Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Η συνέχεια



- Αυτό το ταξίδι του Λυκαβηττού δε μου το είχες πει ποτέ, λέει αργότερα το αγόρι στο κορίτσι.
Ναι, δεν του το είχε πει. Ζούσε πάντα ζωηρά τα παράξενα όνειρά της, και του τα έλεγε μʼ έναν τρόπο σα να μιλούσε για τα πιο οικεία και φιλικά πράγματα. Όμως το ταξίδι του Λυκαβηττού ερχόταν από πολύ βαθιά, απʼ τις μυστικές πηγές των παιδικών χρόνων, κι έπρεπε νάρθει η επίσημη ώρα για να εξομολογηθεί.
- Κι εγώ δεν ξέρω γιατί το θυμήθηκα σήμερα, του είπε. Δεν ξέρω…, είπε τρέμοντας, σαν κάτι να προαισθανόταν.
Φτάξαν στο Μπάφι, τραβήξαν προς το Κανταλίδι, κι έστριψαν το μικρό μονοπάτι με τα κόκκινα βέλη που οδηγούσε στην κορφή.
Τότε, άξαφνα, χύθηκαν και τους τυλίξαν μέσα τους. Αγέρι φυσούσε λίγο, και το πούσι έσταζε σιγά-σιγά στα κορμιά τους, ενώ τα μεγάλα θολά έλατα γύρω τους σωπαίνανε. Δε βλέπαν πια μήτε λίγα βήματα τόπο μπροστά τους. Γιʼ αυτό πιάστηκαν απʼ το χέρι.
- Μη μʼ αφήνεις και φοβάμαι…, του ψιθύρισε. Μη μʼ αφήνεις.
Ψυχή δεν ακουόταν στο δάσος, καν ένα πουλί. Τα κόκκινα βέλη ήταν η μόνη ήρεμη φωνή του βουνού. Του έσφιγγε το χέρι κάθε φορά που τα βρίσκανε, έρημα, μές στο πούσι.
- Μη φοβάσαι, της έλεγε. Τίποτα δε μπορεί να μας πειράξει.
Ο αγέρας, όσο ανέβαιναν, ολοένα γινόταν πιο αραιός. Ανάσαιναν με δυσκολία.
Ώσπου κάποτε νόμισαν πως φτάσαν στην κορφή, γιατί από μπρος κιʼ απʼ τα πλάγια τους η γη άρχιζε να χαμηλώνει. Για μια στιγμή εκείνος προχώρησε μονάχος μές στο πούσι να κοιτάξει καλύτερα, για να βρει το υψόμετρο. Το πούσι τον ρούφηξε. Άκουσε τη φωνή της να έρχεται, σαν από πολύ βάθος, σπαρακτικά:
- Γύρισε πίσω! Γύρισε πίσω! ολόλυζε.
Τη βρήκε να τον περιμένει χλωμή, με μάτια γεμάτα τρόμο!
- Φοβήθηκα πως πια δε θα γύριζες απʼ το πούσι! του είπε τρέμοντας. Και τώρα πια δεν μπορώ να σε χάσω.
Ένα μεγάλο έλατο ήταν κοντά τους. Τα κλαδιά του άπλωναν σα να τους καλούσαν για να τους προφυλάξουν. Παραμέρισαν με τα χέρια τους το σύννεφο και πήγαν προς τα εκεί. Εκεί αγαπηθήκαν. Μια αράχνη μες στα φύλλα του δέντρου σιωπηλή τους κοίταζε, υφαίνοντας τον ιστό της, ενώ το σύννεφο κυλούσε πλάι τους σα θάλασσα.
«Τώρα πια είμαι έτοιμη για το Λυκαβηττό, του είπε όταν κατέβαιναν απʼ την Καραμπόλα. Αύριο θʼ ανεβούμε μαζί στο Λυκαβηττό.»
Ήρθε η άλλη μέρα και δεν πήγαν στο Λυκαβηττό. Κάτι έτυχε και δεν πήγαν. Ήρθε και η άλλη μέρα - πάλι κάτι έτυχε και δεν πήγαν. Έπειτα η πολιτεία τους πήρε μες στο ρυθμό της. Γίνανε πραχτικοί άνθρωποι. Πέρασε πολύς καιρός. Και ο Λυκαβηττός, που είναι δύναμη ιερή, τους χτύπησε σκληρά γιατί τον προδώσανε. Έτσι, όταν κάποτε ο καθένας τους γύρεψε νʼ ανεβεί μοναχός του στο Λυκαβηττό είδε πως πια ο Λυκαβηττός δεν υπήρχε. Οι μυστικές πηγές του είχαν χαθεί μες στο πούσι.

Η παραπάνω ιστορία είναι συνέχεια της προηγούμενης .

Ηλίας Βενέζης - συλλογή διηγημάτων από το "ΑΙΓΑΙΟ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου