Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Δώσε μου κάτι που υπάρχει μέσα σου



Μια σοφή γυναίκα που ταξίδευε στα βουνά ανακάλυψε τυχαία σε ένα ρέμα ένα πολύτιμο πετράδι.
Κοντοστάθηκε, τον μάζεψε και συνέχισε το δύσκολο ταξίδι της.
Την επόμενη μέρα συνάντησε έναν άλλο ταξιδιώτη πεινασμένο και εξαντλημένο.
Η γυναίκα βλέποντας τον έτσι ταλαιπωρημένο, αποφάσισε να μοιραστεί μαζί του το φαγητό της.
Καθώς όμως άνοιξε το σακίδιο της, ο ταξιδιώτης είδε το πολύτιμο πετράδι και εντυπωσιάστηκε.
Παρακάλεσε λοιπόν τη γυναίκα να του το χαρίσει.
Εκείνη χωρίς δισταγμό ή δεύτερες σκέψεις πήρε το πολύτιμο πετράδι και του τον έδωσε.
Ο ταξιδιώτης έφυγε ενθουσιασμένος, μακαρίζοντας την καλή του τύχη.
Αυτό το πετράδι ήταν ανεκτίμητης αξίας και θα τον εξασφάλιζε για το υπόλοιπο της ζωής του.
Κι άρχισε να κάνει σχέδια για το μέλλον του που διαγραφόταν λαμπρό, γεμάτο ανέσεις και πολυτέλειες.
Μετά από μερικές μέρες όμως επέστρεψε αναζητώντας τη σοφή γυναίκα.
"Σκέφτηκα πολύ αυτές τις μέρες" ομολόγησε μόλις τη βρήκε.
"Ξέρω πόσο πολύτιμο είναι το πετράδι που μου χάρισες.
Θα μπορούσα με τη βοήθεια του να ζήσω μια άνετη, παραμυθένια ζωή.
Παρόλα αυτά δεν το θέλω.
Αποφάσισα να στο επιστρέψω με την ελπίδα ότι θα μου δώσεις κάτι άλλο, κάτι πραγματικά πολύτιμο.

Δώσε μου κάτι που υπάρχει μέσα σου, δώσε μου αυτό που σε έκανε να μου χαρίσεις το πετράδι"

Paulo Coelho

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Το χρώμα του φεγγαριού






- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη; 
- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.
- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
Τι χρώμα έχει η χαρά;
- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
- Και η μοναξιά;
- Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξεδί.
- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
- Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
- …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.
- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι … Κοίταξε μακριά στο κενό … Και δάκρυσε …
Ζω …
- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ” αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησε το!
Συγχωρώ!
- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιει μια γουλιά νερό. Σ” αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα έρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι” αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψέ με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλα αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουν κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξε τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;
- Αύριο θα “ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ’αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να έχεις το θάρρος να λες  Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις  Όταν κυλίεσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ” αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γης  Aντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιος είναι ο δυνατός;
Ποιος είναι ο δυνατός;  ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδάπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
Γεια σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ” ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ” αγάλματα μόνο δε λυγάν».
Ονειρεύονται… και ελπίζουν…
- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ” αστέρι του.
- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
- Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…
- Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…


    Αλκυόνη Παπαδάκη 

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

To αλάτι, το νερό και η λίμνη







Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας σοφός γέροντας δάσκαλος. Είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς έτσι μια μέρα αποφάσισε να τον στείλει να του φέρει λίγο αλάτι.

Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλός του είπε να ρίξει μια γερή δόση σε ένα ποτήρι και μετά να το πιεί.
«Τι γεύση έχει;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Πικρή» είπε ο μαθητής.
Τότε ο δάσκαλος είπε στο νεαρό να πάρει άλλη μια χούφτα αλάτι και μετά να το ρίξει στην κοντινότερη λίμνη. Ο μαθητής έκανε ότι του είπε. Έπειτα ο δάσκαλος του είπε να το δοκιμάσει πίνοντας από το νερό της λίμνης και τον ξαναρώτησε τι γεύση έχει.
«Γεύση φρεσκάδας» απάντησε ο μαθητής.
«Το αλάτι το ένοιωσες καθόλου;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Όχι» απάντησε ο νέος.
Στο σημείο αυτό ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και του είπε:
«Ο πόνος στη ζωή μας είναι σαν το καθαρό αλάτι.Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια.Όμως η ποσότητα της πίκρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο.
Έτσι, το μόνο πράγμα που έχεις να κάνεις όταν υποφέρεις είναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων…
Σταμάτα να είσαι το ποτήρι.

Γίνε η λίμνη!»

Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι ο δικός μας πόνος πονάει πιο πολύ. Κι όταν πονάμε γινόμαστε ακόμα περισσότερο το κέντρο του κόσμου. Ο εγωισμός αυξάνεται πόσο μάλλον όταν είναι και δικαιολογημένος… Αυτό και μόνο του επιτρέπει να βγει έξω να διαδηλώσει με σημαίες και με ταμπούρλα….
Και ποιο το αποτέλεσμα;
Ο πόνος αυξάνεται διότι ως γνωστόν σε ότι εστιαζόμαστε δε συρρικνώνεται αλλά μεγεθύνεται. Όσο μικρότερο το ποτήρι, τόσο μεγαλύτερος ο πόνος. Όσο πιο κοντινή η απόσταση απ’ όπου τον βιώνουμε, τόσο πιο απέραντος μοιάζει.
Αν όμως βυθίσουμε τον πόνο μας στη απύθμενη λίμνη του πανανθρώπινου πόνου και μετά κοιτάξουμε τη λίμνη από το απέναντι βουνό θα συνεχίσει να έχει την ίδια ένταση, την ίδια σημαντικότητα και το ίδιο βάθος;
Μια δοκιμή θα μας πείσει.


Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Δέκα απλά βήματα για να κάνετε τον εγκέφαλο σας να καθαρίσει


1. Μουσική: Η ήρεμη μουσική είναι πολύ ευεργετική για την ψυχική σας ηρεμία.
2.  Άσκηση: Μια βόλτα είναι ακόμα μια παλιά αγαπημένη συνήθεια για πολλούς ανθρώπους. Η τακτική, μέτρια έως έντονη σωματική δραστηριότητα είναι ένας καλός «μηχανικός» για τον εγκέφαλό μας. Η φυσική άσκηση διεγείρει και ανανεώνει το μυαλό σας εκτός από όλα τα άλλα οφέλη της.

3. Γέλιο: Το γέλιο είναι όντως το καλύτερο φάρμακο για την ανία. Μοιάζει πολύ με την άσκηση, γιατί το γέλιο και το χιούμορ απελευθερώνουν ενδορφίνες  που βελτιώνουν τη διάθεση και την αίσθηση της ευεξίας. Έτσι παρακολουθήσετε κάτι διασκεδαστικό στην τηλεόραση ή να διαβάσετε ένα ευχάριστο βιβλίο.

4. Ψυχική Άσκηση: Ο εγκέφαλός σας αγαπά τον προβληματισμό. Έτσι, όταν αισθάνεστε εξαντλημένοι, ξεκινήστε την επίλυση ενός σταυρολέξου, ενός παιχνιδιού σκέψης, ενός  πάζλ κ.λπ. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να αναζωογονηθεί το μυαλό σας.

5. Επικοινωνία: Ο άνθρωπος από τη φύση του, είναι ένα κοινωνικό άτομο. Η ανθρώπινη αλληλεπίδραση φαίνεται να κρατάει το μυαλό μας ανανεωμένο. Κάνετε επαφή με νέους ανθρώπους ή καλέσετε έναν φίλο για συζήτηση. Συζητήστε με τους φίλους σας για κάτι άλλο, και όχι για την κατάσταση στην οποία βρίσκεστε.

6. Πάρτε έναν υπνάκο: Τίποτα δεν ανανεώνει το μυαλό σας περισσότερο από έναν υπνάκο. Ένας καλός ύπνος είναι ένα ισχυρό θεμέλιο για την παραγωγικότητά σας. Μόλις ολοκληρώσετε τον ύπνο σας, θα αισθανθείτε πολύ καλύτερα και θα είστε σε θέση να παράγετε πολύ περισσότερο έργο από ό, τι θα είχατε κάνει αν ήσασταν κουρασμένοι.

7.Κάτι μυρίζει καλά: Ένα αγαπημένο σας αρωματικό κερί ή να ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ, θα φροντίσουν να «ανανεώσετε» το μυαλό σας, έτσι ώστε να μπορεί να εργαστεί περισσότερο.

8. Κάντε Μασάζ: Το μασάζ είναι ο τέλειος τρόπος για να σας ανακουφίσει από την ένταση και να μειώσει την πίεση που νιώθετε. Μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα είδη μασάζ σε διαφορετικές ημέρες.

9. Κάντε ένα μπάνιο: Ένα όμ

10.Ονειρευτείτε (Daydream): Για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δώστε το χώρο και την άδεια στη φαντασία σας να τρέξει.  Αυτό βοηθά το μυαλό σας να «ανανεωθεί», έτσι ώστε να μπορεί να επικεντρωθεί στην καθημερινή εργασία του αργότερα.
ορφο, ζεστό μπάνιο σας βοηθάει να χαλαρώσετε τους μυς και το μυαλό σας. Μπορείτε να προσθέσετε διάφορα άλατα στο μπάνιο σας που θα σας βοηθήσουν να ενυδατώνετε το δέρμα σας καθώς και μια όμορφη μυρωδιά θα παίξει και αυτή το ρόλο της.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Η συζήτηση των κυμάτων






Ήταν ένα μικρό κύμα, πολύ λυπημένο και που μονολογούσε: «πόσο δυστυχισμένο είμαι… τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο… γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;» 
Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από τα δύο»
 
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά: «Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είναι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;»
 
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται: «Αυτό που καλείς ‘κύμα’ δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου»
 






Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η πτήση







«Κυρά Μάρθα, που το ψώνισες αυτό το γαλόπουλο; Αυτό το τελευταίο που όλο πέφτει και είναι σα ζαβλακωμένο;» είπαν τα άτακτα παιδιά γελώντας, που φαινόταν μόνο η σειρά από τα κεφάλια τους στο πάνω μέρος του φράχτη. Η κυρά Μάρθα τα κοίταξε με απόγνωση. «Σίγουρα κάτι έχουν σκαρώσει αυτοί οι μικροί διάβολοι με τα γαλόπουλά μου, αλλά πάλι, αυτό το τελευταίο γαλόπουλο μήπως είναι μια παραξενιά της φύσης; Δε μοιάζει με τα υπόλοιπα, αλλά ίσως με το καιρό να διορθωθεί η κατάσταση».


Ο Μεγάλος Γάλος, η μεγαλύτερη αρσενική γαλοπούλα, δεν μπορούσε να δεχτεί στο χώρο του αυτό το πουλί: Το παράξενο γαλόπουλο. Φοβόταν ο ίδιος κάθε τι το διαφορετικό, ήξερε ότι κάθε γαλοπούλα έτρωγε βασιλικά όλη τη χρονιά και κατά το μέσο του χειμώνα κάποιες μάλλον τις μετακόμιζαν οι άνθρωποι σε ακόμα πιο βασιλικά μέρη. Ήταν σίγουρος ότι αυτό το χειμώνα θα ήταν η σειρά του να ταξιδέψει. Έπρεπε λοιπόν να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες. Ήδη έβλεπε ότι τα υπόλοιπα γαλόπουλα τσιμπάγαν και αποφεύγαν το παράξενο γαλόπουλο. Το κάλεσε λοιπόν μπροστά του.

«Ψψτ νεαρέ! Δεν μπορείς να συνεχίσεις εδώ!» -«Μα γιατί κύριε, τι έκανα, σε τι έφταιξα;» - «Δεν είσαι καθαρός. Δεν είσαι δικός μας, είσαι ένας ξένος, ένας παρείσακτος, δεν σου αξίζει να τρως το φαγητό μας, να μοιράζεσαι το χώρο μαζί μας, σήκω φύγε!» - «Μα εγώ εδώ γεννήθηκα κύριε Γάλε, που να πάω τώρα;» -«Δεν με ενδιαφέρει!» και έδιωξε το παράξενο γαλόπουλο με τσιμπιές, ώστε να φύγει έξω από το φράχτη.

Το γαλόπουλο, ματωμένο, για πρώτη φορά αντίκρυσε τον κόσμο έξω από το φράχτη. Πόσο μεγάλος ήταν! Ένα δάσος μόλις άρχιζε και πάνω από αυτό ήταν ένα ψηλό βουνό. Με φοβισμένα βήματα άρχισε να μπαίνει στο δάσος. Πόσο μεγάλα ήταν τα δέντρα! Αλλά ανάμεσα από τα δέντρα ένιωθε φτερωτές παρουσίες να τον παρακολουθούν. Σε ένα ξέφωτο είδε ένα μαυρόγκριζο πουλί να τον περιμένει. «Καλώς το μάγκα! Έχεις τίποτα πολύτιμο πάνω σου να σε ξαλαφρώσουμε;» -«Όχι, αλλά εσείς ποιά είστε;» -«Είμαι η Κουβέρνα, η αρχηγός των κουρούνων του δάσους».

Ξαφνικά από ολόγυρα εμφανίστηκαν και άλλες κουρούνες, που κοίταζαν με ενοχλητικό βλέμμα το γαλόπουλο. «Ψάξτε τον!» είπε η Κουβέρνα. Το ψάξιμο δεν απέφερε τίποτα, το γαλόπουλο δεν είχε τίποτα μαζί του. «Ούτε ένα βελανίδι! Δεν κάναμε καμία μπάζα από αυτό το κορόιδο. Γαλόπουλο! Εδώ, το δάσος, είναι η δική μας επικράτεια.» είπε η Κουβέρνα. «Μήπως θα μπορούσα να μείνω εδώ;» είπε το γαλόπουλο. –«Ξέρεις να κλέβεις; Ξέρεις να πετάς; Ξέρεις να φυλάς τσίλιες;» -«Τίποτα από όλα αυτά, κυρία Κουβέρνα.» -«Τότε ένας άχρηστος είσαι! Και το χειρότερο είναι ότι στα μάτια σου δεν έχεις τη πονηριά που έχει κάθε μια μας, που σημαίνει ότι ποτέ δεν θα μπορούσες να γίνεις σαν εμάς. Φύγε από εδώ! Δεν σου αξίζει να ζεις στο κόσμο μας!».

Το καημένο το γαλόπουλο διωγμένο με τσιμπήματα και φωνές έτρεχε προς τα ψηλότερα μέρη του δάσους, ώσπου αποκαμωμένο έπεσε να κοιμηθεί κάτω από τις φτέρες. Σκέφτηκε ότι αφού δεν έχει το δικαίωμα να ζήσει σε αυτό τον κόσμο, ας επιλέξει τουλάχιστον τον τρόπο του θανάτου του. Κάπου εκεί το πήρε ο ύπνος. Είδε ότι ήταν στη κορυφή του βουνού, κάτω ο γκρεμός, αυτό όμως προχώρησε, πήδηξε στο κενό και μετά ένα αίσθημα ελαφρότητας και φωτός το συνεπήρε μέχρι που ξύπνησε. «Αν αυτό είναι ο θάνατος, είναι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί στη μίζερη ζωή μου» σκέφτηκε. Αποφάσισε λοιπόν να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα τελειώνοντας τη ζωή του με τη πτήση…

Το επόμενο χρονικό διάστημα το αφιέρωσε στο να ανέβει το βουνό. Δεν ήταν εύκολο, συχνά οι δρόμοι δε βγάζαν πουθενά, γεμάτοι πέτρες και αγκάθια, και το γαλόπουλο να υπομένει αυτές τις κακουχίες, να τρώει ίσα-ίσα κανένα σκουληκάκι, αλλά στο τέλος της κάθε μέρας ανέβαινε και ένα κομμάτι του δρόμου. Ώσπου τελικά, μετά από καιρό, έφτασε πια στη κορυφή. Εκεί ένιωθες να σμίγεις με τον ουρανό, κάτω σου η άβυσσος, γύρω σου να χορεύει ο αέρας, και τι υπέροχη θέα από εκεί ψηλά. Τα έβλεπε όλα: Το στάβλο της κυρά Μάρθας, το δάσος με τις κουρούνες, το υπόλοιπο βουνό. «Μπόρεσα και έκανα όλο αυτό το δρόμο;» αναρωτήθηκε.

«Και ψηλά, πιο ψηλά τι να υπάρχει άραγε;» Κοιτάζοντας ψηλά τον τύφλωσε το φως και χαμήλωσε το βλέμμα του. «Αρκετά. Έφτασε η ώρα.» Με αβέβαια βήματα προχωρούσε προς το κενό…

Τότε άκουσε μία γνώριμη κραυγή, και από τη κατεύθυνση του ήλιου αισθάνθηκε στην αρχή μία σκιά, μετά ένα φτερούγισμα και τέλος ένα μεγαλόπρεπο πουλί προσγειώθηκε δίπλα του. «Ποιος είσαι;» είπε το γαλόπουλο. «Είμαι ο Ένο, ο αετός. Εσύ ποιος είσαι;» -«Εγώ είμαι απλά ένα χαμένο γαλόπουλο, που ήρθα εδώ για να πεθάνω…» -«Χα, χα έχεις πλάκα αδερφάκι μου, άκου... γαλόπουλο… Όχι αδερφέ μου δεν είσαι γαλόπουλο, είσαι ένας αετός όπως και εγώ και μάλιστα ένας σοφός αετός γιατί έκανες όλο το δρόμο της επιστροφής μόνος σου, όταν σε έκλεψαν σαν αυγό τα άτακτα παιδιά…»

«Ένο, είναι αλήθεια αυτά που λες;» -«Αδερφέ μου άνοιξε τη φτερούγα σου και θα δεις ότι είναι ίδια με τη δικιά μου, ψηλάφισε τη μορφή σου και θα δεις ότι έχεις τη δική μου μορφή.» -«Ένο, δεν το περίμενα… Δηλαδή πάντα ήμουν ένας αετός;» -«Πάντα.» -«Και γιατί δεν πετάω όπως εσύ;» -«Είναι γιατί το πρώτο πέταγμά μας εμείς οι αετοί το κάνουμε πέφτοντας από εδώ, από τη κορφή του ψηλού βουνού.» -«Δηλαδή…, μπορώ να πετάξω;» - «Ναι αδερφέ μου, φυσικά και μπορείς, για αυτό άλλωστε δεν ήρθες μέχρι εδώ;»

-«Θα μου δείξεις;» -«Είναι πολύ εύκολο, πέφτεις στην άβυσσο, ανοίγεις τα φτερά σου και ο αέρας σε σηκώνει πάνω, μετά… απλά το ευχαριστιέσαι! Να κοίτα εμένα!» και ο Ένο πήδηξε στο κενό και ξεκίνησε τη πτήση του.

Ο μικρός αετός, με θάρρος, πήδηξε στο κενό, στην αρχή έπεφτε και όλα στροβιλίζονταν, άνοιξε τα φτερά του διστακτικά και ένιωσε κάτι τραντάγματα, αλλά με ορθάνοιχτα τα φτερά αυτά σταμάτησαν, όλα σταμάτησαν, ο αέρας τον σήκωνε ψηλά, ήταν πια ένα με τον αέρα και το φως, ένα γνωστό συναίσθημα ελαφρότητας, προερχόμενο ίσως από ένα όνειρο, τον συνεπήρε.

Και κάνοντας τη πρώτη του πτήση, συνειδητοποίησε, ότι πάντοτε γνώριζε πώς να πετάει…                 









Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Τα χέρια








Πόσα και πόσα τραγούδια δεν έχουν γραφτεί για τα χέρια . Ό,τι πιο αγαπημένο μου σʼ ένα άνθρωπο είναι τα χέρια. Αγαπώ τα μάτια που λένε πάντα την αλήθεια, ακόμα και όταν αχνοφέγγει εκείνη η σπιρτάδα της λατρείας ή της πονηριάς, αγαπώ το μυαλό, που με εξιτάρει και με βάζει σε άλλα προσωπικά μονοπάτια, αγαπώ τη μιμόγλωσσα, τις κινήσεις του κορμιού που δείχνουν τη στάση ζωής, λατρεύω όμως τα χέρια που δημιουργούν, στολίζουν, χαϊδεύουν, αγκαλιάζουν. Όταν γνωρίζω έναν άνθρωπο τον κοιτώ πρώτα στα μάτια για να φυλακίσω το βλέμμα, αν μου ταιριάζει, και μετά περιεργάζομαι τα χέρια. Πώς κινούνται, πώς πιάνουν ένα ποτήρι, πώς ανάβουν ένα τσιγάρο, πόσο δυναμικά ή νωχελικά κινούνται.
Στα χέρια βρίσκω έναν απίστευτο ερωτισμό. Τα χαζεύω όσο πιο διακριτικά μπορώ από τον βραχίονα και κάτω. Λατρεύω οι άνδρες να φορούν πουκάμισα με γυρισμένα μανίκια - δυό φορές, όχι παραπάνω- που μου δίνουν τη δυνατότητα να περιεργάζομαι το δέρμα τους και τα χέρια τους. Απεχθάνομαι τα αποτριχωμένα, τρελαίνομαι με τα εκείνα που έχουν δυνατό βραχίονα και μου επιβεβαιώνουν δημιουργικότητα. Πάω στα δάχτυλα. Μακριά, με καλοσχηματισμένα νύχια. Πόσες και πόσες αλήθειες δε λένε τα χέρια. Μακριά νύχια στο δεξί: παίζει έγχορδο. Δάχτυλα που είναι λεπτά: ασχολούνται και κάτι ευγενές. Δάχτυλα πιο χοντρά: κάνουν χειρωνακτική δουλειά. Παλάμες με ρόζους: χέρια πολυδουλεμένα. Νύχια φαγωμένα: ανασφάλεια, προβληματισμός. Νύχια στραβοκομμένα: ατημέλητος χαρακτήρας, μη επιμελής.
Όταν χαζεύω τα χέρια των ανθρώπων προσπαθώ να μαντέψω τι κάνουν καλά. Κατασκευάζουν; Ζωγραφίζουν; Γράφουν; Βάφουν; Μαγειρεύουν; Ταΐζουν ένα παιδί; Απλώνουν ρούχα; Φυτεύουν ένα λουλούδι; Χτίζουν; Χτυπούν; Αγκαλιάζουν; Είναι γεννημένα για την προσφορά ή μπαίνουν στις τσέπες και ξεχνούν να βγουν; Προεκτείνονται για μια μεγάλη αγκαλιά και ένα τρυφερό χάδι; Ζουν δηλαδή; Εκεί βρίσκω την ιστορία του καθενός. Και αν δεν μπορώ εύκολα να τη βρω, τη ζωγραφίζω στο μυαλό μου. Φαντάζομαι το καλό τους και το κακό τους. Την τρυφερότητα και την οργή τους.


Ό,τι είμαστε και δεν είμαστε το επιβεβαιώνουν τα χέρια μας. Το καλό, το κακό, το αναποφάσιστο, το σκληρό, το αγενές, το καλλιτεχνικό, το φοβισμένο. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι μας, η ολοκλήρωση της κάθε σκέψης και συναισθήματός μας. Αδυναμία μου είναι τα χέρια που δημιουργούν, φτιάχνουν έστω και ένα μανταλάκι ή μια καρφίτσα ραπτικής. Λατρεύω τα χέρια που κάνουν έργο που ποτίζεται από την ψυχή του ανδρός. Του άρρενος και του θήλεος. Και ερωτεύομαι τα χέρια των ανθρώπων, τα ευλογημένα χέρια. Πάντα ο ενδόμυχος φόβος μου είναι να πάψουν να κινούνται. Όταν φύγει ένας άνθρωπος από τη ζωή στέκομαι και παρατηρώ τα χέρια του, όπως είναι σταυρωμένα. Αδύναμα για να κάνουν οτιδήποτε. Και γυρνώ πίσω στη ζωή του για να δω την ιστορία του. Όποια και αν είναι αυτή. Ποιον χάιδεψαν, ποιον συντρόφεψαν τις νύχτες, πότε χτύπησαν οργισμένα ένα τραπέζι, πότε σκούπισαν δύο δάκρυα. Και λυπάμαι τόσο πολύ όταν τα βλέπω ακίνητα .Τότε ένας άλλος μικρός θάνατος συντελείται μέσα μου. 

                                                                                 Τζίνα Δαβιλά

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Το παιδί και το δελφίνι










Τούτη η ιστορία θα σου φανεί απίστευτη, γιατί μοιάζει με παραμύθι, είναι όμως πέρα για πέρα αληθινή. Μας τη διηγείται ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ένας μεγάλος σοφός που ασχολήθηκε κοντά στα άλλα και με το βίο των ζώων.
Μια φορά, λέει, στη λιμνοθάλασσα του Λοκρίνου, που ανήκε τότε στην επαρχία της αρχαίας Ιταλικής Καμπανίας, ζούσαν πολλά δελφίνια. Ένα από αυτά πλησίασε μια μέρα στην ακροθαλασσιά, όπου καθόταν και ξεκουραζόταν ένα μικρό αγόρι. Το αγόρι αυτό γύριζε από το σχολείο του που βρισκόταν από την άλλη πλευρά της λιμνοθάλασσας, σε μια μικρή πόλη. Καθώς λοιπόν ήταν κουρασμένο από το δρόμο, κάθισε στην ακρολιμνιά να ξαποστάσει και ο καθαρός αέρας του άνοιξε την όρεξη. Θυμήθηκε πως του είχε περισσέψει λίγο ψωμί από το πρωινό του και κάθισε να το φάει. Ξαφνικά είδε το δελφίνι. Είχε βγάλει το κεφάλι του από τη θάλασσα και κοίταζε το παιδί τρυφερά με τα μικρά ολοστρόγγυλα μάτια του. το αγοράκι, για να παίξει, του πέταξε λίγο ψωμί κι εκείνο άνοιξε το στόμα του και το κατάπιε.
-Θα πεινάει το καημένο, σκέφτηκε το αγοράκι. Ας του ρίξω ακόμα λίγες μπουκιές.
Το δελφίνι πλησίασε πιο κοντά τώρα και με χαριτωμένες κινήσεις βουτούσε στο νερό και ξανάβγαινε ν΄αρπάξει τις μπουκιές που του πετούσε ο μικρός του φίλος. Όταν τελείωσε το ψωμί, το αγόρι του φώναξε:
-Καλό μου δελφίνι, δεν έχω άλλο για σήμερα. Αύριο, θα πάρω περισσότερο ψωμί μαζί μου κι αν σε συναντήσω εδώ, θα το φάμε παρέα.
Το δελφίνι, σα να κατάλαβε τι του είπε το αγόρι, το περίμενε την άλλη μέρα στο ίδιο μέρος. Σαν το είδε από μακριά, άρχισε να κάνει τούμπες στο νερό, σα να ήθελε έτσι να του φανερώσει τη χαρά του. Το παιδί του έριξε πάλι αρκετές μπουκιές ψωμί και το δελφίνι τις άρπαζε ευχαριστημένο για την αναπάντεχη τύχη του. Αυτό έγινε και την άλλη μέρα και την παρ΄άλλη, ώσπου το παιδί και το δελφίνι έγιναν δυο αχώριστοι φίλοι. Το δελφίνι πλησίαζε πια τόσο κοντά στην ακτή, που το αγοράκι άπλωνε τα χέρια του και του χάιδευε τη ράχη.
Στο σχολείο, είχε μάθει για τον Αρίωνα, τον ξακουσμένο μουσικό, και την ιστορία του, πώς δηλαδή τον έφερε ένα δελφίνι στην στεριά πάνω στη ράχη του. – Εκεί, στην απέναντι στεριά, βρίσκεται το σχολείο μου! σκέφτηκε καθώς θυμήθηκε την ιστορία του Αρίωνα. Κάθε μέρα πηγαίνω κι έρχομαι τόσο δρόμο και κουράζομαι πολύ… Γιατί τάχα; Το καλό μου δελφίνι θα μου αρνηθεί να με περάσει απέναντι, καθισμένο στη ράχη του;
Το δελφίνι, σα να μάντεψε τη σκέψη του παιδιού, πλησίασε περισσότερο στην αμμουδιά. Το αγοράκι τότε, με ένα επιδέξιο πήδημα, βρέθηκε στη ράχη του. Γρήγορο σαν αστραπή το δελφίνι, άρχισε να κολυμπά στην επιφάνεια της λιμνοθάλασσας και σε λίγα λεπτά έφτασε στην απέναντι ακτή. Το παιδί, κατευχαριστημένο από το απροσδόκητο ταξίδι, ξεπέζεψε από τη ράχη του δελφινιού, πήδησε στο μώλο και φώναξε:
-Σ΄ευχαριστώ, καλό μου δελφίνι, δεν ξέρεις πόσο γρήγορα και ξεκούραστα θα πάω σήμερα στο σχολείο! Όταν σχολάσω να με περιμένεις εδώ.
Και στ΄αλήθεια! Όταν σχόλασε το παιδί και τράβηξε προς την ακρογιαλιά, βρήκε το δελφίνι το φίλο του να τον περιμένει! Χωρίς να διστάσει, ανέβηκε πάλι στη ράχη του και σε λίγο το δελφίνι, ζωντανή βαρκούλα, τον είχε περάσει απέναντι.Ύστερα, άρχισε να στριφογυρίζει στη ακτή κοντά, σαν να περίμενε κάτι.
Το παιδί, που μάντεψε αμέσως τι ήθελε, έβγαλε από το καλάθι του ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί και τάισε με το χέρι του το δελφίνι.
Αυτή η ιστορία συνεχίστηκε για πολλούς μήνες.
Μια μέρα όμως, το αγόρι δε φάνηκε στην ακρολιμνιά. Το δελφίνι περίμενε υπομονετικά ως το ηλιοβασίλεμα και ξαναγύρισε στην ίδια θέση το άλλο πρωί. Και πάλι το αγόρι δε φάνηκε! Τι να΄γινε τάχα; Αλίμονο… Κειτόταν βαριά άρρωστο στο κρεβατάκι του. Τόσο βαριά, που δε γλίτωσε το θάνατο… Άδικα το δελφίνι από τότε περίμενε κάθε πρωί στην ακτή. Το παιδί, ο μικρός του φίλος, δε θα ξαναρχόταν ποτέ πια… Τότε κατάλαβε πως κάτι κακό έπαθε.
Οι περαστικοί διαβάτες το έβλεπαν να κολυμπάει ανόρεχτα κοντά στην ακρογιαλιά. Το έβλεπαν με δακρυσμένα μάτια, γιατί ήξεραν τη φιλία του με το αγοράκι. Πολλοί του πετούσαν κομμάτια ψωμί και μικρά ψάρια. Μα το δελφίνι δεν άγγιζε τίποτε. Περίμενε να έρθει το παιδί, ο μικρός του φίλος, να το ταΐσει. Ώσπου μια μέρα, αφού άδικα τόσο καιρό περίμενε, πέθανε από τη θλίψη και την πείνα.
Οι ψαράδες έσυραν το άψυχο σώμα του στο γιαλό. Αυτό το δελφίνι, είπαν, θα ταφεί σαν άνθρωπος.
Έσκαψαν ένα λάκκο στην αμμουδιά κι άφησαν τα κύματα της λιμνοθάλασσας να νανουρίζουν τον αιώνιο ύπνο του.”

Έτσι διαβάζαμε στο βιβλίο της Αντιγόνης Μεταξά “Ζώα του Θρύλου και της Ιστορίας”, (εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη και Σια, 1968, από το προσωπικό αρχείο της γράφουσας), πριν από σαράντα πέντε χρόνια, τότε που οι απλές ιστορίες με ζώα δε θεωρούνταν ξεπερασμένες.

ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΣΤΑ ΙΑΠΩΝΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΡΒΗΓΙΚΑ , ΤΑ ΙΣΛΑΝΔΙΚΑ Ή ΣΤΑ ΔΑΝΙΚΑ!!!… Γιατί, αν ίσως, το διαβάσουν σ΄αυτές τις χώρες, όπου η σφαγή των δελφινιών στηρίζει το εμπόριό τους, θα κατανοήσουν το μέγεθος της βαρβαρότητας και της ανηθικότητας με την οποία λειτουργούν απέναντι στα θηλαστικά αυτά.





Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Ονειροβάτες








Όλοι αγαπάμε τα όνειρα. Το παραδεχόμαστε ή όχι, μας μαγεύει η ονειροβασία...

Όλοι θα θέλαμε τις νύχτες να μας τυλίγουν γλυκά ονειροσέντονα και να μας ταξιδεύουν πάνω από τα σύννεφα, πέρα από τις στεριές και τις θάλασσες, σε τοπία πρωτόγνωρα, γεμάτα γοητεία ...
Κι αν έχουμε την τύχη να μας συμβεί κάτι τέτοιο ... δυσκολευόμαστε να ξυπνήσουμε!
Ξυπνάμε, όμως. Αναγκαστικά.
Γιατί, όμως, ξεχνάμε σχεδόν αμέσως τις νυχτερινές μας περιπλανήσεις; Τις σκοτώνει το φως ή τα ματόκλαδα που ανοίγουν το πρωί τις εκτινάσσουν πέρα μακριά;
Μπορεί να χάνονται, λέμε, μα ίσως το μυαλό μας κάπου να κρατά τα αρχεία αυτά, κρυμμένα, για να μας τα προσφέρει σε νέα μορφή κάποια στιγμή, ίσως μέσα σε ένα ποίημα, σ' ένα γλυκό βλέμμα, σε μια δημιουργική σκέψη... κάπου τέλος πάντων... Ίσως να είναι οι πόθοι μας που παίρνουν εικόνα και μορφή μέσα στον ύπνο μας. Ή οι σκέψεις που κάναμε όλη τη μέρα να ζωντανεύουν, παίρνοντας δικές τους μορφές.
Τέλος πάντων. Καλή σας ώρα γλυκά ονειράκια μας, όπου κι αν είστε!

Εγώ, όμως, πιο πολύ μετράω τα άλλα. Αυτά δηλαδή που ονειρευόμαστε ξύπνιοι.
Τα οράματα, όπως τα λένε κάποιοι. Στόχους μπορεί να τα πουν, επιδιώξεις, πόθους, αναζητήσεις.
Εγώ θέλω να τα λέω όνειρα. Αυτά που μας κρατούν ζωντανούς.
Αυτά που τα θέλει η ψυχή μας με πάθος. Αυτά που θα μπορούσαμε να τους αφιερώσουμε όλη μας τη ζωή.
Πέστε μου τι οραματίζεστε, τι είναι αυτό που θα έκανε ευτυχισμένη τη ζωή σας. Τι όραμα έχετε για τον αυριανό κόσμο - που ξεκινά από το σήμερα.
Θέλω κι εγώ να μοιραστώ κάπως αυτά που μου κατεβαίνουν σαν βροχή στο κεφάλι.
Και - γιατί να το κρύψω; - θέλω να τα πραγματοποιήσω!
Κι όσο πιο ανεδαφικά, ουτοπικά και αστεία είναι, τόσο πιο πολύ τα αγαπάω τα ονειράκια μου!
Εσείς;

Υ.Γ. Δεν χρειάζεται να είμαστε ομοϊδεάτες για να μοιραστούμε τα όνειρά μας.
Ίσα - ίσα, τα ετερώνυμα έλκονται, όχι μόνο στη φυσική αλλά και στις ιδέες!

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Αν αγαπάς









Αυτούς που αγαπάς ποτέ μην τους αφήνεις. 
Κράτα το χέρι τους και περπάτα το δρόμο τους.
Θα συναντήσουν μπόρες και αγκάθια καθώς ανηφορίζουν, 
μα ποτέ μην τους αφήσεις.
Αν αγαπάς αληθινά μην τους εγκαταλείψεις.
Κι αν τα μάτια δεν μπορούνε πια αυτό που αγαπούν να αντικρίζουν, 
μεσ’ τη ψυχή σου βαθιά να τους φυλάς.
Μια ευχή και ένα σ’ αγαπώ 
πάντα θα τους φέρνει πιο κοντά…