Δευτέρα, 29 Απριλίου 2019

Ο έρωτας μας κάνει να υποφέρουμε...





Ο άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον είπε: «Καλύτερα να έχεις ερωτευτεί και να έχεις χάσει παρά να μην έχεις ερωτευτεί ποτέ». Και το να γνωρίσεις τον έρωτα, ακόμα και με τον κίνδυνο να τον χάσεις ή να πονέσεις εξαιτίας του, είναι η πιο υπέροχη εμπειρία που μπορεί να βιώσει η ψυχή.

Όταν νιώθουμε ερωτευμένοι, η ψυχή μας ανοίγεται και τολμάμε πράγματα που πριν ούτε που τα ονειρευόμασταν. Όπως είπε ο Πλάτων: «Δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο δειλός, που να μη μπορεί να μεταμορφωθεί σε ήρωα χάρη στον έρωτα».

Ξαναγυρνώντας στον Σιντάρτα, στην αρχή της αναζήτησής του, είναι τόσο επικεντρωμένος στο να βρει τον Θεό και το νόημα της ύπαρξής του, που δε γνωρίζει την αληθινή αγάπη, παρόλο που έχει μοιραστεί το χρόνο του με την ωραία Καμάλα και την έχει ερωτευτεί. Ωστόσο, στο τέλος του ταξιδιού του γνωρίζει τον γιο του και τότε ανακαλύπτει ένα συναίσθημα που αγνοούσε.

Βιώνει μια αγάπη που δεν προέρχεται από την επιθυμία ή την ανάγκη, μια αγάπη αγνή και απόλυτη, που τον ωθεί να φροντίζει και να προστατεύει το παιδί του. Αυτό το είδος αγάπης είναι ένα μεγάλο δώρο που μας γεμίζει την καρδιά, αλλά παράλληλα μπορεί να κουβαλάει και πόνο.

Κάθε σχέση γονέα-παιδιού συνεπάγεται ένα βαθμό πόνου και ανησυχίας. Ανησυχούμε σημαίνει νοιαζόμαστε για κάτι προκαταβολικά, δηλαδή προτού αυτό συμβεί, ενδιαφερόμαστε να προλάβουμε τα γεγονότα, υποφέρουμε για κάτι που ακόμα δεν έχει συμβεί, αλλά που φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί.

Το μόνο αντίδοτο στην ανησυχία είναι η ενασχόληση με κάτι. Όταν δινόμαστε ενεργά σε κάτι, δε μένει πια καιρός ούτε χώρος για ανησυχία.

Ο ώριμος έρωτας πρέπει να συνεπάγεται περισσότερη ενασχόληση με τον άλλο και λιγότερη ανησυχία. Να ζούμε τη σχέση και την αγάπη στο εδώ και στο τώρα.

Αν ασχολούμαστε με τον άλλο, αντί να ανησυχούμε, θα εξοικονομήσουμε πολύτιμη ενέργεια, που τη σπαταλάμε φτιάχνοντας καταστροφικά σενάρια. Όταν έρθουν τα προβλήματα, αν έρθουν, τότε θα τα βάλουμε σε πρώτο πλάνο, όχι πριν.

Με την ανησυχία δεν αποτρέπονται ούτε ο δικός μας πόνος ούτε του άλλο. Η ενασχόληση με τον άλλο είναι το μόνο χρήσιμο.



Πάμπλο Πικάσο - 1923 - Εραστές

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

Ο αετός και το σαλλιγκάρι






Μια φορά και ένα καιρό, ένας Αετός πέταγε ψηλά στον καθάριο ουρανό. Αν και του άρεσε η αίσθηση της ελευθερίας που του έδινε το πέταγμά του, κουράστηκε από τις πολλές ώρες που βρισκόταν στον αέρα και είπε να ξεκουραστεί στην κορυφή ενός κακοτράχαλου βουνού. Έκανε λοιπόν μία έτσι με τα φτερά του και προσγειώθηκε επάνω στο ψηλότερο σημείο.
Αγναντεύοντας τον κόσμο από ψηλά, ένοιωσε ιδιαίτερος, μοναδικός. Κοίταξε γύρω. Το μάτι του έπεσε σε ένα μικρό σαλιγκάρι που ασθμαίνοντας προσπαθούσε να ανέβει και αυτό στην κορυφή του βουνού.
Κάπου το λυπήθηκε και είπε να το βοηθήσει. Όμως η αποκρουστική του εμφάνιση τον έκανε να σκεφτεί δεύτερη φορά το εγχείρημα. Κάποια στιγμή, το σαλιγκάρι κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Ο Αετός εντυπωσιάστηκε από την επιμονή του σαλιγκαριού. Δεν άντεξε και του μίλησε.

– Τα κατάφερες τελικά σκουλήκι. Σε παρακολουθούσα όση ώρα ξαπόσταινα εδώ στην κορυφή.
– Ναι Αετέ μου. Εσύ, μπορείς και πετάς και πας οπουδήποτε. Εγώ, μόνο γλύφοντας, έρποντας και με τα κέρατά μου μπορώ να φτάσω εκεί που εσύ βρίσκεσαι.
– Και δεν σε κουράζει αυτό;
– Έχω μάθει πια Αετέ μου.
– Ξέρεις, θα μπορούσα να σε κάνω μία χαψιά χωρίς να το πάρεις είδηση.
– Δεν αντιλέγω. Θα μπορούσες. Όμως, τι να με κάνεις εμένα. Ένα γλοιώδες σκουλήκι είμαι. Τίποτα παραπάνω. Το πολύ-πολύ να ένιωθες αηδία με την γεύση μου. Εσύ, είσαι συνηθισμένος σε άλλα γεύματα.
Αν γινόταν κάποιος παραλληλισμός των πρωταγωνιστών της ιστορίας με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις μαντέψτε ποιοι ταυτίζονται με τον αετό και ποιοι με το σαλιγκάρι.......
Δυστυχώς ή ευτυχώς  άλλοι προτιμούν να κατακτούν την κορυφή περήφανα με την μαγκιά και την λεβεντιά τους όπως προστάζει η ιστορία τους σαν πραγματικοί αετοί και άλλοι όπως και αυτούς προστάζει και τους υπαγορεύει η ιστορία τους έρποντας και γλύφοντας!!!!
ΠΗΓΉ: https://makrakomi.com/o-aetos-kai-saligkari/

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

Τα εμπόδια μπορούν να μας αποκαλύψουν τον σκοπό της ζωής μας







Όταν ο δωδεκάχρονος Τζον Γουίλσον μπήκε στην τάξη της χημείας στο Γυμνάσιο Αρρένων Σκάρμποροου μια βροχερή μέρα στα τέλη Οκτωβρίου του 1931, δεν μπορούσε να ξέρει ότι η ζωή του θα άλλαζε για πάντα. Το πείραμα στην τάξη εκείνη την ημέρα θα έδειχνε πώς, θερμαίνοντας ένα δοχείο με νερό, μπορείς να κάνεις το οξυγόνο στην επιφάνεια να σχηματίσει φυσαλίδες, κάτι που έκαναν για καιρό μαθητές στο σχολείο του και σε όλα τα σχολεία στον κόσμο.
Το δοχείο που έδωσε ο καθηγητής στον Τζον να θερμάνει, ωστόσο, δεν ήταν σαν τα δοχεία που χρησιμοποιούσαν οι άλλοι μαθητές παντού. Αυτό το δοχείο, κατά λάθος, είχε μέσα κάτι πιο ασταθές από το νερό. Αποδείχθηκε πως το δοχείο περιείχε το λάθος διάλυμα, γιατί ένας βοηθός του εργαστηρίου είχε βάλει αφηρημένος λάθος ετικέτα. Και όταν ο Τζον το ζέστανε στον λύχνο Μπούνσεν, το δοχείο εξερράγη, σπάζοντας όλα τα γυάλινα μπουκάλια γύρω του, καταστρέφοντας μέρος της τάξης και βομβαρδίζοντας τους μαθητές με κομμάτια γυαλιού.
Αρκετοί μαθητές βγήκαν από το εργαστήριο αιμορραγώντας. Ο Τζον Γουίλσον τυφλώθηκε και στα δύο μάτια. Ο Γουίλσον πέρασε τους επόμενους δύο μήνες στο νοσοκομείο. Όταν γύρισε σπίτι, οι γονείς του προσπάθησαν να βρουν έναν τρόπο να αντιμετωπίσουν την καταστροφή που είχε έρθει στη ζωή τους. Ο Γουίλσον, όμως, δεν θεώρησε το ατύχημα καταστροφικό. «Δεν το θεώρησα καν τραγωδία», είπε κάποτε σε μια συνέντευξη στους Times του Λονδίνου.
Ήξερε ότι είχε μια ολόκληρη ζωή μπροστά του, και δεν σκόπευε να τη ζήσει υποβαθμισμένα. Έμαθε πολύ γρήγορα Βraille και συνέχισε το σχολείο στο σπουδαίο κολέγιο τυφλών Γούρσεστερ. Εκεί, όχι μόνο διέπρεψε ως μαθητής, αλλά έγινε και σπουδαίος κωπηλάτης, κολυμβητής, ηθοποιός, μουσικός και ρήτορας.
Από εκεί, ο Γουίλσον πέρασε στη Νομική της Οξφόρδης. Μακριά από το προστατευμένο περιβάλλον ενός σχολείου για τυφλούς μαθητές, έπρεπε να αντιμετωπίσει μια πολύβουη πανεπιστημιούπολη και τους πολυσύχναστους δρόμους της περιοχής. Αντί να βασιστεί σε ένα μπαστούνι, ωστόσο, βασίστηκε στην οξεία ακοή του και σε αυτήν που αποκαλούσε «αίσθηση εμποδίων» για να μένει μακριά από προβλήματα.
Στην Οξφόρδη, πήρε το πτυχίο της Νομικής και άρχισε να δουλεύει για το Εθνικό Ινστιτούτο Τυφλών. Η πραγματική του κλίση, ωστόσο, ακόμη τον περίμενε. Το 1946, ο Γουίλσον έκανε μια περιοδεία στα βρετανικά εδάφη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Αυτό που συνάντησε εκεί ήταν μια ανεξέλεγκτη επιδημία τύφλωσης. Και σε αντίθεση με το ατύχημα που του κόστισε την όρασή του, οι ασθένειες που επηρέασαν τόσο πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί με την κατάλληλη ιατρική φροντίδα.
Για τον Γουίλσον, άλλο ήταν να αποδεχτεί τη μοίρα του και άλλο να επιτρέψει σε κάτι να συνεχίζεται ενώ μπορούσε να διορθωθεί τόσο εύκολα. Αυτό τον παρακίνησε. Η αναφορά του Γουίλσον όταν επέστρεψε οδήγησε στη δημιουργία της Κοινότητας για τους Τυφλούς της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, που τώρα ονομάζεται Sight Savers International. Ο ίδιος ο Γουίλσον υπήρξε διευθυντής της οργάνωσης για περισσότερο από τριάντα χρόνια και κατάφερε σπουδαία πράγματα στη διάρκεια της θητείας του.
Η δουλειά του συχνά τον έκανε να διανύει περισσότερα από ογδόντα χιλιάδες χιλιόμετρα, αλλά το θεωρούσε απαραίτητο κομμάτι της, πιστεύοντας ότι έπρεπε να είναι παρών στα σημεία όπου δραστηριοποιείται η οργάνωση. Το 1950, ο ίδιος και η γυναίκα του ζούσαν σε μια καλύβα από λάσπη σε ένα μέρος της Γκάνα γνωστό ως «περιοχή των τυφλών», γιατί μια ασθένεια που οφείλεται σε τσιμπήματα εντόμων είχε τυφλώσει το 10% του πληθυσμού.
Ανέθεσε στην ομάδα του να αναπτύξει μια προληπτική θεραπεία για την ασθένεια που είναι γνωστή ως «ογκοκέρκωση». Χρησιμοποιώντας το φάρμακο Mectizan, η οργάνωση θωράκισε τα παιδιά στις επτά αφρικανικές χώρες που επλήγησαν, και η ασθένεια σχεδόν εξαλείφθηκε. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η ογκοκέρκωση ήταν σε γενικές γραμμές υπό έλεγχο. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι πολλές γενιές παιδιών στην Αφρική μπορούν να ευχαριστούν τις προσπάθειες του Τζον Γουίλσον για την όρασή τους.

Απόσπασμα από του βιβλίο των Ken Robinson & Lou Aronica «Βρες το στοιχείο σου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

Η σκοτεινή φιγούρα





Κάποτε, σε ένα γκρίζο κρησφύγετο μιας μακρινής πόλης ζούσε ένα μικρό αγόρι. Ήταν ένα παιδί χαμογελαστό μα τα μάτια του ήταν συχνά θλιμμένα. Δεν είχε αδέρφια. Οι γονείς του κάποια στιγμή γκρέμισαν το σπίτι από τις πολλές μάχες που συνέβαιναν συχνά. Ο κόσμος δεν ήξερε τίποτα μέχρι που τα ερείπια του πολέμου άρχισαν να αχνοφαίνονται στο βλέμμα του παιδιού. Το παιδί νόμιζε ότι ήξερε να αγαπά και πίστευε ότι δεν έπρεπε να πει σε κανέναν για όλες αυτές τις μάχες που έγιναν στο σπίτι του, για τη βία, τη θλίψη και την οργή που βίωσε.
Σε ένα γκρίζο και αβάσταχτο περιβάλλον, το αγόρι μεγάλωνε και ακουμπούσε μερικές φορές κάποιες αναλαμπές χαράς σαν αστραπές. Όμως μια νύχτα που όλα φαίνονταν καλά, μια σκοτεινή φιγούρα έφτασε στο προσκεφάλι του την ώρα που το μικρό αγόρι ονειρευόταν κόσμους μακρινούς και ξέφωτα γεμάτα μαγεία και μουσική. Παρόλο που η ζωή του έφερνε συχνά απίστευτα δώρα, ανθρώπους, ευκαιρίες, σχέσεις, η κατάμαυρη και τρομακτική φιγούρα μεγάλωνε.
Το αγόρι φοβισμένο και παραδομένο στη μοναξιά του, φοβόταν να μαρτυρήσει το μυστικό του. Ήθελε να το φωνάξει και να τον ακούσουν όλα τα θεμέλια του παιδικού του σπιτιού, κάθε πέτρα αυτού του σπιτιού που το στοίχειωνε και το απομάκρυνε από τους άλλους, από τον εαυτό του.
Προσπαθούσε να εκφραστεί αλλά όλο κάτι του ξέφευγε. Η ζωή του φαινόταν αφόρητη και πικρή. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζε να κολυμπά μέσα της αλλά τα κύματα διαπερνούσαν το κορμί του, την καρδιά του. Και η σκοτεινή φιγούρα στεκόταν δίπλα του πελώρια, τρομακτική και του έπαιρνε τα πάντα. Δε μιλούσαν μεταξύ τους αλλά του ρουφούσε όλη την ενέργεια.
Η βροχή συνέχιζε μονότονα και αποπνικτικά να τον παρασέρνει σε έναν ατελείωτο βάλτο. Και στον βάλτο δεν μπορούσε κανείς να μπει. Ένιωθε πόνο, θυμό, λύπη, απογοήτευση, απελπισία και ενοχή. Και η φιγούρα ύψωνε το ανάστημά της όλο και περισσότερο. Το αγόρι μεγάλωσε και έγινε άντρας.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένα βράδυ, λοιπόν, μετά από μια σειρά μεθυσμένων περιπετειών, ένας φίλος του του εξομολογήθηκε ότι έβλεπε και αυτός μια μαύρη φιγούρα. -Φίλε, σκέφτηκες ποτέ ότι οι φιγούρες είναι μέρος του εαυτού μας;  -Όχι, δεν μπορεί. Η φιγούρα μου είναι άσχημη, γεμάτη πληγές και το πρόσωπό της μου φέρνει στο μυαλό την ανάμνηση του πολέμου.
– Ο πόλεμος όμως φίλε είναι αυτός που δε μας αφήνει να φιλιώσουμε με τον εαυτό μας, με την ηρεμία στην ψυχή μας. Και χανόμαστε. Χάνουμε σχέσεις, ευκαιρίες, ηλιαχτίδες φωτός. Ενώ γνωρίζουμε και οι δύο πως μέσα μας βαθιά μια ρωγμή έστελνε πάντοτε φως στο σκοτάδι, μια μικρή, τόση δα ηλιαχτίδα βρίσκεται βαθιά κρυμμένη κάπου.
– Πρέπει να μιλήσω γι’ αυτό αλλά κανείς δε θα με ακούσει. Και αν κάποιος με ακούσει, θα τρομάξει και θα φύγει. Όπως έφυγε το σπίτι μου από τη θέση του. – Για να χτίσουμε ένα καινούριο σπίτι, πρέπει να αγκαλιάσουμε το παλιό. Κάθε πέτρα, κάθε τούβλο, κάθε δωμάτιο, κάθε καταστροφή είναι κομμάτι του προσωπικού μας μύθου.
Τα αγόρια κοίταξαν μαζί τις σκοτεινές τους φιγούρες. Τις έπιασαν από το χέρι και τις κάλεσαν σε έναν ξέφρενο χορό, τον χορό της βροχής. Η βροχή έλουσε τους δύο φίλους και για λίγο η σφοδρή καταιγίδα ταρακούνησε τη γη κάτω από τα πόδια τους. Οι δυο άντρες φώναξαν τότε : «Ο ήλιος θα έρθει! Ήταν πάντα εδώ, περίμενε τη φωνή μας».
Από κείνο το βράδυ δεν ήταν τίποτα ίδιο. Η φιγούρα σαν να μίκρυνε και κάποιες φορές δεν ήταν ορατή. Όποτε εμφανιζόταν, ο άντρας την προσκαλούσε με αγάπη και τρυφερότητα για φαγητό και ποτό, κυρίως μετά τα μεσάνυχτα. Και λίγο πριν κοιμηθεί, στο προσκεφάλι του, μιλούσαν για τη συννεφιά γύρω τους αλλά και για τον ήλιο και τις όμορφες και δύσκολες εικόνες εκείνου του παιδικού στοιχειωμένου σπιτιού.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Οι άνθρωποι αλλάζουν πιο εύκολα όταν κάποιος πιστέψει σε αυτούς







Μια φορά κι έναν καιρό υπήρξε μια κάμπια. Ένιωθε ταπεινή κι ίσως στ’ αλήθεια ήταν αν την κοίταζες με τα μάτια των πολλών. Για το κάλλος της σίγουρα δε φημιζόταν. Θα μπορούσες, μάλιστα, να τη χαρακτηρίσεις ακόμη κι αποκρουστική με τα αμιγώς αντικειμενικά κριτήρια -εφόσον, φυσικά, συγκαταλέγεσαι στο πλήθος που με πάθος τα ενστερνίζεται.
Η κάμπια μας δε διακρινόταν για το ιδιαίτερο ταλέντο της σε κάποιον συγκεκριμένο τομέα. Δε διέθετε, δηλαδή, εκείνες τις αξιοσημείωτες δεξιότητες που θα της επέτρεπαν να υπερβεί τη φυσική της ασχήμια και να εδραιωθεί κοινωνικά. Τα υπόλοιπα ζώα τη χλεύαζαν και τα πιο συμπονετικά απλώς την περιφρονούσαν. Οι άνθρωποι συχνά πατούσαν πάνω της κι ύστερα σκούπιζαν τα υποδήματά τους στο χαλί με μια παραπάνω επιμέλεια.
Κάποιο απόγευμα πέρασε από δίπλα της ένα εντυπωσιακό λιοντάρι, με πυκνή χαίτη κι αναμφισβήτητη ομορφιά. Κάθε τόσο κοιτούσε μελαγχολικά δεξιά κι αριστερά του. Καθώς δεν είχε πάρει χαμπάρι την κάμπια, άφησε κάποτε τα δάκρυα να κυλήσουν ελεύθερα από τα περήφανα μάτια του. Τα δάκρυα δεν άργησαν να γίνουν παραπονεμένος λυγμός.
Η κάμπια πλησίασε χωρίς δισταγμό το λιοντάρι κι άκουσε με ενδιαφέρον και σπάνια τρυφερότητα τη στενάχωρη ιστορία του. Του έδωσε, μάλιστα, ένα σωρό υπέροχες συμβουλές και του θύμισε πως δε χρειάζεται πάντα να φαίνεται άτρωτο, πως δικαιούται να νιώθει εντάξει όντας απλώς ο εαυτός του, με τους μεγαλειώδεις βρυχηθμούς και τη βαθιά απόγνωση.
Το λιοντάρι χαμογέλασε συγκινημένο. «Ξέρεις, κανείς ποτέ δε με αφουγκράστηκε, δεν κατάφερε να διακρίνει ποιος είμαι πίσω από το επιβλητικό παρουσιαστικό μου», είπε. Η κάμπια εξήγησε στον βασιλιά της ζούγκλας πως μια ζωή παρατηρούσε από την αόρατη γωνιά της ανθρώπους και ζώα, καταλήγοντας σε αμέτρητα χρήσιμα συμπεράσματα για τη φύση και τα κίνητρά τους.
«Νοείσαι πράγματι για σπουδαία λοιπόν! Βλέπεις την ψυχή πίσω από την ετικέτα της», διαπίστωσε ο άρχοντας του δάσους.
Από τότε οι δυο τους έγιναν αχώριστοι φίλοι και σύντομα η στιγμή έφτασε που η κάμπια μεταμορφώθηκε σε μια υπέροχη πεταλούδα. Τότε, το λιοντάρι την κοίταξε περήφανα. Θαύμασε τα χρώματά της, τη χάρη της στο πέταγμα, το ελεύθερο πνεύμα της που πια συγχρονιζόταν τέλεια με τον άνεμο, που έπαιζε μαζί του όπως κάθε σοφός διασκεδάζει με τις άπειρες πιθανότητες του σύμπαντος.
Η κάμπια ξαπόστασε κάποτε στην πλάτη του βασιλιά της ζούγκλας. «Ποτέ δεν θα αποκτούσα φτερά αν εσύ δεν με ξεχώριζες», του είπε και δάκρυσε. «Υπερβολές», απάντησε ταπεινά το λιοντάρι.
«Η αλλαγή αποτελεί μια εσωτερική διαδικασία και, συνεπώς, σου αξίζουν ολοκληρωτικά τα εύσημα». «Κι όμως», επέμεινε η πεταλούδα. «Είμαστε ζωντανοί οργανισμοί, θνητοί κι ευάλωτοι. Έχουμε, λοιπόν, ανάγκη ο ένας τον άλλον στην πορεία μας προς την εξέλιξη. Ένα χάδι, κάποιο πλατύ χαμόγελο, μια ενθαρρυντική κουβέντα επιταχύνουν την πνευματική μας μετατόπιση. Σε συνάντησα πίσω από την πανοπλία σου και με διέκρινες παρά την ταπεινή μου καταγωγή. Εσύ εξοικειώθηκες με τα συναισθήματά σου κι εγώ αμφισβήτησα το πεπρωμένο μου. Μαζί τα καταφέραμε συνεπώς», του αποκρίθηκε.
Έπειτα πέταξε ψηλά στον ουρανό. Είχε μεγάλο ταξίδι μπροστά της μα όσες ηπείρους κι αν επισκέφτηκε ουδέποτε ξέχασε τον πρώτο της φίλο, αυτόν που την αγάπησε όταν ακόμη η ίδια δεν αγαπούσε τον εαυτό της.
Γιατί τελικά αιωνίως προχωράμε όλοι μαζί και μέρος κάθε καθοριστικής αλλαγής το χρωστάμε σε όσες γενναιόδωρες καρδιές μας συμπεριφέρθηκαν όπως θα μπορούσαμε να είμαστε, στους υπέροχους ιδεαλιστές που επέμειναν πως φτιαχτήκαμε από το υλικό των ονείρων τις νύχτες που βουτούσαμε στους εφιάλτες μας.
Και τις δύσκολες μέρες -όταν αισθανόμαστε χαμένοι, αδύναμοι και νευρικοί- ξανασηκωνόμαστε κουβαλώντας ως καύσιμα στην ψυχή τα λόγια αυτών που μας ξεχώρισαν, το αδιανόητο πείσμα τους να τα καταφέρουμε, που μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο μετατράπηκε και σε προσωπικό μας στοίχημα.
Έτσι, την επόμενη φορά που θα βιαστούμε να θεωρήσουμε έναν άνθρωπο χαμένη υπόθεση, απλώς ας το ξανασκεφτούμε. Ταυτίζοντας καρδιές με ταυτότητες στερούμαστε οι ίδιοι της μοναδικής ευκαιρίας να σαλπάρουμε προς το λιμάνι της φωτεινότερης εκδοχής μας.
Καθένας μας – ας μην ξεχνάμε – όσο μακριά από το μονοπάτι του κι αν βρίσκεται, κρύβει μέσα του ένα υγιές κομμάτι που αν αναδειχθεί θα θεριέψει σαν φωτιά, τρέποντας τις θρασύδειλες σκιές σε άτακτη φυγή. Και μονάχα μαζί θ’ αλλάξουμε τον κόσμο. Εξάλλου εάν ο κόσμος ετούτος δύναται να ελπίζει σε μια κάποιου είδους μεταμόρφωση, έχει τόσο μεγάλη ανάγκη τους αιθεροβάμονες που κοιτούν κάμπιες και στη θέση τους βλέπουν πεταλούδες.
Y.Γ: Η ταπεινή κάμπια προτού πετάξει μου ψιθύρισε ένα μυστικό: Λέει πως πλησιάζει η μέρα που οι πεταλούδες θα πολλαπλασιαστούν, ο ουρανός θα γεμίσει χρώματα και το σκοτάδι θα κρυφτεί πίσω από τον ήλιο μας. Ποιος ξέρει αν θα βγει αληθινή. Όπως και να έχει, εκείνη καλά το γνωρίζει πλέον ότι άξιζε η προσπάθεια.
ΠΗΓΉ: https://enallaktikidrasi.com/2019/04/anthrwpoi-allazoun-eukola-otan-kapoios-pistepsei-autous/

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

Το ξέχειλο καντήλι







Ένας νεαρός είπε στον ιερέα:
-Πάτερ, εγώ δεν θα ξαναέλθω στην εκκλησία.
Ο ιερέας τον ρώτησε ποιος είναι ο λόγος.
Ο νεαρός του απάντησε:
Εδώ βλέπω μία γυναίκα που κουτσομπολεύει μίαν άλλη, ο διπλανός μου κοιμήθηκε, ο άλλος δεν διαβάζει καλά και οι ψάλτες μαλώνουν καμιά φορά. Την ώρα της Λειτουργίας κάποιος άλλος ασχολείται με το κινητό του, για να μην πω για την εγωιστική τους συμπεριφορά όταν φεύγουν από τον ναό...
Του λέει ο ιερέας:
-Έχεις δίκιο. Πριν όμως εγκαταλείψεις οριστικά την εκκλησία, κάνε μου σε παρακαλώ μία χάρη. Πάρε αυτό το ξέχειλο καντήλι και κάνε τον κύκλο του ναού τρεις φορές χωρίς να χύσεις ούτε μία σταγόνα λάδι. Μετά μπορείς να φύγεις.
«Μόνο αυτό;» Εντάξει, είπε ο νεαρός.
Έκανε τους τρεις γύρους όπως ζήτησε ο ιερέας.
Αφού τελείωσε είπε:
-Πάτερ, το έκανα.
Ο ιερέας τον ρώτησε:
-Όταν έκανες τον γύρω του ναού, πρόσεξες κάποιο άτομο να κουτσομπολεύει κάποιον;
-Όχι.
-Είδες κάποιον να ασχολείται με το κινητό του;
-Όχι.
-Ξέρεις γιατί; Ήσουν συγκεντρωμένος στο καντήλι για να μην χύσεις το λάδι. Έτσι λοιπόν είναι και στην ζωή μας.
Όταν οι καρδιές μας συγκεντρώνονται στον Χριστό, δεν έχουμε χρόνο να κοιτάξουμε τα λάθη των άλλων.
Αυτοί που εγκαταλείπουν την Εκκλησία εξαιτίας των συναμαρτωλών αδελφών τους, με βεβαιότητα δεν μπήκαν σε αυτήν για τον Χριστό…

Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

Το όνειρο του σκλάβου






Βαδίζω σ’ ένα μοναχικό δρόμο.
Απολαμβάνω τον αέρα, τον ήλιο, τα πουλιά
Απολαμβάνω που τα πόδια μου με πάνε
όπου εκείνα θέλουν.
Στη μια άκρη του δρόμου
βρίσκω ένα σκλάβο που κοιμάται.
Πλησιάζω και διαπιστώνω ότι ονειρεύεται.
Από τα λόγια και τις εκφράσεις του μαντεύω…
Ξέρω ότι ονειρεύεται:
Ο σκλάβος ονειρεύεται ότι είναι ελεύθερος.
Η έκφραση στο πρόσωπό του δείχνει γαλήνη, ειρήνη.
Αναρωτιέμαι…
Πρέπει να τον ξυπνήσω και να του πω ότι είναι ένα όνειρο;
Πρέπει να μάθει ότι εξακολουθεί να είναι σκλάβος;
Ή πρέπει να τον αφήσω να κοιμηθεί όσο μπορεί,
απολαμβάνοντας, έστω και στο όνειρό του,
τη φανταστική του πραγματικότητα;


«Δεν υπάρχει σωστή απάντηση. Ο καθένας πρέπει να βρει τη δική του απάντηση και δεν μπορείς να την αναζητήσεις έξω από τον εαυτό σου…»

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Όλα εξαρτώνται από το φως






Όλα εξαρτώνται από το φως,
από τον τρόπο που φωτίζονται τα πράγματα…
Όλα εξαρτώνται από το σχήμα,
τα περιγράμματα,
τις παρεμβολές και
τις αμφιβολίες.
Όλα εξαρτώνται ακόμη
από τον χρόνο που μας σημαδεύει
κι απ΄ τα κενά που αφήνουν οι ειδήσεις.
Το αληθινό πρόβλημα είναι να διαλέξεις
αν θα κυνηγάς τις σκιές
ή θα δεχτείς να είσαι ο κυνηγημένος.
Ένα περίεργο «
to be οr not to be»
σ΄αυτό το μάλλον ναι
σ΄αυτό το μάλλον όχι.
Να βγεις από τις σκιές
ή να κάνεις τις σκιές καθεστώς.
Και στην τελευταία φάση της αβύσσου,
αφού ελευθερώσεις τους άλλους,
όλους εκείνους που είναι οι άλλοι,
να θυμάσαι,
χωρίς πίεση,
πως ένας είναι ο φυλακισμένος.
Κι από κει και πέρα…
να απελευθερωθείς.

Hamlet Lima Quintana  (1923-2002) Αργεντινός ποιητής, μουσικός, τραγουδιστής

Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Το πλοίο που βυθιζόταν






Μια δασκάλα που δίδασκε στην τάξη της, αποφάσισε να πει στα παιδιά μια καταπληκτική ιστορία.
Η ιστορία της μιλούσε για ένα κρουαζιερόπλοιο που βυθίζονταν και για ένα ζευγάρι που προσπαθούσε να σωθεί μπαίνοντας σε μια σωστική λέμβο. Δυστυχώς όμως ανακάλυψαν ότι στη βάρκα υπήρχε χώρος μόνο για ένα άτομο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ήθελε να διδάξει στα παιδιά της η δασκάλα με αυτή την ιστορία..
«Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα.
Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε: «Σε μισώ!», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και «Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: «Να προσέχεις το παιδί μας»».
Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε: «Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά: «Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».
Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:
«Η απάντηση είναι σωστή».
Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν σκοτώθηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.
«Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη», έγραφε στο ημερολόγιό του».
Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.
Η δασκάλα τότε προσπάθησε να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:
«Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον χωρίς να προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσει τις πράξεις του.
Άν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.
Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες στη δουλειά τους, δεν το κάνουν επειδή είναι χαζοί, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.
Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.
Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.
Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.
Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:
«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;»
Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:
«Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου.»

Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

Το βλέμμα του έρωτα






Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής που την έκανε τελευταία του γυναίκα.
Ένα απόγευμα, ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι, ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη. Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα, κι αν παραβίαζε την εντολή του θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Ωστόσο, η Σαμπρίνα μπήκε στην άμαξα κι έτρεξε στο πλευρό της μητέρας της.
Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα.
«Μα δεν είναι θαυμάσιο;» είπε. «Αυτό είναι αληθινή αγάπη της κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαξε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη!»
Την άλλη μέρα, ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στον κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτησε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο που είχε το καλάθι.
«Φαίνονται γλυκά!» είπε ο βασιλιάς.
«Πράγματι» είπε η βασίλισσα. Και απλώνοντας το χέρι της, έδωσε στον αγαπημένο της το τελευταίο ροδάκινο.
«Πόσο με αγαπάει!» σχολίασε μετά ο βασιλιάς. «Στερήθηκε την απόλαυση της για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι καταπληκτική;»
Πέρασαν ορισμένα χρόνια και – ποιος ξέρει γιατί – ο έρωτας και το πάθος έσβησαν από την καρδιά του βασιλιά.
Καθόταν μαζί μ’ ένα στενό του φίλο και του έλεγε:
«Ποτέ δεν φέρθηκε σαν βασίλισσα. Μια φορά, μάλιστα, παράκουσε τη διαταγή μου να μη χρησιμοποιήσει τη βασιλική άμαξα, και θυμάμαι μια μέρα που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο.»

Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι….
Αν ότι βλέπεις ταιριάζει «γάντι» με την πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει….
….τότε μην πιστεύεις στα μάτια σου!

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2019

Η γκαστρωμένη χύτρα






Ένας άνθρωπος ζήτησε μια φορά από το γείτονά του μια χύτρα δανεική. Ο ιδιοκτήτης της χύτρας δεν ήταν και πολύ φιλότιμος, αλλά ένιωσε υποχρεωμένος να του τη δώσει.
Ύστερα από τέσσερις μέρες, ο γείτονας δεν του είχε επιστρέψει τη χύτρα. Με πρόφαση ότι τη χρειαζόταν, πήγε να τη ζητήσει.
«Τώρα μόλις ετοιμαζόμουν να σου τη φέρω… Ήταν δύσκολη η γέννα!»
«Μα ποια γέννα;»
«Της χύτρας»
«Τι;»
«Α, δεν το ήξερες; Η χύτρα ήταν γκαστρωμένη».
«Γκαστρωμένη;»
«Ναι. Απόψε το βράδυ απόκτησε οικογένεια. Γι’ αυτό ήθελε ανάπαυση. Τώρα, όμως, έχει σχεδόν συνέλθει».
«Έχει συνέλθει;»
«Ναι. Ένα λεπτό παρακαλώ».
Και μπήκε στο σπίτι. Βγήκε κρατώντας τη χύτρα, ένα κανατάκι κι ένα τηγάνι.
«Αυτά δεν είναι δικά μου. Μόνο η χύτρα».
«Όχι, δικά σου είναι. Αφού η χύτρα είναι δική σου, είναι δικά σου και τα παιδιά της».
Ο άνθρωπος σκέφτηκε ότι ο γείτονάς του ήταν θεότρελος.
«Καλύτερα να πάω με τα νερά του», συλλογίστηκε.
«Εντάξει, ευχαριστώ»
«Παρακαλώ. Γεια.»
«Γεια χαρά».
Και πήγε στο σπίτι του με τη χύτρα, το κανατάκι και το τηγάνι.
Το ίδιο απόγευμα, ο γείτονας του χτύπησε ξανά την πόρτα.
«Γείτονα, μου δανείζεις ένα κατσαβίδι και μία πένσα;»
Ο άνθρωπος τώρα ένιωθε περισσότερο υποχρεωμένος.
«Ναι, φυσικά»
Μπήκε στο σπίτι και βγήκε με την πένσα και το κατσαβίδι.
Πέρασε σχεδόν μια εβδομάδα και ήταν έτοιμος να πάει να πάρει πίσω τα πράγματά του, όταν ο γείτονας του χτύπησε την πόρτα.
«Α, γείτονα. Εσύ το ήξερες;»
«Τι πράγμα;»
«Ότι το κατσαβίδι και η πένσα είναι ζευγάρι;»
«Μη μου το λες!» είπε ο άνθρωπος γουρλώνοντας τα μάτια. «Δεν το ήξερα»
«Κοίταξε, ήταν δική μου απροσεξία. Τους άφησα μόνους για λίγο και η πένσα έμεινε έγκυος».
«Η πένσα;»
«Η πένσα! Σου έφερα τα παιδιά της».
Και ανοίγοντας ένα καλαθάκι, του έδωσε μερικές βίδες, παξιμάδια και καρφιά, που έλεγε ότι τα είχε γεννήσει η πένσα.
«Είναι παλαβός» σκέφτηκε ο άνθρωπος. Όμως, μερικές βίδες και καρφιά πάντα είναι χρήσιμα.
Πέρασαν δύο μέρες. Ο γείτονας που όλο ζητούσε ήρθε πάλι.
«Τις προάλλες» του είπε, «όταν σου έφερα την πένσα, είδα ότι έχεις πάνω στο τραπέζι σου μία ωραία χρυσή ανθοδόχη. Έχεις την καλοσύνη να μου τη δανείσεις γι’ απόψε το βράδυ;»
Άστραψαν τα μάτια του ιδιοκτήτη της ανθοδόχης.
«Φυσικά» είπε, με αδιαμφισβήτητη γενναιοδωρία. Και πήγε να φέρει την ανθοδόχη.
«Ευχαριστώ, γείτονα»
«Αντίο».
«Αντίο».
Πέρασε η νύχτα εκείνη, πέρασε και η επόμενη και ο ιδιοκτήτης της ανθοδόχης δεν τολμούσε να χτυπήσει την πόρτα του γείτονα για να τη ζητήσει. Ωστόσο, όταν πέρασε μια εβδομάδα δεν άντεξε άλλο και πήγε να ζητήσει το βάζο του.
«Η ανθοδόχη;» είπε ο γείτονας. «Α! Δεν το έμαθες;»
«Όχι, τι πράγμα;»
«Πέθανε στη γέννα».
«Τι θα πει πέθανε στη γέννα;»
«Ναι, η ανθοδόχη ήταν γκαστρωμένη, και πάνω στη γέννα πέθανε».
«Άκουσε, για βλάκα με περνάς; Πως είναι δυνατό να είναι γκαστρωμένο ένα χρυσό βάζο;»
«Κοίταξε, γείτονα. Δέχτηκες την εγκυμοσύνη και τη γέννα της χύτρας. Δέχτηκες επίσης το γάμο και τους απογόνους του κατσαβιδιού και της πένσας. Τώρα, γιατί δεν δέχεσαι την εγκυμοσύνη και το θάνατο της ανθοδόχης;»


Μπορείς να κάνεις όποια επιλογή θέλεις…. Δεν γίνεται όμως να είσαι ανεξάρτητος σε ότι σε βολεύει και σε διευκολύνει και να μην είσαι όταν σου κοστίζει….

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον





Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον,είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο. Δεν είναι σαφές αν το βιβλίο αναφέρεται σε μικρούς ή μεγάλους. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι διδάσκει πολλά. Η επιμονή στο όνειρο, οδήγησε τον γλάρο Ιωνάθαν στην εσωτερική πληρότητα. Δε συμβιβάστηκε ποτέ με την ιδέα, ότι ο λόγος για να μάθει να πετά, είναι απλά για να βρίσκει φαγητό, όπως τον προέτρεπαν οι υπόλοιποι γλάροι του σμήνους. Ο γλάρος Ιωνάθαν, πετούσε για τη χαρά του πετάγματος. Και το όνειρό του, δεν είχε όριο. Δεν το μετρούσε με τη ζυγαριά. Απλά το ένοιωθε. Και η ανώτερη δύναμη που τον καθοδηγούσε, ποτέ δεν τον άφησε να χάσει την επαφή με το βαθύτερό του είναι. Ακόμη κι όταν λόγω της επιμονής του, έγινε απόβλητος από το υπόλοιπο σμήνος, ακόμη κι όταν ο συλλογικός τρόπος σκέψης, τον έκανε να αισθάνεται προβληματικός, ούτε τότε δεν τα παράτησε. Τελειοποίησε το πέταγμά του και εκείνοι που τον χλέυαζαν… εκείνοι που τον έδιωξαν από το σμήνος, απλά επειδή είχε βάλει το όνειρό του, πάνω από την κοινωνική επιταγή, κάποια στιγμή τον ζήλεψαν για ότι είχε καταφέρει. Και ο Ιωνάθαν, επέστρεψε. Όχι με διάθεση εκδίκησης. Αλλά με τη βαθύτερη επιθυμία, να δείξει το δρόμο. Να κάνει και τους άλλους γλάρους να καταλάβουν-όσους το επιθυμούσαν-,ότι το θέμα δεν είναι να πετάς για το φαγητό. Το θέμα είναι να πετάς για τη χαρά του πετάγματος. Το θέμα είναι να κρατήσεις το όνειρό σου και να παλεύεις γι αυτό, αδιαφορώντας για τις κατευθύνσεις που σου δίνουν γλάροι, που έμαθαν να κάθονται στα βράχια, μαλώνοντας μεταξύ τους για το φαγητό. Ο γλάρος Ιωνάθαν, ποτέ δεν έχασε την επαφή με το όνειρο. Ή αν το θέλετε, ποτέ δεν έχασε την επαφή με το συναίσθημά του. Ή και πάλι αν το θέλετε, ποτέ δεν έχασε την επαφή με το αληθινό του Είναι. Όλοι θα μπορούσαμε να είμαστε εν δυνάμει σαν το γλάρο Ιωνάθαν. Αρκεί να πιστέψουμε στο καλό που υπάρχει μέσα μας και να αναζητούμε την αλήθεια, με βάση αυτό. Στο δρόμο θα βρεθούν πολλοί γλάροι, κάτω εκεί στο έδαφος που θα προσπαθήσουν να μας πείσουν για το αντίθετο. Πως δηλαδή, το όνειρο δεν έχει σημασία. Πως αρκεί να εξασφαλίζεις την τροφή και τα υπόλοιπα δε μετράνε. Και είναι πολλοί αυτοί οι γλάροι. Τεράστια η πίεση που ασκούν. Αλλά καμιά πίεση δε μπορεί να συγκριθεί, με την βαθύτερη αίσθηση, πως έχω χάσει το δρόμο μου. Πως ακολουθώ τυφλά και κάνω απλά αυτό που μου λένε.

Σε όλους μας, υπάρχει ένας γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον...