Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Χρώματα της Νύχτας...




- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη; 
- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε 
- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
- Τι χρώμα έχει η χαρά;
- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
- Και η μοναξιά;
- Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξεδί.
- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
- Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
- …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.
- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι … Κοίταξε μακριά στο κενό … Και δάκρυσε …
Ζω …
- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ” αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!
Συγχωρώ!
- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ” αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα “ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι” αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψέ με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλα  αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από  την αρχή. Τωρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξε  τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;
- Aυριο θα “ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτε άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ’αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να “χεις το θάρρος να λες: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ” αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Aντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιος είναι ο δυνατός;
- Ποιος είναι ο δυνατός;  ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
- Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ” ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ” αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται… και ελπίζουν…
- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο σ τ'  αστέρι του.
- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
- Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…

- Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η Ελπίδα της νιότης

Η νιότη βάδιζε μπροστά κι εγώ την ακολουθούσα και σε μια στιγμή φτάσαμε σ' ένα χωράφι μακρινό. Εκεί σταμάτησε και κοίταξε ψηλά τα σύννεφα που αργοσαλευαν στην κόψη του ορίζοντα, σαν ένα κοπάδι από άσπρα προβατάκια. Έπειτα κοίταξε τα δέντρα που έτειναν στα ύψη τα γυμνά κλαδιά τους σαν να προσευχόταν θαρρείς στον Kύριο του ουρανού για να ξαναβρούν τα φυλλώματα τους. Κι είπα εγώ, "που βρισκόμαστε νιότη; "Κι εκείνη μου αποκρίθηκε, "είμαστε στον αγρό της ταραχής. Έχε τον νου σου! "Κι είπα εγώ, "πάμε να φύγουμε. Με τρομάζει τούτη η ερημιά, κι η θέα των σύννεφων και των γυμνών δέντρων σφίγγει την καρδιά μου με λύπη". Κι εκείνη μίλησε και είπε, "έχε υπομονή. Η ταραχή είναι η αρχή της γνώσης". Κοίταξα τότε γύρω μου και είδα μια οπτασία να προχωρά με χάρη προς εμάς και αμέσως ρώτησα, "ποια είναι τούτη η γυναίκα;" Κι η Nιότη απάντησε, "αυτή εδώ που βλέπεις είναι του Δία η κόρη, της Tραγωδίας η Μούσα, η Μελπομένη". "Μακάρια Nιότη!" αναφώνησα τότε, "τι γυρεύει η Tραγωδία από μένα, όσο βρίσκεσαι στο πλάι μου εσύ; "Κι εκείνη μου αποκρίθηκε, "ήρθε να σου δείξει τη γη και τον πόνο της, γιατί όποιος δεν γνώρισε τον πόνο, δεν θα γνωρίσει ποτέ του και χαρά". Κι ένα χέρι άπλωσε τότε εμπρός στα μάτια μου το πνεύμα, κι όταν το τράβηξε, η Nιότη είχε χαθεί, κι εγώ βρισκόμουν μόνος, γυμνός από κάθε γήινο ντύμα. Αναφώνησα, "κόρη του Δία, που χάθηκε η Nιότη;" Εκείνη δεν απάντησε. Με πήρε κάτω από τα φτερά της και μ' ανέβασε σε μια υψηλή βουνοκορφή. Κάτω από τα πόδια μου είδα να απλώνεται η γη κι όλα όσα έκλεινε μέσα της, αραδιασμένα σαν σελίδες από βιβλίο, όπου ήταν γραμμένα τα μυστικά όλου του κόσμου. Στάθηκα γεμάτος φόβο και αποφάσισα να αποκρυπτογραφήσω τα σύμβολα της Ζωής. Κι είδα πράγματα φοβερά: τους Aγγέλους του Oυρανού να μάχονται με τους Δαίμονες της Δυστυχίας κι ανάμεσα τους να στέκει ο Άνθρωπος, και να τον τραβά άλλοτε η Ελπίδα και άλλοτε η Απόγνωση. Είδα το Μίσος και την Αγάπη να παίζουν με του Ανθρώπου την καρδιά. Η Αγάπη να κρύβει την ενοχή του και να του παίρνει το νου με το κρασί της υποταγής, του επαίνου και της κολακείας. Το Μίσος να τον προσκαλεί, να σφραγίζει τα αυτιά του και να τυφλώνει τα μάτια του εμπρός στην αλήθεια. Κι είδα την πόλη να ζαρώνει σαν ένα παιδί από τις φτωχογειτονιές της και ν' αρπάζεται από το ρούχο του γιου του Αδάμ. Κι είδα από μακριά τα όμορφα χωράφια να κλαίνε για τον πόνο του ανθρώπου. Είδα τους ιερείς να αφρίζουν σαν πονηρές αλεπούδες και τους ψεύτικους μεσσίες να συνωμωτούν ενάντια στην ευτυχία του ανθρώπου. Κι είδα τον άνθρωπο να καλεί τη Σοφία για τη σωτηρία του, μα εκείνη δεν άκουγε τις κραυγές του, γιατί κάποτε την είχαν περιγελάσει όταν του μιλούσε στους δρόμους της πόλης. Κι είδα κήρυκες να στρέφουν το βλέμμα τους με λατρεία στους ουρανούς, ενώ οι καρδιές τους ήταν θαμμένες μέσα στους λάκκους της Απληστίας. Είδα τους νομοθέτες να φλυαρούν νωχελικά και να πουλούν τα εμπορεύματά τους στις αγορές της απάτης και της υποκρισίας. Είδα γιατρούς να παίζουν με τις ψυχές των απλοϊκών και των εύπιστων ανθρώπων. Είδα τους αμαθείς να κάθονται μαζί με τους σοφούς, να ανεβάζουν το παρελθόν τους στο θρόνο της δόξας, να καλλωπίζουν το παρόν τους με τα ρούχα της χλιδής και να προετοιμάζουν το κρεβάτι της πολυτέλειας για το μέλλον. Είδα φτωχούς εξαθλιωμένους να σπέρνουν τον σπόρο και δυνατούς να θερίζουν την σοδειά τους και από κοντά το φόβο της τιμωρίας, που ψεύτικα τον ονομάζουν Νόμο, να στέκεται φρουρός. Είδα τους κλέφτες της Άγνοιας να λεηλατούν τους θησαυρούς της Γνώσης, ενώ οι φύλακες του φωτός είχαν χαθεί μέσα στο σκοτάδι της αδράνειας. Και είδα τις δυνάμεις της Γνώσης να πολιορκούν την πολιτεία των Κληρονομημένων Προνομίων αλλά ήταν πολύ λίγες αυτές οι δυνάμεις και σύντομα διαλύθηκαν. Και είδα την Λευτεριά να περπατάει μόνη, χτυπώντας πόρτες, αναζητώντας καταφύγιο, αλλά κανένας δεν εισάκουγε την παράκλησή της. Έπειτα είδα την Ασωτία να βηματίζει με μεγαλοπρέπεια και το πλήθος να την ονομάζει Λευτεριά. Είδα την θρησκεία θαμμένη στα βιβλία, και την Αμφιβολία να στέκεται στη θέση της. Κι είδα τον Άνθρωπο να φορά τα ρούχα της Υπομονής αλλά ήταν το ντύμα της Δειλίας και να ονομάζει την παραίτηση Ανεκτικότητα και το φόβο Ευγένεια. Είδα τον εισβολέα να κάθεται και να τρωγοπίνει στο τραπέζι της Γνώσης και να μιλά ανόητα, ενώ οι καλεσμένοι σιωπούσαν. Είδα το χρυσάφι στα χέρια του σπάταλου, μέσο για τα άθλια χέρια του. Και στα χέρια του τσιγκούνη σαν δόλωμα για το μίσος αλλά στα χέρια του σοφού δεν είδα χρυσάφι.

Όταν τα είδα όλα αυτά, φώναξα με πόνο, "Ω κόρη του Δία, είναι αυτή πραγματικά η Γη; είναι αυτός ο Άνθρωπος; "Με φωνή απαλή αλλά γεμάτη λύπη μου αποκρίθηκε, "αυτό που βλέπεις είναι το μονοπάτι της Ψυχής, κι είναι στρωμένο με κοφτερές πέτρες και γεμάτο αγκάθια. Αυτή είναι η σκιά του Ανθρώπου. Αυτή είναι η Νύχτα! Αλλά περίμενε! Σύντομα θα έρθει το Πρωί!"

Έπειτα, ακούμπησε απαλά το χέρι της πάνω στα βλέφαρα των ματιών μου, και όταν το τράβηξε, σαν θαύμα, ξανάδα την Νιότη να περπατάει δίπλα μου, και μπροστά από εμάς, οδηγήτρα στον δρόμο μας, να βαδίζει η Ελπίδα.



Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Τρεις Αλήθειες






Ένας άνθρωπος αιχμαλώτισε ένα καναρίνι, που του είπε:
- Τι θέλεις από μένα; Δες τα ισχνά πόδια μου και το μικροσκοπικό κεφάλι μου. Τι μπορείς να πάρεις από μένα; Δώσε μου την ελευθερία μου και θα σου πω τρεις χρήσιμες αλήθειες.
 - Τρεις αλήθειες;
- Ναι. Άκουσε με καλά. Θα σου πω την πρώτη ενώ με κρατάς στο χέρι σου. Θα σου πω τη δεύτερη όταν θα είμαι ασφαλές πάνω σ” ένα κλαδί. Θα σου πω την τρίτη όταν θα έχω φτάσει στην κορυφή αυτού του λόφου.
- Εντάξει, είπε ο άνθρωπος, πες μου την πρώτη.

Τότε το καναρίνι του είπε:
- Αν χάσεις κάτι, ακόμα κι αν είναι τόσο πολύτιμο όσο η ζωή σου, μη λυπηθείς γι” αυτό ούτε στιγμή.
Ο άνθρωπος κράτησε το λόγο του και άνοιξε το χέρι του. Το καναρίνι πέταξε σ” ένα κλαδί, απ” όπου είπε τη δεύτερη αλήθεια:
- Αν σου πουν κάτι παράλογο, μην το πιστέψεις πριν σου το αποδείξουν!
Το πουλί πέταξε μέχρι την κορυφή του λόφου.
- Ποια είναι η τρίτη αλήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος.
- Είναι, πως στο κορμί μου υπάρχουν δυο υπέροχα κοσμήματα που ζυγίζουν πολύ. Αν με είχες σκοτώσει, τώρα θα ήταν δικά σου.
Ο άνθρωπος έπεσε κάτω απογοητευμένος και δάγκωσε το δάχτυλό του μέχρι να ματώσει. Εκείνη τη στιγμή άκουσε το πουλί που γελούσε. Σηκώθηκε και το ρώτησε γιατί γελάει.
- Είσαι ανόητος, του είπε το πουλί, σου είπα πρώτα να μη λυπηθείς ποτέ για κάτι που έχασες. Εσύ λυπήθηκες για τα κοσμήματα. Σου είπα μετά να μην πιστέψεις ποτέ έναν παραλογισμό, με κανέναν τρόπο. Σου είπα ότι έχω δυο κοσμήματα που ζυγίζουν πολύ κι εσύ το πίστεψες, παρόλο που όλο το κορμί μου είναι πολύ ελαφρύ. Αντίο, είσαι ανόητος.

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Μουσικά Ταξίδια


 

Μία νότα ταξίδεψε ατελείωτα χρόνια ψάχνοντας μιαν άλλη νότα μόνη όπως εκείνη.
Στις μεγαλουπόλεις δεν είχε καταφέρει να βρει κανέναν ευχάριστο ήχο. Βέβαια, αν ήθελε, μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα σε φωνές και κόρνες αυτοκινήτων, αλλά δεν το έκανε. Ήθελε κάτι όμορφο όπως όμορφη ήταν κι εκείνη… Δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό της έπρεπε να βρει μια ιδιαίτερη παρέα και να ενωθεί μαζί της… Κάποτε κατάλαβε πως πρέπει να αλλάξει περιβάλλον. Χωρίς να διστάσει στιγμή, άφησε την μεγάλη πόλη και πήγε στην εξοχή. 


 Εκεί δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Σύντομα βρήκε πολλές νότες όπως η ίδια, διαφορετικές μεταξύ τους και με ιδιαίτερες ποιότητες. Αφού γνωρίστηκαν και εκτίμησαν η μία την διαφορετικότητα της άλλης, ίδρυσαν την πρώτη τους μπάντα. Διασκέδασαν με την καρδιά τους στα εγκαίνια του νέου τους ξεκινήματος, σίγουρες πως έπρατταν σωστά. Ήταν ήδη εμφανές πως μαζί μπορούσαν να κάνουν σημαντικά πράγματα Πρώτος σταθμός στην περιπέτειά τους ήταν το κοντινότερο δάσος. Μερικές φοβήθηκαν γιατί δεν είχαν ξανακούσει γι’αυτό. Πήραν όμως θάρρος από τις υπόλοιπες που είχαν ξαναπάει και ένιωσαν ασφάλεια. Εξερευνώντας το δάσος, γνώρισαν πουλάκια κάθε λογής. Κάθισαν πλάι σε όλα, στα κλαδιά των δέντρων, και ξεκίνησαν μία-μία τις προσπάθειες να μιμηθούν τους ήχους των πουλιών. Τα κατάφεραν μια χαρά όλες τους! Όταν όμως επιχείρησαν να τραγουδήσουν όλες μαζί, κάτι δεν πήγαινε καλά. Το δάσος συγκινήθηκε από την προσπάθειά τους και τους έκανε δώρο κάτι πολύ ιδιαίτερο, την γνώση του να καταλαβαίνουν πότε είναι καλά να ηχούν και πότε να σωπαίνουν.


Έφτιαξαν ένα όμορφο πεντάγραμμο που τις χωρούσε όλες. Ανέβηκαν στο νέο τους όχημα και γεμάτες χαρά ξεκίνησαν το νέο τους ταξίδι, μακρύ μέχρι τον διάστημα. Ω! τι όμορφη θέα είχαν από εκεί ψηλά! Μπορούσαν να δουν τα πάντα! Παρατηρώντας την κίνηση των πλανητών έμαθαν την αρμονία, έγιναν αρμονία…
Τους τράβηξε την προσοχή η θάλασσα και αφού συζήτησαν, συμφώνησαν να γίνει ο επόμενος σταθμός τους. Δεν είχαν προλάβει να φτάσουν και είχαν ήδη νιώσει την δύναμη του νερού. Ήταν παντού, δεν σταματούσε ποτέ να κινείται, ήταν ευέλικτο και πολύ πολύ δυνατό! Ένα τρίτο δώρο μπήκε στον σάκο των γνώσεών τους. Εκείνο του να μπορούν ελίσσονται με αποτελεσματικότητα. 


Ενθουσιασμένες που σε κάθε ταξίδι μ
άθαιναν πράγματα σημαντικά για τις ίδιες και τον κόσμο, είπαν να επισκεφτούν και την έρημο. Φτάνοντας, της ζήτησαν ευγενικά να τους προσφέρει λίγη ησυχία αν μπορούσε. Μόλις η έρημος τις άκουσε, έβαλε τα γέλια. Της είχε φανεί πολύ αστείο μα και χαριτωμένο το αίτημα που είχαν οι νότες. Χαμογελώντας λοιπόν είπε πως είχε διαθέσιμη όση ησυχία εκείνες ήθελαν και ήταν ελεύθερες να μείνουν εκεί για όσο χρειάζονταν. Στην έρημο ήταν πολύ ευχάριστο να έχει παρέα και περνούσε όμορφα ακούγοντάς τες να συνθέτουν μουσική καθώς έπαιζαν με τους ήχους που είχαν μάθει να παράγουν. Όλες οι νότες είναι μέχρι και σήμερα ευγνώμων στην έρημο για το δώρο της ησυχίας και την φιλοξενία της. Χωρίς αυτά, δεν θα είχαν ποτέ νιώσει τον μαγευτικό τους ήχο.

Αφού πέρασε αρκετός καιρός κάνοντας πρακτική, αφέθηκαν στον αέρα να τις πάει μέχρι τον ουρανό. Αντιλήφθηκαν σύντομα πως από όλα τα αγαθά, το πολυτιμότερο είναι εκείνο της ελευθερίας, της ελευθερίας να αφεθείς να πας μακριά, της ελεθευρίας να αναπτύσσεσαι. 

Μία νότα μόνη βρήκε τον τρόπο να βάλει τέλος στην μοναξιά της με την ένωσή της με άλλες νότες που κι εκείνες ήταν κάποτε μόνες, δημιουργώντας μια μοναδική συμφωνία. Μία νότα μόνη, και μια άλλη, και μια άλλη, έχουν θέα στην ανθρώπινη ψυχή σα μαγικά παράθυρα. Μερικές φορές, στην ησυχία, ακούγεται ακόμη η μουσική από κάποιες νότες που συνεχίζουν να ταξιδεύουν. Αν σου τύχει, μη διστάσεις! Ανέβα στο πρώτο πεντάγραμμο που θα συναντήσεις και αφέσου να απολαύσεις το ταξίδι στον φανταστικό κόσμο της μουσικής….




Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Μ' αγαπάς;

Ήταν που λέτε μια φορά ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε και κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια.


Μόλις σουρούπωνε , το ‘σκαγε απ’ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνώτανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιούν νερό….
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί και ασβοί και βατραχάκια…
Το σκιουράκι ένοιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:
- Μπορείς να μ’ αγαπάς?
Τα πιο πολλά γελούσαν. Άλλα δεν έμπαιναν καν στον κόπο ν’ απαντήσουν. Κι άλλα του λέγανε: Δεν έχω χρόνο – ή δεν ξέρω τι είναι ν αγαπάς….
Κι αυτό γινότανε κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου, μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:
- Μπορώ. Έλα ν αγαπηθούμε.
- Μπορείς? Πόσο χαίρομαι!
- Πες μου όμως, τι πα’ να πει ν αγαπηθούμε?
- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πα’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.
Κι έτσι κοιταζόντουσαν στα μάτια για μερόνυχτα….
- Τώρα αγαπιόμαστε?
- Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό. Ν’ αγαπηθούμε πα’ να πει και να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα! …
- Τι ωραίο να σ’ αγαπάω!
Τώρα δεν αγαπιόμαστε?
- Όχι ακόμα. Για ν αγαπηθούμε πα να πει και να χουμε κάτι ο ένας απ τον άλλον. Έλα ν αλλάξουμε χρώματα. Δωσ μου λίγο απ το καστανόμαυρο τρίχωμα σου κι εγώ θα σου δώσω απ το κίτρινο των ματιών μου.
Κι έτσι έκαναν…
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.
- Τώρα αγαπιόμαστε?
- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει ν` αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μια αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.
- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεε… ώπ!
- Τώρα αγαπιόμαστε?
- Τώρα.
Και που λέτε όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγιναν κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει μια βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ αστέρια – έγιναν ένα …
Κι ύστερα βγήκε απ τον ουρανό τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ τα σύννεφα…
Και πέρασε καιρός. Να τανε χρόνια, να τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος είναι άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:
- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα από το τρέξιμο. Θα θελα να γυρίσω πίσω.
- Κουράστηκες? Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κουβαλάει. Δεν είναι κουραστικό.
- Για μένα είναι. Έπειτα το χω ξανακάνει. Λίγοι αντέχουν δεύτερη φορά. Είναι επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…
Αυτά είπε. Και με πολύ μεγάλη ευκολία, πήδηξε πάνω σε ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…
- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είναι αστείο να τρέχω μόνο μου στον ουρανό…
Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ ορκίζομαι – το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
- Εεεεεε … ωωωωωωω… Είναι κανείς εδώ? Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιός θα μπορούσε να μου πει πως θα ξαναγυρίσω πίσω?
Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήταν άδειο, κι έτσι δεν του απάντησε κανείς.
- Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα. Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα? Εεεεε …. ωωωωω…. Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ?
Τότε μια μικρή φωνούλα έφτασε σταυτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σαν να βγαίνε από μέσα του.
- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!
- Μου μίλησε κανείς? Τίποτα δε βλέπω.
- Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον ασβό βόλτα στο Γαλαξία. Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Άκου. Εγώ μόνο μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω απ τη γη., κι έτσι ύστερα σιγά – σιγά θα κατεβούμε. Μόνο που έχω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι ενέργεια μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε, θα πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…
- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω?
- Ξέρω κι εγώ? … το τρίχωμα σου, τις πατούσες σου, ένα κομμάτι απ την καρδιά σου…
- Το τρίχωμα μου και οι πατούσες μου είναι δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…
- Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου. Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω την πρώτη… Μην πονάς πολύ. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.
Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι, μ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φάνηκε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του. Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι αυτόν. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτα άλλο.
- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν` αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είναι άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ αυτό…
- Σσσσσς! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η ηλιαχτίδα… Καίω τη δεύτερη πατούσα. Κατεβαίνουμε …
Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα, μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθάρα, τα δέντρα, τα πουλάκια, του ποτάμι και ξαφνικά…
Πλάτς ! … Και μετά τίποτα…
Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και του ‘βαζε οινόπνευμα κι ύστερα του φυσούσε τις πληγές για να μην τσούζει, και του ‘βαζε επιδέσμους και το χάιδευε….
- ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.
Όμως είδε να σκύβει από πάνω του ένας κάστορας. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στα μάτια του.
Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε. Κοιτάζονταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα….
- Μπορείς να μ αγαπάς?
Το σκιουράκι αναστέναξε χωρίς καθόλου λύπη.
- Φοβάμαι πως δε μπορώ. Δεν έχω πια καρδιά για να σ αγαπήσω…
- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ ΄ τη δική μου.
- Όμως ν αγαπηθούμε πα να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.
- Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί? Ν αγαπηθούμε πα να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέξουμε, ούτε που θα πάμε…
Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ αγαπάς θα σου φτιάξω δεκανίκια από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς. Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια. Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά και θα ναι πιο όμορφα, γιατί θ ακούω την ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ, θα είμαστε εμείς….
Τι έγινε μετά κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να ξέρω?
Λένε πως τους είδανε να φεύγουν για την Ανατολή, περπατώντας και οι δυο με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δέντρων.
- Λένε …
Πάντως ποτέ – μα ποτέ – κανείς δεν τους ξανάδε πια!

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Ένας αλλιώτικος κόσμος


       Φαντάσου ότι υπάρχει μια τράπεζα , η οποία κάθε μέρα καταθέτει στον λογαριασμό σου το ποσό των 86.400 ευρώ.  Αυτή η περίεργη τράπεζα την ίδια στιγμή , δεν μεταφέρει τα λεφτά σου από τη μία μέρα στην άλλη: κάθε βράδυ σβήνει από τον λογαριασμό αυτά που δεν έχεις ξοδέψει.
     Τι θα έκανες;….. φαντάζομαι ότι θα έπαιρνες κάθε μέρα τα λεφτά που δεν ξόδεψες. Έτσι;   Λοιπόν ο καθένας από μας έχει αυτή την τράπεζα: το όνομά της είναι ΧΡΟΝΟΣ. Κάθε μέρα , αυτή η τράπεζα καταθέτει στον προσωπικό της λογαριασμό 86.400 δευτερόλεπτα.
      Κάθε βράδυ αυτή η τράπεζα σβήνει από το λογαριασμό σου και θεωρεί χαμένη οποιαδήποτε ποσότητα του χρόνου την οποία δεν έχεις επενδύσει σε κάτι ωφέλιμο.  Αυτή η τράπεζα δεν μεταφέρει λογαριασμούς από την μία μέρα στην άλλη. Κάθε μέρα σου ανοίγει καινούργιο λογαριασμό. Κάθε βράδυ σβήνει τις καταθέσεις της ημέρας. Αν δεν χρησιμοποιείς την κατάθεση σου κατά τη διάρκεια της μέρας , εσύ είσαι αυτός που χάνει. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Δεν υπάρχουν χρωστούμενα για την αυριανή μέρα: πρέπει να ζεις το σήμερα   με τη σημερινή κατάθεση.
        Για αυτό, μια καλή συμβουλή είναι ότι πρέπει να επενδύσεις τον χρόνο σου με τέτοιο τρόπο ώστε να βρείς το καλύτερο στην υγεία, την ευτυχία και την επιτυχία.
Το ρολόι συνεχίζει την πορεία του… Χρησιμοποίησε το μέγιστο κάθε ημέρα.   Για να  καταλάβεις την αξία ενός χρόνου, ρώτα κάποιον μαθητή που επανέλαβε κάποια τάξη…. Για να καταλάβεις την αξία ενός μήνα ρώτα μια μητέρα που μόλις έχει γεννήσει.   Για να καταλάβεις την αξία μιας εβδομάδας ρώτα τον εκδότη ενός εβδομαδιαίου περιοδικού… Για να καταλάβεις την αξία μιας ώρας , ρώτα τους εραστές που περιμένουν για να συναντηθούν.   Για να καταλάβεις την αξία ενός λεπτού, ρώτα ένα ταξιδιώτη που έχασε το τρένο. Για να καταλάβεις την αξία ενός δευτερολέπτου, ρώτα κάποιον που κόντεψε να πάθει ατύχημα…. Για να καταλάβεις την αξία ενός δέκατου του δευτερολέπτου, ρώτα έναν αθλητή που κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στους ολυμπιακούς αγώνες.  
     Φύλαξε κάθε στιγμή που ζεις και αυτός ο θησαυρός θα έχει μεγαλύτερη αξία αν τα μοιράζεσαι με κάποιο σημαντικό άτομο, τόσο σημαντικό ώστε να του αφιερώσεις τον χρόνο σου.. και θυμήσου ότι ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν. ….
  

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Νιώσε κι αγάπα



Άκου τους πρωινούς κηλαηδισμούς πώς υμνούν το θαύμα της ζωής
Άσε τα μάτια σου να βαφτιστούν στα χρώματα της ροδαύγης
Πάρε στο δάχτυλό σου φυλαχτό μια δροσοσταλίδα από το χορτάρι
Ανέβα ταπεινά το μονοπάτι
Στο διάβα σου μοιράσου του ζουζουνιού και της πεταλουδίτσας τη χαρά
Τραγούδα πλάι στο κελάρυσμα του ρυακιού
Σμήξε την ανάσα σου με την ανάσα του κυκλάμινου
Της πέρδικας την περπατησιά παράφορα ερωτέψου
Μελέτα τη ζωγραφιά στην πλάτη του σκαθαριού
Πρόσεχε μην πατήσεις την ανθισμένη μυρμηγκοφωλιά
Στο ξέφωτο στάσου και με το μεγάλο λιθάρι πιάσε κουβέντα για την αιωνιότητα
Μην τρομάξεις από το σούρσιμο ενός φιδιού που άθελά σου το τρόμαξες
Στο αστραφτερό μυστήριο του μεσημεριού παραδόσου
Στις φτέρες φτερούγισε σαν το τρυφερό φύσημα του αγεριού
Αγκάλιασε όπως ο κισσός τον ψηλό δεντροκορμό
Το άγιο νερό της πηγής σκύψε να κοινωνήσεις
Πρόλαβε να χαρείς το άλμα της νυφίτσας
Τη γέρικη χελώνα μη βιαστείς να προσπεράσεις
Πλανέψου από τ' αηδόνια της ρεματιάς
Στου δειλινού τα σύννεφα αιωρήσου
Στο λυκόφως ξαναβρές το ξενητεμένο ποίημά σου
Στην ανατολή του φεγγαριού χόρεψε χέρι-χέρι με τους θρύλους
Ευχήσου στον αποσπερίτη να γίνει αυγερινός
Γείρε τα μάτια σου και χώρεσε όλη την Πλάση στα όνειρά σου
Πόνεσε και δάκρυσε για τον πόνο και το δάκρυ του άγνωστου συνανθρώπου
Ξύπνα και ζήσε το θαύμα από την αρχή


                                                       

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Ο αδερφός μου με αδικεί





Όταν ο αδερφός σου σε αδικεί

"Πᾶν πρᾶγµα δύο ἔχει λαβάς, τὴνµὲν φορητήν, τὴν δὲ ἀφόρητον. ὁ ἀδελφὸς ἐὰν ἀδικῇ, ἐντεῦθεν αὐτὸ µὴ λάµβανε, ὅτι ἀδικεῖ (αὕτη γὰρ ἡ λαβή ἐστιν αὐτοῦ οὐ φορητή), ἀλλὰ ἐκεῖθεν µᾶλλον, ὅτι ἀδελφός, ὅτι σύντροφος, καὶ λήψῃ αὐτὸ καθ’ ὃ φορητόν."

Κάθε πράγμα έχει δυο λαβές· τη μια που μπορείς να τη βαστάξεις και την άλλη που δεν μπορείς. Αν ο αδερφός σου σε αδικεί, μην πιάσεις το πράγμα από εδώ, δηλαδή ότι αδικεί (γιατί από αυτή τη λαβή δεν μπορείς να το βαστάξεις), αλλά μάλλον από εκεί, από το ότι δηλαδή είναι αδερφός, ότι ανατραφήκατε μαζί. Τότε θα πιάσεις το πράγμα από τη μεριά που μπορείς να το βαστάξεις.

Επικτήτου Εγχειρίδιον c43.1



Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Η ευφυΐα






Η ευφυΐα εξαρτάται από το πώς την χρησιμοποιείς.

Αν ο νους σου απασχολείται μόνο με το σεξ, τα παιδιά, την οικογένεια, το φαί, το σπίτι, τότε δεν υπάρχει καμία ανάγκη` αυτή η ποσότητα ευφυΐας είναι αρκετή. Αλλά αν το ενδιαφέρον σου είναι σαν του Αϊνστάιν τότε η ευφυΐα σου αρχίζει να κινείται κάποιες φορές ακόμα και πέρα απ' το φυσικό σου σώμα.

Το άτομο εκείνο που διαλογίζεται έχει την μεγαλύτερη πιθανότητα να φτάσει τις υψηλότερες κορυφές της ευφυΐας, γιατί στον διαλογισμό κάνει την μεγαλύτερη δυνατή δουλειά που είναι ικανός ο άνθρωπος` και αυτή είναι η αυτοεπίγνωση, η γνώση του "Ποιός είμαι."
Το σώμα δεν έχει σχέση με την ευφυΐα, ο νους δεν έχει σχέση με την ευφυΐα.

Ευφυΐα είναι η ποιότητα της συνειδητότητας σου - πιο συ
νειδητός, πιο έξυπνος. Και αν είσαι πλήρως συνειδητός, είσαι τόσο έξυπνος όσο είναι ολόκληρη η ύπαρξη.

Osho

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Ο μοναχός και ο Σαμουράι





Μια φορά κι έναν καιρό ένα πολεμιστής Σαμουράι ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή κατοικία ενός σοφού γέροντα μοναχού. Φτάνοντας εκεί τίναξε την πόρτα και βροντοφώναξε: 
- Καλόγερε πες μου, ποια η διαφορά ανάμεσα στον παράδεισο και στην κόλαση; Ο σοφός μοναχός έμεινε ήρεμος για μια στιγμή, καθισμένος πάνω στο χαλάκι του στο πάτωμα. Μετά γύρισε, τον κοίταξε και του είπε:
- Λες τον εαυτό σου πολεμιστή σαμουράι; Για δες τον εαυτό σου πιο καλά. Δεν είσαι παρά ένα ανθρώπινο ρετάλι…
- Τι είπες; βροντοφώναξε ο άλλος, απλώνοντας να πιάσει το σπαθί του…
- Βλέπω ότι θέλεις να πιάσεις το ξίφος σου. Όμως αμφιβάλω αν μπορείς με δαύτο να κόψεις το κεφάλι μια μύγας, είπε ο μοναχός.
Ο σαμουράι έχει θυμώσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Έσυρε το ξίφος του από τη θήκη και το ύψωσε για να κόψει το κεφάλι του γέροντα μοναχού. Εκείνη τη στιγμή ο καλόγερος κοίταξε μέσα στα φλογισμένα μάτια του και είπε:
- Γιε μου, αυτή είναι η πύλη της κόλασης…

Ο σαμουράι κατάλαβε ότι ο καλόγερος έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή του για να του μάθει αυτό το μάθημα. Κατέβασε το ξίφος και το έβαλε σιγά-σιγά στη θήκη του, υποκλίθηκε στο μοναχό και τον ευχαρίστησε για το μάθημα που του έδωσε.
- Φίλε μου, λέει ο μοναχός, Αυτή είναι η πύλη του παραδείσου…

______________
Κρατάμε τα κλειδιά και από τις δύο πύλες στα χέρια μας. Στο ένα χέρι τα κλειδιά της πύλης του παράδεισου και στο άλλο μας χέρι τα κλειδιά της πύλης της κόλασης.
Η πύλη του παράδεισου αντιπροσωπεύει την εσωτερική γαλήνη, την ηρεμία την αυτοσυγκέντρωση και την κατανόηση του εαυτού μας και των άλλων ανθρώπων.
Η πύλη της κόλασης ξεκινάει από τη στιγμή που τα συναισθήματα του φόβου ή της αδικίας μας θυμώνουν, μας πλημμυρίζουν, μας κατακλύζουν. Τότε που χάνουμε το εύρος των επιλογών μας. Τότε που όλες οι πιθανές λύσεις οδηγούν μόνο σε μια, εκείνη του θυμού και της επίθεσης.