Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Ο γάμος μέσα από τα μάτια των παιδιών






Επιστρέφω, μετά από αρκετό καιρό, για να γράψω ακόμη ένα άρθρο για το οποίο και πάλι την έμπνευση αποκόμισα από πού αλλού, από τα αγαπημένα μας παιδάκια στο Δημοτικό σχολείο, τα οποία αρκετά συχνά έχουν πολύ μεγάλη έμπνευση αλλά και φαντασία η οποία μου αρέσει υπερβολικά πολύ!! Το σημερινό μας θέμα αφορούσε τον γάμο και την οικογένεια γενικά και οι απαντήσεις τους σε ορισμένα ερωτήματα κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας ήταν αρκετά ενδιαφέρουσες και σας τις παραθέτω αμέσως. Είμαι σίγουρη πως θα τις βρείτε και εσείς αρκετά ενδιαφέρουσες..

Πώς αποφασίζεις ποια θα παντρευτείς;
-Πρέπει να είναι κάποια που της αρέσει ότι και σ' εσένα. Αν σου αρέσει το ποδόσφαιρο, θα πρέπει να αρέσει και σε εκείνη και να σου φέρνει πατατάκια και αναψυκτικά όταν βλέπεις έναν αγώνα. 
Γιάννης, 10 ετών.


Σε ποια ηλικία πρέπει να παντρεύεται κανείς;
-Στα 23, γιατί μέχρι τότε θα έχουν περάσει πολλά χρόνια και θα ξέρεις καλά το αγόρι που θα παντρευτείς. 
Σοφία, 9 ετών.


Πώς καταλαβαίνεις ότι ένας άντρας και μια γυναίκα είναι παντρεμένοι;
-Tο καταλαβαίνεις όταν στην παιδική χαρά μαλώνουν και οι δύο, το ίδιο παιδί. Άρα είναι δικό τους, άρα είναι παντρεμένοι.
Λευτέρης 7 ετών.


Τι κοινά έχουν ο μπαμπάς και η μαμά σου;
-Και οι δύο δεν θέλουν να μου κάνουν αδερφάκι, γιατί μ' εμένα, μου λένε, είναι σαν έχουν 3 παιδιά.
Νικόλας, 6 ετών.

Τι κάνουν οι άνθρωποι όταν βγαίνουν ραντεβού;
-Λένε διάφορα ψέματα ο ένας στον άλλο και αν τα πιστέψουν, βγαίνουν ξανά ραντεβού την επόμενη μέρα.
Θανάσης, 10 ετών.


Πότε επιτρέπεται να φιλήσεις κάποιον;
-Όταν είναι πολύ πλούσιος.
Νεφέλη, 7 ετών.

-Όταν γίνει 18 χρόνων, γιατί αλλιώς θα πας φυλακή.
Μιχάλης, 7 ετών.


-Δεν ξέρω, αλλά αν φιλήσεις κάποια, πρέπει να την παντρευτείς και να κάνετε παιδιά μετά.
Πάνος, 6 ετών.


Είναι καλύτερα να είσαι ελεύθερος ή παντρεμένος;
-Για τα κορίτσια είναι καλύτερα να μην είναι παντρεμένα, για τα αγόρια όμως είναι απαραίτητο γιατί χρειάζονται κάποιον να τους βοηθάει να πλένονται και να ντύνονται.
Λίνα, 9 ετών.


Πώς μπορεί ένας γάμος να πετύχει;
-Αν λες στη γυναίκα σου συνέχεια πόσο όμορφη είναι κι ας μοιάζει με τον Οβελίξ.
Θωμάς, 9 ετών.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

Ευτυχία






Όλα είναι τόσο απλά και ταυτόχρονο τόσο περίπλοκα!
Απλά, επειδή αρκεί να αλλάξει κανείς στάση ζωής :
Δεν θα κυνηγήσω άλλο την ευτυχία. Από τώρα και στο εξής θα είμαι ανεξάρτητη, θα βλέπω την ζωή με τα δικά μου μάτια και όχι με τα μάτια των άλλων. Θα κυνηγήσω την περιπέτεια του να είσαι ζωντανός.
Και περίπλοκα: Γιατί δε θα κυνηγήσω πια την ευτυχία, αφού με έχουν μάθει ότι είναι ο μοναδικός στόχος που αξίζει τον κόπο; Γιατί να τολμήσω να πάρω έναν δρόμο, που οι άλλοι δεν τόλμησαν;
Στο κάτω κάτω τι είναι ευτυχία;
Έρωτας μου απαντούν. Όμως ο έρωτας ούτε φέρνει, ούτε έφερνε ποτέ ευτυχία. Το αντίθετο μάλιστα, είναι πηγή ανησυχίας, πεδίο μάχης, νύχτες αγρυπνίας στις οποίες αναρωτιόμαστε αν κάνουμε το σωστό. Ο πραγματικός έρωτας είναι έκσταση και συνάμα αγωνία.
Γαλήνη τότε. Αν κοιτάξουμε την Μητέρα, ποτέ δεν είναι γαλήνια. Ο Χειμώνας παλεύει με το καλοκαίρι, ο ήλιος και το φεγγάρι δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, η τίγρη κυνηγάει τον άνθρωπο, που φοβάται το σκύλο, που κυνηγάει την γάτα, που κυνηγάει το ποντίκι, που τρομάζει τον άνθρωπο.
Το Χρήμα φέρνει την ευτυχία. Πολύ καλά, τότε όλοι οι άνθρωποι που έχουν αρκετά για να ζήσουν με πάρα πολύ υψηλή ποιότητα ζωής θα μπορούσαν να σταματήσουν να δουλεύουν. Όμως, είναι πιο αγχωμένοι από ποτέ, λες και φοβούνται ότι θα τα χάσουν όλα. Το χρήμα φέρνει χρήμα, αυτό είναι αλήθεια. Η φτώχεια μπορεί να φέρει δυστυχία, το αντίθετο όμως δεν είναι αλήθεια.
Έψαχνα την ευτυχία πολύ καιρό στην ζωή μου - τώρα το μόνο που θέλω είναι χαρά. Η χαρά είναι σαν το σεξ: έχει αρχή και τέλος. Θέλω ευχαρίστηση. Θέλω να είμαι ικανοποιημένη-ευτυχία όμως; 
Έχω πάψει να πέφτω σε αυτή την παγίδα.
Όταν βρίσκομαι σε κάποια παρέα και αποφασίζω να προκαλέσω κάνοντας μια από τις πιο σημαντικές ερωτήσεις που υπάρχουν, όλοι λένε «Είμαι ευτυχισμένος»
Συνεχίζω: «Ναι, αλλά δεν θέλεις περισσότερα, δεν θέλεις να συνεχίσεις να αναπτύσσεσαι;»
Και όλοι απαντούν: «Φυσικά».
Επιμένω: « Τότε δεν είσαι ευτυχισμένος».


PAULO COELHO

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Ο σεβασμός είναι υποχρέωση





Μια πασχαλίτσα στο Νυμφαίο, Φλώρινα
Ένα από τα μεγάλα λάθη που κάνουμε οι πιο πολλοί
είναι ότι μπερδεύουμε την ευγένεια με το σεβασμό.
Αναμφισβήτητα η ευγένεια είναι σπουδαίο αγαθό
αλλά δεν είναι κάτι που ""οφείλουμε"" (διπλά εισαγωγικά)
να το έχουμε όλοι. Είναι προσωπικό θέμα του καθενός
αν έχει επιλέξει να είναι στη ζωή του ευγενικός ή όχι,
με την προϋπόθεση βέβαια κάποιος να του το έχει μάθει.
Ο σεβασμός όμως, από την άλλη, είναι υποχρέωση.
Δε χρειάζεται κάποιος να είναι ευγενικός, ώστε να δείξει σεβασμό.
Από το πιο μικρό πλάσμα μέχρι το πιο μεγάλο σε αυτόν
τον πλανήτη είναι άξιο σεβασμού, ανεξαρτήτως
είδους, ηλικίας, φύλου ή χρώματος. Χωρίς να έχει σημασία αν έχει δύο πόδια, τέσσερα, οκτώ ή αν έχει ρίζες.
Εκείνος

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Η παγίδα του ανικανοποίητου και η χωματένια γλάστρα






Η γλάστρα με τα ασπρολούλουδα υπέφερε πάνω στο μπαλκόνι.

- Α, έλεγε κοιτάζοντας τον κήπο. Γιατί να μην έχω κι εγώ τριαντάφυλλα;

- Τριαντάφυλλα, απάντησε ο κάκτος. Τι να τα κάνεις;

- Για να στολιστώ, βέβαια. Μόνο που είμαι πάντοτε το ίδιο πράγμα. Να, δεν είμαι παρά μια χωματένια γλάστρα.

- Μα, μπήκε στη συζήτηση το ποτιστήρι, τα ασπρολούλουδα είναι το ίδιο ωραία.

- Όχι, εγώ προτιμώ τα τριαντάφυλλα.

Όλους τους ενοχλούσε πάνω στο μπαλκόνι. Παραπονιόταν, γιατί αυτή, μια χωματένια γλάστρα δεν την μεταχειρίζονταν καλά. Δεν τις είχαν βάλει παρά ασπρολούλουδα, δεν ασχολούνταν μαζί της, δεν την φρόντιζαν, την κορόιδευαν και ότι εκείνη, η χωματένια γλάστρα δεν θα άφηνε να την κάνουν έτσι.

Τόσα πολλά ήταν τα παράπονα της που κατέληξαν να της φυτέψουν μια τριανταφυλλιά για να σωπάσει..

 Στην αρχή η γλάστρα αγαπούσε πολύ τα τριαντάφυλλα, κολακευόταν και άρχισε να αισθάνεται εντελώς καλά. Και ύστερα, μια μέρα, φύτεψαν μια ροδοδάφνη, κάτω από το μπαλκόνι. Τότε η χωματένια γλάστρα άρχισε να μουρμουράει.

- Μια ροδοδάφνη, τουλάχιστον είναι ένα λουλούδι. Και άρχισε να παραπονιέται όπως πρώτα...

Δεν θα έδινα ποτέ σε αυτή, τη χωματένια γλάστρα, μια τέτοια ροδοδάφνη και εκείνη ήθελε μια,Έλεγε ότι δεν την υπολόγιζαν για τίποτα, ότι δεν την κοίταζαν ποτέ και τούτο και το άλλο. Η τριανταφυλλιά είχε λίγο ενοχληθεί, αλλά δεν ήταν θυμωμένη όταν την έβγαλαν από τη γλάστρα για να βάλουν εκεί τη ροδοδάφνη.

- Τι μούτρο, είπε, ποτέ δεν θα ξαναβάλω τα πόδια μου μέσα σε αυτή τη γλάστρα.

Η γλάστρα ήταν αρκετά ευχαριστημένη με τη ροδοδάφνη της. Κυρίως κατά την περίοδο της άνθησης. Όλος ο κόσμος θαύμαζε τα λουλούδια στο μπαλκόνι και νόμιζε ότι αυτό ερχόταν απ΄αυτή τη χωματένια γλάστρα. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ.

Πραγματικά, μια μέρα, έφεραν στον κήπο ένα ξωτικό δεντράκι. Αμέσως, πάνω στο μπαλκόνι η χωματένια γλάστρα άρχισε να φωνάζει.

- Απίστευτο, έλεγε ένα ξωτικό δεντράκι. Και φυσικά αυτό δεν είναι για μένα.

- Επιτέλους, χωματένια γλάστρα, παρατήρησε ο κάκτος. Δε θα ξαναρχίσεις τις ίδιες ιστορίες.

- Ναι, θα τις ξαναρχίσω.

Και πράγματι άρχισε και μάλιστα όπως τις άλλες φορές πέτυχε αυτό που ήθελε δηλαδή το ξωτικό δεντράκι. Στην αρχή, το δεντράκι έβγαζε βιολετιά λουλούδια. Αυτό γέμισε περηφάνια τη χωματένια μας γλάστρα, έπειτα είχε ένα κόκκινο φύλλωμα και ήταν θαυμάσιο.

Παρ' όλα αυτά, η στεναχώρια με τα δεντράκια είναι ότι γίνονται πάντοτε δέντρα, μερικές φορές μεγάλα δέντρα και η χωματένια γλάστρα δεν το είχε σκεφτεί αυτό.

Την επόμενη χρονιά, λοιπόν, το δεντράκι μεγάλωσε, έγινε μεγάλο και δυνατό και άρχισε να νιώθει στενάχωρα μέσα στη γλάστρα. Και ξαφνικά μια μέρα άκουσαν ένα σπάσιμο πάνω στο μπαλκόνι. Ήταν οι ρίζες του δέντρου που έκαναν να σπάσει η χωματένια γλάστρα.

-Μπα, είπε η κυρία του σπιτιού. Νομίζω ότι θα έπρεπε να βάλουμε το δέντρο στη γη, η γλάστρα έσπασε.

Και ξανακόλλησαν τη γλάστρα.
Έτσι, αυτή η χωματένια γλάστρα, δεν ήταν πια τόσο γερή και στη θέση των λουλουδιών φύτεψαν βασιλικό για την κουζίνα...


(από το βιβλίο της Γ.Α Βασδέκη: "Παραμύθια και Ιστοριούλες) 

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Ο γιγαντοβασίλης





Ελληνική επαρχία πριν πολλά χρόνια.
Απορροφημένος στο διάβασμα, ξάφνου το δωμάτιο σκοτείνιασε, όχι πως ήταν καλοφωτισμένο, πόσο φως μπορούσε να μπει απ' το παράθυρο, πούβλεπε στο σοκάκι;
«Διαβάζεις»; Με ρώτησε ο γίγαντας πού 'πιανε όλο το παράθυρο με το τεράστιο σώμα του.
«Ναι» απάντησα, «καλά, όταν τελειώσεις να 'ρθεις να φάμε», «Μα, έχω φάει», «δεν πειράζει θα ξαναφάς, θα σε περιμένω».
Η αλήθεια ήταν ότι οι μυρωδιές απ' τη κουζίνα της γειτόνισσας, πατάτες τηγανισμένες με λίπα και τσιγαρίδες, ήταν πειρασμός, με είχαν αναγκάσει να ανασαίνω απ' το στόμα, να μη μυρίζω, να συγκεντρωθώ στο διάβασμα.
«Καλά θα 'ρθω» απάντησα.
Ο Βασίλης ή γιγαντοβασίλης όπως τον φώναζε όλη η γειτονιά. Γιγαντόκορμος και καλόκαρδος σαν μωρό, φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, δουλευταράς. Πάντα πρόθυμος, ν' αλλάξει το σπασμένο κεραμίδι απ' το χαμόσπιτο της κυρά Λένης, να ασπρίσει το δωμάτιο της γιαγιούλας, όπως την έλεγε, χωρίς να καταδεχτεί να πάρει ποτές του λεφτά. Ποτέ δεν ενόχλησε, πήγαινε κι ερχόταν αθόρυβα παρ' όλο το τεράστιο κορμί του.
«Δύο επί δέκα είκοσι και εξήντα απ' εδώ ογδόντα», αυτό ήταν τέλειωσα. Μ' ένα σάλτο απ' το παράθυρο και λίγα γρήγορα βήματα πατάω το τσεμπερέκι ανοίγω την πόρτα και να 'μαι καθισμένος στο τραπέζι.
«Μάνα, ο μικρός ήρθε, βάλε να φάμε». Δυο πιάτα, δυο πιρούνια και στη μέση η πιατέλα με τις τραγανοψημένες πατάτες και τις ροδοκόκκινες τσιγαρίδες. Με χέρια σαν κουπιά κόβει το καρβέλι και με τη βροντερή φωνή του, λέει. «Μάνα, φέρε και λίγο τυρί, ο μικρός είναι αδύνατος πρέπει να παχύνει». «τρώγε πριν κρυώσει», «μετά θα μου διαβάσεις απ' το βιβλίο, εκείνο που μ' αρέσει», «μα, το 'χω διαβάσει εκατό φορές», «δεν πειράζει και μια, εκατόν μια».
Ήθελε να του διαβάσω την ιστορία της γοργόνας, της αδελφής του Μεγαλέξανδρου. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί του άρεσε τόσο πολύ.
Με το στομάχι γεμάτο και το στόμα ταγγιστό απ' τη λίπα και τις τσιγαρίδες αρχίζω το διάβασμα. Σε λίγο με διακόπτει, «τι θα γένεις άμα μεγαλώσεις»; «δεν ξέρω, ο πατέρας μου με φαντάζεται δικηγόρο και η μάνα μου θέλει να γίνω γιατρός», «κι εγώ σου λέω να γένεις δάσκαλος», χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, υψώνει τη φωνή, «ναι ορέ, δάσκαλος να γένεις, δάσκαλος», «δάσκαλος»; ρωτάω, «γιατί»;
Χαμηλώνει τη φωνή σα να ζητάει συγνώμη που φώναξε, «Μα, για να μαθαίνεις τα παιδιά γράμματα, να μη γενούν στουρνάρια σαν και μένα».
Σηκώνεται ξαφνικά όρθιος, «Πατέρα, άστο, θα το φέρω εγώ» φωνάζει.
«Μα, παιδί μου, είσαι κουρασμένος απ' τη δουλειά», «τι λες πατέρα, εγώ δούλεψα λίγες ώρες, εσύ δούλευες μια ζωή».

Αυτός ήταν ο γιγαντοβασίλης, αγράμματος ναι! Αλλά όχι στουρνάρι.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Μοίρα μου





Μοίρα μου, μάτια ματωμένα κοιτούν τρομαγμένα πίσω από δυο σπασμένα δάχτυλα
και κρατούν τη ζωή σφιχτά, και ας πονούν....
Χείλια στεγνά, βρώμικα, που τα ξεπλένουν λίγα δάκρυα
χείλια που μόνο αναφιλητά ξεβράζουν
αναφιλητά που φέρνουν τον ήχο της τελευταίας ελπίδας.
Σιχαμενε ήχε, στο σκοινί με τη ζωή μου αγκαλιά να ακροβατώ και συ να σιγοπαίζεις και να μη σταματάς...
Γεμάτη ζωή , τι ειρωνεία!
Κορμί που τρεμοσβήνει από την πλάνη σου... την πλάνη εκείνων....
Δίπλα σε ένα ερείπιο, ακουμπισμένος σε μια ξεφλουδισμένη γωνία κοιτάς γύρω σου
Ένα κόκκινο δάκρυ κυλά στο λαιμό σου και εγώ νιώθω τόσο ανάξια τόσο τιποτένια γιατί άφησα τα τέρατα να σε πειράξουν....
Στα όνειρα σου όλα χτες ήταν γεμάτα λουλούδια και τώρα...
σε κοιτώ να ανασαίνεις βαθιά
σαν να 'θελες να ρουφήξεις τη ζωή που σου πήραν....
Ήσουν εσύ, εσύ που με τις λιγοστές σου δυνάμεις
ζωγράφισες έναν ήλιο....
Έναν ήλιο που δε θα ξαναδείς ποτέ ή που, συμφορά μου δεν είδες ποτέ.... ΕΛΕΥΘΕΡΟ
"Κρατήσου ζωή μου, σφίξε τα λερωμένα χέρια σου από το ξένο αίμα
και πλησίασε εκεί..."
Όχι ! Μη σηκώνεις τα χέρια... πονάς... το νιώθω
θες να αγγίξεις εκείνο τ' αστέρι... το ίδιο που κοίταξες χτες....
Πόσο γρήγορα αλλάζει το όνειρο....
πόσο γρήγορα γίνεσαι ίσκιος στη δική σου ζωή....
Είσαι εκεί λουλούδι μου στο χωμάτινο μαύρο στρώμα σου...
πνέοντας την αηδιαστική μυρωδιά του θανάτου....
Υπόσχομαι καημέ μου να μη σ' αφήσω ποτέ μ' αδειανά χέρια
θα γίνω μάνα για σένα, όνειρο και ελπίδα
φως στο σκοτάδι του κάθε αναστεναγμού σου
πνοή στη πνοή σου
βλέμμα στην πικρή σου ματιά....
Κρυμμένε μου πόθε, μικρή μου αυγή
σε κρατώ στην αγκαλιά μου το νιώθεις;
Γλυκέ μου άγγελε, κρύα μου χέρια... ζεστή μου καρδιά....
Μη σταματάς να κοιτάς εκείνο τ' αστέρι... το δικό μας αστέρι
Όχι πνοή μου μη κλαις, είμαι εγώ τώρα εδώ.
Ο πόνος φριχτός μα σε παρακαλώ... ζήσε
Κοιτάς πλάι ζωή μου και ένα άσπρο δάκρυσαν τη ψυχή σου
πέφτει στο σκαμμένο χώμα από τις σφαίρες....
Μικρό μου όνειρο χαμογελάς...
πόσο ζωή μου δίνεις... τι ειρωνεία...
Και έτσι καθώς ζεις την αυγή μιας ελπίδας
το φως της καθάριας σου ψυχής
σβήνει για πάντα από τα μεγάλα, τρομαγμένα
βελούδινα μάτια σου....

Μη κλαις λαχτάρα μου... ψυχή είσαι πια
σε κείνο τ' αστέρι ... δίχως όνειρα αχνά
Ουράνιο τόξο είσαι πληγή μου... λουλούδι σε κάτασπρο χώμα
ντυμένος μ' αγάπη και της αιώνιας νιότης το χρώμα....

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Το παράδοξο της εποχής μας






Το παράδοξο της εποχής μας μέσα στην ιστορία είναι ότι έχουμε ψηλότερα κτήρια, αλλά κοντύτερο ψυχισμό.
Φαρδύτερες λεωφόρους, αλλά στενότερες οπτικές γωνίες.
Σπαταλούμε περισσότερο, αλλά έχουμε λιγότερα.
Αγοράζουμε περισσότερα, αλλά απολαμβάνουμε λιγότερο.

Έχουμε μεγαλύτερα σπίτια και μικρότερες οικογένειες.
Περισσότερες ανέσεις, αλλά λιγότερο χρόνο.
Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερη αντίληψη.
Περισσότερη γνώση, αλλά λιγότερη κρίση.
Περισσότερους ειδήμονες, αλλά λιγότερες λύσεις.
Περισσότερα φάρμακα, αλλά λιγότερο καλή φυσική κατάσταση.

Έχουμε πολλαπλασιάσει τα αποκτήματά μας, αλλά έχουμε μειώσει τις αξίες μας..

Μιλάμε πολύ, αγαπάμε σπανιότατα και μισούμε συχνότατα.

Έχουμε μάθει πώς να 'κερδίζουμε το ψωμί μας', αλλά όχι πώς να κερδίζουμε τη ζωή.
Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Ταξιδεύουμε στο φεγγάρι, αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε τον δρόμο, ώστε να συναντήσουμε ένα νέο γείτονα.

Κατακτήσαμε το κενό του διαστήματος, αλλά όχι το εσωτερικό μας κενό.
Καθαρίσαμε τον αέρα, αλλά βρωμίσαμε την ψυχή μας.
Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι την εμπάθεια και την προκατάληψή μας.

Έχουμε υψηλότερα εισοδήματα, αλλά χαμηλότερη ηθική.
Γίναμε πολλοί σε ποσότητα, αλλά λίγοι σε ποιότητα.

Αυτή είναι η εποχή των ψηλών ανθρώπων, αλλά των μικρών χαρακτήρων.
Του γρήγορου κέρδους, αλλά των ρηχών σχέσεων.

Αυτή είναι η εποχή του κόσμου της ειρήνης, αλλά των εσωτερικών συγκρούσεων.
Περισσότερης άνεσης, αλλά λιγότερης διασκέδασης.
Περισσότερων ειδών διατροφής, αλλά λιγότερης θρεπτικότητας.

Αυτή είναι η εποχή των δύο εισοδημάτων (και των δύο συζύγων), αλλά περισσότερων διαζυγίων.
Των εντυπωσιακότερων κατοικιών, αλλά διαλυμένων σπιτιών.

Είναι η εποχή που υπάρχουν πολλά στις βιτρίνες και λιγότερα αποθέματα