Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Το δώρο του δελφινιού






Βρισκόμουν μέσα στο νερό σε βάθος γύρω στα δώδεκα μέτρα, μόνος. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να είχα πάει μόνο αλλά ήμουν πολύ ικανός δύτης και το διακινδύνεψα. Δεν υπήρχε δυνατό ρεύμα και το νερό ήταν τόσο ζεστό, καθαρό και δελεαστικό. ‘Όταν έπαθα κράμπα, αντιλήφθηκα αμέσως πόσο ανόητος ήμουν. Δε φοβήθηκα πολύ αλλά διπλώθηκα στα δυο, καθώς η κράμπα ήταν στο στομάχι. Προσπάθησα να βγάλω τη ζώνη μου με τα βαρίδια αλλά ήμουν τόσο διπλωμένος ώστε δεν μπορούσα να πιάσω το κούμπωμα. Βυθιζόμουν κι αυτό μ’ έκανε ν’ αρχίσω να νιώθω πιο φοβισμένος κι ανίκανος να κινηθώ. Έβλεπα το ρολόι μου κι ήξερα ότι η φιάλη μου δε θ’ αργούσε ν’ αδειάσει οπότε θα ξέμενα από αέρα. Προσπάθησα να κάνω μασάζ στην κοιλιά μου. Δε φορούσα ειδική στολή αλλά δεν μπορούσα να ισιώσω και δεν μπορούσα να πιάσω τους συσπασμένους μύες.
Τότε σκέφτηκα: «Δε θα πεθάνω έτσι! Έχω πολλά να κάνω ακόμα!» Δεν ήθελα να πεθάνω έτσι, ανώνυμος και χωρίς καν να ξέρει κανείς τι μου συνέβη. Φώναξα μέσα μου: «Ας με βοηθήσει κάποιος!»
Αυτό που συνέβη δεν το περίμενα. Ξαφνικά, ένιωσα κάτι από πίσω μου να με σπρώχνει από τη μασχάλη. «Ω, όχι», σκέφτηκα, «καρχαρίες!» Καταλήφθηκα από πραγματικό τρόμο κι απελπισία. Το χέρι μου σπρώχτηκε προς τα πάνω κι ανασηκώθηκε. Δίπλα μου, μέσα στο οπτικό μου πεδίο ήρθε ένα μάτι – το ωραιότερο μάτι που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Ορκίζομαι ότι χαμογελούσε. Ήταν το μάτι ενός μεγάλου δελφινιού. Κοιτάζοντας αυτό το μάτι, ήξερα πως ήμουν ασφαλής.
Κινήθηκε προς τα μπρος, σπρώχνοντας με από κάτω προς το πάνω, με το ραχιαίο του πτερύγιο κάτω από τη μασχάλη μου και το χέρι μου απλωμένο στη ράχη του. Χαλάρωσα κρατώντας το αγκαλιά, πλημμυρισμένος με ανακούφιση. Ένιωθα ότι το ζώο μου προσέφερε ασφάλεια, ότι με θεράπευε και συγχρόνων με ανέβαζε στην επιφάνεια. Οι κράμπες μου, μου πέρασαν καθώς ανεβαίναμε κι ένιωθα χαλαρωμένος και ασφαλής, αλλά είχα και μια δυνατή αίσθηση ότι με θεράπευε γενικά.
Αφού  μ’ έβγαλε στην επιφάνεια, με τράβηξε μέχρι την ακτή. Με πήγε σε τόσο ρηχά νερά που άρχισα ν’ ανησυχώ μήπως εξοκείλει, κι άρχισα να το σπρώχνω προς τα πίσω, στα πιο βαθιά, όπου έμεινε και με παρακολουθούσε για να βεβαιωθεί, υποθέτω, ότι ήμουν εντάξει.
Μου φάνηκε σαν να ζούσα σε μια άλλη ζωή. Έβγαλα τη ζώνη με τα βαρίδια και τη φιάλη οξυγόνου, μετά γδύθηκα ολότελα κι ξαναμπήκα στον ωκεανό πηγαίνοντας κοντά στο δελφίνι. Ένιωθα τόσο ανάλαφρος, ελεύθερος και γεμάτος ζωντάνια κι ήθελα να παίξω στον ήλιο και στο νερό, ελεύθερα. Το δελφίνι με ξαναπήγε πίσω κι έπαιξε μαζί μου πηδώντας εδώ κι εκεί, μέσα στο νερό. Είδα πως υπήρχαν κι άλλα, πολλά δελφίνια, σε κάποια απόσταση από μας.
Μετά από λίγο με πήγε πίσω, στη στεριά. Ήμουν πολύ κουρασμένος, σχεδόν στα πρόθυρα κατάρρευσης, όταν φτάσαμε στα ρηχά. Κοίταξε πάλι να βεβαιωθεί ότι ήμουν ασφαλής και μετά γύρισε στο πλάι και το μάτι του καρφώθηκε στα δικά μου. Μείναμε εκεί για ένα χρονικό διάστημα που μου φάνηκε μεγάλη, σε ύπνωση σχεδόν, με προσωπικές σκέψεις από το παρελθόν να παρελαύνουν στο νου μου. Μετά έκανε ένα απλό ήχο κι έφυγε να πάει να βρει τα άλλα. Κι έφυγαν όλα μαζί.

Elizabeth Gawain

Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Η δύναμη της θέλησης






Το μικρό αγροτικό σχολείο θερμαινόταν από μια παλιού τύπου σόμπα με κάρβουνα. Ένα παιδάκι, είχε την ευθύνη να έρχεται στο σχολείο νωρίς κάθε μέρα ν’ ανάβει τη σόμπα και να ζεσταίνει την αίθουσα, πριν φτάσει ο δάσκαλος κι οι συμμαθητές του. Ένα πρωί , φτάνοντας οι άλλοι είδαν το σχολείο τυλιγμένο στις φλόγες. Έσυραν αναίσθητο το μικρό έξω από το λαμπαδιασμένο κτίριο, μάλλον νεκρό παρά ζωντανό. Είχε σοβαρά εγκαύματα στο κάτω ήμισυ του σώματός του και μεταφέρθηκε στο γειτονικό αγροτικό νοσοκομείο.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, το φρικτά καμένο και ημιαναίσθητο παιδάκι άκουσε αχνά το γιατρό να μιλά στη μητέρα του. Της  έλεγε ότι ο γιος της σίγουρα θα πέθαινε – κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι – γιατί η φοβερή φωτιά είχε καταστρέψει το κάτω μέρος τους σώματός του.
Αλλά το γενναίο παιδί δεν ήθελε να πεθάνει. Πήρε λοιπόν την απόφαση να ζήσει. Και προς μεγάλη έκπληξη του γιατρού του, έζησε. Όταν ο κίνδυνος του θανάτου ξεπεράστηκε, πάλι άκουσε το γιατρό να μιλά με τη μητέρα του χαμηλόφωνα και να της λέει ότι, εφόσον η φωτιά κατέστρεψε τόση σάρκα στο κάτω μέρος του σώματός του, θα ήταν καλύτερα να είχε πεθάνει γιατί τώρα ήταν καταδικασμένο να μείνει ανάπηρο για όλη του τη ζωή, καθώς δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει καθόλου τα κάτω άκρα του. Άλλη μια φορά το γενναίο παιδί πήρε την απόφασή του. Δε θα γινόταν ανάπηρος. Θα περπατούσε. Δυστυχώς, όμως, από τη μέση και κάτω δεν είχε τη δυνατότητα κίνησης. Τα λεπτά του πόδια απλώς κρέμονταν εκεί, άψυχα.
Τελικά βγήκε από το νοσοκομείο. Κάθε μέρα η μητέρα του του έκανε μασάζ στα πόδια, αλλά δεν υπήρχε καμιά αντίδραση. Το παιδί δεν ένιωθε, δεν έλεγχε τα πόδια του. Η απόφασή του ωστόσο να περπατήσει ήταν ισχυρότατη. Όταν δεν βρισκόταν στο κρεβάτι, ήταν αναγκασμένος να κάθεται σε αναπηρική πολυθρόνα. Μια ηλιόλουστη μέρα, η μητέρα του τον έσπρωξε με το καροτσάκι στην  αυλή για ν’ αναπνεύσει καθαρό αέρα. Εκείνη τη μέρα, αντί να μείνει εκεί ακίνητος, έπεσε σκόπιμα από το καροτσάκι κι άρχισε να σέρνεται πάνω στο γρασίδι.
Προχώρησε έρποντας μέχρι το λευκό ξύλινο φράκτη που υπήρχε γύρω από το οικόπεδό τους. Με μεγάλη προσπάθεια, ανασηκώθηκε στηριγμένος στο φράκτη. Μετά, στύλο στύλο, άρχισε να σέρνει το σώμα του κατά μήκος του φράκτη αποφασισμένος να περπατήσει. Συνέχισε να το κάνει αυτό κάθε μέρα, μέχρι που δημιουργήθηκε μονοπάτι γύρω γύρω, σ’ όλη την έκταση της διαδρομής που ακολουθούσε. Η μεγαλύτερη επιθυμία στη ζωή του ήταν να δώσει ζωή σ’ εκείνα τα πόδια. Με τα καθημερινά μασάζ, την άκαμπτη επιμονή του και τη σιδερένια αποφασιστικότητά του, απέκτησε κάποια στιγμή την ικανότητα να στέκεται στα πόδια του, μετά να περπατά με βοήθεια και μετά να περπατά μόνος του, και τέλος, να τρέχει.
Αρχικά πήγαινε στο σχολείο περπατώντας, μετά πήγαινε στο σχολείο τρέχοντας και, μετά, έτρεχε μόνο και μόνο για να χαρεί το τρέξιμο.
Πολύ αργότερα, στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν, αυτός ο νεαρός που δεν αναμενόταν να ζήσει, που σίγουρα ποτέ δε θα μπορούσε να περπατήσει, που ποτέ δε θα μπορούσε να τρέξει – αυτός ο αποφασιστικός νεαρός, ο Δόκτωρ Γκλεν Κάνιγκχαμ, ήρθε πρώτος στα 1500 μέτρα!

Burt Dubin

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Είσαι αρκετά δυνατός να αντιμετωπίσεις την κριτική






Αυτός που μετράει περισσότερο, δεν είναι ο κριτικός – ο άνθρωπος που υποδεικνύει που σφάλλει ένας δυνατός άντρας ή δείχνει που θα μπορούσε να είναι καλύτερος ο δημιουργός κάποιου έργου.
Ο έπαινος ανήκει σ’ εκείνον που βρίσκεται στην αρένα, του οποίου το πρόσωπο είναι λερωμένο με σκόνες, ιδρώτα και αίμα. Σ’ εκείνον που αγωνίζεται με σθένος, που κάνει λάθη και δοκιμάζει ξανά και ξανά, γιατί δεν υπάρχει προσπάθεια χωρίς λάθη και αποτυχίες. Σ’ εκείνον που ξέρει τι θα πει αφοσίωση, που αναλώνει τη ζωή του σε κάποιο σκοπό. Σ’ εκείνον που στις καλύτερες των περιπτώσεων γνωρίζει τελικά το θρίαμβο της μεγάλης επιτυχίας και στις χειρότερες, αν αποτύχει τη στιγμή που διακινδυνεύει τα πολλά, ξέρει πως ποτέ δε θα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους δειλούς και τους ψυχρούς, ανάμεσα σ’ αυτούς που δε γνώρισαν ούτε νίκη ούτε ήττα.

Theodore Roosvelt

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η μεγαλοσύνη υπάρχει ολόγυρά σου






Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να είναι ολυμπιονίκες – είναι όλοι εκείνοι που δε δοκίμασαν ποτέ. Υπολογίζω ότι πέντε εκατομμύρια άνθρωποι θα μπορούσαν να με νικήσουν στο άλμα επί κοντώ τη χρονιά που ήρθα πρώτος, τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια. Άντρες δυνατότεροι, ψηλότεροι και ταχύτεροι από μένα θα μπορούσαν να τα καταφέρουν, αλλά ποτέ δεν πήραν κοντάρι, ποτέ δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια να εκτινάξουν τα πόδια του από το έδαφος και να περάσουν πάνω από την μπάρα.
Η μεγαλοσύνη υπάρχει ολόγυρά μας. Είναι εύκολο να γίνεις μεγάλος γιατί οι μεγάλοι θα σε βοηθήσουν. Το καταπληκτικό σ’ όλες τις συναντήσεις που συμμετέχω, είναι ότι οι καλύτεροι της επιχείρησης έρχονται να μοιραστούν τις ιδέες τους, τις μεθόδους και τεχνικές τους με όλους τους άλλους. Έχω δει τους καλύτερους πωλητές ν’ ανοίγουν τα χαρτιά τους και να λένε στους καινούριους στο επάγγελμα με ποιο τρόπο τα κατάφεραν. Δεν κρατάνε τα μυστικά τους για τον εαυτό τους. Αυτό το παρατήρησα επίσης και στον παγκόσμιο αθλητισμό.
Δε θα ξεχάσω εκείνη τη φορά που προσπάθησα να καταρρίψω το ρεκόρ του Ντετς Γουόρμερ Νταμ. Ήμουν περίπου τριάντα εκατοστά κάτω από το ρεκόρ του και τον πήρα στο τηλέφωνο. «Ντετς», του είπα, «μπορείς να με βοηθήσεις; Μου φαίνεται πως κόλλησα. Δεν μπορώ να πηδήξω ψηλότερα».
«Ασφαλώς, Μπομπ», μου είπε. «Έλα να με βρεις και θα σου μάθω όλα όσα ξέρω». Πέρασα τρεις μέρες με τον πρώτο, τον καλύτερο στο άλμα επί κοντώ στον κόσμο. Σε αυτές τις τρεις μέρες, ο Ντετς μου έμαθε όσα μπορούσε. Υπήρχαν κάποια πράγματα που τα έκανα λάθος και με διόρθωσε. Για να μην τα πολυλογώ, πήδηξα είκοσι εκατοστά περισσότερο. Ο σπουδαίος αυτός νέος μου έμαθε ότι καλύτερο ήξερε. Διαπίστωσα ότι οι πρωταθλητές και οι ήρωες το κάνουν αυτό πρόθυμα, μόνο και μόνο για να σε βοηθήσουν να γίνεις κι εσύ μεγάλος.
Ο Τζον Γούντεν, ο μεγάλος προπονητής του μπάσκετ του UCLA, έχει μια φιλοσοφία πως κάθε μέρα πρέπει να βοηθήσει και κάποιον που δε θα είναι ποτέ σε θέση να του το ανταποδώσει. Αυτό το θεωρεί υποχρέωσή του.
Όταν ήταν στο κολέγιο κι έγραφε τη διατριβή του για το αμυντικό ποδόσφαιρο και την ανίχνευση των τεχνικών του αντιπάλου, ο Τζορτζ Άλεν κατάρτισε ένα ερωτηματολόγιο – έρευνα τριάντα σελίδων και το έστειλε σ’ όλους τους μεγάλους προπονητές της χώρας. Ογδόντα πέντε τοις εκατό απάντησαν σε όλα.
Οι μεγάλοι μοιράζονται τα μυστικά τους, κι αυτό ακριβώς έκανε τον Τζορτζ Άλεν έναν από τους μεγαλύτερους προπονητές στον κόσμο. Οι μεγάλοι σου λένε τα μυστικά τους. Ψάξε να τους βρεις, πάρ’ τους στο τηλέφωνο ή αγόρασε τα βιβλία τους. Πήγαινε κοντά τους, πλησίασέ τους, μίλα τους. Είναι εύκολο να γίνεις μεγάλος όταν βρίσκεσαι κοντά στους μεγάλους.

Bob Richards
Αθλητής Ολυμπιακών Αγώνων

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Θα με βοηθήσετε;






Το 1989, ένας σεισμός 8.2 βαθμών ισοπέδωσε σχεδόν την Αρμενία, σκοτώνοντας πάνω από 30000 άτομα σε λιγότερο από τέσσερα λεπτά.
Μέσα στην ολοκληρωτική καταστροφή και το χάος, ένας πατέρας άφησε τη γυναίκα του στο σπίτι κι έτρεξε στο σχολείο όπου βρισκόταν ο γιος του, όπου ανακάλυψε πως το σχολικό κτίριο ήταν ένας σωρός από ερείπια.
Μετά το αρχικό τραυματικό σοκ, θυμήθηκε την υπόσχεση που είχε δώσει στο γιο του: «Ότι και να συμβεί, θα είμαι πάντα δίπλα σου!» και τα μάτια του άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα. Καθώς κοιτούσε το σωρό με τα ερείπια κάθε ελπίδα φαινόταν μάταια, αλλά η υπόσχεσή που είχε δώσει στο γιο του εξακολούθησε να τον απασχολεί.
Προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη του στη διαδρομή που ακολουθούσε ο γιος του για το σχολείο κάθε πρωί. Καθώς θυμήθηκε ότι η τάξη του βρισκόταν στην πίσω δεξιά γωνία του κτιρίου, έτρεξε προς τα εκεί κι άρχισε να σκάβει.
Στο μεταξύ, άρχισαν να καταφθάνουν κι άλλοι απελπισμένοι γονείς, οι οποίοι φώναζαν: «Ο γιος μου!» «Η κόρη μου!» Κάποιοι γονείς, καλοπροαίρετα, προσπάθησαν να τον τραβήξουν πίσω από τα ερείπια λέγοντάς του:
«Τελείωσε πια!» «Έχουν σκοτωθεί!» «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα!» «Πήγαινε στο σπίτι σου!» «Έλα, αντιμετώπισε την αλήθεια, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια!» «Απλώς θα χειροτερέψεις τα πράγματα!»
Απαντούσε σε όλους στερεότυπα: «Θα με βοηθήσετε τώρα;» και συνέχιζε να σκάβει για να βρει το γιο του, σηκώνοντας μία μία τις πέτρες.
Ο διοικητής της πυροσβεστικής εμφανίστηκε σε κάποια στιγμή και προσπάθησε να τον απομακρύνει από τα ερείπια λέγοντάς του: «Έχουν ξεσπάσει πυρκαγιές, από παντού ακούγονται εκρήξεις. Κινδυνεύεις. Θα το αναλάβουμε εμείς αυτό. Πήγαινε στο σπίτι σου». Και πάλι ο στοργικός πατέρας είπε: «Θα με βοηθήσετε τώρα;»
Μετά, ήρθε η αστυνομία και του είπε: «Είσαι θυμωμένος, απελπισμένος. Αλλά βάζεις άλλους σε κίνδυνο. Πήγαινε στο σπίτι σου. Θα κάνουμε εμείς αυτό που πρέπει να γίνει». Εκείνος αποκρίθηκε: «Θα με βοηθήσετε τώρα;» Κανένας δεν τον βοήθησε.
Με θάρρος συνέχισε μόνος του να σκάβει, θέλοντας να διαπιστώσει αν το παιδί του ήταν ζωντανό ή νεκρό. Έσκαβε οκτώ ώρες… δώδεκα ώρες… είκοσι τέσσερις ώρες… τριάντα έξι ώρες. Στην τριακοστή όγδοη ώρα, σήκωσε μια μεγάλη πέτρα κι άκουσε τη φωνή του γιου του. Φώναξε τ’ όνομα του παιδιού του: «Αρμάντ!» Από κάτω ήρθε η απάντηση: «Πατέρα! Εγώ είμαι, πατέρα! Είπα στα άλλα παιδιά να μην ανησυχούν. Τους είπα ότι αν ήσουν ζωντανός, θα με έσωζες και μαζί μ’ εμένα θα έσωζες κι εκείνα. Υποσχέθηκες: ¨Ότι και να συμβεί θα είμαι δίπλα σου!¨ Το τήρησες, πατέρα!»
«Τι γίνεται εκεί μέσα; Πως είναι η κατάσταση;» ρώτησε ο πατέρας.
«Είμαστε 14 ζωντανοί από 33, πατέρα. Είμαστε τρομαγμένοι, πεινάμε, διψάμε και χαιρόμαστε που βρίσκεσαι εδώ. Όταν κατέρρευσε το κτίριο, σχηματίστηκε μια σφήνα, ένα τρίγωνο, που μας προστάτεψε».
«Έλα, βγες έξω, αγόρι μου».
«Όχι, πατέρα! Ας βγουν πρώτα τα άλλα παιδιά, εγώ ξέρω πως θα με βγάλεις! Ότι και να συμβεί ξέρω πως θα είσαι δίπλα μου!»

Mark V. Hansen

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Μάθημα από έναν γιο






Η αδυναμία του Ντάνιελ, του γιου μου, για το σέρφινγκ άρχισε στην ηλικία των δεκατριών. Κάθε μέρα, πριν και μετά το σχολείο, φορούσε το μαγιό του, τραβούσε πέρα από τη γραμμή του σέρφινγκ και περίμενε την πρόκληση από τους συντρόφους του, το ύψος των οποίων κυμαινόταν από ενάμισι μέτρο μέχρι ένα ογδόντα. Η αγάπη του Ντάνιελ γι’ αυτό το σπορ φάνηκε ένα μοιραίο απόγευμα. «Ο γιος σας είχε ένα ατύχημα», είπε στον Μάικ, τον άντρα μου, τηλεφωνικά ο άνθρωπος του συνεργείου διάσωσης.
«Σοβαρό;»
«Σοβαρό. Όταν ανέβηκε στην κορυφή του κύματος, η μύτη του πέδιλου γύρισε προς το μάτι του».
Ο Μάικ έτρεξε και τον πήγε στις πρώτες βοήθειες κι από κει τους έστειλαν στο ιατρείο ενός πλαστικού χειρούργου. Του έκανε 26 ράμματα από τη γωνία του ματιού μέχρι τη ράχη της μύτης.
Εγώ βρισκόμουν στο αεροπλάνο, επιστρέφοντας από κάποιο μέρος όπου είχα πάει να κάνω μια ομιλία, τη στιγμή που έραβαν το μάτι του Ντάνιελ. Έτσι ο Μάικ, φεύγοντας από το ιατρείο, ήρθε κατευθείαν στο αεροδρόμιο. Με υποδέχθηκε στην έξοδο και μου είπε ότι ο Ντάνιελ περίμενε στο αυτοκίνητο.
«Ο Ντάνιελ;» ρώτησα. Θυμάμαι ότι σκέφτηκα πως τα κύματα θα ήταν φοβερά εκείνη τη μέρα.
«Είχε κάποιο ατύχημα αλλά θα του περάσει».
Ο χειρότερος εφιάλτης μιας μητέρας που η δουλειά της την ανάγκαζε να ταξιδεύει, έγινε πραγματικότητα. Έτρεξα στο αυτοκίνητο με τόση ταχύτητα, που έσπασα το τακούνι του παπουτσιού μου. Άνοιξα βιαστικά την πόρτα κι ο μικρός μου γιος, με επιδέσμους στο μάτι, άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος μου φωνάζοντας: «Ω, μαμά, χαίρομαι τόσο πολύ που ήρθες». Έκλαψα στην αγκαλιά του λέγοντάς του πόσο άσχημα ένιωθα που δε βρισκόμουν εκεί, όταν τηλεφώνησε ο άνθρωπος του σωστικού συνεργείου.
«Δεν είναι τίποτα, μαμά», με παρηγόρησε. «Δεν ξέρεις να κάνεις σέρφινγκ έτσι κι αλλιώς».
«Τι;» ρώτησα έκπληκτη με τη λογική του.
«Θα μου περάσει. Ο γιατρός λέει ότι μπορώ να ξαναμπώ στη θάλασσα σε οκτώ μέρες».
Ήταν στα καλά του; Ήθελα να του πω ότι απαγορευόταν να πλησιάσει το νερό μέχρι τα τριάντα πέντε το, δάγκωσα όμως τη γλώσσα μου και προσευχήθηκα να ξεχάσει το σέρφινγκ.
Στη διάρκεια των επόμενων εφτά ημερών με πίεζε να τον αφήσω να ξαναπάει στη θάλασσα. Μια μέρα, όταν του είπα με αποφασιστικότητα ‘όχι’ για εκατοστή φορά, έστρεψε εναντίον μου τα δικά του όπλα.
«Μαμά, μας έχεις μάθει να μην παραιτούμαστε ποτέ προκειμένου για κάτι που αγαπάμε».
Μετά μου έδωσε ένα κορνιζαρισμένο ποίημα του Λάνγκστον Χιούζ που αγόρασε «επειδή μου θυμίζει εσένα».

Μητέρα προς γιο

Λοιπόν, γιε μου, θα σου πω:
Η ζωή για μένα δεν υπήρξε κρυστάλλινο σκαλοπάτι.
Είχε μέσα καρφιά
Και σκλήθρες
Και σκισμένες σανίδες
Και σημεία χωρίς χαλιά στο πάτωμα – Γυμνά.
Ήταν όμως ένα συνεχές σκαρφάλωμα
Κι ανέβασμα σε πλατύσκαλα,
Και στρίψιμο σε γωνίες,
Και καμιά φορά βάδισμα μέσα στο σκοτάδι
Χωρίς καθόλου φως.
Γι’  αυτό, αγόρι μου, μη γυρίσεις πίσω,
Μην καθίσεις κάτω, πάνω στα σκαλιά
Γιατί θ’ ανακαλύψεις πως είναι κάπως σκληρά.
Μην πέσεις τώρα,
Γιατί εγώ προχωρώ ακόμα, αγόρι μου,
Ακόμα σκαρφαλώνω
Κι η ζωή για μένα δεν υπήρξε κρυστάλλινο σκαλοπάτι.

Υποχώρησα.
Ο Ντάνιελ ήταν τότε απλώς ένα παιδί με πάθος για το σέρφινγκ. Τώρα είναι άντρας με υποχρεώσεις. Είναι ένας από τους 25 καλύτερους επαγγελματίες του σέρφινγκ στον κόσμο.
Δοκιμάστηκα στον ίδιο το χώρο μου, πάνω σε μια αρχή που δίδασκα μπροστά σε ακροατήριο και σε μακρινές πόλεις: «Οι φλογεροί άνθρωποι αγκαλιάζουν αυτό που αγαπούν και ποτέ δεν παραιτούνται απ’ αυτό».

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Μια ακόμη φορά






Υπάρχει ένα αγγλικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, που εκτυλίσσεται σε μια μικρή πόλη της Ουαλίας στην οποία κάθε χρόνο στα τελευταία πεντακόσια χρόνια, όλος ο κόσμος μαζεύεται στην εκκλησία τη νύχτα των Χριστουγέννων και προσεύχεται. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ανάβουν φανάρια με κεριά και, ψάλλοντας χριστουγεννιάτικα άσματα, διανύουν πεζοί μερικά χιλιόμετρα ακολουθώντας έναν αγροτικό δρόμο που οδηγεί σε μια παλιά, εγκαταλειμμένη, πέτρινη καλύβα. Εκεί φτιάχνουν το σκηνικό της γέννησης και, φυσικά, μια φάτνη. Και με απλότητα και ευσέβεια, γονατίζουν και προσεύχονται. Οι ύμνοι τους ζεσταίνουν τον παγωμένο αέρα του Δεκέμβρη. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης που μπορούν να περπατήσουν, βρίσκονται εκεί.
Υπάρχει κάποιος μύθος σ’ εκείνη την πόλη, που λέει ότι αν είναι όλοι οι κάτοικοι παρόντες τη νύχτα των Χριστουγέννων κι αν προσευχηθούν όλοι με απόλυτη πίστη, τότε, και μόνο τότε, με το που θα σημάνει το ρολόι δώδεκα, θα έρθει η Δευτέρα Παρουσία. Και για πεντακόσια χρόνια έρχονται σ’ αυτό το πέτρινο ερείπιο και προσεύχονται. Η Δευτέρα Παρουσία όμως δε φάνηκε.
Στο μυθιστόρημα, γίνεται η εξής ερώτηση σ’ έναν από τους ήρωες: «Πιστεύεις ότι ο Κύριος θα έρθει ξανά, τη νύχτα των Χριστουγέννων, στην πόλη μας;»
«Όχι¨, απαντά εκείνος, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι δεν το πιστεύω».
«Τότε γιατί πας κάθε χρόνο;»
«Α», λέει, «δε θα ‘θελα να είμαι ο μόνος απών σε περίπτωση που θα συνέβαινε».

Πρόκειται για πολύ αδύνατη πίστη, έτσι δεν είναι; Δεν παύει όμως να είναι πίστη. Όπως λέει η Καινή Διαθήκη, χρειαζόμαστε μόνο ¨πίστιν ως κόκκον σινάππεως¨ για να κερδίσουμε τη βασιλεία των ουρανών. Και μερικές φορές, όταν έχουμε να κάνουμε με προβληματικά παιδιά, με εφήβους σε διαταραγμένη ψυχολογική κατάσταση, με αλκοολικούς ή βίαιους ή καταθλιπτικούς και με τάσεις αυτοκτονίας συντρόφους, με φίλους ή πελάτες… σ’ αυτές τις περιπτώσεις, χρειαζόμαστε έστω κι εκείνη τη λίγη πίστη που έκανε αυτόν τον άντρα να πηγαίνει κάθε χρόνο στην ερειπωμένη καλύβα, τη νύχτα των Χριστουγέννων. Μια ακόμα φορά. Αυτή τη φορά ίσως καταφέρω να κάνω κάτι.
Καλούμαστε καμιά φορά να δουλέψουμε με ανθρώπους για τους οποίους οι άλλοι έχουν χάσει κάθε ελπίδα. Ίσως έχουμε ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αλλαγής ή εξέλιξης. Σ’ αυτές τις στιγμές είναι που, αν μπορούμε να βρούμε εκείνο το ψίχουλο της ελπίδας, μπορεί να πάρουμε τη στροφή, να πετύχουμε κάποια αισθητή πρόοδο, να σώσουμε κάποιον που αξίζει να σωθεί. Σε παρακαλώ δοκίμασε φίλε μου, μια φορά ακόμα.

Hanoch McCarty

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Πίστη






Είμαστε σκληρή ράτσα εμείς οι τετραπληγικοί. Αν δεν είμαστε δε θα ζούσαμε σήμερα. Ναι, είμαστε σκληρή ράτσα. Από πολλές απόψεις έχουμε ευνοηθεί με πρακτική σκέψη και αντίληψη που δε δίνεται σε όλους.
Και θα πω ότι αυτή η άρνηση από μέρους ενός ανθρώπου της ολικής ή απόλυτης αποδοχής της αναπηρίας, είναι αποτέλεσμα ενός πράγματος, της πίστης, μιας θεϊκής σχεδόν πίστης.
Στην αίθουσα υποδοχής του Ινστιτούτου Σωματικής Ιατρικής και Αποκατάστασης στη Νέα Υόρκη, υπάρχει μια μπρούτζινη πλάκα στερεωμένη στον τοίχο. Στη διάρκεια των μηνών που πηγαινοερχόμουν στο Ινστιτούτο για θεραπεία – δυο τρεις φορές τη βδομάδα – διέσχισα με το καροτσάκι μου αυτήν την αίθουσα υποδοχής πολλές φορές, όταν πήγαινα κι όταν έφευγα. Ποτέ όμως δε χασομέρησα να τραβηχτώ στην άκρη και να διαβάσω αυτά που ήταν γραμμένα στην πλάκα – από κάποιο Ομοσπονδιακό στρατιώτη, όπως έλεγε. Ένα απόγευμα όμως το έκανα. Το διάβασα και μετά το ξαναδιάβασα. Όταν το διάβασα για δεύτερη φορά, ήμουν έτοιμος να εκραγώ – όχι από απελπισία, αλλά από μια εσωτερική φλόγα που με έκανε να σφίξω τα σίδερα του αναπηρικού μου καροτσιού. Θα ήθελα να τη μοιραστώ μαζί σας.

Σύμβολο πίστης γι’ αυτούς που έχουν υποφέρει

-        Ζήτησα από το Θεό δύναμη για να κάνω άθλους. Έγινα αδύνατος για να μπορώ ταπεινά να υπακούω…
-        Ζήτησα υγεία για να μπορώ να κάνω μεγάλα πράγματα. Μου δόθηκε αναπηρία για να μπορώ να κάνω καλύτερα πράγματα…
-        Ζήτησα πλούτη για να μπορέσω να γίνω ευτυχισμένος. Μου δόθηκε φτώχεια για να μπορέσω να γίνω σοφός…
-        Ζήτησα εξουσία για να μπορώ ν’ απολαμβάνω τα εγκώμια των ανθρώπων. Μου δόθηκε αδυναμία για να μπορώ να νιώθω την ανάγκη του Θεού…
-        Ζήτησα όλα τα πράγματα που θα μπορούσα ν’ απολαύσω στη ζωή μου. Μου δόθηκε ζωή για να μπορώ ν’ απολαύσω όλα τα πράγματα…

Δεν πήρα τίποτα απ’ όσα ζήτησα, αλλά πήρα όλα όσα ήλπιζα.
Οι επιθυμίες μου που ποτέ δεν έγιναν αντικείμενο προσευχής, εκπληρώθηκαν.
Είμαι ένα από τους πιο ευνοημένους ανθρώπους!

Roy Campanella


Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Αυτό που είσαι, είναι εξίσου σημαντικό με αυτό που κάνεις






Ήταν ένα ηλιόλουστο απόγευμα Σαββάτου, στην πόλη της Οκλαχόμα. Ο φίλος μου και περήφανος πατέρας Μπόμπι Λιούις πήγαινε τα δυο αγοράκια του για να παίξουν γκολφ. Πλησίασε τον άνθρωπο που πουλούσε τα εισιτήρια και ρώτησε: «Πόσο κάνει η είσοδος;»
Εκείνος του απάντησε: «3 δολάρια για σας και 3 δολάρια για κάθε παιδί πάνω από έξι χρονών. Τα παιδιά περνούν ελεύθερα αν είναι έξι και κάτω. Πόσων χρονών είναι;»
Ο Μπόμπι τότε του είπε: «Ο δικηγόρος είναι τριών κι ο γιατρός εφτά, έτσι μάλλον σου οφείλω 6 δολάρια».
«Ε, μήπως κερδίσατε πριν λίγο το λαχείο, κύριε;», σχολίασε ο άντρας πίσω από το ταμείο. «Θα γλιτώνατε τρία δολάρια αν μου λέγατε ότι είναι έξι χρονών. Δεν μπορούσα να ελέγξω αν είναι έξι ή εφτά χρονών».
«Εσείς δεν μπορείτε να ελέγξετε αν είναι έξι ή εφτά χρονών, τα παιδιά όμως ξέρουν», αποκρίθηκε ο Μπόμπι.
Όπως είπε ο Έμερσον, «το ποιος είσαι μιλά τόσο δυνατά, που δεν μπορώ να ακούσω τι λες». Σε δύσκολες εποχές, όταν η ηθική είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ άλλοτε, έχε το νου σου να δίνεις το καλό παράδειγμα σ’ όσους δουλεύουν και ζουν μαζί σου.

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Εξυπηρέτηση με χαμόγελο






Κάποιος έγραψε ένα γράμμα σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, σε μια πόλη του Μίντουεστ την οποία σκόπευε να επισκεφθεί στη διάρκεια των διακοπών του. Έλεγε τα εξής:
«Θα ήθελα πάρα πολύ να φέρω μαζί μου και το σκύλο μου. Είναι καθαρός και περιποιημένος και συμπεριφέρεται άψογα. Θα μου επιτρέπατε να τον κρατήσω στο δωμάτιό μου, μαζί μου, το βράδυ;»
Η απάντηση ήρθε αμέσως από τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου:
«Έχω αυτό το ξενοδοχείο εδώ και πολλά χρόνια. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ποτέ κανένας σκύλος δε μου έκλεψε τις πετσέτες, τα κλινοσκεπάσματα ή τους πίνακες από τους τοίχους.
Ποτέ δε χρειάστηκε να διώξω από το ξενοδοχείο μέσα στη νύχτα ένα σκύλο επειδή ήταν μεθυσμένος και συμπεριφερόταν άσχημα. Και ποτέ κανένας σκύλος δεν το έσκασε για να μην πληρώσει το λογαριασμό.
Ναι, ο σκύλος σας είναι ευπρόσδεκτος στο ξενοδοχείο. Κι αν ο σκύλος σας είναι πρόθυμος να σας εγγυηθεί, μπορείτε να έρθετε να μείνετε κι εσείς».

Karl Albrecht & Ron Zenke

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Η γη κινήθηκε για εσάς;






Η εντεκάχρονη Άντζελα χτυπήθηκε από μια εκφυλιστική αρρώστια που επηρέασε και το νευρικό της σύστημα. Δεν ήταν σε θέση να περπατήσει και οι κινήσεις της γενικά ήταν περιορισμένες. Οι γιατροί δεν της έδιναν πολλές ελπίδες ανάρρωσης. Οι προβλέψεις τους ήταν ότι θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής της σε αναπηρικό καροτσάκι. Είπαν ότι κανένας ή ελάχιστοι κατάφεραν να ξαναβρούν το φυσιολογικό τους εαυτό μετά από τη συγκεκριμένη αρρώστια. Το κοριτσάκι έμεινε απτόητο. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου, βεβαίωνε όποιον ήταν πρόθυμος να την ακούσει ότι σίγουρα θα περπατούσε ξανά μια μέρα.
Μεταφέρθηκε σ’ ένα ειδικό νοσοκομείο αποκατάστασης, στην περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο. Χρησιμοποιήθηκαν όλες οι θεραπευτικές αγωγές που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την περίπτωσή της. Οι θεράποντες γοητεύτηκαν από το αδάμαστο πνεύμα της. Της έκαναν μαθήματα οραματισμού – να βλέπει με τη φαντασία της τον εαυτό της να περπατάει. Αυτό, αν δεν επρόκειτο να της κάνει τίποτε άλλο θα της έδινε τουλάχιστον ελπίδες, καθώς και μια απασχόληση στη διάρκεια των τόσων ωρών που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Εκείνη χρησιμοποίησε με επιμονή αυτήν την τακτική, φανταζόταν τον εαυτό της να περπατά, να κινείται, να κινείται!
Μια μέρα, καθώς πάλευε με όλες της τις δυνάμεις να φανταστεί τα πόδια της να κινούνται ξανά, της φάνηκε σαν να έγινε κάποιο θαύμα: Το κρεβάτι κινήθηκε! Το κρεβάτι άρχισε να κινείται γύρω γύρω στο δωμάτιο! Η κοπέλα άρχισε να τσιρίζει: «Κοιτάξτε τι κάνω! Κοιτάξτε! Κοιτάξτε! Μπορώ! Κινήθηκα, κινήθηκα!»
Εκείνη τη στιγμή, βέβαια, όλοι φώναζαν στο νοσοκομείο κι έτρεχαν να προφυλαχτούν. Ακούγονταν στριγκλιές, έπεφταν πράγματα, έσπαζαν τζάμια. Ήταν ο μεγάλος σεισμός του Σαν Φρανσίσκο. Μην το πείτε όμως αυτό στην Άντζελα. Εκείνη είναι πεπεισμένη πως τα κατάφερε. Και τώρα, λίγα μόνο χρόνια μετά, ξαναγύρισε στο σχολείο. Γύρισε περπατώντας με τα δυο της πόδια. Ούτε πατερίτσες ούτε αναπηρικό καροτσάκι. Βλέπετε, ένας άνθρωπος που μπορεί να τραντάξει τη γη ανάμεσα στο Σαν Φρανσίσκο και το Όκλαντ, μπορεί να νικήσει μια αμελητέα, τόση δα αρρώστια, έτσι δεν είναι;

Hanoch McCarty

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Το άγγιγμα






Είναι κόρη μου και ζει στον ίλιγγο των δεκαέξι της χρόνων. Μετά από μια σύντομη αρρώστια που πέρασε, έμαθε ότι η καλύτερη φίλη της θα μετακόμιζε σύντομα για κάπου αλλού. Στο σχολείο δεν πήγαινε τόσο καλά όσο ήλπιζε ή όσο ελπίζαμε η μητέρα της κι εγώ. Μέσα από τις κουβέρτες που τη σκέπαζαν, καθώς κουλουριάστηκε στο κρεβάτι αναζητώντας εκεί ανακούφιση, ανάβλυζε θλίψη. Ήθελα ν’ απλώσω το χέρι μου και να ξεριζώσω, αν ήταν δυνατό, όλη τη δυστυχία που ρίζωνε στη νεανική ψυχή της. Ωστόσο, όσο και να τη νοιαζόμουν και να ήθελα να βγάλω από μέσα της τη θλίψη, ήξερα πόση σημασία είχε να βαδίσω προσεκτικά.
Σαν ψυχοθεραπευτής είχα μάθει πολλά σχετικά με τον ακατάλληλο τρόπο έκφρασης της βαθιάς ψυχικής σχέσης μεταξύ πατέρα και κόρης, κυρίως από πελάτισσές μου των οποίων η ζωή είχε γίνει συντρίμμια από σεξουαλική κακοποίηση. Έχω επίσης υπόψη μου, πόσο η έγνοια για ένα πρόσωπο και η στενή επαφή μπορεί να πάρει σεξουαλική μορφή και ιδιαίτερα για άντρες που νιώθουν το συναισθηματικό πεδίο σαν ξένο έδαφος και που παρερμηνεύουν κάθε έκφραση στοργής, θεωρώντας την σαν σεξουαλική πρόκληση. Πόσο πιο απλό ήταν να την κρατώ και να την παρηγορώ όταν ήταν δυο, τριών, τεσσάρων ή ακόμα και εφτά χρονών… Τώρα όμως το σώμα της, η κοινωνία μας και ο ανδρισμός μου, όλα φαίνονταν να συνωμοτούν εναντίον της επιθυμίας μου να την παρηγορώ. Πώς θα μπορούσα να την παρηγορήσω, όμως, εξακολουθώντας να κρατώ τις αναγκαίες αποστάσεις ανάμεσα στον πατέρα και την έφηβε κόρη του; Περιορίστηκα να της προτείνω ένα μασάζ στην πλάτη. Συμφώνησε.
Επιδόθηκα σ’ ένα απαλό μασάζ στην κοκαλιάρικη πλάτη και τους σφιγμένους ώμους της, ενώ συγχρόνως της ζητούσα συγγνώμη για την πρόσφατη απουσία μου. Της εξήγησα πως μόλις γύρισα από ένα διεθνή διαγωνισμό μασάζ της πλάτης, όπου είχα έρθει τέταρτος στον τελικό. Τη διαβεβαίωσα ότι είναι δύσκολο να κάνει κανείς καλύτερο μασάζ στην πλάτη από έναν στοργικό πατέρα, ειδικά όταν πρόκειται για ένα στοργικό πατέρα που έχει πάρει παγκόσμια διάκριση στο μασάζ της πλάτης. Της εξιστόρησα όλα τα σχετικά με το διαγωνισμό και τους διαγωνιζόμενους, καθώς οι παλάμες και τα δάχτυλά μου προσπαθούσαν να χαλαρώσουν τους τεντωμένους μύες και να μειώσουν την ένταση που κυρίεψε τη νεανική της ζωή.
Της είπα για τον υπερήλικα, συρρικνωμένο Ασιάτη που ήρθε τρίτος στο διαγωνισμό. Έχοντας περάσει όλη του τη ζωή μελετώντας βελονισμό και σιάτσου, απέκτησε την ικανότητα να συγκεντρώνει όλη του την ενέργεια στα δάχτυλά του, ανάγοντας το μασάζ της πλάτης σε υψηλή τέχνη. «Πίεζε τις παλάμες και τα δάχτυλά του με φοβερή ακρίβεια», εξήγησα δίνοντας στην κόρη μου ένα δείγμα των όσων είχα μάθει από τον ηλικιωμένο αυτόν άντρα. Βόγκηξε, χωρίς να είναι σαφές αν αυτό ήταν από ευχαρίστηση ή από πόνο. Μετά της είπα για τη γυναίκα που ήρθε δεύτερη. Ήταν από την Τουρκία και από τα παιδικά της χρόνια έκανε συνεχώς εξάσκηση στο χορό της κοιλιάς, έτσι μπορούσε να κάνει τους μύες της να κινούνται και να κάνουν κυματικές πτυχώσεις, όπως η επιφάνεια ενός υγρού. Όταν έκανε μασάζ στην πλάτη, τα δάχτυλά της ξυπνούσαν στους κουρασμένους μύες και στα ταλαιπωρημένα κορμιά μια παρόρμηση για δόνηση, κίνηση και χορό. «Έκανε τα δάχτυλά της να περπατούν και οι μύες ακολουθούσαν βήμα βήμα», είπα δίνοντας και παράδειγμα στην πράξη.
“Αυτό είναι παράξενο», ακούστηκε πνιγμένα καθώς το πρόσωπό της ήταν βυθισμένο μέσα στο μαξιλάρι. Το αστείο μου ήταν άραγε παράξενο ή το άγγιγμά μου;
Μετά, τελείωσα το μασάζ της κόρης μου και μείναμε αμίλητοι. Σε λίγο με ρώτησε: «Λοιπόν, ποιος πήρε την πρώτη θέση;»
«Δε θα το πιστέψεις!» είπα. «Ένα μωρό!» Κι εξήγησα πως τα απαλά, χωρίς επιφυλάξεις αγγίγματα ενός παιδιού που εξερευνά το δέρμα και τις μυρωδιές και τις γεύσεις, δεν μπορεί να τα φτάσει κανένα άλλο άγγιγμα στον κόσμο. Εξερεύνηση απαλή και όχι προδιαγεγραμμένη. Μικρούτσικα χεράκια που λένε πολύ περισσότερα απ’ ότι θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις. Για το δυνατό δεσμό. Για την εμπιστοσύνη. Για την άδολη αγάπη. Και μετά την άγγιξα τρυφερά και απαλά όπως έμαθα από το μωρό. Θυμήθηκα ζωηρά τη δική της βρεφική ηλικία – όταν την κρατούσα, την κουνούσα εδώ κι εκεί, την παρακολουθούσα να προχωρεί ψηλαφητά μέσα στον κόσμο και να μεγαλώνει. Συνειδητοποίησα πως αυτή ήταν, στην πραγματικότητα, που με δίδαξε το άγγιγμα του μωρού.
Μετά από λίγη ακόμα ώρα απαλού μασάζ, μέσα στη σιωπή, είπα ότι ήμουν ευχαριστημένος που είχα μάθει τόσα πολλά από τους καλύτερους ειδικούς του κόσμου στο μασάζ της πλάτης. Της εξήγησα πώς έγινα ακόμα καλύτερους μασέρ πλάτης για μια δεκαεξάχρονη θυγατέρα που έκανε μια επίπονη πορεία προς την ενηλικίωση. Απηύθυνα μια σιωπηλή προσευχή, εκφράζοντας τις ευχαριστίες μου και παραδόθηκε στα χέρια μου μια τέτοια ζωή, και που μου δόθηκε η ευλογία να αγγίξω έστω κι ένα μέρος της.

Victor Nelson

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Ενθάρρυνση






Μερικές από τις περιπτώσεις μεγάλων επιτευγμάτων που κατέγραψε η ιστορία, ήταν αποτέλεσμα μιας ενθαρρυντικής λέξης ή μιας πράξης που έδειχνε πίστη από μέρους ενός αγαπημένου προσώπου ή ενός πιστού φίλου. Αν δεν είχε μια γυναίκα με τόση πίστη στις ικανότητές του, τη Σοφία, ίσως να μην συγκαταλεγόταν σήμερα ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας ο Ναθαναήλ Χόθορν. Όταν ο Χόθορν, ψυχικά τραυματισμένος, πήγε στο σπίτι του για να πει στη γυναίκα του ότι ήταν αποτυχημένος κι ότι τον απέλυσαν από τη δουλειά του στο τελωνείο, με έκπληξη την άκουσε να βγάζει μια κραυγή χαράς.
«Τώρα», είπε ενθουσιασμένη, «μπορείς να γράψεις το βιβλίο σου!»
«Ναι», αποκρίθηκε εκείνος με κλονισμένο το ηθικό του. «Και πώς θα ζήσουμε όσο θα γράφω;»
Έκπληκτος, την είδε ν’ ανοίγει ένα συρτάρι και να βγάζει από μέσα ένα σημαντικό χρηματικό ποσό.
«Που στο καλό τα βρήκες αυτά;» ξεφώνισε.
«Ήξερα πάντα ότι ήσουν διάνοια», του είπε. «Ήξερα ότι μια μέρα θα γράψεις ένα αριστούργημα. Έτσι, κάθε εβδομάδα αποταμίευα λίγα από τα λεφτά που μου έδινες για το σπίτι. Γι’ αυτό τώρα έχουμε αρκετά για να ζήσουμε ένα χρόνο».
Από την πίστη της προς αυτόν και την πεποίθησή της, προέκυψε ένα από τα μυθιστορήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας: «Το κόκκινο γράμμα» (The scarlet Letter).

Nido Qubein

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Όλα όσα θυμάμαι






Ο πατέρας μου συνήθιζε, κάθε φορά που επρόκειτο να μου πει κάτι, ν’ αρχίζει με τη φράση: «Σου είπα σήμερα πόσο σε λατρεύω;» Αυτή η λεκτική έκφραση της αγάπης υπήρξε αμοιβαία κι όταν εκείνος προχώρησε σε ηλικία και είχε αρχίσει η εξασθένησή του να είναι πιο ορατή, δεθήκαμε ακόμα πιο πολύ… αν υπήρχαν ακόμα περιθώρια για κάτι τέτοιο.
Στα 82 του χρόνια ήταν πια έτοιμος να πεθάνει και εγώ ήμουν έτοιμη να τον αφήσω να φύγει, για να λυτρωθεί από τον πόνο. Γελάσαμε και κλάψαμε μαζί, και κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου εκφράσαμε ο καθένας την αγάπη του προς τον άλλον και συμφωνήσαμε πως ήταν ώρα. «Πατέρα», του είπα, «όταν φύγεις θέλω να μου κάνεις ένα σήμα ότι είσαι καλά». Γέλασε με το παράλογο αίτημά μου. Ο πατέρας μου δεν πίστευε στη μετενσάρκωση. Ούτε κι εγώ ήμουν βέβαιη ότι πίστευα, αν και είχα αρκετές εμπειρίες που με έκαναν να πιστεύω ότι είναι δυνατό να πάρει κανείς σήμα «από την αντίπερα όχθη».
Ο πατέρας κι εγώ ήμαστε τόσο συνδεδεμένοι, που ένιωσα την καρδιακή προσβολή του στο στήθος μου τη στιγμή που πέθαινε. Αργότερα ένιωσα πιο έντονο τον πόνο του θανάτου του, γιατί στο νοσοκομείο, με τη στείρα γνώση τους, δε μ’ άφησαν να του κρατώ το χέρι την ώρα που έφευγε.
Μέρα με τη μέρα προσευχόμουν να πάρω κάποιο σήμα του, μάταια όμως. Κάθε βράδυ, πριν με πάρει ο ύπνος, παρακολουθούσα να δω ένα όνειρο. Ωστόσο, πέρασαν τέσσερις ολόκληροι μήνες χωρίς ν’ ακούσω ή να νιώσω τίποτα πέρα από τον πόνο για την απώλειά του. Η μητέρα μου είχε πεθάνει πριν πέντε χρόνια από τη νόσο του Αλτζχάιμερ και παρόλο που είχα δικές μου κόρες, μεγάλες ήδη, ένιωσα σαν χαμένο παιδί.
Μια μέρα, καθώς ήμουν ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι του μασάζ και περίμενα να έρθει η ώρα του ραντεβού μου, σε μια ήσυχη αίθουσα με απαλό φωτισμό, ένιωσα ξαφνικά να με κατακλύζει ένα κύμα νοσταλγίας για τον πατέρα μου. Άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν ήταν μεγάλη απαίτηση από μέρους μου να του ζητήσω κάποιο σήμα. Ένιωθα ότι ο νους μου βρισκόταν σε κατάσταση υπερλειτουργίας. Αισθανόμουν μια άγνωστη για μένα γλαφυρότητα, τόση που θα μπορούσα να προσθέσω ολόκληρες στήλες με αριθμούς από μνήμης. Προσπάθησα να βεβαιωθώ ότι ήμουν πράγματι ξύπνια, ότι δεν ήταν όνειρο, και διαπίστωσα ότι ήμουν τόσο μακριά από την κατάσταση του ονείρου όσο μπορεί κανείς να είναι. Κάθε σκέψη μου ήταν σαν σταγόνα νερού που τάραζε την επιφάνεια μιας ήρεμης λίμνης, και μ’ εντυπωσίαζε η γαλήνη κάθε λεπτού που περνούσε. Και τότε σκέφτηκα: «Προσπαθώ να ελέγξω τα μηνύματα από την αντίπερα όχθη. Θα το σταματήσω αυτό».
Ξαφνικά, είδα μπροστά μου το πρόσωπο της μητέρας μου – όπως τη θυμόμουν πριν η νόσος του Αλτζχάιμερ την απογυμνώσει από τις διανοητικές λειτουργίες, την ανθρώπινη φύση της και 25 κιλά. Τα υπέροχα ασημένια μαλλιά της στεφάνωναν το γλυκό της πρόσωπο. Φαίνοταν τόσο πραγματική και ήταν τόσο κοντά μου, που νόμιζα πως θα μπορούσα ν’ απλώσω το χέρι και να την αγγίξω. Ήταν όπως πριν από καμιά δωδεκαριά χρόνια, πριν αρχίσει να παρακμαζει. Μου χτύπησε ακόμα και η μυρωδιά του Τζόι, που ήταν το αγαπημένο της άρωμα. Δεν είπε λέξη, φαινόταν να περιμένει. Αναρωτιόμουν πώς συνέβη, ενώ σκεφτόμουν τον πατέρα μου να εμφανιστεί η μητέρα μου, κι ένιωσα ένα αίσθημα ενοχής που δεν την αναζητούσα κι αυτήν.
«Μητέρα», είπα, «λυπάμαι που υπέφερες από εκείνη τη φοβερή αρρώστια».
Έγειρε το κεφάλι της ελαφρά προς το πλευρό, σαν να ήθελε να μου πει ότι άκουσε τι της είπα για το βάσανο που τράβηξε. Μετά μου χαμογέλασε – ήταν ένα όμορφο, γλυκό χαμόγελο – και είπε πολύ καθαρά, «Το μόνο που θυμάμαι όμως, είναι η αγάπη». Και χάθηκε στη στιγμή.
Μ’ έπιασε ρίγος νιώθοντας το δωμάτιο να παγώνει ξαφνικά, έχοντας μέσα μου μια βαθιά συναίσθηση πως η αγάπη που δίνουμε και παίρνουμε είναι το μόνο που μετρά και το μόνο που μένει. Ο πόνος χάνεται, η αγάπη μένει.
Τα λόγια της είναι τα πιο σημαντικά που άκουσα ποτέ, κι εκείνη η στιγμή έμεινε για πάντα χαραγμένη στην καρδιά μου.
Ποτέ δεν είδα ή άκουσα κάποιο σημάδι από τον πατέρα μου, δεν έχω όμως καμιά αμφιβολία πως κάποια μέρα, σε κάποια στιγμή που δε θα το περιμένω, θα εμφανιστεί και θα μου πει: «Σου το ‘πα σήμερα πως σ’ αγαπώ;»

Bobbie Probstein