Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Ο βασιλιάς και ο ψαράς




Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς και ταξίδευε με το προσωπικό του σκάφος. Όμως, σε μια κακοκαιρία, το σκάφος βούλιαξε και ο βασιλιάς κινδύνεψε να πνιγεί. Τούτο και θα γινόταν, εάν δεν έβλεπε τη σκηνή ένας ταπεινός ψαράς και με κίνδυνο της ζωής του δεν έσωζε τη ζωή του βασιλιά.
Ο βασιλιάς θέλησε να ευχαριστήσει τον ψαρά και του έταξε το εξής: "Βγες με τη βάρκα σου για ψάρεμα και όσα ψάρια πιάσεις θα σου δώσω το βάρος τους σε χρυσάφι", του είπε.
Χαρούμενος ο ψαράς, φόρτωσε στο καΐκι του το πιο μεγάλο του δίχτυ και ανοίχτηκε για να ψαρέψει. Ωστόσο, η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Όταν τράβηξε τα δίχτυα του, για πρώτη φορά στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Μόνο ένα μάτι από ψάρι είχε πιαστεί σε ένα από τα άγκιστρα του διχτυού.
Απογοητευμένος ο ψαράς πήρε τη μηδαμινή ψαριά του και κίνησε για το παλάτι. Εκεί ο βασιλιάς είχε ετοιμάσει την αίθουσα του θρόνου για την τελετή της ανταμοιβής. Στο κέντρο της αίθουσας είχε στηθεί μια μεγάλη ζυγαριά ακριβείας, με δύο τάσια: στο ένα θα έβαζαν την ψαριά και στο άλλο το χρυσάφι. Δίπλα στη ζυγαριά είχε στηθεί ένας σωρός από μικρά τσουβάλια χρυσού.  Όταν ο ψαράς έδειξε το μάτι που του είχε αποφέρει η ψαριά εκείνης της ημέρας, ο βασιλιάς γέλασε. "Είσαι πολύ άτυχος αγαπητέ μου", του είπε, "ωστόσο ας τηρήσουμε τη συμφωνία κι ας ζυγίσουμε την ψαριά σου". Έβαλε λοιπόν το μάτι του ψαριού στο ένα τάσι της ζυγαριάς κι έριξε ένα τσουβαλάκι χρυσού στο άλλο, σκοπεύοντας να φανεί όσο το δυνατόν γενναιόδωρος. Προς μεγάλη έκπληξη όλων των παρευρισκομένων, η ζυγαριά δεν έγειρε προς το μέρος του χρυσού, παρά το γεγονός ότι ένα τσουβάλι χρυσάφι είναι σίγουρα πιο βαρύ από ένα μάτι ψαριού.
Γεμάτος περιέργεια ο βασιλιάς, έριξε κι ένα δεύτερο τσουβαλάκι χρυσάφι στη ζυγαριά, ξανά όμως αυτή δεν κινήθηκε καθόλου και το μάτι έδειχνε να είναι και πάλι πιο βαρύ. Έριξε τρίτο, έριξε τέταρτο και το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Στο τέλος είχε ρίξει όλο το χρυσάφι που υπήρχε στην αίθουσα κι όμως το μάτι ακόμη έδειχνε βαρύτερο.
Γεμάτος απορία ο βασιλιάς, έστειλε τον αγγελιοφόρο του να φωνάξει στο παλάτι το σοφό του βασιλείου, έναν γέροντα ερημίτη που είχε τη σκήτη του στο βουνό. Μετά από αρκετή αναμονή, ο σοφός έφτασε στην αίθουσα του θρόνου. Ο βασιλιάς του εξήγησε το τι ακριβώς είχε συμβεί και του ζήτησε να του δώσει μια εξήγηση για το θαυμαστό αυτό γεγονός.
Ο σοφός περιεργάστηκε για λίγο τη ζυγαριά με το μάτι και το χρυσάφι, χωρίς να μιλήσει και ξαφνικά πήγε στο τζάκι, πήρε μια χούφτα στάχτη και με αυτήν κάλυψε το μάτι. Άξαφνα η ζυγαριά ανατράπηκε με πάταγο που έκανε όλους τους αυλικούς αλλά και το βασιλιά να τιναχτούν έντρομοι από τη θέση τους. Η ισορροπία και η λογική είχαν επιτέλους αποκατασταθεί.
Ο βασιλιάς ζήτησε εξηγήσεις από το σοφό, για το τι είχε στην πραγματικότητα συμβεί. "Βασιλιά μου", απάντησε ο γέροντας, "το μάτι δεν χορταίνει ποτέ, όσο χρυσάφι και να του δώσεις. Εάν δεν το κάλυπτα με τη στάχτη, θα έχανες όλο σου το βασίλειο και πάλι η ζυγαριά δεν θα είχε γύρει".
Εκείνη την ημέρα υπήρξαν δύο κερδισμένοι στο βασίλειο: Ο βασιλιάς που εκτός από τη σωτηρία της ζωής του είχε κερδίσει ένα γερό μάθημα και ο ψαράς που τελικά δέχτηκε να φύγει από το παλάτι με εκατό τσουβαλάκια χρυσού...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου