Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Η ψυχή και ο έρωτας






Μια φορά κι έναν καιρό, ο βασιλιάς και η βασίλισσα απέκτησαν τρεις όμορφες κόρες. Η πιο όμορφη ήταν η Ψυχή, η νεότερη από τις τρεις. Άνθρωποι από όλα τα μέρη της γης μαζεύτηκαν για να θαυμάσουν την ομορφιά αυτής της νέας γυναίκας. Κάποιοι είπαν ότι ήταν η Αφροδίτη, η θεά του έρωτα, ενώ άλλοι υποστήριζαν ότι η Ψυχή την είχε αντικαταστήσει και ότι τώρα εκείνη ήταν η θεά του έρωτα. Όπως ήταν φυσικό, η Αφροδίτη εξοργίστηκε από την προσοχή που έδιναν τώρα στην Ψυχή-μια απλή,θνητή γυναίκα- και όχι πλέον σε εκείνη. Έτσι αποφάσισε να δηλητηριάσει τις καρδιές των μνηστήρων της Ψυχής, με αποτέλεσμα όλοι ο άνδρες να την απορρίπτουν. Ο πατέρας της Ψυχής προβληματίστηκε από την έλλειψη μνηστήρων για την όμορφη κόρη του και άρχισε να υποπτεύεται ότι κάποια ανάμειξη είχαν οι θεοί.

Αναζητώντας να μάθει τι είχε συμβεί, ο βασιλιάς συμβουλεύτηκε ένα μαντείο απ΄όπου η Αφροδίτη του έδωσε την απάντηση. Του είπε ότι η κόρη του ήταν προορισμένη να παντρευτεί ένα τέρας, ένα φτερωτό ερπετό που προξενούσε φόβο ακόμη και στον Δία. Έπειτα διέταξε το βασιλιά να ντύσει την κόρη του με ρούχα του πένθους και να την οδηγήσει σε μια απομακρυσμένη βουνοκορφή, όπου θα γινόταν ο καταραμένος γάμος της.

Η Ψυχή, ντυμένη με νεκρικά ρούχα και συνοδευόμενη από πένθιμη μουσική και από τους γονείς της που θρηνούσαν, οδηγήθηκαν στην κορυφή του βουνού για την παράξενη γαμήλια τελετή. Όταν πια έφτασαν εκεί, οι γονείς της υπακούοντας στην εντολή της θεάς έφυγαν και την άφησαν μόνη.

Μόνη και τρομαγμένη, η Ψυχή περίμενε. Ξαφνικά ένας απαλός άνεμος την ανασήκωσε και αφού τη μετέφερε στην πλαγιά του βουνού, την άφησε μέσα σ΄ένα ευωδιαστό λιβάδι. Ένα παλάτι από χρυσό και πολύτιμους λίθους, απίστευτα όμορφο και γεμάτο θησαυρούς, ορθωνόταν μπροστά της. Σκεπτόμενη ότι είχε πεθάνει και πως αυτό ήταν το σπίτι κάποιας θεότητας, η Ψυχή μπήκε μέσα και αθόρυβα άρχισε να περιπλανιέται από δωμάτιο σε δωμάτιο. Σε μια πολυτελή κάμαρα αόρατα χέρια την πλησίασαν και, αφού την έλουσαν και την έντυσαν, της πρόσφεραν υπέροχα φαγητά και όλων των ειδών τις ανέσεις.

Στολισμένη με υπέροχα υφάσματα και νιώθοντας άνετα μέσα στο πολυτελές περιβάλλον του παλατιού, η Ψυχή έπεσε σε βαθύ ύπνο, αλλά κατά τα μεσάνυχτα της ξύπνησε ένας απαλός ψίθυρος. Επειδή γνώριζε πως θα μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε μέσα σ΄αυτό το απέραντο και ακατοίκητο μέρος, η Ψυχή φοβήθηκε για τη ζωή και την αγνότητα της. Όμως η ψιθυριστή ανδρική φωνή, που ξαφνικά άκουσε καθαρά, της υποσχέθηκε ότι δεν θα της επιβαλλόταν ούτε θα την έβλαπτε. Ο αόρατος επισκέπτης αγκάλιασε την Ψυχή με απίστευτη τρυφερότητα και της έκανε έρωτα με τον πιο διεγερτικό και ευγενή τρόπο. Οι σεξουαλικές της επιθυμίες αφυπνίστηκαν, αλλά και ικανοποιήθηκαν από το αγκάλιασμα του.

Όταν η νύχτα του πάθους τους τέλειωσε, ο επισκέπτης της είπε ότι ήταν ο σύζυγος της και ότι δεν θα μπορούσε πότε να τον δει. Της είπε ακόμη πως όλες οι ανάγκες της μέσα στο παλάτι θα ικανοποιούνταν από αόρατα χέρια και ότι, αν δεν προσπαθούσε να ανακαλύψει ποιος ήταν, θα συνέχιζαν να χαίρονται ο ένας τον άλλον κάθε βράδυ.

Στην αρχή η Ψυχή δέχτηκε πρόθυμα αυτούς τους όρους. Έκπληκτη από τη μεγαλοπρέπεια και τα πλούτη του παλατιού της, περνούσε τις μέρες της με ευχάριστες ενασχολήσεις και τις νύχτες της έχοντας συντροφιά τον αόρατο σύζυγό της. Σύντομα όμως η Ψυχή άρχισε να επιθυμεί τους γονείς και τις αδερφές τις. Ήθελε να τους συναντήσει και να τους πει ότι δεν είχε πεθάνει, αλλά ότι ευημερούσε στο νέο της σπίτι. Η Ψυχή ικέτευε το σύζυγο της να την αφήσει να επιστρέψει στους δικούς της, για να τους διαβεβαιώσει για την ασφάλεια και την καλή της τύχη. Εκείνος συμφώνησε απρόθυμα. Της υπενθύμισε όμως τους όρους του γάμου τους: δεν έπρεπε να γνωρίζει ή να αποκαλύψει της ταυτότητα του, αλλιώς όλα θα τέλειωναν.

Η Ψυχή επέστρεψε στην οικογένεια της και με περηφάνια τους περιέγραψε της περιπέτεια της- το ταξίδι της πάνω από την πλαγιά του βουνού, το ένδοξο παλάτι και τον ευγενή σύζυγο της. Όμως οι αδερφές της Ψυχής, επειδή ζήλεψαν την καλή της τύχη, άρχισαν να τη μαλώνουν και να μιλούν για τους κινδύνους στους οποίους είχε εκθέσει τον εαυτό της. Στο τέλος της είπαν ότι σύζυγος της θα μπορούσε να είναι ένα φτερωτό ερπετό, ένα τέρας, που εκείνη του παραδόθηκε, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα του.

Όταν η Ψυχή επέστρεψε στο παλάτι, είχε καταστρώσει μαζί με τις αδερφές της ένα σχέδιο, για να αποκαλύψει την αληθινή φύση του συζύγου της. Ετοιμάστηκε λοιπόν να αντιμετωπίσει το σύζυγο της, οπλισμένη με ένα μαχαίρι και ένα κερί. Αφού έκανα έρωτα και εκείνος αποκοιμήθηκε, η Ψυχή άναψε το κερί και το ύψωσε πάνω στο σώμα του. Μπροστά της αποκαλύφθηκε ο θεός Έρωτας- ο γιος της Αφροδίτης- σ΄ολη του τη λαμπρότητα. Έκπληκτη από την ομορφιά του, η Ψυχή έκανε μια απότομη κίνηση και έριξε το καυτό κερί στο γυμνό του στήθος. Ο Έρωτας, αφού ξύπνησε αιφνιδιασμένος, την καταράστηκε και τράπηκε σε φυγή. Από την κορυφή ενός κυπαρισσιού, κατηγόρησε τη γυναικα του για την απερισκεψία της και χάθηκε στους ουρανούς. Από τη στιγμή που η ταυτότητα του είχε αποκαλυφθεί σε μια θνητή, ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στη μητέρα του και να μην αναμιχθεί ποτέ ξανά στη ζωή ενός ανθρώπινου πλάσματος.

Η Ψυχή το μετάνιωσε βαθιά και άρχισε να περιπλανιέται στη γη, αναζητώντας τον αγαπημένο της σύζυγο. Εξαντλημένη και απελπισμένη, έφτασε σ΄ένα ναό της Αφροδίτης όπου μπήκε μέσα και εκλιπάρησε τη θεά του έρωτα να την βοηθήσει να ξαναβρεί τον Έρωτα. Επειδή όμως η Αφροδίτη είχε εξοργιστεί με τη συμμαχία της Ψυχής και του Έρωτα, έθεσε διάφορες επίπονες δοκιμασίες στη νύφη της. Αφού επέλεξε άθλους που κανένας θνητός δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, η Αφροδίτη υποσχέθηκε στην Ψυχή ότι θα εσμιγε ξανά με τον Έρωτα, αν τους έφερνε σε πέρας.

Έχοντας πίστη στη μεγάλη της αγάπη για τον Έρωτα, η Ψυχή ξεκίνησε την ηρωική της περιπέτεια. Σε κάθε προσπάθεια της οι δυνάμεις του φυσικού κόσμου υποστήριζαν το κουράγιο και την αγάπη της. Ο τελευταίος και πιο δύσκολος άθλος της όριζε να πάρει από τη Περσεφόνη, που βρισκόταν στον κάτω κόσμο, το κουτί της "ομορφιάς", έτσι ώστε η Αφροδίτη να μπορέσει να αποκτήσει πάλι την νεανική της εμφάνιση που είχε αλλοιωθεί, καθώς προσπαθούσε να αναθρέψει το γιο της.

Με τη βοήθεια ενός πέτρινου πύργου που μιλούσε, η Ψυχή πήρε οδηγίες για τα ακριβή βήματα που έπρεπε να ακολουθήσει για να μπει και να βγει από τον κάτω κόσμο. Αφού επέστρεψε και έχοντας πλέον ολοκληρώσει τον τελευταίο της άθλο, η Ψυχή απερίσκεπτα αποφάσισε να κρατήσει για τον εαυτό της λίγη ομορφιά από το κουτί της Περσεφόνης. Όμως η Περσεφόνη είχε τοποθετήσει το θάνατο και όχι την ομορφιά στο κουτί που προοριζόταν για την Αφροδίτη. Όταν λοιπόν η Ψυχή άνοιξε το κουτί, έπεσε σ΄ένα θανάσιμο ύπνο.


Όταν ο Έρωτας ανακάλυψε τη μοίρα της συζύγου του, άρχισε να ικετεύει τη μητέρα του να επιστρέψει στην Ψυχή να γίνει μια αθάνατη θεά. Τελικά η Αφροδίτη αποδέχτηκε την επιθυμία του γιου της και έτσι ο Έρωτας έσωσε τη γυναίκα του από το θανατηφόρο ύπνο της και την οδήγησε στον Όλυμπο ως αιώνια σύντροφο του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου