πανω στα νερα της
κρυσταλλινης λιμνης , γιατι μολις περασει το διαβα σου απο κει, η λιμνη θα ξεχασει τουτη την μαγευτικη εικονα. Αποτυπωσε την καλυτερα στα νερατου πονου καποιας καρδιας, που παλευει για να βρει την αληθεια, γιατι αυτη η καρδια ποτε δεν θα λησμονισει την εικονα του φιλου ...σου και την δική σου, την ώρα που της χαριζατε μια φωτεινή ακτίνα από το φως σας.

Αποτυπωσε την σε ενα μεγαλο ιδανικο, που για παντα θα αντανακλα για παντα δυο ενωμενενες μορφες, που το κυνηγησαν τιμια για να το πιασουν. 

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Η ζωή μας περιμένει





Πως δημιουργούμε το συμπαντικό θέλημα, αυτό το... κάτι που λέγεται «Καλή Ζωή»;

 Αγαπημένο μου παιδί Γιάννη μετά από το ξαφνικό φευγιό σου, θέλω να σου εκμυστηρευτώ ότι ο πόνος είναι μεγάλος και πολλές φορές μου τρυπάει την καρδιά και δεν τον αντέχω και τότε προσεύχομαι στον Θεό να με ανακουφίσει, γιατί μόνη μου δεν μπορώ να τον σηκώσω τον Σταυρό. Αλλά θέλω να σου εκφράσω αιώνια ευγνωμοσύνη για τα δώρα που μου άφησες, τα οποία είναι πολύ μεγάλα. Γιατί με τον τρόπο ζωής σου με δίδαξες πως πρέπει να ζω εδώ πάνω στην γη σύμφωνα με το συμπαντικό θέλημα, που δεν θέλει τους ανθρώπους δυστυχείς, μόνους και κατατρεγμένους αλλά υγιείς, λαμπερούς, ευτυχισμένους και ευγνώμονες, ακόμα και στα πιο δύσκολά τους και εγώ αυτό προσπαθώ να το ακολουθώ για να σου μοιάζω.
«Η Ζωή είναι ωραία, έλα να με κερδίσεις» συνέχεια αυτό το μήνυμα μας δίνει και μας ξαναδίνει. Έχει μεν δυσκολίες, ανατροπές και πολλές φορές έχει και δυστυχία, αλλά μέσα από όλα αυτά μας δείχνει το πόσο μεγάλη δύναμη έχει ο άνθρωπος που μπορεί να δαμάσει τα πάντα με την θέληση του. Να σταματήσουμε να είμαστε μοιραίοι και «ανθρωπάκια» γιατί δεν μας ταιριάζει.
Άρα ξεκίνα, η ζωή σε περιμένει!
Υπάρχει τρόπος να έχουμε τον τραπεζικό μας λογαριασμό πάντα γεμάτο, να βρίσκουμε μια καλή δουλειά, όποτε το θέλουμε; Μια υπέροχη σχέση χωρίς προβλήματα; Ή να είμαστε χρήσιμα άτομα στον εαυτόν μας και στους άλλους, χωρίς να ξοδεύουμε την μισή ζωή μας μέσα στην αρνητική ενέργεια, την απαισιοδοξία και τις μαύρες σκέψεις ότι αύριο θα έρθει η καταστροφή του κόσμου και εγώ τι θα κάνω;
Σίγουρα υπάρχει τρόπος και χρειάζεται να τον βρούμε για να τον εφαρμόσουμε στην ζωή μας.
Όλο το παιχνίδι παίζεται με τα συναισθήματά μας. Τα συναισθήματά μας είναι το καύσιμο του οχήματός μας. Έχουμε καλά συναισθήματα, τότε προχωράμε και πάμε παρακάτω με άνεση - έχουμε δύσκολα συναισθήματα, το όχημα σταματάει ή ανεβαίνει την ανηφόρα αγκομαχώντας.
Όλα ξεκίνησαν προ αμνημονεύτων χρόνων με τις πρώτες αναληθείς δηλώσεις όλων εκείνων που επιθυμούσαν διακαώς να έχουν δύναμη και εξουσία. Διακήρυξαν πως οι ζωές μας έκαναν κύκλους, και αποτελούσαν προϊόντα συνθηκών και περιστάσεων τις οποίες δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε, συμπεριλαμβανομένου και του να εξουσιάζουμε τους άλλους. Αυτή ήταν από τις πρώτες κοινές πεποιθήσεις σχεδόν από καταβολής κόσμου, και λογικό είναι να πιστεύουμε ακόμα και στις ημέρες μας ότι οι αντικειμενικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι ο θλιβερός, κακός μπελάς που όλοι μάθαμε να αποκαλούμε πραγματικότητα.
Η αλήθεια είναι ότι στην καθημερινή μας φυσική κατάσταση, διαθέτουμε την ιερή ικανότητα να κατευθύνουμε προς τα εκεί που θέλουμε το όχημά μας και αυτό που αποκαλούμε η «ζωή μας» και να την φτιάχνουμε με τον τρόπο που επιθυμούμε. Γιατί μπορούμε να το κάνουμε αυτό; Γιατί μπορούμε να δημιουργήσουμε με το συναίσθημα.
Γιατί ο νόμος στη φυσική που ισχύει και για εμάς -αφού είμαστε έμψυχα όντα με ηλεκτρομαγνητική ενέργεια- είναι ότι το όμοιο έλκει το όμοιο.
Είναι ο νόμος που δεν έχει να κάνει με προσωπικότητες και χαρακτήρες. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει έξω από αυτόν τον νόμο διότι είναι ο Νόμος του Σύμπαντος.
Άρα έλκουμε τα πάντα στην ζωή μας μέσω του τρόπου που αισθανόμαστε.
Μπορεί να σας φαίνεται τρελό όλο αυτό, αλλά τελικά η αλήθεια είναι ότι είμαστε προικισμένοι με ασύλληπτη ικανότητα να μαγνητίζουμε και να βάζουμε στην ζωή μας οτιδήποτε μπορεί να επιθυμήσουμε σε αυτόν τον κόσμο, ελέγχοντας απλώς και μόνο τα συναισθήματά μας που παράγουν οι σκέψεις μας.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Το παιδί του πλούτου και της φτώχειας





Μια φορά κι έναν καιρό,
κι ένα πρωινό λαμπρό,.
τότε που οι άνθρωποι πίστευαν,
πως πάνω στο Μύτικα,
στου Όλυμπου την ψηλότερη κορφή,
είχε ο Δίας το θεϊκό του ανάκτορο,
πανηγύρι λαμπρό στήθηκε
και τραπέζι πανώριο στρώθηκε
με όλα του κόσμου τα καλά,
επειδή η Αφροδίτη γεννήθηκε,
επειδή η ίδια η Ομορφιά
στη γη των ανθρώπων κατέβηκε.

Μια βδομάδα πριν
ο πατέρας των θεών
και όλων των θνητών ανθρώπων
έστελνε με τον Ερμή, τον ταχυδρόμο του, προσκλήσεις σε όλους τους θεούς
και στα παιδιά τους,
τους ημίθεους,
και στο γλέντι τους καλούσε,
εκεί επάνω στο Μύτικα,
στο θεϊκό του ανάκτορο.

Όλοι, μα όλοι, με χαρά μεγάλη άρχισαν απ’ το πρωί στο κατάφωτο ανάκτορο να μπαίνουν
και να τρώνε και να πίνουν
και ευχές να δίνουν
για πάντα η Αφροδίτη,
η Ομορφιά η ίδια, να μείνει μαζί τους και στη ζωή όλων άλλο νόημα να δώσει.
Γέλια, τραγούδια και χαρές στο παλάτι μέσα.

Έξω όμως απ’ αυτό, στους μεγάλους κήπους
μια σκιά περιδιαβαίνει.
Άσχημη, βρώμικη
και θλιβερή και θυμωμένη,
που μόνο αυτή δεν κάλεσε
ο Δίας στη γιορτή.
Κατά το συνήθειο της όλο και ψαχουλεύει
κάτι να βρει
πείνα και δίψα να χορτάσει,
κάποιο ρούχο να αρπάξει
τα κουρέλια να σκεπάσει,
κάπως να καταφέρει μέσα να μπει να βολευτεί και να ξαποστάσει. Στάθηκε αδύνατο όμως, αφού το Κράτος και η Βία, οι φρουροί του παλατιού, είχαν πάρει εντολή να μην αφήσουν την Πενία, τη Φτώχεια δηλαδή, να μπει στη γιορτή και με την κακομοιριά της το κέφι, την όρεξη και τη χαρά να διώξει.

Η Πενία, το λοιπόν, έξω τριγυρίζοντας  σ΄ έναν θάμνο μεγάλο και ανθισμένο από κάτω βρίσκει τον Πόρο,
τον Πλούτο,
της Μήτιδας το γιο,
όμορφο παλικάρι που κατά πως φαίνεται παράπιε από το Νέκταρ –το κρασί δεν το΄ξεραν ακόμη– και γλυκοκοιμόταν. Μαζί του θα πλαγιάσω, σκέφτηκε, που θα ξαναβρώ τέτοια τύχη, εγώ η ίδια η Φτώχεια με τον Πλούτο να βρεθώ.
Και πλάγιασε, και την ίδια τη μέρα που η Ομορφιά γεννήθηκε, η περιφρονεμένη Πενία έπιασε στην κοιλιά της γιο, που πατέρα του τον Πόρο είχε.

Και ο γιος αυτός
ο Έρωτας είναι, που `χει μάνα του τη Φτώχεια και πατέρα του τον Πλούτο. Και επειδή τη μέρα που ο Αφροδίτη γεννήθηκε, στην κοιλιά της Φτώχειας πιάστηκε, πιστός ακόλουθος και υπηρέτης της Ομορφιάς έγινε και αυτή παντοτινά τον γοητεύει και σα μαγνήτης τον τραβά.
Ο γιος της Φτώχειας, που λέτε, πάντα φτωχός είναι σε όλη τη ζωή του, και ούτε τρυφερός, όπως λένε οι περισσότεροι,
ούτ’ όμορφος ο ίδιος είναι
(ποιος έχασε τρυφεράδα και ομορφιά για να τη βρει αυτός;), αλλά σαν τη μάνα του είναι σκληρός και ξυπόλυτος και ξερακιανός και άστεγος,
χάμω κοιμάται χωρίς στρωσίδια
και με τη μιζέρια σύντροφος.
Στα κατώφλια των σπιτιών
στα σοκάκια που γυρίζει τον ουρανό έχει για στέγη.

Πήρε κι απ’ τον πατέρα του όμως, τον Πόρο, χαρίσματα και είναι παράτολμος αντρειωμένος και φοβερός κυνηγός που το ταίρι του ψάχνει και στήνει μηχανές και παγίδες με τρόπους σοφούς ή πονηρούς.
Και ούτε θνητός ούτε αθάνατος είναι αλλά την ίδια στιγμή που γεννιέται, πεθαίνει.
Στην ίδια μέρα μέσα τη μια στιγμή ανθίζει και είναι όλο ζωή, όταν αυτό που κυνηγάει το αποχτήσει, και την άλλη πεθαίνει αφού ό,τι αποχτά μέσα από τα δάχτυλα του γλιστράει και το χάνει.
Έχει και δεν έχει, ούτε φτωχός μα ούτε και πλούσιος είναι. Κυνηγός είναι της Ομορφιάς, και του Καλού. Και σαν το αποχτήσει έλλειμμα πάντα έχει και δεν του φτάνει.
Ακόρεστος είναι και ανήσυχος πάντα.
Κυνηγός, παγιδευτής του Καλού και του Ωραίου και θέλει παντοτινά να το κατέχει
Και είναι ο Έρωτας γέννα του Καλού μέσα στην Ομορφιά.
Μια γέννα που ποτέ δεν τελειώνει.
—Θηρευτής του Καλού
—Γιατί;
—Για να το κάνει δικό του
—Για πόσο;
—Για πάντα
—Και να το γεννάει μέσα στην Ομορφιά;
—Για πάντα
---Και μέσα από τις γέννες αυτές τι ζητάει;
---Την Αθανασία να κερδίσει, ο Έρωτας ούτε θνητός ούτε αθάνατος μιας και παιδί της ....Φτώχειας είναι με πατέρα τον Πλούτο

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Ο αιώνιος διάλογος





Κι ο άντρας είπε: πεινώ.
Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε.
Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δεν σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη και όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους.
Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή τον μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.
Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θα ΄θελα να ΄μαι θεός.
Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε.
Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.
»’Τάσος Λειβαδίτης»”

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ
Η πόρτα έτριξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.
Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή.
Χιόνιζε.
Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε απ” το παράθυρο.
Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει το λίγο φαΐ που” χε απομείνει.
Όταν πλάγιασαν ο άντρας της χούφτωσε τα στήθεια.
Ήθελε να ξεχάσει.
Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει.
Μα ήταν νέα ακόμα.
Τελείωσαν
Χωρίς κάν να φιληθούν.
Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια ανοιχτά μές στο σκοτάδι
κι αποκοιμήθηκε .

Η γυναίκα σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας στην άκρη της κάμαρας, απόμερα έκλαψε.
Έξω, όλο χιόνιζε.

»’Τάσος Λειβαδίτης»”