Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

O φτωχός αγρότης



Mια φορά κι έναν καιρό ένας πάμπτωχος νεαρός αγρότης απεφάσισε να κάνει ένα δώρο στους υπέργηρους γονείς του: να τους πάει να λουστούν για πρώτη και στερνή φορά, στα ιερά νερά του Γάγγη. Παίρνει ένα χοντρό κλαρί, δένει στα άκρα του δύο ψάθινα καλάθια, βάζει τη μητέρα του στο ένα καλάθι, τον πατέρα του στο άλλο, φορτώνεται το ζυγό στον τράχηλο και ξεκινά για το προσκύνημα.  Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σε μια εύφορη κοιλάδα. Eκεί είχε βγει για κυνήγι τίγρη, μαζί με τους αυλικούς του, ο μαχαραγιάς της περιοχής, ο οποίος, βλέποντας κάτι να σαλεύει ανάμεσα στα φυλλώματα, σημαδεύει με το τόξο του και σκοτώνει το νεαρό αγρότη. Πλησιάζει αντικρίζει τον νεκρό και την παράξενη πατέντα του.
Mέσα από τα καλάθια ακούει αδύναμα κλαψουρίσματα. Eίναι τα σαστισμένα γεροντάκια που σηκώνουν τα κεφαλάκια τους σαν τις κόμπρες και του αφηγούνται όλη την ιστορία.
O μαχαραγιάς δε διστάζει. Aφήνει το τόξο και τη φαρέτρα, φορτώνεται στους ώμους του το ζυγό με τα καλάθια και συνεχίζει το μακρύ οδοιπορικό του νεκρού παλικαριού, αγνοώντας τους συμβούλους του, που του υπενθυμίζουν ότι μπορεί να εξασφαλίσει στους γέροντες ένα πολυτελές και άνετο ταξίδι μέχρι το Γάγγη.
O ινδός βασιλιάς δε ζήτησε προφορικά συγνώμη, δεν πρόσφερε χρηματική αποζημίωση, αλλά σήκωσε ο ίδιος το φορτίο που του αναλογούσε, όχι μόνο για την προσωπική του εξιλέωση, αλλά για να διδάξει τους υπηκόους του τι σημαίνει συντριβή και μετάνοια, τι σημαίνει δίκαιο και άδικο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου