Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Όποιος μπορεί να αγαπάει είναι ευτυχής





Ο Έρμαν Έσσε κλείνει το βιβλίο του Σιντάρτα, μόλις ο ήρωας του βρίσκει την απόλυτη ειρήνη, μόλις ανακαλύπτει το σημαντικότερο που υπάρχει: την αγάπη. Συλλαμβάνει το νόημα της ζωής, του κόσμου, του ανθρώπου -ανακαλύπτει ότι τα πάντα είναι ενωμένα και γι’ αυτό μπορεί να τα αγαπήσει όλα, με μια αγάπη αγνή, πλήρη και απόλυτη, χωρίς να εκφέρει κρίσεις ή απόψεις.

Θυμάμαι ένα καθηγητή φιλοσοφίας που έλεγε πάντα ότι υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη φράση «σ’ αγαπώ, γιατί σε χρειάζομαι» και σ’ εκείνη που λέει «σε χρειάζομαι, γιατί σ’ αγαπώ». Και στις δύο φράσεις έχουμε μια ερωτική εξομολόγηση, όμως δείχνουν και οι δύο στ’ αλήθεια έρωτα;

Η Λουίζ Μ. Νόρμαν έχει πει ότι «το μυστικό της ευτυχίας βρίσκεται μάλλον στο να τη χαρίζεις παρά στο να την περιμένεις». Το να περιμένουμε να αγαπηθούμε μόνο απογοήτευση μπορεί να μας φέρει και μια σταδιακή αποψίλωση της ικανότητάς μας να αγαπάμε. Αυτή η άποψη για τον έρωτα μας κάνει να βάζουμε όρους, να ζητάμε ανταλλάγματα, να υπολογίζουμε κινδύνους, σαν να είναι η αγάπη επιχείρηση.

Η απάντηση είναι πάντα έξω από μας και πρέπει να έρθει σε μας. Δεχόμαστε κριτικές και πιέσεις για να αποδείξουμε την αγάπη αυτή, όταν ίσως η αγάπη δε μπορεί να αποδειχτεί, αλλά μόνο να δείξει.

Ίσως η κυριότερη διαφορά ανάμεσα στην αγάπη που αναφέρει ο Έσσε και στο πώς την αντιλαμβανόμαστε εμείς είναι ο τρόπος που μιλάμε γι’ αυτή. Θέλουμε να μας αγαπούν. Θέλουμε ν’ αγαπάμε. Ενδυόμαστε τον κτητικό έρωτα, τον βιαστικό, τον αναγκαίο.

Όμως η τέχνη του αγαπούν είναι κάτι πολύ πιο ευρύ, πιο αγνό και πιο απροσδιόριστο. Ο Έσσε έλεγε: «Όσο λιγότερο πιστεύω, γενικά, στην εποχή μας, όσο περισσότερο νομίζω ότι βλέπω την ανθρωπότητα να εκφυλίζεται και να μαραίνεται, τόσο λιγότερο σκέφτομαι την επανάσταση ως φάρμακο γι’ αυτή την παρακμή και τόσο περισσότερο πιστεύω στη μαγεία της αγάπης».

Ο Έκχαρτ Τόλλε σχολιάζει ότι η αγάπη ως διαρκής κατάσταση είναι πολύ σπάνια και περιορισμένη, τόσο σπάνια, όσο ο ευσυνείδητος άνθρωπος. Ίσως γι’ αυτό πρέπει ν’ αρχίσουμε από ένα προκαταρκτικό στάδιο: να αφυπνιστούμε και να τολμήσουμε να βυθοσκοπήσουμε το ποιοι είμαστε και τι αναζητάμε.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Ο έρωτας μας κάνει να υποφέρουμε...





Ο άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον είπε: «Καλύτερα να έχεις ερωτευτεί και να έχεις χάσει παρά να μην έχεις ερωτευτεί ποτέ». Και το να γνωρίσεις τον έρωτα, ακόμα και με τον κίνδυνο να τον χάσεις ή να πονέσεις εξαιτίας του, είναι η πιο υπέροχη εμπειρία που μπορεί να βιώσει η ψυχή.

Όταν νιώθουμε ερωτευμένοι, η ψυχή μας ανοίγεται και τολμάμε πράγματα που πριν ούτε που τα ονειρευόμασταν. Όπως είπε ο Πλάτων: «Δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο δειλός, που να μη μπορεί να μεταμορφωθεί σε ήρωα χάρη στον έρωτα».

Ξαναγυρνώντας στον Σιντάρτα, στην αρχή της αναζήτησής του, είναι τόσο επικεντρωμένος στο να βρει τον Θεό και το νόημα της ύπαρξής του, που δε γνωρίζει την αληθινή αγάπη, παρόλο που έχει μοιραστεί το χρόνο του με την ωραία Καμάλα και την έχει ερωτευτεί. Ωστόσο, στο τέλος του ταξιδιού του γνωρίζει τον γιο του και τότε ανακαλύπτει ένα συναίσθημα που αγνοούσε.

Βιώνει μια αγάπη που δεν προέρχεται από την επιθυμία ή την ανάγκη, μια αγάπη αγνή και απόλυτη, που τον ωθεί να φροντίζει και να προστατεύει το παιδί του. Αυτό το είδος αγάπης είναι ένα μεγάλο δώρο που μας γεμίζει την καρδιά, αλλά παράλληλα μπορεί να κουβαλάει και πόνο.

Κάθε σχέση γονέα-παιδιού συνεπάγεται ένα βαθμό πόνου και ανησυχίας. Ανησυχούμε σημαίνει νοιαζόμαστε για κάτι προκαταβολικά, δηλαδή προτού αυτό συμβεί, ενδιαφερόμαστε να προλάβουμε τα γεγονότα, υποφέρουμε για κάτι που ακόμα δεν έχει συμβεί, αλλά που φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί.

Το μόνο αντίδοτο στην ανησυχία είναι η ενασχόληση με κάτι. Όταν δινόμαστε ενεργά σε κάτι, δε μένει πια καιρός ούτε χώρος για ανησυχία.

Ο ώριμος έρωτας πρέπει να συνεπάγεται περισσότερη ενασχόληση με τον άλλο και λιγότερη ανησυχία. Να ζούμε τη σχέση και την αγάπη στο εδώ και στο τώρα.

Αν ασχολούμαστε με τον άλλο, αντί να ανησυχούμε, θα εξοικονομήσουμε πολύτιμη ενέργεια, που τη σπαταλάμε φτιάχνοντας καταστροφικά σενάρια. Όταν έρθουν τα προβλήματα, αν έρθουν, τότε θα τα βάλουμε σε πρώτο πλάνο, όχι πριν.

Με την ανησυχία δεν αποτρέπονται ούτε ο δικός μας πόνος ούτε του άλλο. Η ενασχόληση με τον άλλο είναι το μόνο χρήσιμο.



Πάμπλο Πικάσο - 1923 - Εραστές

Τρίτη 23 Απριλίου 2019

Ο αετός και το σαλλιγκάρι






Μια φορά και ένα καιρό, ένας Αετός πέταγε ψηλά στον καθάριο ουρανό. Αν και του άρεσε η αίσθηση της ελευθερίας που του έδινε το πέταγμά του, κουράστηκε από τις πολλές ώρες που βρισκόταν στον αέρα και είπε να ξεκουραστεί στην κορυφή ενός κακοτράχαλου βουνού. Έκανε λοιπόν μία έτσι με τα φτερά του και προσγειώθηκε επάνω στο ψηλότερο σημείο.
Αγναντεύοντας τον κόσμο από ψηλά, ένοιωσε ιδιαίτερος, μοναδικός. Κοίταξε γύρω. Το μάτι του έπεσε σε ένα μικρό σαλιγκάρι που ασθμαίνοντας προσπαθούσε να ανέβει και αυτό στην κορυφή του βουνού.
Κάπου το λυπήθηκε και είπε να το βοηθήσει. Όμως η αποκρουστική του εμφάνιση τον έκανε να σκεφτεί δεύτερη φορά το εγχείρημα. Κάποια στιγμή, το σαλιγκάρι κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Ο Αετός εντυπωσιάστηκε από την επιμονή του σαλιγκαριού. Δεν άντεξε και του μίλησε.

– Τα κατάφερες τελικά σκουλήκι. Σε παρακολουθούσα όση ώρα ξαπόσταινα εδώ στην κορυφή.
– Ναι Αετέ μου. Εσύ, μπορείς και πετάς και πας οπουδήποτε. Εγώ, μόνο γλύφοντας, έρποντας και με τα κέρατά μου μπορώ να φτάσω εκεί που εσύ βρίσκεσαι.
– Και δεν σε κουράζει αυτό;
– Έχω μάθει πια Αετέ μου.
– Ξέρεις, θα μπορούσα να σε κάνω μία χαψιά χωρίς να το πάρεις είδηση.
– Δεν αντιλέγω. Θα μπορούσες. Όμως, τι να με κάνεις εμένα. Ένα γλοιώδες σκουλήκι είμαι. Τίποτα παραπάνω. Το πολύ-πολύ να ένιωθες αηδία με την γεύση μου. Εσύ, είσαι συνηθισμένος σε άλλα γεύματα.
Αν γινόταν κάποιος παραλληλισμός των πρωταγωνιστών της ιστορίας με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις μαντέψτε ποιοι ταυτίζονται με τον αετό και ποιοι με το σαλιγκάρι.......
Δυστυχώς ή ευτυχώς  άλλοι προτιμούν να κατακτούν την κορυφή περήφανα με την μαγκιά και την λεβεντιά τους όπως προστάζει η ιστορία τους σαν πραγματικοί αετοί και άλλοι όπως και αυτούς προστάζει και τους υπαγορεύει η ιστορία τους έρποντας και γλύφοντας!!!!
ΠΗΓΉ: https://makrakomi.com/o-aetos-kai-saligkari/

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Τα εμπόδια μπορούν να μας αποκαλύψουν τον σκοπό της ζωής μας







Όταν ο δωδεκάχρονος Τζον Γουίλσον μπήκε στην τάξη της χημείας στο Γυμνάσιο Αρρένων Σκάρμποροου μια βροχερή μέρα στα τέλη Οκτωβρίου του 1931, δεν μπορούσε να ξέρει ότι η ζωή του θα άλλαζε για πάντα. Το πείραμα στην τάξη εκείνη την ημέρα θα έδειχνε πώς, θερμαίνοντας ένα δοχείο με νερό, μπορείς να κάνεις το οξυγόνο στην επιφάνεια να σχηματίσει φυσαλίδες, κάτι που έκαναν για καιρό μαθητές στο σχολείο του και σε όλα τα σχολεία στον κόσμο.
Το δοχείο που έδωσε ο καθηγητής στον Τζον να θερμάνει, ωστόσο, δεν ήταν σαν τα δοχεία που χρησιμοποιούσαν οι άλλοι μαθητές παντού. Αυτό το δοχείο, κατά λάθος, είχε μέσα κάτι πιο ασταθές από το νερό. Αποδείχθηκε πως το δοχείο περιείχε το λάθος διάλυμα, γιατί ένας βοηθός του εργαστηρίου είχε βάλει αφηρημένος λάθος ετικέτα. Και όταν ο Τζον το ζέστανε στον λύχνο Μπούνσεν, το δοχείο εξερράγη, σπάζοντας όλα τα γυάλινα μπουκάλια γύρω του, καταστρέφοντας μέρος της τάξης και βομβαρδίζοντας τους μαθητές με κομμάτια γυαλιού.
Αρκετοί μαθητές βγήκαν από το εργαστήριο αιμορραγώντας. Ο Τζον Γουίλσον τυφλώθηκε και στα δύο μάτια. Ο Γουίλσον πέρασε τους επόμενους δύο μήνες στο νοσοκομείο. Όταν γύρισε σπίτι, οι γονείς του προσπάθησαν να βρουν έναν τρόπο να αντιμετωπίσουν την καταστροφή που είχε έρθει στη ζωή τους. Ο Γουίλσον, όμως, δεν θεώρησε το ατύχημα καταστροφικό. «Δεν το θεώρησα καν τραγωδία», είπε κάποτε σε μια συνέντευξη στους Times του Λονδίνου.
Ήξερε ότι είχε μια ολόκληρη ζωή μπροστά του, και δεν σκόπευε να τη ζήσει υποβαθμισμένα. Έμαθε πολύ γρήγορα Βraille και συνέχισε το σχολείο στο σπουδαίο κολέγιο τυφλών Γούρσεστερ. Εκεί, όχι μόνο διέπρεψε ως μαθητής, αλλά έγινε και σπουδαίος κωπηλάτης, κολυμβητής, ηθοποιός, μουσικός και ρήτορας.
Από εκεί, ο Γουίλσον πέρασε στη Νομική της Οξφόρδης. Μακριά από το προστατευμένο περιβάλλον ενός σχολείου για τυφλούς μαθητές, έπρεπε να αντιμετωπίσει μια πολύβουη πανεπιστημιούπολη και τους πολυσύχναστους δρόμους της περιοχής. Αντί να βασιστεί σε ένα μπαστούνι, ωστόσο, βασίστηκε στην οξεία ακοή του και σε αυτήν που αποκαλούσε «αίσθηση εμποδίων» για να μένει μακριά από προβλήματα.
Στην Οξφόρδη, πήρε το πτυχίο της Νομικής και άρχισε να δουλεύει για το Εθνικό Ινστιτούτο Τυφλών. Η πραγματική του κλίση, ωστόσο, ακόμη τον περίμενε. Το 1946, ο Γουίλσον έκανε μια περιοδεία στα βρετανικά εδάφη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Αυτό που συνάντησε εκεί ήταν μια ανεξέλεγκτη επιδημία τύφλωσης. Και σε αντίθεση με το ατύχημα που του κόστισε την όρασή του, οι ασθένειες που επηρέασαν τόσο πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί με την κατάλληλη ιατρική φροντίδα.
Για τον Γουίλσον, άλλο ήταν να αποδεχτεί τη μοίρα του και άλλο να επιτρέψει σε κάτι να συνεχίζεται ενώ μπορούσε να διορθωθεί τόσο εύκολα. Αυτό τον παρακίνησε. Η αναφορά του Γουίλσον όταν επέστρεψε οδήγησε στη δημιουργία της Κοινότητας για τους Τυφλούς της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, που τώρα ονομάζεται Sight Savers International. Ο ίδιος ο Γουίλσον υπήρξε διευθυντής της οργάνωσης για περισσότερο από τριάντα χρόνια και κατάφερε σπουδαία πράγματα στη διάρκεια της θητείας του.
Η δουλειά του συχνά τον έκανε να διανύει περισσότερα από ογδόντα χιλιάδες χιλιόμετρα, αλλά το θεωρούσε απαραίτητο κομμάτι της, πιστεύοντας ότι έπρεπε να είναι παρών στα σημεία όπου δραστηριοποιείται η οργάνωση. Το 1950, ο ίδιος και η γυναίκα του ζούσαν σε μια καλύβα από λάσπη σε ένα μέρος της Γκάνα γνωστό ως «περιοχή των τυφλών», γιατί μια ασθένεια που οφείλεται σε τσιμπήματα εντόμων είχε τυφλώσει το 10% του πληθυσμού.
Ανέθεσε στην ομάδα του να αναπτύξει μια προληπτική θεραπεία για την ασθένεια που είναι γνωστή ως «ογκοκέρκωση». Χρησιμοποιώντας το φάρμακο Mectizan, η οργάνωση θωράκισε τα παιδιά στις επτά αφρικανικές χώρες που επλήγησαν, και η ασθένεια σχεδόν εξαλείφθηκε. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η ογκοκέρκωση ήταν σε γενικές γραμμές υπό έλεγχο. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι πολλές γενιές παιδιών στην Αφρική μπορούν να ευχαριστούν τις προσπάθειες του Τζον Γουίλσον για την όρασή τους.

Απόσπασμα από του βιβλίο των Ken Robinson & Lou Aronica «Βρες το στοιχείο σου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Η σκοτεινή φιγούρα





Κάποτε, σε ένα γκρίζο κρησφύγετο μιας μακρινής πόλης ζούσε ένα μικρό αγόρι. Ήταν ένα παιδί χαμογελαστό μα τα μάτια του ήταν συχνά θλιμμένα. Δεν είχε αδέρφια. Οι γονείς του κάποια στιγμή γκρέμισαν το σπίτι από τις πολλές μάχες που συνέβαιναν συχνά. Ο κόσμος δεν ήξερε τίποτα μέχρι που τα ερείπια του πολέμου άρχισαν να αχνοφαίνονται στο βλέμμα του παιδιού. Το παιδί νόμιζε ότι ήξερε να αγαπά και πίστευε ότι δεν έπρεπε να πει σε κανέναν για όλες αυτές τις μάχες που έγιναν στο σπίτι του, για τη βία, τη θλίψη και την οργή που βίωσε.
Σε ένα γκρίζο και αβάσταχτο περιβάλλον, το αγόρι μεγάλωνε και ακουμπούσε μερικές φορές κάποιες αναλαμπές χαράς σαν αστραπές. Όμως μια νύχτα που όλα φαίνονταν καλά, μια σκοτεινή φιγούρα έφτασε στο προσκεφάλι του την ώρα που το μικρό αγόρι ονειρευόταν κόσμους μακρινούς και ξέφωτα γεμάτα μαγεία και μουσική. Παρόλο που η ζωή του έφερνε συχνά απίστευτα δώρα, ανθρώπους, ευκαιρίες, σχέσεις, η κατάμαυρη και τρομακτική φιγούρα μεγάλωνε.
Το αγόρι φοβισμένο και παραδομένο στη μοναξιά του, φοβόταν να μαρτυρήσει το μυστικό του. Ήθελε να το φωνάξει και να τον ακούσουν όλα τα θεμέλια του παιδικού του σπιτιού, κάθε πέτρα αυτού του σπιτιού που το στοίχειωνε και το απομάκρυνε από τους άλλους, από τον εαυτό του.
Προσπαθούσε να εκφραστεί αλλά όλο κάτι του ξέφευγε. Η ζωή του φαινόταν αφόρητη και πικρή. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζε να κολυμπά μέσα της αλλά τα κύματα διαπερνούσαν το κορμί του, την καρδιά του. Και η σκοτεινή φιγούρα στεκόταν δίπλα του πελώρια, τρομακτική και του έπαιρνε τα πάντα. Δε μιλούσαν μεταξύ τους αλλά του ρουφούσε όλη την ενέργεια.
Η βροχή συνέχιζε μονότονα και αποπνικτικά να τον παρασέρνει σε έναν ατελείωτο βάλτο. Και στον βάλτο δεν μπορούσε κανείς να μπει. Ένιωθε πόνο, θυμό, λύπη, απογοήτευση, απελπισία και ενοχή. Και η φιγούρα ύψωνε το ανάστημά της όλο και περισσότερο. Το αγόρι μεγάλωσε και έγινε άντρας.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένα βράδυ, λοιπόν, μετά από μια σειρά μεθυσμένων περιπετειών, ένας φίλος του του εξομολογήθηκε ότι έβλεπε και αυτός μια μαύρη φιγούρα. -Φίλε, σκέφτηκες ποτέ ότι οι φιγούρες είναι μέρος του εαυτού μας;  -Όχι, δεν μπορεί. Η φιγούρα μου είναι άσχημη, γεμάτη πληγές και το πρόσωπό της μου φέρνει στο μυαλό την ανάμνηση του πολέμου.
– Ο πόλεμος όμως φίλε είναι αυτός που δε μας αφήνει να φιλιώσουμε με τον εαυτό μας, με την ηρεμία στην ψυχή μας. Και χανόμαστε. Χάνουμε σχέσεις, ευκαιρίες, ηλιαχτίδες φωτός. Ενώ γνωρίζουμε και οι δύο πως μέσα μας βαθιά μια ρωγμή έστελνε πάντοτε φως στο σκοτάδι, μια μικρή, τόση δα ηλιαχτίδα βρίσκεται βαθιά κρυμμένη κάπου.
– Πρέπει να μιλήσω γι’ αυτό αλλά κανείς δε θα με ακούσει. Και αν κάποιος με ακούσει, θα τρομάξει και θα φύγει. Όπως έφυγε το σπίτι μου από τη θέση του. – Για να χτίσουμε ένα καινούριο σπίτι, πρέπει να αγκαλιάσουμε το παλιό. Κάθε πέτρα, κάθε τούβλο, κάθε δωμάτιο, κάθε καταστροφή είναι κομμάτι του προσωπικού μας μύθου.
Τα αγόρια κοίταξαν μαζί τις σκοτεινές τους φιγούρες. Τις έπιασαν από το χέρι και τις κάλεσαν σε έναν ξέφρενο χορό, τον χορό της βροχής. Η βροχή έλουσε τους δύο φίλους και για λίγο η σφοδρή καταιγίδα ταρακούνησε τη γη κάτω από τα πόδια τους. Οι δυο άντρες φώναξαν τότε : «Ο ήλιος θα έρθει! Ήταν πάντα εδώ, περίμενε τη φωνή μας».
Από κείνο το βράδυ δεν ήταν τίποτα ίδιο. Η φιγούρα σαν να μίκρυνε και κάποιες φορές δεν ήταν ορατή. Όποτε εμφανιζόταν, ο άντρας την προσκαλούσε με αγάπη και τρυφερότητα για φαγητό και ποτό, κυρίως μετά τα μεσάνυχτα. Και λίγο πριν κοιμηθεί, στο προσκεφάλι του, μιλούσαν για τη συννεφιά γύρω τους αλλά και για τον ήλιο και τις όμορφες και δύσκολες εικόνες εκείνου του παιδικού στοιχειωμένου σπιτιού.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Οι άνθρωποι αλλάζουν πιο εύκολα όταν κάποιος πιστέψει σε αυτούς







Μια φορά κι έναν καιρό υπήρξε μια κάμπια. Ένιωθε ταπεινή κι ίσως στ’ αλήθεια ήταν αν την κοίταζες με τα μάτια των πολλών. Για το κάλλος της σίγουρα δε φημιζόταν. Θα μπορούσες, μάλιστα, να τη χαρακτηρίσεις ακόμη κι αποκρουστική με τα αμιγώς αντικειμενικά κριτήρια -εφόσον, φυσικά, συγκαταλέγεσαι στο πλήθος που με πάθος τα ενστερνίζεται.
Η κάμπια μας δε διακρινόταν για το ιδιαίτερο ταλέντο της σε κάποιον συγκεκριμένο τομέα. Δε διέθετε, δηλαδή, εκείνες τις αξιοσημείωτες δεξιότητες που θα της επέτρεπαν να υπερβεί τη φυσική της ασχήμια και να εδραιωθεί κοινωνικά. Τα υπόλοιπα ζώα τη χλεύαζαν και τα πιο συμπονετικά απλώς την περιφρονούσαν. Οι άνθρωποι συχνά πατούσαν πάνω της κι ύστερα σκούπιζαν τα υποδήματά τους στο χαλί με μια παραπάνω επιμέλεια.
Κάποιο απόγευμα πέρασε από δίπλα της ένα εντυπωσιακό λιοντάρι, με πυκνή χαίτη κι αναμφισβήτητη ομορφιά. Κάθε τόσο κοιτούσε μελαγχολικά δεξιά κι αριστερά του. Καθώς δεν είχε πάρει χαμπάρι την κάμπια, άφησε κάποτε τα δάκρυα να κυλήσουν ελεύθερα από τα περήφανα μάτια του. Τα δάκρυα δεν άργησαν να γίνουν παραπονεμένος λυγμός.
Η κάμπια πλησίασε χωρίς δισταγμό το λιοντάρι κι άκουσε με ενδιαφέρον και σπάνια τρυφερότητα τη στενάχωρη ιστορία του. Του έδωσε, μάλιστα, ένα σωρό υπέροχες συμβουλές και του θύμισε πως δε χρειάζεται πάντα να φαίνεται άτρωτο, πως δικαιούται να νιώθει εντάξει όντας απλώς ο εαυτός του, με τους μεγαλειώδεις βρυχηθμούς και τη βαθιά απόγνωση.
Το λιοντάρι χαμογέλασε συγκινημένο. «Ξέρεις, κανείς ποτέ δε με αφουγκράστηκε, δεν κατάφερε να διακρίνει ποιος είμαι πίσω από το επιβλητικό παρουσιαστικό μου», είπε. Η κάμπια εξήγησε στον βασιλιά της ζούγκλας πως μια ζωή παρατηρούσε από την αόρατη γωνιά της ανθρώπους και ζώα, καταλήγοντας σε αμέτρητα χρήσιμα συμπεράσματα για τη φύση και τα κίνητρά τους.
«Νοείσαι πράγματι για σπουδαία λοιπόν! Βλέπεις την ψυχή πίσω από την ετικέτα της», διαπίστωσε ο άρχοντας του δάσους.
Από τότε οι δυο τους έγιναν αχώριστοι φίλοι και σύντομα η στιγμή έφτασε που η κάμπια μεταμορφώθηκε σε μια υπέροχη πεταλούδα. Τότε, το λιοντάρι την κοίταξε περήφανα. Θαύμασε τα χρώματά της, τη χάρη της στο πέταγμα, το ελεύθερο πνεύμα της που πια συγχρονιζόταν τέλεια με τον άνεμο, που έπαιζε μαζί του όπως κάθε σοφός διασκεδάζει με τις άπειρες πιθανότητες του σύμπαντος.
Η κάμπια ξαπόστασε κάποτε στην πλάτη του βασιλιά της ζούγκλας. «Ποτέ δεν θα αποκτούσα φτερά αν εσύ δεν με ξεχώριζες», του είπε και δάκρυσε. «Υπερβολές», απάντησε ταπεινά το λιοντάρι.
«Η αλλαγή αποτελεί μια εσωτερική διαδικασία και, συνεπώς, σου αξίζουν ολοκληρωτικά τα εύσημα». «Κι όμως», επέμεινε η πεταλούδα. «Είμαστε ζωντανοί οργανισμοί, θνητοί κι ευάλωτοι. Έχουμε, λοιπόν, ανάγκη ο ένας τον άλλον στην πορεία μας προς την εξέλιξη. Ένα χάδι, κάποιο πλατύ χαμόγελο, μια ενθαρρυντική κουβέντα επιταχύνουν την πνευματική μας μετατόπιση. Σε συνάντησα πίσω από την πανοπλία σου και με διέκρινες παρά την ταπεινή μου καταγωγή. Εσύ εξοικειώθηκες με τα συναισθήματά σου κι εγώ αμφισβήτησα το πεπρωμένο μου. Μαζί τα καταφέραμε συνεπώς», του αποκρίθηκε.
Έπειτα πέταξε ψηλά στον ουρανό. Είχε μεγάλο ταξίδι μπροστά της μα όσες ηπείρους κι αν επισκέφτηκε ουδέποτε ξέχασε τον πρώτο της φίλο, αυτόν που την αγάπησε όταν ακόμη η ίδια δεν αγαπούσε τον εαυτό της.
Γιατί τελικά αιωνίως προχωράμε όλοι μαζί και μέρος κάθε καθοριστικής αλλαγής το χρωστάμε σε όσες γενναιόδωρες καρδιές μας συμπεριφέρθηκαν όπως θα μπορούσαμε να είμαστε, στους υπέροχους ιδεαλιστές που επέμειναν πως φτιαχτήκαμε από το υλικό των ονείρων τις νύχτες που βουτούσαμε στους εφιάλτες μας.
Και τις δύσκολες μέρες -όταν αισθανόμαστε χαμένοι, αδύναμοι και νευρικοί- ξανασηκωνόμαστε κουβαλώντας ως καύσιμα στην ψυχή τα λόγια αυτών που μας ξεχώρισαν, το αδιανόητο πείσμα τους να τα καταφέρουμε, που μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο μετατράπηκε και σε προσωπικό μας στοίχημα.
Έτσι, την επόμενη φορά που θα βιαστούμε να θεωρήσουμε έναν άνθρωπο χαμένη υπόθεση, απλώς ας το ξανασκεφτούμε. Ταυτίζοντας καρδιές με ταυτότητες στερούμαστε οι ίδιοι της μοναδικής ευκαιρίας να σαλπάρουμε προς το λιμάνι της φωτεινότερης εκδοχής μας.
Καθένας μας – ας μην ξεχνάμε – όσο μακριά από το μονοπάτι του κι αν βρίσκεται, κρύβει μέσα του ένα υγιές κομμάτι που αν αναδειχθεί θα θεριέψει σαν φωτιά, τρέποντας τις θρασύδειλες σκιές σε άτακτη φυγή. Και μονάχα μαζί θ’ αλλάξουμε τον κόσμο. Εξάλλου εάν ο κόσμος ετούτος δύναται να ελπίζει σε μια κάποιου είδους μεταμόρφωση, έχει τόσο μεγάλη ανάγκη τους αιθεροβάμονες που κοιτούν κάμπιες και στη θέση τους βλέπουν πεταλούδες.
Y.Γ: Η ταπεινή κάμπια προτού πετάξει μου ψιθύρισε ένα μυστικό: Λέει πως πλησιάζει η μέρα που οι πεταλούδες θα πολλαπλασιαστούν, ο ουρανός θα γεμίσει χρώματα και το σκοτάδι θα κρυφτεί πίσω από τον ήλιο μας. Ποιος ξέρει αν θα βγει αληθινή. Όπως και να έχει, εκείνη καλά το γνωρίζει πλέον ότι άξιζε η προσπάθεια.
ΠΗΓΉ: https://enallaktikidrasi.com/2019/04/anthrwpoi-allazoun-eukola-otan-kapoios-pistepsei-autous/

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

Το ξέχειλο καντήλι







Ένας νεαρός είπε στον ιερέα:
-Πάτερ, εγώ δεν θα ξαναέλθω στην εκκλησία.
Ο ιερέας τον ρώτησε ποιος είναι ο λόγος.
Ο νεαρός του απάντησε:
Εδώ βλέπω μία γυναίκα που κουτσομπολεύει μίαν άλλη, ο διπλανός μου κοιμήθηκε, ο άλλος δεν διαβάζει καλά και οι ψάλτες μαλώνουν καμιά φορά. Την ώρα της Λειτουργίας κάποιος άλλος ασχολείται με το κινητό του, για να μην πω για την εγωιστική τους συμπεριφορά όταν φεύγουν από τον ναό...
Του λέει ο ιερέας:
-Έχεις δίκιο. Πριν όμως εγκαταλείψεις οριστικά την εκκλησία, κάνε μου σε παρακαλώ μία χάρη. Πάρε αυτό το ξέχειλο καντήλι και κάνε τον κύκλο του ναού τρεις φορές χωρίς να χύσεις ούτε μία σταγόνα λάδι. Μετά μπορείς να φύγεις.
«Μόνο αυτό;» Εντάξει, είπε ο νεαρός.
Έκανε τους τρεις γύρους όπως ζήτησε ο ιερέας.
Αφού τελείωσε είπε:
-Πάτερ, το έκανα.
Ο ιερέας τον ρώτησε:
-Όταν έκανες τον γύρω του ναού, πρόσεξες κάποιο άτομο να κουτσομπολεύει κάποιον;
-Όχι.
-Είδες κάποιον να ασχολείται με το κινητό του;
-Όχι.
-Ξέρεις γιατί; Ήσουν συγκεντρωμένος στο καντήλι για να μην χύσεις το λάδι. Έτσι λοιπόν είναι και στην ζωή μας.
Όταν οι καρδιές μας συγκεντρώνονται στον Χριστό, δεν έχουμε χρόνο να κοιτάξουμε τα λάθη των άλλων.
Αυτοί που εγκαταλείπουν την Εκκλησία εξαιτίας των συναμαρτωλών αδελφών τους, με βεβαιότητα δεν μπήκαν σε αυτήν για τον Χριστό…