Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

Ο χρόνος που πετάει σαν ένα τόξο





Ο χρόνος είναι σαν ένα ποτάμι που ρέει. Πώς θα τον κατακτήσουμε;

Στην κατεύθυνση του Βορρά του θεραπευτικού τροχού, που συσχετίζεται με την ανάκτηση ψυχής, είναι το μέρος των μυστήριων διδασκαλιών . Υπάρχουν τρεις βασικές διδασκαλίες σε αυτήν την κατεύθυνση και μία από αυτές είναι η κυριαρχία στο χρόνου. Αναγνωρίζουμε ότι ο χρόνος είναι σαν ένα ποτάμι που ρέει πολύ νωχελικά προς την θάλασσα, πολύ πολύ νωχελικά, όπως ο Αμαζόνιος .

Το παράδειγμα του Αμαζονίου

Ο Αμαζόνιος είναι ο μακρύτερος ποταμός στον πλανήτη και ταξιδεύει 6.000 μίλια με αλλαγή του υψόμετρου κατά 800 μέτρα. Έτσι, είναι πολύ αργός, κινείται πολύ νωχελικά. Αναγνωρίζουμε ότι ο χρόνος είναι σαν τον Αμαζόνιο, που ελίσσεται πολύ νωχελικά προς την θάλασσα, αλλά στο μέσον αυτού του ποταμού υπάρχει ένα ρεύμα που ρέει πίσω προς την πηγή του.

Ποσά είδη χρόνου γνωρίζουμε;

Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν δύο είδη χρόνου: το πρώτο είδος χρόνου, που είναι ο χρόνος που γνωρίζουμε εμείς, που είναι ο χρόνος που “πετάει σαν ένα τόξο”, οπού το μέλλον βρίσκεται μπροστά μας και το παρελθόν πίσω. Τώρα, το πρόβλημα με αυτό το είδος χρόνου, που “πετάει σαν τόξο”είναι ότι μας δείχνει το αποτέλεσμα όσων συνέβησαν χθες, ή προχθές, ή όταν ήμασταν 12, ή 8 ή 6 χρονών ή δυο ζωές πριν. Αλλά, οι σαμάνοι αναγνωρίζουν ότι υπάρχει και ένα άλλο είδος χρόνου που γυρίζει σαν τροχός. Αυτός είναι ο κυκλικός-πολυχρονικός και όχι ο μονοχρονικός. Η βασική αρχή λειτουργίας του είναι η συγχρονικότητα.

Η αιτιότητα εξακολουθούσε να λειτουργεί μέσα σε αυτό το είδος χρόνου, αλλά ελάχιστα. Μπορούμε να ξεφύγουμε από την λαβή του γραμμικού χρόνου, για να μπούμε στον χρόνο που “γυρίζει σαν τροχός” και να έχουμε την δυνατότητα μέσα από συγκεκριμένες τεχνικές να ταξιδέψουμε πίσω στη ροή αυτού του χρόνου, πίσω στην πηγή για να προσδιορίσουμε ένα γεγονός που είχε προκληθεί πιθανώς πολύ νωρίς στην ζωή μας. Μπορούμε να πάμε πίσω στο παρελθόν σε κάποια δύσκολη στιγμή που βιώσαμε κάτι επώδυνο. Τότε που χάσαμε ένα κομμάτι της ψυχής μας και να ξανά συνδεθούμε μαζί του . Όταν αυτό το κομμάτι της ψυχής γυρίσει πίσω σε εμάς , αισθανόμαστε ολοκληρωμένοι, γεμάτη όρεξη και πάθος για τη ζωή.

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Ο μύθος της μικρής ρακουνίτσας






Ο μύθος της μικρής ρακουνίτσας που είχε πάρα πολλές επιθυμίες
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή ρακουνίτσα, γεμάτη επιθυμίες. Και αυτό από πάρα πολύ καιρό, από πολύ μικρή. Επιθυμίες κάθε χρώματος, θέλω να πω προς κάθε κατεύθυνση, και σε όλα τα θέματα. Και κυρίως επιθυμίες που δεν αντιστοιχούσαν καθόλου στις επιθυμίες των γονιών της. Το τρομακτικό στην όλη κατάσταση, είναι πως και οι γονείς της ήταν γεμάτοι επιθυμίες, αλλά διαφορετικές από εκείνες της μικρής ρακουνίτσας.
Εντελώς διαφορετικές, στους αντίποδες από τα θέλω της κόρης τους. Έτσι λοιπόν, εκείνη, κάθε φορά που επιθυμούσε κάτι, είχε την αίσθηση ότι ήταν μια επίθεση προς τους γονείς της! Σαν να τους έκανε κάτι βίαιο. Εξ’ ου και ντρεπόταν, για πάρα πολύ καιρό, για τις επιθυμίες της. Ντροπή βαθιά, κατακόκκινη, παντού μέσα της, στην κοιλιά, στα οπίσθια, ακόμα και στα γόνατα. Και πονάει, μια ντροπή στα γόνατα ενός ρακούν που συνέχεια κινείται!…
Ο μύθος της μικρής ρακουνίτσας που είχε πάρα πολλές επιθυμίες
Και ξέρετε πως φαινόταν ότι ντρεπόταν....
… όταν είχε διαφορετικές επιθυμίες από τα αγαπημένα της πρόσωπα; Ε λοιπόν, έβγαζε  θηλώματα. Μάλιστα, θηλώματα! Ω! Όχι πολύ μεγάλα, ούτε μαύρα, όπως ορισμένα θηλώματα, αλλά κάτι μικρά, ροζ, λευκά ή λίγο καφετιά. Γεμάτο μικρά θηλωματάκια, στα μπροστινά της πόδια. Στην αρχή δεν είχε δώσει σημασία στα θηλώματα. Όπως εμφανίζονταν, εξαφανίζονταν, μετά ξανάρχονταν… έτσι. Κι αργότερα, πολύ αργότερα, ενήλικη πια, όταν παντρεύτηκε, στην αρχή και πάλι δεν είχε αντιληφθεί ότι δεν τολμούσε να έχει διαφορετικές επιθυμίες από τον άνδρα της. Προσαρμοζόταν στα θέλω του συντρόφου της, και δεν άφηνε χώρο ύπαρξης στα δικά της. Δεν ένιωθε όμως και τόσο ευτυχισμένη. Μετά από πολλές παρεξηγήσεις, αποφάσισε να τον εγκαταλείψει, να ζήσει μόνη της.
Αποφάσισε έτσι να σέβεται τις επιθυμίες της, τις ορέξεις της, τους ενθουσιασμούς της, τα σχέδιά της, τα δικά της. Και τα θηλώματα δεν ξαναβγήκαν.
Κάποια μέρα συνάντησε ένα άλλο ρακούν, από άλλη χώρα.
Δεν είχαν τις ίδιες συνήθειες. Εκείνη, για παράδειγμα, ήθελε στοργή, με όλο της το είναι, τα πόδια και το μουσούδι, την κοιλιά και την πλάτη, κι εκείνος, λες και τον τρόμαζε λίγο η στοργή. Εκείνος ήταν πολύ επιδέξιος με την ουρά του. Της μάθαινε ένα σωρό νέα πράγματα, που η ρακουνίτσα δεν είχε κάνει ποτέ. Και λίγους μήνες μετά τη συνάντησή τους… τα θηλώματα επέστρεψαν. Προβληματίστηκε.
– Είμαι ευτυχισμένη, ερωτευμένη με τούτο το ρακούν, μαζί του νιώθω μεγάλη ηδονή. Τι δεν πάει καλά;
Αυτό που δεν είχε ακόμα προσέξει, είναι ότι σ’ αυτή την καινούργια σχέση, δεν είχε σεβαστεί μερικές από τις σημαντικότερες επιθυμίες της. Ορισμένες τις είχε απωθήσει, αρνηθεί, απορρίψει. Οπότε ξέσπασαν τα θηλώματα… όπως σπάνε τα δεσμά ή ανοίγουν οι θηλιές. Τα πόδια της γεμάτα, τουλάχιστον δεκαοχτώ. Μπορούσε να τα μετράει και να τα ξαναμετράει. Δεκαοχτώ, όσα και τα χρόνια που είχε πέρασε με τον πρώτο της άνδρα. Αυτό τη συγκλόνισε τόσο πολύ, που αποφάσισε να σέβεται καλύτερα τις επιθυμίες της, κυρίως με το νέο της φίλο. Μαθαίνουμε ότι τα θηλώματα εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας. Είχε μείνει ένα τελευταίο, το οποίο και ευχαρίστησε: «Σ’ ευχαριστώ θηλωματάκι, μ’ έκανες να συνειδητοποιήσω ότι έβαζα Θηλιές στη ζωή μου. Αν τυχόν αφεθώ και ξανακυλήσω, μη διαστάσεις να ξαναέρθεις… για να με προειδοποιήσεις».
Έτσι τελειώνει ο μύθος της μικρής ρακουνίτσας, που, όταν μεγάλωσε, έμαθε να σέβεται τις επιθυμίες της, και να μην τους βάζει θηλιά… με θηλώματα.

Από το βιβλίο
Μύθοι που θεραπεύουν, μύθοι που εκπαιδεύουν

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Η τέχνη της συμβίωσης






Η τέχνη της συμβίωσης. Ένας Ινδιάνικος μύθος
Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει…
Πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

«Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος.
«Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη.
«Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…»
«Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…»»Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.» «Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ενας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου».
«Σε παρακαλούμε» ικετεύουν, «πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…»

Ο μάγος τους κοιτάζει
και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
«Υπάρχει κάτι …» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.»
«Δεν μας πειράζει» λένε και οι δύο.
‘Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.
«Ωραία» λέει ο μάγος.

«Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το τηο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;»
Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
«Κι εσύ Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.»
Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε.

Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
«Πετούσαν ψηλά;» ρωτάει ο μάγος.
«Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;» ρωτάει ο νέος. «Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;»
«Όχι» λέει ο γέρος.
«Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;» προτείνει η νεαρή.
«Όχι» ξαναλέει ο γέρος. «Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.»
Ό πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του
άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

«Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα.
Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»

Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ο δρόμος της συνάντησης».μ

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Κάποιες φορές το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος...







Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό… Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπο του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του. Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω τον. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ’ αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει… Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δεν βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά. Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια’ δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δεν θα μπορέσει κανείς ν’ ανέβει να ψάξει γι’ αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελλα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό; Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του. Όμως, τι να κάνει; Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά… ακούει μια φωνή από μέσα τον που τον λέει «λύσου!» Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής τον σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση… ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει «λύσου, λύσου!» Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριο του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει «λύσου!… Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λύσου!» Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα τον πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα για να σωθεί. Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή τον κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του… σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος. Λέω, λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος. Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε. Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι δεμένος σφιχτά, επειδή νομίζεις ότι αν τα κρατήσεις θα σε σώσουν από την κατάρρευση. Όλοι έχουμε αυτήν την τάση να δενόμαστε σφιχτά με ιδέες, πρόσωπα και καταστάσεις. Δενόμαστε με ανθρώπους, με χώρους, με τόπους γνωστούς, γιατί είμαστε βέβαιοι πως αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας σώσει. Πιστεύουμε στο «γνώριμο κακό», όπως λέει ένα γνωστό γνωμικό. Και παρόλο που από διαίσθηση καταλαβαίνουμε ότι το δέσιμο σημαίνει θάνατο, συνεχίζουμε να μένουμε αγκιστρωμένοι σ’ αυτό που πια δεν μας χρειάζεται, σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια, τρέμοντας τις φανταστικές συνέπειες αν αποδεσμευτούμε. 

Χόρχε Μπουκάι – Ο Δρόμος των Δακρύων – Εκδόσεις Opera

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Ο μύθος της μικρής σαύρας που δεν καθότανε σ’ένα μέρος







Μια φορά κι έναν καιρό....
……. ήταν μια μικρή, αεικίνητη σαύρα. Και ξέρετε ότι οι σαύρες έτσι κι αλλιώς συνέχεια τρέχουν. Αυτή όμως, δεν τη χωρούσε ο τόπος. Υπερκινητική, όσο χίλιες σαύρες! Άλλωστε και οι γονείς της ανησυχούσαν πολύ. Νόμιζαν ότι ήταν νευρικό, ένα είδος αρρώστιας.
Ότι έπρεπε να πάνε την κόρη τους στο σαυρο-γιατρό ή στους «σαυρο-ψυχιάτρους». Με δυο λόγια, είχαν μείνει τελείως καθηλωμένοι, δηλαδή συγκλονισμένοι, ανήσυχοι, ακίνητοι. Πράγμα που για τις σαύρες είναι μεγάλη υπόθεση. Η μικρή σαύρα συνέχιζε να κινείται πολύ, να δίνει χτυπήματα με την ουρά της παντού, να κλωτσάει τα πάντα, να σκαρφαλώνει όπου να ’ναι, να δίνει πήδους, πράγμα που για μια σαύρα είναι κατόρθωμα!!! Αυτό που δεν ήξεραν οι γονείς της, είναι ότι η μικρή σαύρα ήταν γεμάτη αμφιβολίες. Τρέχοντας έτσι δεξιά κι αριστερά,
έψαχνε την αλήθεια της.
Έψαχνε να μάθει αν οι γονείς της ήταν πραγματικά οι γονείς της. Φυσικά, στη γλώσσα που μιλάνε οι σαύρες, τους φώναζε μπαμπά και μαμά, αλλά κατά βάθος, πολύ βαθιά κρυμμένη, υπήρχε αυτή η αμφιβολία.
«Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου είναι άραγε οι αληθινοί μου γονείς ;».
Μ’ αυτή την υπερκινητικότητα, προσπαθούσε να αποδείξει ότι δεν ήταν σαν τις άλλες σαύρες της οικογένειάς της. Εκείνοι, δεν έτρεχαν έτσι, δεν πηγαινοέρχονταν με τον ίδιο τρόπο, δεν ήταν τόσο νευρικοί;
Εκείνοι… Όπως καταλάβατε, αυτή η μικρή σαύρα ήταν πραγματικά ξεχωριστή. Γύρευε την αλήθεια της προς όλες τις  κατευθύνσεις. Ήθελε να καταλάβει από πού ερχόταν. Γι’ αυτό και βολόδερνε δεξιά και αριστερά. Δεν ξέρω αν κάποια μέρα τολμήσει ο καθένας από τους δυο γονείς της να της μιλήσει για τον εαυτό του.
Αν, για παράδειγμα, τολμήσει ο μπαμπάς της να της πει:
– Εγώ σε βλέπω σαν κόρη μου και νιώθω αληθινά πατέρας σου.
Αν θα τη σφίξει στην αγκαλιά του και τη βάλει ν’ ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του, ψιθυρίζοντας της, για να τ’ ακούσει μόνο εκείνη:
– Εκεί, ακούς την καρδιά μου, ακούς τι σου λέει, πλησίασε, πλησίασε κι άλλο, ακούς; Κι η μικρή σαύρα, βάζοντας τ’ αυτί της στην καρδιά του μπαμπά της, θα ακούσει: «Ό,τι και να γίνει, θα είμαι πάντα ο μπαμπάς σου, ό,τι και να γίνει, ακόμα κι όταν θα ’χεις μεγαλώσει, ακόμα κι όταν θα ’χεις φύγει από το σπίτι, θα είμαι πάντα ο μπαμπάς σου».
Άραγε η μαμά της θα τολμήσει να την πάρει στην αγκαλιά της και να της πει:
– Κάθε πρωί, πριν χωρίσουμε για να πας στο σχολείο, θα φουλάρουμε στοργή οι δυο μας, θα στεκόμαστε όρθιες, σφιχταγκαλιασμένες, ακίνητες. Έτσι, σφιχτά η μια στην αγκαλιά της άλλης , εσύ κι εγώ, θα φουλάρουμε στοργή για να αντέχουμε όλη την ημέρα, περιμένοντας να ειδωθούμε… το βράδυ. Δεν ξέρω αν θα κάνει ο καθένας τους ένα βήμα, με τον τρόπο του, για να επιβεβαιώσουν στην κόρη τους ότι πράγματι είναι κόρη τους. Διότι μάλλον δεν ξέρετε ότι αυτή η αμφιβολία βασανίζει πολλά παιδιά… σαυράκια, κι είναι μια αμφιβολία που λέγεται: το μυστήριο της καταγωγής. Έτσι τελειώνει προς το παρόν ο μύθος της μικρής σαύρας που δεν τη χωρούσε ο τόπος.
ΠΗΓΉ: https://art-therapy.center/%CE%BF-%CE%BC%CF%8D%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AE%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%8C%CF%84/

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

Αν αγαπάς κάποιον πολύ, μην τον φυλακίζεις...






Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πουλί. Στολισμένο με 2 τέλειες φτερούγες και λαμπερό, χρωματιστό και υπέροχο φτέρωμα. Ήταν δηλαδή ένα ζώο φτιαγμένο για να πετάει ελεύθερο και να αιωρείται στον ουρανό, δίνοντας χαρά σε όποιον το παρατηρούσε. Μια μέρα μια γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε. Έμεινε να κοιτάζει το πέταγμα του με το στόμα ανοιχτό από τη σαστιμάρα, με την καρδιά της να γοργοχτυπάει και τα μάτια της να λάμπουν από συγκίνηση. Την κάλεσε να πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν μαζί στον ουρανό μέσα σε απόλυτη αρμονία. Η γυναίκα θαύμαζε, υμνούσε και λάτρευε το πουλί. Αλλά τότε σκέφτηκε: μπορεί να θέλει να γνωρίσει μακρινά βουνά! και η γυναίκα αισθάνθηκε φόβο. Φόβο μην το ξανανιώσει πια αυτό με άλλο πουλί. και αισθάνθηκε φθόνο, φθόνο για την ικανότητα του πουλιού να πετάει. Και αισθάνθηκε μοναξιά. Και σκέφτηκε: Θα στήσω μια παγίδα. Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί το πουλί δε θα ξαναφύγει. Το πουλί που ήταν κι αυτό ερωτευμένο, επέστρεψε την επόμενη μέρα, έπεσε στην παγίδα και κλείστηκε στο κλουβί. Κάθε μέρα η γυναίκα κοιτούσε το πουλί. Ήταν το αντικείμενο του πάθους της και το έδειχνε στις φίλες της που σχολίαζαν: «Μα εσύ τα έχεις όλα». Όμως άρχισε να γίνεται μια παράξενη μεταμόρφωση: αφού είχε δικό της το πουλί και δε χρειαζόταν πια να το κατακτήσει, έχανε το ενδιαφέρον της. Το πουλί, χωρίς να μπορεί να πετάξει και να εκφράζει το νόημα της ζωής του, πήρε να μαραζώνει, να χάνει τη λάμψη του, να ασχημαίνει – και η γυναίκα δεν έδινε πλέον την προσοχή της, μόνο το τάιζε και φρόντιζε το κλουβί του. Μια ωραία μέρα το πουλί πέθανε. η γυναίκα λυπήθηκε πολύ και το σκεφτόταν συνέχεια. Αλλά δε θυμόταν το κλουβί, θυμόταν μόνο τη μέρα που το είδε για πρώτη φορά, να πετάει ευχαριστημένο μέσα στα σύννεφα. Αν παρατηρούσε τον εαυτό της, θα ανακάλυπτε ότι αυτό που τη συγκινούσε τόσο πολύ στο πουλί ήταν η ελευθερία του, η ενέργεια που εξέπεμπαν οι φτερούγες του, όχι το ίδιο του το σώμα. Χωρίς το πουλί και η δική της ζωή έχασε το νόημα της και ο θάνατος ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της. «Γιατί ήρθες;» ρώτησε το θάνατο… «Για να μπορέσεις να ξαναπετάξεις μαζί του στα ουράνια», αποκρίθηκε ο θάνατος. «Αν το είχες αφήσει να φύγει και πάντα να επιστρέφει, θα το αγαπούσες και θα το θαύμαζες ακόμα περισσότερο. Τώρα όμως χρειάζεσαι εμένα για να μπορέσεις να το ξαναδείς»

ΠΗΓΉ: https://www.awakengr.com/paoylo-koelio-an-agapas-kapoion-poly-min-ton-fylakizeis/ 

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

Ο μάγος των Φόβων







Μια φορά κι έναν καιρό, μόνο μια φορά, σε κάποια χώρα του κόσμου μας, ζούσε κάποιος που όλοι φώναζαν Μάγο των Φόβων. Αυτό που πρέπει να ξέρετε, πριν πούμε περισσότερα, είναι ότι όλες οι γυναίκες, όλοι οι άνδρες και όλα τα παιδιά εντούτης της χώρας διακατέχονταν από αμέτρητους φόβους. Φόβους πανάρχαιους, προερχόμενους από τα βάθη της ιστορίας της ανθρωπότητας, τότε που οι άνθρωποι δε γνώριζαν ακόμα το γέλιο, την εγκατάλειψη, την εμπιστοσύνη και την αγάπη. Φόβους πιο πρόσφατους, βγαλμένους από την παιδική ηλικία του καθενός, τότε που η αθωότητα ενός βλέμματος, η απορία μιας κουβέντας, ο θαυμασμός μιας χειρονομίας ή το ξόδεμα ενός χαμόγελου προσέκρουαν στην ακατανόητη πραγματικότητα. Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι όλοι τους, μόλις άκουγαν να γίνεται λόγος για το Μάγο των Φόβων, δε δίσταζαν καθόλου να κινήσουν για ένα μακρύ ταξίδι με σκοπό να τον συναντήσουν. Με την ελπίδα να μπορέσει να εξαφανίσει ή να διαλύσει τους φόβους που κουβαλούσαν στο σώμα τους, στο κεφάλι τους ή που απλώς συνόδευαν τη ζωή τους. Κανείς τους δε γνώριζε πώς θα εξελισσόταν η συνάντηση. Όσοι γύριζαν από το ταξίδι έδειχναν μεγάλη συστολή προκειμένου να μοιραστούν την εμπειρία τους. Γεγονός είναι πάντως ότι το ταξίδι του γυρισμού ήταν πάντα πολύ μακρύτερο από τον πηγαιμό. Κάποια μέρα, ένα παιδί μαρτύρησε το μυστικό του Μάγου των Φόβων. Αλλά αυτό που είπε φάνηκε τόσο απλό, τόσο απίστευτα απλό, που δεν το πίστεψε κανείς. “Ήρθε κοντά μου, είπε το παιδί, πήρε τα δυο μου χέρια στα δικά του και μου ψιθύρισε: – Πίσω από κάθε φόβο, υπάρχει ένας πόθος. Πάντα υπάρχει ένας πόθος κάτω από κάθε φόβο, όσο μικρός ή όσο τρομακτικός κι αν είναι αυτός! Πάντα υπάρχει ένας πόθος, να το ξέρεις. Το στόμα του ήταν πολύ κοντά στο αυτί μου και μοσχομύριζε επιβεβαίωσε το παιδί. Μου είπε ακόμα: – Όλη μας τη ζωή κρύβουμε τους πόθους μας, γι’ αυτό και υπάρχουν τόσοι φόβοι στον κόσμο. Μόνη μου δουλειά και μοναδικό μου μυστικό, είναι να επιτρέπω στον καθένα να τολμάει να ξαναβρίσκει, να τολμάει ν’ ακούει και να τολμάει να σέβεται τον πόθο που υπάρχει μέσα του, κάτω από κάθε φόβο του” Λέγοντας όλα αυτά, το παιδί ένιωθε ότι δεν το πίστευε κανείς. Κι έτσι άρχισα ξανά να αμφιβάλλει για τους ίδιους του τους πόθους. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να ξαναβρεί την ελευθερία να τους ακούει και να τους αποδέχεται μέσα του, μα αυτή είναι πάλι μια άλλη ιστορία. Ωστόσο, κάποια μέρα, ένας άνδρας αποφάσισε να φέρει το Μάγο των Φόβων σε δύσκολη θέση. Μάλιστα, ήθελε να κάνει να ζήσει μια αποτυχία. Ταξίδεψε, έφτασε κοντά στο Μάγο των Φόβων, κι ανακοίνωσε το φόβο του: – Φοβάμαι τους πόθους μου! Ο Μάγος των Φόβων τον ρώτησε: – Μπορείς να μου πεις τον πιο τρομακτικό σου πόθο; – Ποθώ να μην πεθάνω ποτέ, ψιθύρισε ο άνδρας. – Πράγματι, τρομερός και φοβερός ο πόθος σου. Αργότερα, μετά από μακριά σιωπή, ο Μάγος των Φόβων μίλησε: – Και ποιος φόβος κρύβεται μέσα σου, πίσω από αυτόν τον πόθο; Διότι πίσω από κάθε πόθο κρύβεται επίσης ένας φόβος, πολλές φορές και περισσότεροι. Ο άνδρας είπε μονομιάς: – Φοβάμαι μήπως δεν προλάβω να ζήσω όλη μου τη ζωή. – Και ποιος είναι ο πόθος αυτού του φόβου; – Θα επιθυμούσα να ζήσω κάθε στιγμή της ζωής μου όσο πιο έντονα, πιο ζωντανά, πιο χαρούμενα γίνεται, χωρίς να σπαταλήσω τίποτα. – Ιδού λοιπόν ο τρομερότερός σου πόθος, ψιθύρισε ο Μάγος των Φόβων. Άκουσέ με καλά. Φρόντισέ τον αυτόν τον πόθο, είναι ένας πόθος πολύτιμος, μοναδικός. Το να ζούμε κάθε στιγμή της ζωής μας όσο γίνεται πιο έντονα, πιο ζωντανά, πιο χαρούμενα… χωρίς να σπαταλάμε τίποτα είναι ένας πολύ ωραίος πόθος. Αν σέβεσαι αυτόν τον πόθο, αν του παραχωρήσεις μια πραγματική θέση μέσα σου, δε θα φοβάσαι πια το θάνατο. Πήγαινε τώρα, μπορείς να γυρίσεις πίσω. Αλλά εσείς που με διαβάζετε, που με ακούτε ίσως, αμέσως θα μου πείτε: – Λοιπόν, ο καθένας μπορεί να γίνει ο Μάγος των φόβων του! – Βεβαίως, γίνεται, αν ο καθένας από μας φροντίσει να ανακαλύψει, να κατονομάσει ή να προτείνει τους φόβους του. Υπό έναν όρο: να δεχτεί ότι δε θα εκπληρωθούν όλοι του οι πόθοι. Όλοι πρέπει να μάθουν τη διαφορά ανάμεσα σ’ ένα πόθο και στην πραγματοποίησή του. – Δηλαδή, δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν όλοι οι πόθοι, ακόμα και αν το επιθυμούμε; – Όχι δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν όλοι οι πόθοι, μερικοί μόνο. Και κανένας δε γνωρίζει εκ των προτέρων ποιος από τους πόθους του απλώς θα ακουστεί, ποιος θα εκπληρωθεί, ποιος θα απορριφθεί, ποιος θα μεγεθυνθεί ως το γέλιο των αστεριών». Ιδού το μεγάλο μυστικό της ζωής. Η ζωή είναι απρόβλεπτη, πάντα αδάμαστη και, ταυτόχρονα, απείρως ανοιχτή και γενναιόδωρη απέναντι στους πόθους των ανθρώπων. Διότι υπάρχουν πόθοι που για να εκπληρωθούν απολύτως, έχουν ανάγκη να παραμείνουν στο στάδιο του πόθου. Διαδίδεται ότι ο Μάγος των Φόβων μπορεί να περάσει κάποια μέρα από τα μέρη μας…

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Κάθε φορά που εντυπωσιάζεις, αποκτάς κι έναν εχθρό







Ο Ισπανός ψυχολόγος και ψυχίατρος Enrique Rojas δηλώνει ότι «όσοι νιώθουν ότι αποτελούν αντικείμενο του φθόνου συναδέλφων, συμμαθητών, γειτόνων, φίλων, ακόμα και συγγενών, πρέπει να ξέρουν πως το πιο σημαντικό είναι να προφυλάσσονται, να μην εκτίθενται σε καταστάσεις που προκαλούν και οξύνουν αυτό το συναίσθημα». Για το τόσο ανθρώπινο ελάττωμα του φθόνου, μια παραδοσιακή ιστορία επισημαίνει ότι μια φορά ένα φίδι ξεκίνησε να κυνηγάει μια πυγολαμπίδα. Ύστερα από τρεις μέρες αδιάκοπης καταδίωξης, χωρίς δυνάμεις πια, η πυγολαμπίδα σταμάτησε και μίλησε στο φίδι: — Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση; — Δε συνηθίζω ν’ ακούω τα θηράματά μου, αλλά μια που θα σε καταβροχθίσω, μπορείς να ρωτήσεις. — Ανήκω στην τροφική σου αλυσίδα; “Όχι·, — Σου έκανα κανένα κακό; — Όχι — Τότε γιατί θέλεις να με σκοτώσεις; Αφού σκέφτηκε λίγο, το φίδι απάντησε: — Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που προκαλούμε τον φθόνο και την ζήλια των τριγύρω μας και γινόμαστε αποδέκτες μιας άσχημης συμπεριφοράς χωρίς να υπάρχει κάποια προφανή αιτία! Δεν είναι λίγες, επίσης, οι φορές που τα σχόλια των γύρων μας όταν υλοποιούμε αυτά που ονειρευόμαστε, όταν κάνουμε πράξη αυτά που μας εκφράζουν, θα είναι το λιγότερο επικριτικά και το μέγιστο απαξιωτικά. Και τότε σκεφτόμαστε πως αυτό το οποίο καταφέρνουμε, δεν είναι αποδεκτό και μαλώνουμε άλλη μια φορά τον εαυτό μας για την απερισκεψία μας έστω και να ονειρευτούμε… Και αρχίζουμε, αδύναμοι, σαν την πυγολαμπίδα, να τρέχουμε μακριά από αυτούς μας επικρίνουν και μας καταδιώκουν, φοβούμενοι την οργή και τα σχόλια που προκαλούν οι πράξεις μας. Θέλει μεγάλο κουράγιο και ψυχικό σθένος να σταματήσουμε να τρέχουμε και να στραφούμε στον θηρευτή μας και να τον αντιμετωπίσουμε κατάματα. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ανταμειβόμαστε με μια μεγάλη αλήθεια. Σοκαριστική μεν, αλλά μεγάλη: «Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις.» Και τότε συνειδητοποιούμε όχι μόνο το μάταιο αυτού του κυνηγητού αλλά και τον πραγματικό μας εχθρό. Είμαστε αυτοί που είμαστε, λάμπουμε με τον τρόπο που φτιαχτήκαμε να λάμπουμε. Και αυτός από τον οποίο τρέχαμε να ξεφύγουμε δεν ήταν τελικά κανένας άλλος από τον ίδιο μας τον φόβο για την επικριτική στάση του κόσμου. Και όλα αυτά γιατί απλά δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πως… λάμπουμε! Κάθε φορά λοιπόν που κάνουμε κάτι το οποίο μας αρέσει, κάτι που μας εκφράζει, κάτι που μας συγκινεί, ας θυμόμαστε πως αυτό είναι το φως μας και αν εμπιστευόμαστε το πως φαίνεται αυτό το φως στα δικά μας μάτια, δεν έχουμε να φοβηθούμε κανένα κυνηγητό από εκείνους που ενοχλήθηκαν. Πάντοτε υπήρχαν και πάντοτε θα υπάρχουν… Πάντα θα προσπαθούν να σβήσουν την δική μας λάμψη γιατί απλά δεν γνωρίζουν τον τρόπο να αναδείξουν την δική τους… Γιατί ο καθένας είναι μοναδικός και δε μπορεί να λάμψει ποτέ με τον ίδιο τρόπο που λάμπει ο διπλανός του…
Ο Enrique Rojas είναι καθηγητής Ψυχιατρικής και Ιατρικής Ψυχολογίας στη Μαδρίτη, και Πρόεδρος του Ιδρύματος Rojas-Estapé για τους υποβαθμισμένους νέους με διαταραχές της προσωπικότητας.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

Σου εύχομαι αρκετά...







«Σε έναν αερολιμένα, είδα έναν ηλικιωμένο πατέρα να αποχαιρετά την κόρη του που έφευγε με το αεροπλάνο. Λίγο πριν η κοπέλα απομακρυνθεί από κοντά του, στάθηκε για λίγο σιωπηλός, την κοίταξε και της είπε με συγκινημένη φωνή: «Σ αγαπώ! ..Σου εύχομαι αρκετά!» Εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά και του απάντησε: «Μπαμπά, η ζωή μου μαζί σου ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αρκετό. Η αγάπη σου είναι όλα όσα χρειάστηκα ποτέ. Σου εύχομαι αρκετά και εγώ μπαμπά μου». Τον φίλησε, τον αποχαιρέτησε δακρυσμένη και έφυγε για να επιβιβασθεί στο αεροπλάνο. Εκείνος περπάτησε μέχρι το παράθυρο, κοντά στο σημείο όπου καθόμουν. Στάθηκε, για λίγο, όρθιος, κοιτάζοντας έξω. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω, ότι προσπαθούσε πάρα πολύ, για να μην κλάψει. Στη συνέχεια, ήρθε και κάθισε στην καρέκλα δίπλα μου. Δεν ήθελα να εισβάλω στην ιδιωτική του ζωή πιάνοντας του κουβέντα και, γι’ αυτό, έβγαλα το κινητό μου και έκανα πως γράφω ένα μήνυμα. Μέχρι που άκουσα τη φωνή του να μου λέει: «Έχετε πει, ποτέ, «αντίο», σε κάποιον, γνωρίζοντας ότι δεν θα τον ξαναδείτε ποτέ; Ότι τον αποχαιρετάτε για πάντα;» «Ναι», του απάντησα. Εκείνη τη στιγμή, ήρθαν στο μυαλό μου όλες εκείνες οι αναμνήσεις από τον δικό μου πατέρα. Όλη η αγάπη και η εκτίμηση που έτρεφα για αυτόν, για όλα όσα είχε κάνει για μένα. Θυμήθηκα, πως, όταν έμαθα ότι οι μέρες του ήταν περιορισμένες, τον επισκέφτηκα και του είπα, πρόσωπο με πρόσωπο, πόσο σημαντικός ήταν για μένα. Έτσι, ήξερα, πραγματικά, τι βίωνε αυτός ο άνθρωπος. «Συγχωρέστε με για την ερώτηση, αλλά γιατί είναι αυτό το τελευταίο αντίο; Δεν θα έρθει πάλι η κόρη σας να σας δει;» τον ρώτησα. «Έχω μεγαλώσει πολύ πια και η κόρη μου ζει πάρα πολύ μακριά. Έχω συνειδητοποιήσει, πλέον, ότι το επόμενο ταξίδι της κόρης μου, εδώ, θα είναι για την κηδεία μου», μου είπε. «Όταν την αποχαιρετήσατε, σας άκουσα, χωρίς να το θέλω, να της λέτε: «σου εύχομαι αρκετά». Αυτό γιατί το είπατε; Τι σημαίνει; τον ρώτησα, όλο περιέργεια. Άρχισε να χαμογελάει. «Αυτός είναι ένας χαιρετισμός, που χρησιμοποιούμε στην οικογένεια μας, από πολύ παλιά. Εγώ τον άκουσα από τους γονείς μου και εκείνοι από τους δικούς τους γονείς». Σταμάτησε, για μια στιγμή και κοιτώντας ψηλά, σαν να προσπαθούσε κάτι να θυμηθεί, χαμογέλασε ακόμα περισσότερο. «Όταν λέμε, σε κάποιον, σου εύχομαι αρκετά, του ευχόμαστε να έχει μια ζωή γεμάτη, με πολλά, καλά πράγματα». Στη συνέχεια, γύρισε προς το μέρος μου, με κοίταξε και σαν να απάγγελε κάποιο ποίημα, μου είπε: «Σου εύχομαι αρκετόν ήλιο, για να κρατήσει την συμπεριφορά σου, πάντα, φωτεινή. Σου εύχομαι αρκετή βροχή, για να εκτιμήσεις τον ήλιο περισσότερο. Σου εύχομαι αρκετή ευτυχία, για να κρατήσει το πνεύμα σου ζωντανό. Σου εύχομαι αρκετόν πόνο, έτσι ώστε οι μικρότερες χαρές, στη ζωή σου, να μοιάζουν μεγαλύτερες. Σου εύχομαι αρκετά κέρδη, για να ικανοποιήσεις τα θέλω σου. Σου εύχομαι αρκετές απώλειες, για να εκτιμήσεις όλα αυτά που έχεις στην κατοχή σου. Σου εύχομαι αρκετούς αποχαιρετισμούς, για να ξεπεράσεις τον τελευταίο πιο ανώδυνα». Στη συνέχεια, σηκώθηκε, με αποχαιρέτησε και μην μπορώντας να συγκρατήσει άλλο τα δάκρυα του, προχώρησε προς την έξοδο».


ΠΗΓΉ: https://www.awakengr.com/ti-simainei-otan-leme-se-kapoion-quot-soy-eychomai-arketa-quot/

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Οι ψυχές ζουν και μας βλέπουν από ψηλά







Σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε ωστόσο η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ. Η κόρη του, μια υπέροχη κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παλικάρι. Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της. Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες. Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε: – Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε! Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται. Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μου έστειλε!”. Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, το όνειρο έσβησε… Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση. Το βράδυ διηγήθηκε το όνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του: – “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος. Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, κάθισε ξανά στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή: – “Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος… Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Του είχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου το έφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο. Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα: – Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανιψιά μου! Ο άνθρωπος όταν τ’ άκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα: – Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της! Εκείνος έλαβε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε και έφυγε γρήγορα. Το εν λόγω συμβάν δεν το είπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μου έστειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε… – “Δοξασμένο τ’ όνομά Σου Πολυέλεε Κύριε”, ψιθύρισε ο ιερέας κα τον αγκάλιασε με το βλέμμα του…


ΠΗΓΉ: https://www.awakengr.com/oi-psyches-zoyn-kai-mas-vlepoyn-apo-psila/