Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Ο λυκαβηττός




Όταν, ανεβαίνοντας, κοιτάζανε ψηλά, προς την κορυφή της Πάρνηθας, ήταν κατακάθαρος ο ουρανός. Κάν ένα άσπρο σύννεφο δεν ταξίδευε.
- Α! Θα δούμε τη θάλασσα πέρα απʼ το Σούνιο! της έλεγε χαρούμενα.
- Θα δούμε τη λίμνη του Μαραθώνα, θα φαίνεται κι όλος ο Ευβοϊκός! Δε θα φαίνεται;
- Μα βέβαια! Θα φαίνεται όλος ο Ευβοϊκός και η λίμνη του Μαραθώνα!
Οι μικροί λόφοι, της έλεγε, κοιταγμένοι από τόσο ψηλά που θα πήγαιναν, ενώνουνται με την ίσια γηʼ μόλις μπορείς να ξεχωρίσεις τους αλαφρούς όγκους σαν παιχνίδι από φως και σκιά. Ο Λυκαβηττός…
Δεν τον άφησε να αποτελιώσει.
- Για όνομα του Θεού: Μην πεις τίποτα για το Λυκαβηττό, μην πεις τίποτα! τον παρακάλεσε και τα μάτια της λάμπανε. Ξέρω τόσο πολύ…
Και τότε, ενώ ανέβαιναν προς την υψηλή κορφή της Πάρνηθας, την Καραμπόλα, εκείνη του μίλησε για το Λυκαβηττό. Στις ρίζες του βράχου φυτρώνουν παράξενα δέντρα με χρυσό φύλλωμα και κόκκινους κορμούς. Είναι και άλλα δένδρα με στιλπνούς γαλάζιους κορμούς και γαλάζια φύλλα. Περνάς και σαλεύουν οι κορμοί και τα φύλλα. Ρωτούν συναμεταξύ τους:
«Ποιος είναι ο ξένος;»
«Είναι το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά, λέει ο ένας μικρός κορμός. Κι άλλη φορά ήρθε στα μέρη μας και με φίλησε.»
«Είσαι σίγουρος πως είναι φίλος μας;» ρωτούν τα κόκκινα δέντρα δύσπιστα.
«Μα βέβαια είμαι σίγουρος!» λέει ο μικρός κορμός. «Κοιτάξτε στο κορμί μου!»
Τρέχουν, τότε, όλα τα δέντρα και κοιτάνε το μικρό γαλάζιο σύντροφό τους: πάνω στον κορμό του βλέπουν τα σημάδια απʼ το φίλημα του κοριτσιού.
«Ε, τότε ας περάσει!» συμφωνούνε όλα τα δέντρα.
Παραμερίζουν τότε τα κλωνιά, και το νέο κορίτσι μπαίνει μέσα στο βασίλειο του Λυκαβηττού. Στον ουρανό ο ήλιος της Αθήνας λάμπει φοβερά, ψυχή δεν ακούγεται. Η γη εδώ είναι γυμνή, και το νέο κορίτσι πολύ θα ήθελε να ήταν τρόπος να βρεθεί λίγη δροσιά να φυλαχτεί. Μάντεψε την επιθυμία του το μικρό γαλάζιο δέντρο, παρακάλεσε τη γη να το αφήσει λεύτερο. Και η γη το άκουσε και το άφησε, το δέντρο, να φύγει. Έτρεξε με τα μικρά του βήματα να προφτάξει το κορίτσι και, όταν επιτέλους τόφταξε λαχανιασμένο, το παρακάλεσε θερμά:
«Μην τρέχεις τόσο κιʼ είμαι άμαθο. Για σένα έρχουμαι.»
«Για μένα, αλήθεια;» λέει το κορίτσι χαρούμενα.
Μα ναι, για σένα αλήθεια! Τα φύλλα μου γινήκανε πλατιά και περίμεναν εσένα για να σε προστατέψουν απʼ τον ήλιο.»
Χέρι-χέρι, τότε, το κορίτσι και το γαλάζιο δέντρο προχωρούν στο βασίλειο του Λυκαβηττού. Τα φύλλα τρέμουν από πάνω τους καθώς μαζεύουν τον πυκνόν ήλιο, τρέμουν από πάθος και χαρά επειδή για έναν τέτοιο σκοπό ήρθαν στη γη. Σε λίγο φτάξανε στη θάλασσα του λόφου.
«Πρόσεχε! Λέει το γαλάζιο δέντρο στο κορίτσι. Από δω και πέρα είναι θάλασσα.»
«Είναι, αλήθεια, θάλασσα στο Λυκαββητό;»
«Μα βέβαια είναι θάλασσα! Για κοίταξε!»
Κοίταξε το κορίτσι επίμονα με εμπιστοσύνη. Και τότε, στο βάθος του χώρου, άρχισαν να φαίνονται καθαρά και να πορεύονται τα κύματα. Ανέβαιναν σιγά, περνούσαν μέσα απʼ τις ρίζες των δέντρων, τις σκέπαζαν και ανέβαιναν. Ώσπου πια δεν έμεινε γη και δέντρα και φύλλωμα, όλα γίνανε νερό - κόκκινο, χρυσό και γαλάζιο νερό.
«Τι παράξενη θάλασσα που είναι! λέει το κορίτσι μαγεμένο. Τι ζει μέσα κει;»
«Α, τίποτα δε στάθηκε ακόμα στη γη άξιο να ζήσει τόση χαρά. Μονάχα τα κλαδιά μας και τα φύλλα μας μπορούν να πλένε έρημα και να περιμένουν.»
Τότε το κορίτσι παρακάλεσε θερμά το μικρό φίλο της του Λυκαβηττού:
«Πάρε με μαζί σου, δεντράκι, σʼ αυτή τη θάλασσα. Πάρε με στη θάλασσά σας…»
«Αλήθεια, το θέλεις;» είπε το δέντρο χαρούμενο.
Κι ύστερα πρόσθεσε, λυπημένα:
«Δε θα το θέλεις πια αν μάθεις πως έτσι θα πρέπει να μείνεις για πάντα μαζί μας, πάνταʼ να γίνεις κιʼ εσύ ένα δέντρο με χρυσό φύλλωμα και κλωνιά γαλάζια…»
Τότε το κορίτσι, που τόσον καιρό περίμενε την ιερή ώρα, είπε:
«Πάρε με μαζί σου δεντράκι, στο νερό. Εγώ είμαι έτοιμη. Για ό,τι λες είμαι έτοιμη.»
Κι ενώ τα μαλλιά της και τα χέρια της γίνονταν φύλλα και κλωνιά γαλάζια, κατέβηκε σιγά μές στο νερό, ώσπου τη σκέπασαν τα χρυσά και τα κόκκινα κύματα.


Ηλίας Βενέζης - συλλογή διηγημάτων από το "ΑΙΓΑΙΟ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου