Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Τα χριστουγεννιάτικα δώρα





Μια μέρα, ήταν ένας επιχειρηματίας που έφυγε από την πόλη του για κάποιο σημαντικό επαγγελματικό ταξίδι λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Το ταξίδι ήταν μακρύ και δεν θα ήταν σε θέση να επιστρέψει στην οικογένειά του πριν την παραμονή των Χριστουγέννων. Αφού ολοκλήρωσε τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, την παραμονή της αναχώρησής του θυμήθηκε ότι δεν είχε προλάβει να αγοράσει τα δώρα των Χριστουγέννων για τους αγαπημένους του. Αποφάσισε λοιπόν να ξεμπερδέψει με τη δουλειά του το πρωί, ώστε να κάνει τα ψώνια του το απόγευμα πριν γυρίσει πίσω.
Το σχέδιο του θα απέδιδε καλά, σκέφτηκε, καθώς ένας παλιός πελάτης και φίλος του ζούσε τώρα σ’ αυτήν την πόλη. Τηλεφώνησε στον φίλο του και του εξήγησε ότι βρισκόταν στην πόλη του και ότι θα μπορούσαν να συναντηθούν και να κάνουν μαζί τις αγορές της τελευταίας στιγμής. Ο φίλος του τον συνάντησε, περίμενε μέχρι να τελειώσει τις δουλειές του και μετά τον γύρισε στην πόλη για να κάνει τα ψώνια του. Όλα ήρθαν και έδεσαν μια χαρά. Οι αγορές του σχεδόν τέλειωσαν λίγες ώρες νωρίτερα. Έτσι και οι δύο συμφώνησαν να κάτσουν σε ένα κοντινό εστιατόριο για να φάνε τίποτα πριν την πτήση της επιστροφής.
Μετά από ένα σπουδαίο γεύμα και τη θαυμάσια επίσκεψη, κίνησαν για το αεροδρόμιο για την προγραμματισμένη πτήση. Καθώς ο επιχειρηματίας κοίταξε τις αποσκευές του, αντιλήφθηκε ότι δεν είχε κανένα από τα δώρα μαζί του. «Ωχ, όχι!», σκέφτηκε. «Τι θα κάνω τώρα; Είναι πολύ αργά για να πάρω δώρα πριν την πτήση και όταν επιστρέψω πίσω, θα είναι όλα κλειστά. Δεν θα έχω δώρα για την οικογένειά μου το πρωί των Χριστουγέννων!»
Όμως σύντομα ο άνδρας συνειδητοποίησε ότι πρέπει να είχε αφήσει τα δώρα στο εστιατόριο. «Ήταν τόσο ωραία εκεί, που τα ξέχασα εντελώς», σκέφτηκε.
Κοιτάζοντας το ρολόι του, ο φίλος του είπε ότι είχαν αρκετό χρόνο να πεταχτούν μέχρι το εστιατόριο και να δουν αν τα δώρα ήταν ακόμα εκεί. «Ελπίζω να είναι ακόμα εκεί», σκέφτηκε ο άνδρας. «Κι αν τα πήρε κανένας; Κι αν …». Όμως ο φίλος του τον διαβεβαίωσε και τον πήγε μέχρι εκεί με το αυτοκίνητο.
Όταν έφτασαν στο εστιατόριο, το βρήκαν κλειστό. «Ωχ, όχι!», σκέφτηκε ο άντρας. Ο ιδιοκτήτης το έκλεισε και πήγε σπίτι του για την παραμονή των Χριστουγέννων. «Τώρα δεν θα βρω τα δώρα με τίποτα!»
Αλλά ξανά ο φίλος τον διαβεβαίωσε ήσυχα: «Τυχαίνει να ξέρω τον ιδιοκτήτη», είπε. «Θα τον πάρω τηλέφωνο και θα δούμε αν μπορεί να ανοίξει το εστιατόριο για να ψάξουμε για τα δώρα σου».
Και έτσι ο ιδιοκτήτης πήγε ξανά στο εστιατόριό του παραμονή Χριστουγέννων με ειλικρινή προθυμία να βοηθήσει τον φίλο του.
Όταν άνοιξε την πόρτα, ο επιχειρηματίας πήγε αμέσως στο τραπέζι που είχαν καθίσει και εκεί κάτω από το τραπέζι, ακριβώς εκεί που τα άφησε, ήταν τα χριστουγεννιάτικα δώρα για την οικογένειά του.
Ο επιχειρηματίας αναστέναξε με ανακούφιση και παρατήρησε στον φίλο του: «Ξέρεις, έτσι δουλεύει το πρόγραμμα! Όταν όλα έρχονται και δένουν μ’ αυτόν τον τρόπο».
Ξανά, ο φίλος του τον διαβεβαίωσε ήρεμα: «Όχι, φίλε μου. Το πρόγραμμα δουλεύει όταν τα δώρα δεν είναι εκεί».



Υπάρχουν φορές που εμείς οι άνθρωποι απογοητευόμαστε από τις δυσκολίες και τα βάσανα της ζωής. Είναι σαν να βάζουμε εμείς τελεία εκεί που η ζωή έχει αποφασίσει να βάλει «κόμμα»…

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Η τέλεια καρδιά





Μια φορά κι έναν καιρό, ένας νεαρός είχε σταθεί στη μέση της πόλης και φώναζε ότι είχε την ομορφότερη καρδιά σε όλη την περιοχή. Μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε κι όλοι θαύμαζαν την καρδιά του που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη καρδιά που είχαν δει ποτέ τους.
Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. Ξάφνου ένας γέρος στάθηκε μπροστά στον κόσμο κι είπε, «Όμως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς!»
Ο κόσμος, αλλά και το παλικάρι, κοίταξαν την καρδιά του γέροντα. Χτυπούσα δυνατά, όμως ήταν γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απ’ όπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια.
Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλον, «Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη;» σκέφτονταν.
Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.
«Πλάκα μας κάνεις;» είπε. «Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δική σου και στη δική μου καρδιά. Η δική μου είναι τέλεια ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα».
«Μάλιστα» είπε ο γέροντας, «Η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θ’ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου – κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε!»
«Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα, αφού το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. Παρόλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γι’ αυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πει πραγματική ομορφιά;’
Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός. Έπειτα προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του και ξέσκισε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στον γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος πήρε αυτήν την προσφορά, την έβαλε στην καρδιά του και μετά πήρε λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και την έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. Ταίριαζε βέβαια, αλλά όχι και απόλυτα, κι έτσι έμειναν κάποιες άγριες άκρες.
Και το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πια τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιοδήποτε άλλη, αφού η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.



Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Άγιο Δισκοπότηρο





Όταν ήταν παιδί ακόμα, ο αυριανός βασιλιάς κάποιας χώρας, έπρεπε να περάσει μια νυχτιά ολομόναχος μέσα στο δάσος για ν’ αποδείξει το θάρρος του και να μπορέσει να γίνει βασιλιάς. Εκείνη λοιπόν τη νύχτα που ήταν ολομόναχος, είχε ένα όραμα. Μέσα στη φωτιά, που είχε ανάψει, εμφανίστηκε το Άγιο Δισκοπότηρο, το σύμβολο της Θείας Χάρης και μια φωνή είπε στο αγόρι…
«Θα γίνεις ο θεματοφύλακας του Δισκοπότηρου ώστε να γιατρεύει τις καρδιές των ανθρώπων».
Όμως το παλικάρι ήταν τυφλωμένο από μεγαλύτερα οράματα, για μια ζωή γεμάτη δύναμη, δόξα και ομορφιά. Και κάτω από την επίδραση αυτής της βαθιάς εντύπωσης για μια σύντομη στιγμή αισθάνθηκε όχι πια σαν μικρό παιδί, αλλά ότι ήταν ανίκητος, ήταν Θεός. Άπλωσε λοιπόν το χέρι του να πιάσει το Δισκοπότηρο, μα το Δισκοπότηρο χάθηκε, κι απόμεινε το χέρι του μέσα στη φωτιά και κάηκε πολύ άσχημα.
Κι όσο ο νέος μεγάλωνε, τόσο χειροτέρευε η πληγή του. Μέχρι που μια μέρα η ζωή του έπαψε να έχει λόγο να υπάρχει. Δεν εμπιστευόταν κανένα πια, ούτε καν τον εαυτό του. Δεν μπορούσε ν’ αγαπήσει κι ούτε να αισθάνεται ότι τον αγαπούν. Κι είχε πια αηδιάσει από τη ζωή και τα βάσανά της.
Κι έτσι άρχισε να πεθαίνει…
Τότε ήταν που ένας τρελός περιδιάβαινε στο κάστρο και βρήκε τον βασιλιά μονάχο του. Έτσι τρελός που ήταν, κι είχε την σκέψη απλοϊκή κι ανεπιτήδευτη, δεν είδε τον άλλον σαν βασιλιά, αλλά σαν έναν μοναχικό άνθρωπο που υπέφερε. Και τότε ρώτησε τον βασιλιά:
«Τι σε πονάει φιλαράκο;»
Κι ο βασιλιάς απάντησε,
«Διψώ. Θα ήθελα λίγο νερό να δροσίσω το λαρύγγι μου».
Κι ο τρελός πήρε μια κούπα, τη γέμισε με νερό και την έδωσε στον βασιλιά.
Καθώς εκείνος άρχισε να πίνει ένιωσε ότι η πληγή του άρχισε να θεραπεύεται. Κοίταξε τα χέρια του και τότε είδε εκεί το Άγιο Δισκοπότηρο, αυτό που άδικα έψαχνε σ’ όλη του ζωή να βρει. Και γυρίζοντας στον τρελό, του είπε με έκπληξη μεγάλη:
«Πώς μπόρεσες να βρεις αυτό που οι πιο έξυπνοι κι οι πιο γενναίοι μου δεν μπόρεσαν ποτέ τους να βρουν;»
Κι ο τρελός απάντησε:

«Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι εσύ ήσουν διψασμένος».

Ένα περίεργο παραμύθι





Μια φορά κι ένα καιρό, σε ένα μακρινό βασίλειο ήταν ένας βασιλιάς με τη βασίλισσα του.
Ο κόσμος δεν είχε ξαναδεί τέτοιο έρωτα αλλά τα χρόνια περνούσαν και τα κουτσομπολιά και οι μουρμούρες αυξάνονταν συνεχώς διότι δε μπορούσαν να κάνουν παιδί.
Άρχισαν να μαραζώνουν ακούγοντας τα όλα αυτά μέχρι που τελικά η βασίλισσα έμεινε έγκυος.
(ας πούμε ότι η καλή νεράιδα βοήθησε)
Μετά από μερικούς μήνες ένα πανέμορφο αγοράκι
είδε το φως του βασιλείου… χωρίς να γνωρίζει ότι αυτός θα κυβερνάει σε λίγα χρόνια, χωρίς να ξέρει ότι θέλοντας και μη έχει ήδη ένα βάρος στους ώμους του… αυτό του ενός και μοναδικού πρίγκιπα, διαδόχου του στέμματος.
Ο βασιλιάς ήταν πανευτυχής.
Η βασίλισσα ένιωθε τόσο μεγάλη ανακούφιση αφού θα τελείωναν τα λόγια πίσω από την πλάτη της για το αν τελικά μπορεί ή όχι να κάνει παιδί.
Όλο το βασίλειο γιόρταζε για μέρες μέχρι που ο βασιλιάς είχε τη φαεινή ιδέα να καλέσει τις 7 μοίρες για να δώσουν δώρα στο παιδί (λες κι ο πρίγκιπας δεν είχε τα πάντα εκεί
κι έπρεπε να περιμένει αυτές να του τα δώσουν).
Κατέφτασαν με χαρά και οι 7 μοίρες κι άρχισαν να δίνουν τα δώρα τους…
Καλοσύνη
Ευγένεια
Αρετή
Εργατικότητα
Γλυκύτητα
Ομορφιά και…
Πριν προλάβει η έβδομη και καταϊδρωμένη μοίρα να δώσει το δώρο της, η γριά μάγισσα, την οποία δεν είχε καλέσει ο βασιλιάς, εμφανίστηκε και έδωσε μια κατάρα στο πριγκιπόπουλο ώστε να εκδικηθεί το βασιλιά που δεν την προσκάλεσε.
«Προτού κλείσει τα δεκάξι του χρόνια θα τρυπήσει το δάχτυλο του με ένα αδράχτι και θα πεθάνει» είπε η μάγισσα και γέλασε χαιρέκακα..
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ταράχτηκα, ικέτευσαν τη μάγισσα να πάρει την κατάρα αλλά η μάγισσα ορκιζόταν πως δε μπορούσε να την πάρει πίσω (δε ξέρω τη διαδικασία ακύρωσης κατάρας αλλά μάλλον τους δούλεψε η μάγισσα). Το μόνο που κατάφερε κι αυτό διότι το «μετάνιωσε», αφού ήταν εν βρασμώ ψυχής όπως έλεγε,
ήταν να αλλάξει την κατάρα κι αντί να πεθάνει ο πρίγκιπας, να κοιμηθεί για 100 χρόνια.
Περνούσαν τα χρόνια ανέμελα, ο βασιλιάς εννοείται ότι έδωσε εντολή να καταστραφούν όλα τα αδράχτια στο βασίλειο του αλλά ο πρίγκιπας δεν ήταν και το πιο ήσυχο παιδί.
Δραστήριος, εργατικός, ευγενικός, ήθελε να γνωρίσει όλο το λαό και να μάθει την κάθε γωνία του μελλοντικού του βασιλείου. Έτσι λίγο πριν φτάσει στα δεκαέξι του, τριγυρνούσε στην εξοχή ώσπου ανέβηκε σε ένα ξεχασμένο πύργο. Εκεί ήταν ένας γέρος γυρισμένος με πλάτη προς την πόρτα που, με περίσσια χάρη, έγνεθε με το αδράχτι του. (Παίζει πολύ σοβαρά να ήταν η γριά μάγισσα μεταμορφωμένη αλλά ακόμα δεν έχουν επιβεβαιωθεί οι φήμες αυτές). Του πρίγκιπα του φάνηκε περίεργο που δεν γνώριζε τον παππού αλλά είχε γοητευθεί με την κίνηση αυτού του περιέργου εργαλείου και ρώτησε τον ευγενικό γέρο να δοκιμάσει κι αυτός. Δεν πήρε καμία απάντηση όμως. Ο γέρος είχε αφοσιωθεί τόσο πολύ στην τέχνη του που δεν είχε καταλάβει καν ότι υπήρχε κάποιος άλλος στο δωμάτιο.
«Μάλλον πρέπει να φωνάξω πιο δυνατά» σκέφτηκε ο πρίγκιπας.
Έτσι τον ξαναρώτησε αφού πρώτα έβηξε δυνατά για να του τραβήξει την προσοχή. Ο γέρος σάστισε και ο πρίγκιπας πίστεψε για μια στιγμή ότι θα μείνει στον τόπο από την τρομάρα του. Αφού ηρέμισε και ξανάρχισε να αναπνέει κανονικά, ο γέρος συμφώνησε και έδωσε στον πρίγκιπα το αδράχτι. Το κράτησε στα χέρια του κι εφόσον πρώτα το περιεργάστηκε σχολαστικά, άρχισε να γνέθει και μετά από αρκετή ώρα εννοείται ότι τρυπήθηκε διότι ήταν λιγάκι ατσούμπαλος κι έτσι ευθύς αμέσως έπεσε σε λήθαργο. Ο γέρος βλέποντας τον πρίγκιπα με το ματωμένο δάχτυλο, να έχει χάσει τις αισθήσεις του, εξαφανίστηκε για να γλυτώσει το κεφάλι του από τον εξαγριωμένο βασιλιά.
Όλο το βασίλειο έπεσε σε ένα μεγάλο πένθος, χωρίς βέβαια να έχει πεθάνει το πριγκιπόπουλο. Η καλή νεράιδα βλέποντας τη στεναχώρια όλων των υπηκόων και θέλοντας να προστατέψει το βασίλειο από τον πόνο, κοίμισε τους πάντες για 100 χρόνια και έβαλε τον πρίγκιπα στο ψηλότερο πύργο. Κάλυψε με μεγάλους ακανθωτούς θάμνους το βασίλειο ώστε να μη μπορεί να περάσει εύκολα κάποιος άνθρωπος.
Μάλιστα έβαλε κι ένα δράκο για να προστατεύει όλη την περίμετρο και τα επόμενα 100 χρόνια να κυλήσουν ήσυχα
μέχρι να ξυπνήσει ξανά ο πρίγκιπας και το υπόλοιπο βασίλειο.
Αρκετά χρόνια πέρασαν…
Όλοι κοιμόντουσαν του καλού καιρού, ώσπου μια πριγκίπισσα σκέφτηκε να μπει και διασχίσει όλο το βασίλειο για να δει αν αληθεύουν οι φήμες για τον πρίγκιπα. Ο δράκος με το που την είδε άνοιξε τα μεγάλα φτερά του και κατευθύνθηκε προς το μέρος της.
Αφού κάθισε μπροστά της με χάρη, της εξήγησε ότι δε μπορεί να περάσει αλλά αυτή ήταν ξεροκέφαλη. Ήθελε πάση θυσία να μπει και να δει τον πρίγκιπα. Την απείλησε να την σκοτώσει αν τολμούσε να περάσει, αλλά η πριγκίπισσα δεν το έβαζε κάτω με τίποτα. Έτσι αφού δεν του έδωσε άλλες επιλογές πολέμησε μαζί της. Τεράστιες κατακόκκινες φλόγες έβγαιναν από το στόμα του, μαύροι καπνοί από τη μύτη του, αλλά η πριγκίπισσα ήταν από τις μεγαλύτερες πολεμίστριες που είχε δει ολόκληρος ο κόσμος. Μετά από πολλές ώρες μάχης κατάφερε να τον σκοτώσει και πια ο δρόμος για να δει τον πρίγκιπα ήταν ανοικτός. Αφού πέρασε κι άλλες δοκιμασίες και όλα τα αγκάθια χωρίς να πάθει ούτε γρατζουνιά (αφού αυτή δεν ήταν ατσούμπαλη σαν τον πρίγκιπα) έφτασε επιτέλους στο ψηλότερο πύργο που βρισκόταν ο πρίγκιπας.
Παρόλη την κούραση της, έτρεχε ανεβαίνοντας δύο-δύο τα σκαλιά του πύργου. Έφτασε στο ψηλότερο δωμάτιο με την περίτεχνα σκαλισμένη βαριά πόρτα. Μόνο αυτή η πόρτα χώριζε την πριγκίπισσα με τον πρίγκιπα. Το τρεμάμενο χέρι της την άνοιξε και τότε τον είδε. Δε μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Όλες οι φήμες που είχε ακούσει ήταν πέρα για πέρα αληθινές. Ένας πρίγκιπας πανέμορφος που άξιζε κάθε δυσκολία που πέρασε η πριγκίπισσα μέχρι να τον βρει. Τον ήθελε για αυτήν και μόνο… αλλά κοιμόταν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Προσπάθησε να τον ξυπνήσει. Τον ταρακούνησε με όλη της τη δύναμη (έριξε και μερικά χαστούκια), του πέταξε νερό, του φώναξε μέχρι που δεν είχε άλλο αέρα στα πνευμόνια της. Είχε δοκιμάσει τα πάντα αλλά τίποτα. Οι ώρες περνούσαν και ο πρίγκιπας ακόμα κοιμόταν. Η πριγκίπισσα δε μπορούσε να το πιστέψει ότι δε μπορεί να κάνει τίποτε άλλο. Απογοητευμένη και αποδεχόμενη την ήττα της, την πρώτη της ήττα από την ώρα που γεννήθηκε,
σκέφτηκε να δώσει ένα φιλί στον πρίγκιπα, να τον χαιρετήσει και να φύγει. Το πρώτο και το τελευταίο που θα του έδινε ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Και αυτό γιατί η έβδομη μοίρα είχε βάλει το χεράκι της. Χωρίς να το καταλάβει η γριά μάγισσα όταν άλλαξε την κατάρα, η έβδομη μοίρα έβαλε στα ψιλά γράμματα ότι μόνο μια πριγκίπισσα μπορεί να τον ξυπνήσει αν τον φιλήσει.
Έτσι όταν τα χείλη της πριγκίπισσας άγγιξαν τα χείλη του πρίγκιπα, τότε ο πρίγκιπας ξύπνησε. Με το που είδε την πριγκίπισσα, την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα. Δεν τον ενδιέφερε που ήταν ταλαιπωρημένη, βρώμικη και ιδρωμένη, χωρίς καμία δύναμη μετά από τόσες δοκιμασίες. Ήξερε βαθιά μέσα του ότι με αυτή τη γυναίκα θα είναι ευτυχισμένος,  ασφαλής, θα είναι το στήριγμα του
και θα μπορεί να κάνει μαζί της την οικογένεια που ονειρευόταν όλα αυτά τα χρόνια τα οποία κοιμόταν.
Έτσι αφού όλο το βασίλειο ξύπνησε πάλι, έγινε ο γάμος και επιτέλους στο βασίλειο ήρθαν πολλά χρόνια γαλήνης, ευημερίας, ευτυχίας και ειρήνης. Και εζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Λοιπόν… Θα μου πείτε τώρα ότι αυτό κάτι σας θυμίζει… Αλλά και κάτι σας ξενίζει… Όμως το νόημα δεν είναι αν είναι γνωστό ή άγνωστο το παραμύθι. Αν είναι πρωτότυπο κι αυθεντικό ή παραφρασμένο. Αλλά σκεφτείτε λοιπόν να μεγαλώναμε με παραμύθια όπου η γυναίκα δεν ήταν η αδύναμη της υπόθεσης. Ότι μπορεί να σκοτώσει δράκους, να ταλαιπωρηθεί για όλα όσα θέλει. Ότι δεν χρειάζεται να περιμένει τον πρίγκιπα με το λευκό άλογο. Ότι η μέρα του γάμου και το πολυπόθητο νυφικό δεν είναι το όνειρο της από την παιδική της ηλικία. Κι όλα αυτά χωρίς να νιώθει ενοχές μήπως και την πουν σκληρή και άκαρδη ή να τα κάνει μόνο και μόνο για να δείξει την ανωτερότητα της προς τον άντρα. Σκεφτείτε λοιπόν να μεγαλώναμε με παραμύθια όπου ο άντρας είναι και ευαίσθητος και θέλει αγάπη και φροντίδα. Ότι μπορεί να είναι ευάλωτος, Ότι μπορεί και να πληγωθεί, Ότι μπορεί να ονειρεύεται όχι μόνο μια καριέρα, λεφτά, δόξα αλλά και τον έρωτα και την οικογένεια. Κι όλα αυτά χωρίς να νιώθει ενοχές μήπως και τον πουν αδύναμο ή να τα κάνει μόνο και μόνο για να δείξει την ανωτερότητα του προς τη γυναίκα.
Σκεφτείτε το…

Πόσο διαφορετικά θα μεγαλώναμε;;

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Έτσι είναι η ζωή...





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας αγρότης που είχε ένα γέρικο μουλάρι. Μια μέρα το μουλάρι έπεσε στο πηγάδι. Ο αγρότης το άκουσε να γκαρίζει ζητώντας βοήθεια.
Αφού εξέτασε προσεχτικά την κατάσταση, ο αγρότης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ούτε το μουλάρι, ούτε το πηγάδι άξιζαν τον κόπο της διάσωσης. Φώναξε τους γείτονες και τους είπε τι είχε συμβεί. Μετά τους ζήτησε να τον βοηθήσουν να ρίξει χώμα και να θάψει το γέρικο μουλάρι στο πηγάδι, ώστε να το απαλλάξει από τη δυστυχία του.
Αρχικά το γέρικο μουλάρι είχε πάθει υστερία! Αλλά, καθώς ο αγρότης και οι γείτονες του συνέχισαν να ρίχνουν χώμα με τα φτυάρια και το χώμα χτυπούσε την πλάτη του… του ήρθε μια ιδέα. Ξαφνικά σκέφτηκε ότι κάθε φορά που μια φτυαριά χώμα έπεφτε στην πλάτη του… θα έπρεπε να την πετάξει από την πλάτη του και να πατήσει επάνω της! Αυτό και έκανε.
«Διώξ’το και πάτα πάνω… διώξ’ το και πάτα πάνω… διώξ’ το και πάτα πάνω!», επαναλάμβανε για να ενθαρρύνει τον εαυτό του. Όσο οδυνηρά κι αν φαίνονταν τα χτυπήματα, όσο αποκαρδιωτική κι αν ήταν η κατάσταση, το γέρικο μουλάρι πολέμησε τον «πανικό» του κι έκανε ακριβώς αυτό: Έδιωχνε το χώμα και πατούσε επάνω του!

Σε λίγο, το γέρικο μουλάρι πήδηξε θριαμβευτικά το τοίχωμα του πηγαδιού! Αυτό που φαινόταν ότι θα το έθαβε, στην πραγματικότητα ήρθε σαν ευλογία… και όλα αυτά χάρη στον τρόπο που χειρίστηκε την αντίξοη κατάσταση.

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Πίνακας για την ειρήνη





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς που πρόσφερε ένα βραβείο στον καλλιτέχνη που θα χρωμάτιζε την καλύτερη εικόνα της ειρήνης. Βρέθηκαν πολλοί καλλιτέχνες που θέλησαν να δοκιμάσουν τις ικανότητές τους στον διαγωνισμό αυτόν. Ο καθένας παρουσίασε το έργο του. Ο βασιλιάς εξέτασε όλες τις εικόνες αλλά υπήρξαν μόνο δύο που τον γοήτευσαν πραγματικά και έπρεπε να επιλέξει ανάμεσά τους.
Η μια από τις δυο εικόνες που επέλεξε απεικόνιζε μια ήρεμη λίμνη. Η λίμνη έμοιαζε με έναν τέλειο καθρέφτη που περιστοιχιζόταν από πανέμορφα, πανύψηλα βουνά. Από πάνω υπήρχε ένας καταγάλανος ουρανός, γεμάτος με μικρά σύννεφα που έπαιρναν ονειρικά σχέδια και σχήματα. Όλοι όσοι είδαν αυτόν τον πίνακα σκέφτηκαν πως αντιπροσώπευε την απόλυτη εικόνα της ειρήνης.
Ο δεύτερος πίνακας ήταν κι αυτός με βουνά. Αλλά αυτά ήταν τραχιά και γυμνά. Αποψιλωμένα από δέντρα και βλάστηση. Ο ουρανός ήταν γκρίζος και το τοπίο πλημμύριζε από αστραπές και δυνατή βροχή! Πιο πέρα, εκεί που κατέληγε το βουνό, ξεκινούσε ένας δυνατός καταρράκτης. Αυτό το τοπίο δεν τους φάνηκε καθόλου ειρηνικό.
Παρατηρώντας τον δεύτερο πίνακα, ο βασιλιάς πρόσεξε ακριβώς πίσω από τον καταρράκτη μια μικροσκοπική ανάπτυξη θάμνων να φυτρώνει επάνω σε μια ρωγμή του άγριου βράχου. Επάνω στον θάμνο, υπήρχε μια φωλιά πουλιών. Μέσα στη φωλιά, βρισκόταν ένα θηλυκό πουλί που τάιζε τα νεογνά του. Στην τέλεια ειρήνη της φωλιάς της!

Ο βασιλιάς επέλεξε τον δεύτερο πίνακα. Όταν τον ρώτησαν για την επιλογή του εκείνος τους απάντησε: «Ειρήνη δεν σημαίνει να μην υπάρχει θόρυβος, ένταση, πρόβλημα ή σκληρή δουλειά. Ειρήνη σημαίνει να στέκεσαι στη μέση όλων εκείνων των πραγμάτων και των καταστάσεων που τραντάζουν συθέμελα την ύπαρξη και το περιβάλλον σου κι εσύ να έχεις ήρεμη την καρδιά και τις σκέψεις σου. Αυτή είναι η πραγματική έννοια της ειρήνης!»

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Θαύμα ή σύμπτωση;





Σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, κάπου στην Πολωνία, το 1945, βρισκόταν έγκλειστο ένα αγόρι 14 ετών. Ήταν ψηλός, λεπτός κι είχε ένα φωτεινό χαμόγελο. Κάθε μέρα μια κοπελίτσα ερχόταν στην εξωτερική πλευρά του συρματοπλέγματος. Πρόσεξε το αγόρι και το ρώτησε αν μιλούσε Πολωνικά, κι εκείνος είπε ναι. Εκείνη του είπε ότι έδειχνε πεινασμένος κι εκείνος συμφώνησε. Τότε εκείνη έβαλε το χέρι στην τσέπη της και έβγαλε και του έδωσε το μήλο της. Αυτός την ευχαρίστησε κι εκείνη έφυγε. Την άλλη μέρα ήρθε εκείνη πάλι μ’ ένα μήλο, που του το έδωσε. Κάθε μέρα εκείνη περπατούσε δίπλα στο συρματόπλεγμα με την ελπίδα να τον δει, κι όταν το έβλεπε, γεμάτη χαρά του πρόσφερε ένα μήλο, με αντάλλαγμα λίγη κουβέντα μαζί του.
Μια μέρα εκείνος της είπε να μην ξανάρθει άλλο, επειδή θα τον μετέφεραν σε άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Καθώς απομακρυνόταν, με τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του, αναρωτιόταν αν θα την ξανάβλεπε ποτέ του. Εκείνη η κοπέλα ήταν η μόνη ευγενική ψυχή που είχε συναντήσει ανάμεσα στον φράχτη.
Τα κατάφερε τελικά με τα στρατόπεδα και έφυγε μετανάστης στην Αμερική. Το 1957 οι φίλοι του, του κανόνισαν ένα ραντεβού με μια κοπέλα για την οποία εκείνος δεν ήξερε τίποτε. Την συνάντησε και στην διάρκεια του δείπνου έκαναν συζήτηση για την Πολωνία και το στρατόπεδο. Η κοπέλα είπε ότι την περίοδο εκείνη βρισκόταν στην Πολωνία και ότι μιλούσε μ’ ένα αγόρι και καθημερινά του έδινε ένα μήλο. Εκείνος ρώτησε αν το παιδί ήταν ψηλό, σκελετωμένο και αν κάποτε της είπε να μην ξαναπάει επειδή θα έφευγε. Και η κοπέλα είπε ναι…
Ήταν εκείνη η ίδια, το νέο κορίτσι που πήγαινε κάθε μέρα και του έδινε μήλα. Μετά από 12 χρόνια, μετά από τον πόλεμο, σε μια άλλη χώρα… συναντήθηκαν και πάλι. Πόσες είναι οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο;

Το ίδιο εκείνο βράδυ την ζήτησε σε γάμο και της είπε ότι ποτέ πια δεν θα την άφηνε να φύγει. Κι ακόμα σήμερα είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι….

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Το νόημα της διαδρομής...





Κάποτε δυο αδέρφια αποφάσισαν να σκάψουν μια βαθιά τρύπα πίσω απ’ το σπίτι τους. Καθώς δούλευαν, δύο άλλα παιδιά σταμάτησαν παραδίπλα και κοίταζαν. «Τι κάνετε;» ρώτησαν οι επισκέπτες. «Θα σκάψουμε μια τρύπα απ’ τη μια μεριά της γης μέχρι την άλλη!», προθυμοποιήθηκε να απαντήσει ενθουσιασμένο το ένα από τα δύο αδέρφια.
Τα άλλα αγόρια άρχισαν να γελούν, λέγοντας στα αδέρφια ότι ήταν αδύνατο να σκάψουν μια τρύπα απ’ τη μεριά της γης ως την άλλη. Ύστερα από μακρά σιωπή, ένα από τα αγόρια που έσκαβαν κρατούσε τα χέρια του ένα βάζο γεμάτο αράχνες, σκουλήκια, έντομα και περίεργες πέτρες. Έβγαλε το καπάκι και έδειξε το θαυμάσιο περιεχόμενο στους επισκέπτες που τους χλεύαζαν. Έπειτα είπε με σιγουριά: «Ακόμα κι αν δε σκάψουμε απ’ τη μια μεριά της γης ως την άλλη, κοιτάξτε τι βρήκαμε στη διαδρομή!»


Κοίτα πόσα καταπληκτικά πράγματα βρήκα στη διαδρομή…!

Κοίτα πόσα καταπληκτικά πράγματα ήρθαν στη ζωή μου  επειδή προσπάθησα να κάνω κάτι…!

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Το ήξερα ότι θα ερχόσουν...





Τρόμος γέμισε την καρδιά ενός φαντάρου, στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν είδε τον πιο στενό του φίλο να πέφτει στη μάχη. Καρφωμένος στο χαράκωμα, με τα συνεχόμενα πυρά να σφυρίζουν πάνω από το κεφάλι του, ο στρατιώτης ρώτησε τον υπολοχαγό αν θα του επέτρεπε να βγει έξω, στην ουδέτερη ζώνη, ανάμεσα στα αντίπαλα χαρακώματα και να φέρει πίσω τον χτυπημένο του συνάδελφο.
«Μπορείς να πας», είπε ο αξιωματικός, «αλλά δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Ο φίλος σου είναι μάλλον νεκρός κι ίσως διακινδυνεύσεις κι εσύ τη ζωή σου!» Όμως στα λόγια του υπολοχαγού δεν έδωσε σημασία και ξεκίνησε.
Παραδόξως κατάφερε να πλησιάσει τον φίλο του, να τον πάρει στους ώμους του και να τον φέρει πίσω στο χαράκωμα του λόχου. Καθώς κι οι δυο μαζί κατρακύλησαν στο βάθος του ορύγματος, ο αξιωματικός έκανε έναν έλεγχο στον τραυματία και μετά κοίταξε ευγενικά τον φίλο του.
«Σου είπα ότι δεν άξιζε τον κόπο», είπε. «Ο φίλος σου είναι νεκρός, αλλά κι εσύ είσαι θανάσιμα τραυματισμένος».
«Κι όμως άξιζε τον κόπο και πολύ μάλιστα», απάντησε ο φαντάρος.
«Τι εννοείς με αυτό;», απάντησε ο Υπολοχαγός. «Ο φίλος σου είναι νεκρός!»

«Μάλιστα», απάντησε ο στρατιώτης. «Άξιζε όμως τον κόπο επειδή όταν τον πλησίασα, ήταν ακόμα ζωντανός κι είχα την χαρά να τον ακούσω να μου λέει ¨Το ήξερα ότι θα ερχόσουν!¨»

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Ο ευγενής καβαλάρης





Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ, κάπου στην ελληνική ύπαιθρο. Η γενειάδα του γέροντα άστραφτε από την υγρασία της νύχτας, καθώς καθόταν και περίμενε κάποιον να τον περάσει με τ’ άλογό του απ’ το ποτάμι. Η αναμονή δεν φαινόταν να τελειώνει και το κορμί του άρχισε να μουδιάζει και να σφίγγει απ’ το βοριαδάκι που φυσούσε.
Τότε άκουσε τον απόμακρο αχό από τις ανάσες κάμποσων αλόγων που κάλπαζαν πάνω στο σκληρό μονοπάτι. Με προσοχή παρατηρούσε τους οπλισμένους καβαλάρηδες που στέκονταν στη ρηχή στροφή του ποταμού. Άφησε τον πρώτο να περάσει χωρίς να κάνει μια προσπάθεια να του τραβήξει την προσοχή. Μετά πέρασε κι άλλος ένας, κι άλλος, και τελικά ο τελευταίος πλησίασε το σημείο όπου στεκόταν, σαν άγαλμα, ο γέροντάς μας. Καθώς ο τελευταίος καβαλάρης ήρθε κοντά, ο γέροντας έπιασε τη ματιά του και είπε «Θα μπορούσες, άρχοντά μου, να προσφέρεις σ’ έναν γέροντα το διάβα του ποταμού με το άλογό σου; Απ’ ότι φαίνεται, δεν υπάρχει τρόπος να περάσει κανείς με τα πόδια».
Σφίγγοντας τα γκέμια του, ο καβαλάρης απάντησε «Ανέβα εδώ πάνω». Ο ιππέας βλέποντας ότι ο γέρος δεν ήταν σε θέση να σηκώσει το κουρασμένο του κορμί μέχρι τη σέλα του αλόγου, ξεπέζεψε και τον βοήθησε να ιππεύσει.
Καθώς πλησίαζαν στο μικρό σπιτάκι του γέροντα, η περιέργεια έσπρωξε τον ιππέα μας να ρωτήσει: «Παρατήρησα ότι πολλοί πέρασαν χωρίς να τους κάνεις λόγο να σε περάσουν απέναντι. Μου κάνει εντύπωση γιατί σε μια τόσο υγρή καλοκαιρινή νύχτα, εσύ περίμενες και παρακάλεσες τον τελευταίο καβαλάρη. Αν αρνιόμουν και σε παρατούσα εκεί;»
Ο γέροντας κοίταξε τον ιππέα καλά στα μάτια και του απάντησε: «Πιστεύω ότι ξέρω τον κόσμο αρκετά καλά. Κοίταξα τους άλλους καβαλάρηδες στα μάτια και αμέσως αντιλήφθηκα ότι δεν είχαν καμιά έγνοια για την κατάστασή μου, οπότε και δεν θα είχε καμιά σημασία να τους παρακαλέσω να με βοηθήσουν. Μόλις όμως κοίταξα μες στα δικά σου μάτια, διέκρινα συμπάθεια και ευγένεια. Εκείνη τη στιγμή, σ’ εκείνο το μέρος, ήξερα ότι το ευγενικό σου πνεύμα θ’ αποδεχόταν με χαρά την ευκαιρία να μου προσφέρει βοήθεια τώρα που την είχα ανάγκη».
Τα λόγια ζέσταναν την καρδιά του ιππέα, που τα δέχτηκε λέγοντας: «Σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτά που είπες. Είθε να μην είμαι ποτέ τόσο πολύ απασχολημένος με τα δικά μου προβλήματα, ώστε να καταφέρνω να ανταποκρίνομαι στις ανάγκες των άλλων με ευγένεια και συμπόνια».

Και με αυτά τα λόγια, ο Λεωνίδας, ο βασιλιάς της Σπάρτης, έκανε στροφή με το άλογό του και συνέχισε για τις Θερμοπύλες.