Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

Διαγωνισμός τραγουδιού






Μια φορά έφτασε στη ζούγκλα μια κουκουβάγια που είχε ζήσει αιχμάλωτη και εξήγησε σε όλα τα ζώα τις συνθήκες των ανθρώπων.
Έλεγε, για παράδειγμα, ότι στις πόλεις οι άνθρωποι ταξινομούσαν τους καλλιτέχνες με βάση τη δεξιοτεχνία τους, με στόχο να ξεχωρίσουν τους καλύτερους σε κάθε τομέα – ζωγραφική, σχέδιο, γλυπτική, τραγούδι…
Η ιδέα να υιοθετήσουν τις ανθρώπινες συνήθειες κέρδισε τα ζώα και ίσως γι’ αυτό οργάνωσαν αμέσως ένα διαγωνισμό τραγουδιού. Δήλωσαν αμέσως συμμετοχή όλοι οι παρόντες, από το καναρίνι ως το ρινόκερο.
Με την καθοδήγηση της κουκουβάγιας που είχε εκπαιδευτεί στην πόλη, αποφάσισαν ότι ο διαγωνισμός θα γινόταν με γενική μυστική ψηφοφορία όλων των διαγωνιζομένων. Δηλαδή, η κριτική επιτροπή θα ήταν οι ίδιοι οι διαγωνιζόμενοι.
Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, ανέβηκαν στο βάθρο και τραγούδησαν κερδίζοντας ένα μικρό ή μεγάλο χειροκρότημα του κοινού. Μετά, έγραψαν την προτίμησή τους σ’ ένα χαρτάκι και το έριξαν, διπλωμένο, σε μια μεγάλη κάλπη που τη φύλαγε η κουκουβάγια.
Όταν ήρθε η στιγμή της καταμέτρησης, η κουκουβάγια ανέβηκε στην πρόχειρη σκηνή και με τη βοήθεια δύο ηλικιωμένων πιθήκων, άνοιξε την κάλπη για να βγει το αποτέλεσμα εκείνης της «αδιάβλητης εκλογικής διαδικασίας», της «γενικής και μυστικής ψηφοφορίας» που ήταν «υπόδειγμα δημοκρατίας», όπως είχε ακούσει να λένε οι πολιτικοί στις πόλεις.
Ένας από τους δύο γέροντες τράβηξε το πρώτο ψηφοδέλτιο και η κουκουβάγια, μπρος στη γενική συγκίνηση, φώναξε:
«Η πρώτη ψήφος, αδέρφια, είναι για το φίλο μας το … γάιδαρο!»
Έπεσε σιωπή και ακολούθησαν μερικά διστακτικά χειροκροτήματα.
«Δεύτερη ψήφος: Ο γάιδαρος!»
Γενική σαστιμάρα
«Τρίτη: Ο γάιδαρος!»
Οι παρόντες άρχισαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, έκπληκτοι στην αρχή, με βλέμμα επιτιμητικό ύστερα και τέλος, όταν συνέχισαν να βγαίνουν ψήφοι υπέρ του γαιδάρου, όλο και πιο ντροπιασμένοι. Αισθάνονταν ένοχοι για την ψήφο τους.
Όλοι ήξεραν ότι δεν υπήρχε χειρότερη φωνή από το απαίσιο γκάρισμά του κι ωστόσο, η μία μετά την άλλη, οι ψήφοι τον εξέλεγαν καλύτερα τραγουδιστή.
Κι έτσι, τελικά, μόλις τελείωσε η καταμέτρηση, βγήκε η απόφαση ύστερα από «ελεύθερη απόφαση της αδέκαστης επιτροπής κριτών» ότι ο γάιδαρος με το παράτονο και ενοχλητικό γκάρισμα ήταν ο νικητής.
Και ανακηρύχτηκε ως η «καλύτερη φωνή της ζούγκλας και των περιχώρων».
Η κουκουβάγια εξήγησε μετά τι είχε συμβεί. Κάθε διαγωνιζόμενος, θεωρώντας τον εαυτό του αδιαμφισβήτητο νικητή, είχε δώσει την ψήφο του στον χειρότερο του διαγωνισμού, που δεν θα αποτελούσε απειλή για την νίκη του.
Η εκλογή ήταν σχεδόν ομόφωνη. Μόνο δύο ψήφοι δεν ήταν για το γάιδαρο. Η μία ήταν η δική του. Επειδή πίστευε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει, ψήφισε με ειλικρίνεια τη γαλιάντρα. Η άλλη, ήταν του ανθρώπου ο οποίος φυσικά είχε ψηφίσει τον εαυτό του…


Όταν νιώθουμε τόσο σπουδαίοι και δεν αφήνουμε χώρο για τους άλλους, όταν πιστεύουμε ότι αξίζουμε πολλά και δεν μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας, τότε πολύ συχνά η ματαιοδοξία και η μικροψυχία μας κάνει μίζερους….


ΠΗΓΉ: https://edoc.site/--2358-pdf-free.html

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Δύο νούμερα μικρότερα





Ένας άντρας μπαίνει σ’ ένα κατάστημα υποδημάτων κι ένας ευγενικός υπάλληλος τον πλησιάζει:
«Τι θα θέλατε, παρακαλώ;»
«Θα ήθελα ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια σαν εκείνα στη βιτρίνα».
«Βεβαίως. Τι νούμερο φοράτε; Για να δω… Σαράντα ένα;»
«Όχι. Θέλω τριάντα εννιά, παρακαλώ».
«Συγνώμη, κύριε. Πάνε είκοσι χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά. Το νούμερό σας μάλλον είναι σαράντα ένα ή σαράντα. Αποκλείεται να είναι τριάντα εννιά».
«Το τριάντα εννιά, παρακαλώ».
«Συγνώμη πάλι, αλλά επιτρέψτε μου να σας μετρήσω το πόδι».
«Μετρήστε όσο θέλετε, όμως, εγώ θέλω ένα ζευγάρι παπούτσια νούμερο τριάντα εννιά».
Ο πωλητής βγάζει ένα περίεργο εργαλείο για τη μέτρηση του ποδιού και με ικανοποίηση δηλώνει:
«Βλέπετε; Όπως σας το έλεγα: σαράντα ένα!»
«Δεν μου λέτε, εσείς θα πληρώσετε τα παπούτσια ή εγώ;»
«Εσείς».
«Λοιπόν, τότε μπορείτε να μου φέρετε το τριάντα εννιά νούμερο, σας παρακαλώ;»
Ο πωλητής, έκπληκτος αλλά συμβιβασμένος, πάει να φέρει το νούμερο τριάντα εννιά. Στο δρόμο καταλαβαίνει τι είχε συμβεί. Τα παπούτσια μάλλον δεν είναι για τον ίδιον, θα θέλει να τα κάνει δώρο.
«Ορίστε, κύριε, μαύρο χρώμα, τριάντα εννιά νούμερο».
«Μου δίνετε το κόκαλο;»
«Μα, θα τα φορέσετε;»
«Φυσικά»
«Είναι για εσάς;»
«Ναι για μένα είναι. Μου δίνετε το κόκαλο;»
Το κόκαλο είναι απαραίτητο για να καταφέρει να χώσει το πόδι του μέσα σ’ εκείνο το παπούτσι. Ύστερα από πολλή προσπάθεια και γελοίες στάσεις, ο πελάτης καταφέρνει να χώσει τα πόδια του στα παπούτσια.
Με μορφασμούς πόνου κάνει μερικά βήματα πάνω στο χαλί, με αυξανόμενη δυσκολία.
«Ωραία. Θα τα πάρω.»
Ο πωλητής και μόνο που σκέφτεται τα δάχτυλα του πελάτη στριμωγμένα μέσα στο τριάντα εννιά νούμερο, νιώθει να πονάνε τα δικά του πόδια.
«Να σας τα τυλίξω;»
«Όχι, ευχαριστώ. Θα τα φορέσω.»
Ο πελάτης βγαίνει από το κατάστημα και περπατάει όπως όπως τα τρία οικοδομικά τετράγωνα ως τη δουλειά του. Είναι ταμίας σε μια τράπεζα.
Στις τέσσερις το απόγευμα, ύστερα από έξι ώρες και βάλε όρθιος μέσα σ’ εκείνα τα παπούτσια, το πρόσωπό τους είναι παραμορφωμένο, τα μάτια του κατακόκκινα και τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι από τα μάτια του.
Ο συνάδελφος του στο διπλανό ταμείο τον παρακολουθεί όλο το απόγευμα και ανησυχεί.
«Μα τι έχεις; Δεν αισθάνεσαι καλά;»
«Μην ανησυχείς, είναι τα παπούτσια».
«Τι συμβαίνει με τα παπούτσια;»
«Με σφίγγουν»
«Γιατί; Βράχηκαν;»
«Όχι, είναι δύο νούμερα μικρότερα από αυτά που φοράω».
«Ποιανού είναι;»
«Δικά μου».
«Δεν σε καταλαβαίνω. Δεν σε πονάνε τα πόδια;»
«Με έχουν πεθάνει στον πόνο».
«Τότε;»
«Θα σου εξηγήσω» λέει, ξεροκαταπίνοντας. «Εγώ στη ζωή μου δεν έχω μεγάλες απολαύσεις. Στην πραγματικότητα, τον τελευταίο καιρό, οι ευχάριστες στιγμές μου είναι ελάχιστες».
«Και λοιπόν;»
«Με αυτά τα παπούτσια υποφέρω. Πονάω φρικτά, είναι αλήθεια… Όμως σε λίγες ώρες, όταν θα φτάσω σπίτι μου και θα τα βγάλω… Φαντάζεσαι τι ηδονή θα νιώσω; Απόλαυση, αδερφέ μου, απόλαυση!»


Τελικά αξίζει μόνο ότι επιτυγχάνεται με κόπο ή όχι..;


Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Αναζητώντας τον Βούδα





Ο Βούδας τριγυρνούσε στον κόσμο για να συναντήσει όσους αυτοαποκαλούνταν μαθητές του και να τους μιλήσει για την αλήθεια.
Στο πέρασμά του, οι άνθρωποι που πίστευαν στο λόγο του έτρεχαν κατά εκατοντάδες να τον ακούσουν, να τον αγγίξουν ή να τον δουν, σίγουρα για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους.
Τέσσερις μοναχοί που έμαθαν ότι ο Βούδας θα βρισκόταν στην πόλη Βαάλι, φόρτωσαν τα μουλάρια τους και ξεκίνησαν το ταξίδι που θα διαρκούσε, αν όλα πήγαιναν καλά, κάμποσες εβδομάδες.
Ο ένας δεν ήξερε καλά το δρόμο για το Βαάλι και ακολουθούσε τους άλλους.
Ύστερα από τρεις μέρες πορεία τους έπιασε μεγάλη καταιγίδα. Οι μοναχοί έτρεξαν ν’ αναζητήσουν καταφύγιο σ’ ένα χωριό, ώσπου να περάσει η καταιγίδα.
Ο τελευταίος, όμως, δεν έφτασε στον οικισμό και αναγκάστηκε να καταφύγει στο σπίτι ενός βοσκού, στα περίχωρα. Ο βοσκός του πρόσφερε ρούχα, στέγη και φαγητό για να περάσει τη νύχτα.
Το επόμενο πρωί, όταν ο μοναχός ετοιμαζόταν να φύγει, πήγε ν’ αποχαιρετήσει το βοσκό. Όταν πλησίασε στο μαντρί είδε ότι με την καταιγίδα τα πρόβατα είχαν σκορπίσει κι ο βοσκός πάσχιζε να τα συγκεντρώσει.
Ο μοναχός σκέφτηκε ότι οι συνταξιδιώτες του θα έφευγαν την ώρα εκείνη από το χωριά και αν δεν έκανε γρήγορα θα απομακρύνονταν πολύ. Όμως, δεν μπορούσε να συνεχίσει το δρόμο του αφήνοντας το βοσκό στην τύχη του ύστερα από τη φιλοξενία που του είχε προσφέρει. Έτσι αποφάσισε να μείνει, ώσπου και οι δύο κατάφεραν πάλι το κοπάδι.
Έτσι πέρασαν τρεις μέρες. Μετά, πήρε πάλι το δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσε μήπως προλάβει τους συντρόφους του.
Ακολουθώντας τα ίχνη τους, έφτασε σ’ ένα αγρόκτημα για να προμηθευτεί νερό.
Μια γυναίκα του έδειξε που ήταν το πηγάδι και ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να τον βοηθήσει γιατί δούλευε στη σοδειά… Ενώ ο μοναχός πότιζε τα μουλάρια του και γέμιζε τα ασκιά του με νερό, η γυναίκα του εξήγησε ότι μετά το θάνατο του άντρα της, δυσκολεύονταν πολύ εκείνη και τα παιδιά της να μαζέψουν τη σοδειά προτού χαλάσει.
Ο άνθρωπος κατάλαβε ότι η γυναίκα δεν θα τελείωνε τη συγκομιδή εγκαίρως, ήξερε όμως ότι αν έμενε να τη βοηθήσει θα έχανε τα ίχνη και δε θα βρισκόταν στο Βαάλι όταν θα έφτανε στην πόλη ο Βούδας.
«Θα τον δω λίγες μέρες αργότερα» σκέφτηκε, αφού ήξερε ότι ο Βούδας θα έμενε μερικές εβδομάδες στο Βαάλι.
Η συγκομιδή πήρε τρεις εβδομάδες κι όταν τελείωσε η δουλειά, ο μοναχός συνέχισε την πορεία του.
Στο δρόμο έμαθε ότι ο Βούδας δεν βρισκόταν πια στο Βαάλι κι ότι είχε φύγει για ένα άλλο χωριό, βορειότερα.
Ο μοναχός άλλαξε πορεία και τράβηξε προς το άλλο χωριό.
Θα είχε φτάσει εγκαίρως, έστω και μόνο για να τον δει, αν στο δρόμο δεν αναγκαζόταν να σώσει ένα ζευγάρι γερόντια που τους είχε παρασύρει το ποτάμι και δίχως τη βοήθειά του θα είχαν πνιγεί σίγουρα. Όταν οι γέροι συνήλθαν, ξαναπήρε το δρόμο του ξέροντας ότι ο Βούδας θα συνέχιζε το ταξίδι…
Είκοσι χρόνια πέρασε ο μοναχός ακολουθώντας το Βούδα…
Κάθε φορά που τον πλησίαζε, κάτι συνέβαινε και καθυστερούσε. Πάντοτε βρισκόταν κάποιος που είχε ανάγκη και δίχως να το ξέρει έκανε το μοναχό να χασομερήσει.
Τελικά, έμαθε ότι ο Βούδας είχε αποφασίσει να πάει να πεθάνει στην πόλη όπου γεννήθηκε.
«Αυτή τη φορά» είπε μέσα του, «είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Αν δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να έχω δει τον Βούδα, δεν μπορώ να αποσπαστώ από την πορεία. Τίποτα τώρα δεν είναι πιο σημαντικό από το να δω το Βούδα προτού πεθάνει. Ύστερα θα έχω χρόνο να βοηθήσω όλους τους άλλους».
Και με το τελευταίο μουλάρι του και ελάχιστες προμήθειες, ξανατράβηξε το δρόμο του.
Μια μέρα προτού φτάσει στο χωριό έπεσε σχεδόν επάνω σ’ ένα πληγωμένο ελάφι, στη μέση του δρόμου. Το φρόντισε, του έδωσε νερό και κάλυψε τις πληγές του με φρέσκο πηλό. Το ελάφι λαχάνιαζε προσπαθώντας ν’ ανασάνει με δυσκολία, ο αέρας δεν του έφτανε.
«Κάποιος πρέπει να μείνει μαζί του» σκέφτηκε, «για να μπορέσω να συνεχίσω το δρόμο μου».
Μα δεν υπήρχε κανένας εκεί.
Με μεγάλη τρυφερότητα, έβαλε το ζώο κοντά σε κάτι βράχια για να συνεχίσει την πορεία του. Του άφησε νερό και φαγητό κοντά στο στόμα του και σηκώθηκε να φύγει.
Έκανε μονάχα δύο βήματα όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί μπροστά στο Βούδα γνωρίζοντάς, στο βάθος της καρδιάς του, ότι είχε αφήσει μόνο του ένα ανυπεράσπιστο ετοιμοθάνατο…
Έτσι, ξεφόρτωσε το μουλάρι κι έμεινε εκεί να φροντίσει το ζωάκι. Ξενύχτησε δίπλα του σαν να ήταν παιδί. Του έδινε νερό στο στόμα και του έβαζε κρύες κομπρέσες στο μέτωπο.
Τα ξημερώματα, το ελάφι είχε συνέλθει.
Ο μοναχός σηκώθηκε, κάθισε σ’ ένα απόμερο σημείο κι έκλαψε… Τελικά, είχε χάσει και την τελευταία του ευκαιρία.
«Τώρα πια ποτέ δεν θα σε δω» είπε με δυνατή φωνή.
«Μη συνεχίζεις να με ψάχνεις» του είπε μια φωνή πίσω του. «Ήδη με βρήκες».
Ο μοναχός γύρισε πίσω και είδε το ελάφι να κυκλώνεται από φως και να παίρνει τη στρογγυλεμένη μορφή του Βούδα.
«Θα με έχανες αν με άφηνες να πεθάνω απόψε τη νύχτα, για να έρθεις να με βρεις στο χωριό μου… Κι όσο για το θάνατό μου, μην ανησυχείς. Ο Βούδας δεν μπορεί να πεθάνει όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσένα, που είναι ικανοί να με ακολουθούν για χρόνια, θυσιάζοντας τις επιθυμίες τους για τις ανάγκες των άλλων. Αυτό είναι ο Βούδας. Ο Βούδας είναι μέσα σου».


Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Εσωτερική ομορφιά





Ήταν ένα κακοντυμένο και απεριποίητο παιδάκι που πήγαινε σχολείο. Ήταν Σεπτέμβρης και τα παιδιά είχαν κιόλας αρχίσει να ψιθυρίζουν τα σχέδιά τους για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, και αυτό έκανε τους μήνες του χειμώνα μέχρι τα Χριστούγεννα να φαίνονται ατελείωτοι. Κάθε μέρα που περνούσε τα παιδιά γίνονταν όλο και πιο ανυπόμονα, προσμένοντας το τελικό χτύπημα του κουδουνιού. Και μόλις αυτό χτυπούσε, καθένα έτρεχε να βάλει το παλτό του και να πάει σπίτι του.
Όλα, εκτός από τον Νίκο. Ένα αγοράκι με ανάκατα σκούρα μαλλιά και τριμμένα ρούχα. Ο δάσκαλος συχνά απορούσε για το τι είδους οικογενειακή ζωή περνούσε ο μικρός, κι αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατό μια μάνα να στέλνει το παιδί της σχολείο χειμωνιάτικα χωρίς παλτό, μπότες και γάντια.
Υπήρχε όμως κάτι που έκανε τον Νίκο ξεχωριστό. Ο Νίκος ήταν πάντα χαμογελαστός. Πάντα πρόθυμος να βοηθήσει και δεν πέρασε μέρα χωρίς να μείνει μετά το σχόλασμα για να ισιώσει τα καθίσματα και να καθαρίσει τα σκουπίδια που είχαν μείνει στην τάξη. Ποτέ δεν μιλούσε με τον δάσκαλό του όταν έμενε να καθαρίσει, απλά του χαμογελούσε και ρωτούσε τι άλλο μπορούσε να κάνει. Μετά του έλεγε και ένα «ευχαριστώ» επειδή τον άφηνε να κάτσει κι αναχωρούσε αργά για το σπίτι του.
Πέρασαν οι βδομάδες, κι η ανυπομονησία για τα ερχόμενα Χριστούγεννα είχε εξελιχθεί σε αναταραχή, μέχρι την τελευταία σχολική μέρα πριν από τις διακοπές. Καθώς χτύπησε το κουδούνι, ο δάσκαλος χαμογέλασε με ανακούφιση βλέποντας και το τελευταίο παιδί που έτρεχε να φύγει. Γύρισε πίσω το κεφάλι του και είδε τον Νίκο να στέκεται ήσυχα κοντά του.
«Δεν βιάζεσαι να πας σπίτι σου;», τον ρώτησε.
«Όχι» του απάντησε ήσυχα.
Κι ενώ ετοιμαζόταν να πάει κι εκείνος στο σπίτι του, του είπε «Έλα τώρα, θα έλεγα πως οι καρέκλες και τα σκουπίδια μπορούν να περιμένουν. Γιατί δεν πας γρήγορα σπίτι σου;»
«Έχω κάτι για σας», είπε κι έφερε μπροστά του ένα κουτάκι τυλιγμένο σε κοινό χαρτί και δεμένο με σπάγκο, κι ενώ του το έδινε, είπε με βιασύνη, «Ανοίξτε το». Ο δάσκαλος πήρε το κουτί, τον ευχαρίστησε και το ξετύλιξε αργά – αργά. Προς πολύ μεγάλη του έκπληξη, δεν είδε τίποτε μέσα. Γύρισε στον Νίκο, το άδειο κουτί, και του είπε «Ωραίο το κουτί, Νίκο, αλλά είναι άδειο».
«Όχι, όχι, δεν είναι άδειο», είπε ο Νίκος. «Είναι γεμάτο αγάπη. Η μάνα μου μού είχε πει, πριν πεθάνει, ότι η αγάπη είναι κάτι που δεν μπορούμε να το δούμε και να το αγγίξουμε, εκτός αν είμαστε βέβαιοι ότι βρίσκεται εδώ… δεν την βλέπετε;»
Ο δάσκαλος συγκινήθηκε καθώς κοιτούσε αυτό το περήφανο βρώμικο πρόσωπο, που τόσο σπάνια πρόσεχε παλαιότερα. «Ναι Νίκο, την βλέπω» απάντησε, «και σ’ ευχαριστώ».
Από εκείνη την μέρα και μετά, ο δάσκαλος με τον Νίκο έγιναν πολύ καλοί φίλοι και από τότε ο δάσκαλος πήρε ένα σπουδαίο μάθημα.

Ποτέ πια δεν άφησε να παρασυρθεί από τα αχτένιστα μαλλιά κάποιου άλλου ανθρώπου. Πάντα θυμόταν το βαθύ νόημα που έκρυβε εκείνο το μικρό άδειο κουτί που από τότε διακοσμούσε για πολλά χρόνια την έδρα του.

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Το πετράδι της σοφής γυναίκας





Μια φορά κι έναν καιρό, μια σοφή γυναίκα που ταξίδευε στα βουνά βρήκε έναν πολύτιμο λίθο σ’ ένα ρυάκι. Την επόμενη μέρα συνάντησε έναν άλλον ταξιδιώτη που πεινούσε και η σοφή γυναίκα άνοιξε την τσάντα της για να μοιραστεί το φαγητό της μαζί του. Ο πεινασμένος ταξιδιώτης είδε τον πολύτιμο λίθο και ζήτησε από τη γυναίκα να του τον δώσει. Αυτή το έκανε χωρίς να διστάσει. Ο ταξιδιώτης έφυγε χαρούμενος για την καλή του τύχη. Ήξερε πως ο λίθος άξιζε τόσα που θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια όλη του τη ζωή.
Όμως, λίγες μέρες αργότερα, γύρισε πίσω για να επιστρέψει τον λίθο στη σοφή γυναίκα. «Αναρωτιέμαι…», της είπε. «Γνωρίζω πόσο πολύτιμη είναι αυτή η πέτρα, αλλά στην δίνω πίσω με την ελπίδα ότι μπορείς να μου δώσεις κάτι ακόμα πιο πολύτιμο. Δώσε μου αυτό που έχεις, που σου έδωσε τη δυνατότητα να μου δώσεις αυτήν την πέτρα».



Η γενναιοδωρία είναι η δύναμη των αδυνάτων….

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Η πραγματική ευτυχία και ευημερία





Κάποιος πλούσιος παρακάλεσε έναν δάσκαλο του Ζεν να γράψει κάτι που να προωθήσει την ευημερία της οικογένειας του για τα επόμενα χρόνια. Θα έπρεπε να είναι κάτι που τα μέλη της οικογένειας θα μπορούσαν να έχουν σε εκτίμηση και να το θεωρούν σαν καθοδήγηση για τις επόμενες γενιές.
Και τότε ο δάσκαλος έγραψε πάνω σ’ ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, «Ο πατέρας πεθαίνει, ο γιος πεθαίνει, ο εγγονός πεθαίνει».
Ο άνθρωπός μας έγινε έξαλλος όταν το διάβασε. «Σου ζήτησα να γράψεις κάτι που θα έφερνε ευτυχία και ευημερία στην οικογένειά μου, γιατί μου δίνεις κάτι τόσο καταθλιπτικό;»

«Αν ο γιος σου πεθάνει πριν από σένα», είπε ο δάσκαλος, «αυτό θα αποτελέσει ανυπέρβλητη θλίψη για την οικογένειά σου. Αν πεθάνει ο εγγονός σου πριν από τον γιο σου, κι αυτό επίσης θα φέρει μεγάλη λύπη. Αν όμως η οικογένειά σου, γενιά μετά τη γενιά, φεύγει με τη σειρά που σου γράφω, αυτό θα αποτελέσει τη φυσική πορεία της ζωής. Κι αυτό αποτελεί την αληθινή ευτυχία και ευημερία».

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Ένας μεγάλος ζωγράφος





Ζούσε κάποτε ένας μεγάλος ζωγράφος. Οι ζωγραφιές του άρεσαν σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά. Ο βασιλιάς της χώρας τον είχε επίσης τιμήσει με το κρατικό βραβείο τελειότητας.
Ο ζωγράφος αυτός είχε διαμορφώσει με τα χρόνια ένα ξεχωριστό στυλ ζωγραφικής, το οποίο αποτελούσε μαρτυρία της τελειότητας του στον τομέα αυτόν. Η σκληρή δουλειά του, η αφοσίωση και η αφιέρωσή του πάνω στο αντικείμενο ήταν παράδειγμα για όλους. Είχε ανοίξει μια σχολή Καλών Τεχνών, όπου δίδασκε τις πιο λεπτές πτυχές της τέχνης του στους εκλεκτούς μαθητές του. Δεν υπήρχε προκαθορισμένος οδηγός σπουδών ή διάρκεια φοίτησης σ’ αυτήν τη σχολή. Είχε αναπτύξει δικές του μεθόδους αξιολόγησης, οι οποίες ήταν μοναδικές, όπως μοναδικό ήταν και το στυλ της ζωγραφικής του.
Ένας από τους μαθητές του στη σχολή Καλών Τεχνών, ήταν άνδρας ανυπόμονος. Είχε ταλαντούχο χέρι και είχε προοδεύσει πολύ πιο γρήγορα από τους άλλους μαθητές με πραγματικά σκληρή δουλειά, αφοσίωση και φαντασία. Ο δάσκαλος ήταν επίσης πολύ ευχαριστημένος με την πρόοδο του μαθητή του.
Έχοντας κερδίσει πολλούς επαίνους και εκτίμηση για τη δουλειά του, ο μαθητής πρόσμενε ανυπόμονα τη μέρα που ο δάσκαλος θα τον αναγνώριζε σαν απόφοιτο και θα μπορούσε έτσι να αρχίσει το ταξίδι του ως καλλιτέχνης.
Μια μέρα ρώτησε πολύ ευγενικά τον δάσκαλο πότε θα ήταν σε θέση να δώσει και τις τελευταίες εξετάσεις στη Σχολή. Εκείνος του χαμογέλασε και είπε: «Είσαι ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους και αγαπητούς μαθητές μου. Τα έχεις πάει καλά, έχεις μάθει όλες τις πλευρές της τέχνης της ζωγραφικής σε πολύ λίγο χρόνο. Νομίζω ότι είναι ώρα να δώσεις και τις τελευταίες σου εξετάσεις».
«Υπόδειξέ μου, αν έχεις την καλοσύνη, ποιο είναι το αντικείμενο των εξετάσεων, δάσκαλε!» Του ήταν δύσκολο να κρύψει τη χαρά και την ανυπομονησία του.
Ο δάσκαλος του είπε: «Θέλω να ετοιμάσεις έναν πίνακα, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ο καλύτερός σου πίνακας και ο οποίος θα κέρδιζε τις καρδιές όλων. Με την ησυχία σου φτιάξε ένα πραγματικό αριστούργημα».
Ο μαθητής δούλεψε μέρα και νύχτα για πολλές μέρες, ετοίμασε έναν από τους καλύτερος πίνακές του και τον υπέβαλε στον δάσκαλο. Εκείνος με τη σειρά του του υπέδειξε: «Τώρα πήγαινέ τον στην κεντρική πλατεία της πόλης, ώστε να βρίσκεται σε δημόσια θέα. Άφησε τους άλλους να δουν το έργο σου. Γράψε κάτω από τον πίνακα με μεγάλα γράμματα ότι το έργο εκτίθεται στην κρίση των πολιτών και ότι ο καλλιτέχνης θα ήταν υπόχρεος, αν αυτοί που έβλεπαν το έργο σημείωναν τα λάθη που θα έβρισκαν πάνω στον πίνακα βάζοντας ένα ‘Χ’.
Ο μαθητής έκανε ακριβώς όπως του υπέδειξε ο δάσκαλός του. Έβαλε το έργο σε θέση περίβλεπτη στην κεντρική αγορά της πόλης με το μήνυμα ώστε να το βλέπουν όλοι.
Δυο μέρες αργότερα ο δάσκαλος του ζήτησε να φέρει τον πίνακα για αποτίμηση.
Ο μαθητής στον δρόμο για την κεντρική πλατεία ήταν ενθουσιασμένος, απογοητεύτηκε όμως, όταν είδε το έργο του παραμορφωμένο έτσι καθώς ήταν γεμάτα ‘Χ’. Η αποτυχία του φάνταζε επικείμενη, καθώς ξεκίνησε για τη Σχολή.
Έδειξε τον πίνακα στον δάσκαλο με βαριά καρδιά. Αλλά ο δάσκαλος ήταν ήρεμος και συγκρατημένος. Τον συμβούλεψε να μην αποκαρδιώνεται και να ξανακάνει άλλη μια προσπάθεια.
Εκείνος έφτιαξε άλλο ένα αριστούργημα και ο δάσκαλος επανέλαβε τις οδηγίες που είχε δώσει και την προηγούμενη φορά αλλά με μια διαφορά στην τελευταία γραμμή. Αυτή τη φορά του ζήτησε να τοποθετήσει χρώματα και πινέλα δίπλα στον πίνακα. Το μήνυμα ζητούσε από τους θεατές να βρουν λάθη, αλλά και να τα διορθώσουν με τη βοήθεια του ζωγραφικού υλικού.
Μετά από δυο ημέρες, όταν ο μαθητής έφτασε στην κεντρική πλατεία για να πάρει πίσω τον πίνακα, μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε, καθώς διαπίστωσε ότι ούτε ένα λάθος δεν είχε σημειωθεί στο έργο, ενώ το ζωγραφικό υλικό βρισκόταν στο πλάι ανέπαφο.
Γεμάτος σιγουριά και χαρά παρουσίασε τον πίνακα στον δάσκαλό του. Εκείνος χαμογέλασε ξανά και είπε: «Η εκπαίδευσή σου ολοκληρώθηκε τώρα από όλες τις απόψεις, με το τελευταίο μάθημα που πήρες σήμερα».
Ο μαθητής άκουγε προσεκτικά γεμάτος έκσταση, καθώς ο δάσκαλος συνέχισε: «Αγαπητό μου παιδί, δεν είναι αρκετό να γίνεις κύριος της τέχνης μόνο, αν φιλοδοξείς να γίνεις μεγάλος και τρανός σ’ αυτόν τον χώρο. Σου είναι απαραίτητο να μάθεις επίσης ότι οι άνθρωποι, γενικά, έχουν την τάση να ασκούν κριτική στους άλλους με την πρώτη ευκαιρία, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν τίποτα σχετικά με το θέμα.
Αν επιλέξεις να σε κρίνει ο κόσμος, πάντα θα απογοητεύεσαι. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να κρίνουν και να κάνουν παρατηρήσεις στους άλλους, χωρίς γνησιότητα και σοβαρότητα.
Ο κόσμος γέμισε τον πρώτο πίνακα με ‘Χ’, καθώς δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς αποδεδειγμένα δεν είχαν την ικανότητα ή τη γνώση να εκτιμήσουν το έργο σου. Και όμως έκαναν χρήση της ευκαιρίας που τους παρουσιάστηκε.
Αλλά, όταν ζητήθηκε απ’ αυτούς τους ίδιους όχι μόνο να αποτιμήσουν και να βρουν λάθη, αλλά και να τα διορθώσουν, κανείς απ’ αυτούς δεν έκανε μπροστά. Αυτή τη φορά διακινδύνευαν τις γνώσεις του και τις ικανότητές τους. Δεν τόλμησαν να υποστούν την απώλεια των μεν ή των δε. Γι’ αυτό και επέλεξαν να μείνουν μακριά».
Συνέχισε: «Έτσι, αγαπημένο μου παιδί, το έργο σου, οι δεξιότητες σου, η γνώση σου, η επένδυσή σου στον χώρο της Τέχνης είναι ένα σημαντικό προϊόν της σκληρής δουλειάς και της ειλικρινούς προσπάθειάς σου. Μην το δώσεις στους άλλους χωρίς αντάλλαγμα. Αλλιώς θα του φερθούν, όπως φέρθηκα και στον πρώτο πίνακα.
Γίνε κριτής του εαυτού σου και παζάρεψε τις αρετές σου με τον κόσμο με τρόπο ακριβοδίκαιο και σωστό. Σε διαβεβαιώνω ότι ποτέ δεν θα απογοητευθείς από τον εαυτό σου ή τη δουλειά σου.
Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό: Αυτό σημαίνει ότι κι εσύ δεν θα κρίνεις τη δουλειά των άλλων! Ο Θεός να σε ευλογεί, παιδί μου!»
Ο μαθητής ήταν συγκινημένος και πλημμυρισμένος από ευγνωμοσύνη για τον δάσκαλό του. Είχε καταλάβει ότι η εκπαίδευση και η εξάσκησή του θα ήταν ημιτελείς χωρίς αυτό το τελευταίο μάθημα.


Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο λαθρέμπορος





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας πονηρός λαθρέμπορος που έμπαινε στα σύνορα με ένα γάιδαρο. Το γαϊδούρι ήταν φορτωμένο με άχυρο. Ο τελωνειακός υπάλληλος υποπτευόμενος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, έψαχνε εξονυχιστικά το άχυρο για να βρει τα λαθραία. Δεν κατάφερνε όμως να βρει κάτι, παρά τα συνεχόμενα ταξίδια του υπόπτου.
Κάθε φορά που έμπαινε με το γαϊδούρι στα σύνορα, ο τελωνειακός έψαχνε, έψαχνε αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αυτή η δουλειά γινόταν για περισσότερα από δέκα χρόνια!
Όταν ο τελωνειακός συνταξιοδοτήθηκε, έτυχε να συναντήσει στον δρόμο τον λαθρέμπορο και τον ρώτησε: «Σε παρακαλώ, πες μου. Σε ικετεύω! Τι ήταν αυτό που έφερνες λαθραία στη χώρα όλα αυτά τα χρόνια;»
«Γαϊδούρια», του απάντησε ο λαθρέμπορος.



Ένα σφάλμα που κάνουμε στη ζωή μας εμείς οι άνθρωποι είναι ότι βλέποντας το δέντρο, χάνουμε το δάσος….

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Ο βράχος






Ένας γέρος γεωργός για χρόνια όργωνε κοντά σε έναν μεγάλο βράχο σε κάποιο από τα χωράφια του. Είχε σπάσει πολλά υνιά και ένα τρακτέρ και είχε μάλλον απογοητευτεί με τον βράχο.
Αφού έσπασε άλλο ένα υνί μια μέρα και αφού θυμήθηκε όλους τους μπελάδες που του προξένησε ο βράχος όλα αυτά τα χρόνια, τελικά πήρε την απόφαση να κάνει κάτι γι’ αυτό.
Όταν έβαλε τον λοστό κάτω από τον βράχο, εξεπλάγη καθώς ανακάλυψε ότι είχε μόνο έξι πόντους πάχος και ότι θα μπορούσε εύκολα να τον σπάσει με μια βαριοπούλα. Καθώς μετέφερε με την καρότσα τα κομμάτια του βράχου χαμογέλασε φέρνοντας στο μυαλό του όλους τους μπελάδες που του είχε προκαλέσει ο βράχος τόσα χρόνια και το πόσο εύκολο θα ήταν να είχε απαλλαγεί νωρίτερα απ’ αυτόν.


Στη ζωή αυτή τίποτα δεν διαρκεί για πάντα…

Επιλέγω να θεωρήσω οριστικό το προσωρινό ή επιλέγω να θεωρήσω προσωρινό το προσωρινό….

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Το τραπέζι





Ένας φουκαράς γέρος πήγε να μείνει με τον γιο του, τη νύφη του και τον τετράχρονο εγγονό του. Τα χέρια του γεροντάκου έτρεμαν, τα μάτια του δεν έβλεπαν καλά κι η περπατησιά του ήταν διστακτική. Η οικογένεια έτρωγε όλη μαζί στο τραπέζι, όμως τα πράγματα τα έκαναν δύσκολα τα τρεμουλιάρικα χέρια και η αδύνατη όραση του παππού. Απ’ το κουτάλι του έπεφτε στο πάτωμα φαγητό, όταν έπιανε το ποτήρι με το νερό πιτσίλιζε το τραπεζομάντιλο κι ο γιος κι νύφη ταράζονταν με όλη αυτή την ανακατωσούρα.
«Πρέπει να κάνουμε κάτι με τον παππού» είπε ο γιος. «Φτάνει πια το λερωμένο τραπεζομάντιλο, το μάσημα όλο σαματά και το φαγητό στο πάτωμα». Κι έτσι το ζευγάρι έβαλε ένα μικρό τραπεζάκι σε μια γωνιά όπου ο παππούς έτρωγε μόνος του την ώρα που η υπόλοιπη οικογένεια απολάμβανε το φαγητό της. Κι όταν πια ο παππούς έσπασε ένα – δύο πιάτα, του σερβίριζαν το φαγητό του σ’ ένα ξύλινο μπολ. Όταν οι υπόλοιποι έριχναν καμιά ματιά προς τη μεριά του παππού έβλεπαν μερικές φορές ένα δάκρυ στα μάτια του παππού που καθόταν μονάχος. Παρόλα αυτά τα μόνα λόγια που έλεγαν του παππού ήταν παρατηρήσεις για το πεσμένο πιρούνι ή τα σκόρπια στο πάτωμα φαγητά. Ο τετράχρονος μικρός τα έβλεπε όλα αυτά σιωπηλός.
Μια βραδιά, πριν από το δείπνο, ο πατέρας παρατήρησε τον μικρό να παίζει στο πάτωμα με κάτι μικρά κομμάτια ξύλο. Ρώτησε γλυκά τον γιο του, «Τι φτιάχνεις εκεί;» Το ίδιο γλυκά ο γιος απάντησε, «Φτιάχνω ένα μπολ για σένα και τη μαμά μου για να τρώτε όταν θα μεγαλώσω» και με ένα χαμόγελο ξανάπεσε στη δουλειά του. Οι γονείς έχασαν τη μιλιά τους και μετά από τα μάτια τους άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Αν και δεν άλλαξαν κουβέντα, κατάλαβαν κι οι δυο τους τι έπρεπε να γίνει.

Το ίδιο βράδυ ο πατέρας πήρε ευγενικά τον παππού απ’ το χέρι και τον οδήγησε στο τραπέζι της οικογένειας. Για την υπόλοιπη ζωή του έτρωγε μαζί με την οικογένεια σε όλα τα γεύματα. Και μάλιστα για κάποιο μυστηριώδη λόγο, ούτε ο ένας, ούτε η άλλη ενδιαφέρθηκαν πια για το πεσμένο πιρούνι, τα φαγητά που έπεφταν στο πάτωμα ή το λερωμένο τραπεζομάντιλο.