Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Το καλάμι και η ελιά






Μια φορά δίπλα σε μια ελιά είχε φυτρώσει ένα καλάμι.
Η ελιά ήταν ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο με πολλά κλαδιά που κρατούσαν τα φύλλα τους όλη τη χρονιά και κάθε δυο χρόνια, έγερναν από το βάρος του καρπού.
Το καλάμι πάλι ήτανε ψηλόλιγνο με καταπράσινα στενόμακρα φύλλα, με ωραιότατα παράξενα λουλούδια που έμοιαζαν με τσαμπιά κι είχανε το σχήμα του αδραχτιού.
Η ελιά καυχιόταν ολοένα:
-Τι είσαι συ μπροστά μου; έλεγε στο καλάμι.
Εγώ είμαι ένα δέντρο μεγάλο, δυνατό, ευλογημένο. Οι άνθρωποι με λατρεύουν γιατί τους δίνω τις ελιές και το λάδι μου, τους δίνω ξερόκλαδα για να ζεσταίνονται, τους δίνω ξύλα για να φτιάχνουν ακριβά έπιπλα. Είμαι μεγάλη, ψηλή, γερή και συ είσαι ένα αδύναμο πραγματάκι που λυγίζεις μπροστά σ' όλους τους ανέμους και τους προσκυνάς. 
Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έχεις την τόλμη να φυτρώνεις πλάι μου.
Το καημένο το καλάμι που ήταν από φυσικού του ντροπαλό, τα' άκουγε όλα αυτά και δεν έλεγε τίποτα κι ούτε και θύμωνε γιατί αυτό δεν είχε να καυχηθεί για τίποτα.
Ήρθε ένας χειμώνας όμως βαρύς κι άρχισε να φυσάει ένας αέρας δαιμονισμένος, που χτυπούσε με μανία την ελιά ώσπου στο τέλος την ξερίζωσε.
Το καλάμι, με το πρώτο φύσημα του ανέμου, έγειρε, λυγερό όπως ήτανε, προς το νερό κι έτσι ο άνεμος περνούσε από πάνω του χωρίς να το πειράξει.
Κι όταν η καταιγίδα σταμάτησε κι ο άνεμος έπαψε να φυσάει, η ελιά απόμεινε πεσμένη στο χώμα και το καλάμι σηκώθηκε πάλι όρθιο και λυγερό, όπως και πριν.
Βλέπετε, το καλάμι ήξερε να υποχωρεί εκεί που ένιωθε ότι δεν είχε δύναμη ν' αντισταθεί, ενώ η ελιά πλήρωσε με τη ζωή της την υπερηφάνειά της.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Το αρκουδάκι και η αγάπη






Κάποτε ήταν ένα μικρό αρκουδάκι. Ήταν όμορφο και πάντα χαρούμενο. Και όλοι το αγαπούσαν στο δάσος που έμενε.
Το αρκουδάκι όμως φοβόταν ένα πράγμα. Το σκοτάδι. Δεν έμπαινε ποτέ να κοιμηθεί στη σπηλιά του. Πάντα κοιμόταν έξω. Κάτω από τα αστέρια. Χειμώνα, Καλοκαίρι. Και έτσι ήταν ευτυχισμένο. Γιατί δεν έμενε ποτέ στο σκοτάδι. Το πρωί είχε τον ήλιο να το φωτίζει και το βράδυ το φεγγάρι.
Μια μέρα, το αρκουδάκι γύρισε στο σπίτι του κλαίγοντας.
- «Τι έχεις αρκουδάκι μου και κλαις;» Το ρώτησε η μαμά του.
- «΄Εμαθα κάτι μαμά» Απάντησε το αρκουδάκι, συνεχίζοντας να κλαίει.
- «Τι έμαθες;» Ρώτησε ανήσυχη η μαμά.
- «Όταν πεθάνω, θα είμαι για πάντα στο σκοτάδι! Πάντα»
- «Αυτό είναι;»
- «Ναι»
- «Μη στεναχωριέσαι αγάπη μου. Θα αργήσει πολύ αυτή η ώρα.»
- «Κάποτε όμως θα έρθει.»
- «Όταν θα έρθει, θα είσαι πολύ πολύ μεγάλο, και δε θα φοβάσαι πια»
- «Πάντα θα φοβάμαι.»
 Το αρκουδάκι, δε σταματούσε να κλαίει, και έτσι η μαμά του, του είπε....
- «Μμμ, για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε... Κάθε βράδυ βγαίνει το φεγγάρι και φωτίζει ολόκληρο τον ουρανό. Έτσι λοιπόν κι εσύ... θα γίνεις ένα μεγάλο και όμορφο αστέρι, και θα σε φωτίζει για πάντα το φεγγάρι. Έτσι, δε θα είσαι ποτέ στο σκοτάδι. Eε; Τι λες;»
- «Δε θέλω να γίνω αστέρι! Αν είναι να γίνω αστέρι ας μείνω για πάντα στο σκοτάδι.» Απάντησε το αρκουδάκι.
- «Και γιατί παρακαλώ;»
- «Γιατί μπορεί τα αστέρια να είναι όμορφα και να τα θαυμάζουν όλοι, αλλά είναι μόνα τους. Και εγώ δε θέλω να είμαι μόνο μου.» Είπε το αρκουδάκι και έκλαιγε ακόμη πιο δυνατά.
- «Και τότε; Τι θα ήθελες να ήσουν;»
- «Κάτι που δε πεθαίνει! Οι άνθρωποι; Αυτοί πεθαίνουν μαμά;»
- «Ναι αρκουδάκι μου. Πεθαίνουν»
- «Τα δελφίνια;»
- «Ναι αγάπη μου. Και αυτά κάποτε πεθαίνουν.»
- «Και τα πουλιά;»
- «Όλα κάποτε πεθαίνουν. Ναι. Και τα πουλιά»
 Το αρκουδάκι απογοητευμένο έσκυψε το κεφάλι, και πήγε να φύγει. Αλλά με μιας το προσωπάκι του φωτίστηκε!
- «Μαμά;»
- «Τι είναι αρκουδάκι μου;»
- «Η αγάπη; Η αγάπη πεθαίνει μαμά;» Ρώτησε το αρκουδάκι, και μπορούσες να δεις στα ματάκια του ζωγραφισμένη την ελπίδα και την αγωνία, για το ποια θα είναι η απάντηση της μαμάς του.
- «Όχι μωρό μου. Η αγάπη δεν πεθαίνει.» Του απάντησε χαμογελαστή η κυρία αρκούδα.
- «Μπορώ να γίνω αγάπη μαμά; Γίνεται;»
 - «Ακόμα και όταν δε θα είμαστε στη γη, θα είναι εδώ τα λόγια μας, οι πράξεις μας, οι όρκοι μας, οι ιστορίες μας, η αγάπη μας. Γίνεται αρκουδάκι μου!! Γίνε αγάπη και θα ζήσεις για πάντα. Για πάντα....»

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Ο μύθος της αμυγδαλιάς






Ήταν κάποτε στη Θράκη, μια πανέμορφη πριγκίπισσα, η Φυλλίς.
Ερωτεύτηκε το γιο του Θησέα, τον Δημοφώντα.

Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν όταν το καράβι του νεαρού Αθηναίου Δημοφώντα επέστρεφε από την Τροία. Παντρεύτηκαν αλλά μετά από λίγο καιρό ο νεαρός Αθηναίος νοστάλγησε την πατρίδα του και η ερωτευμένη πριγκίπισσα μην αντέχοντας να τον βλέπει στεναχωρημένο τον άφησε να γυρίσει πίσω και αν την αγαπούσε πραγματικά θα ξαναγύριζε και τότε θα ήταν πραγματικά και ειλικρινά δικός της. Έτσι κι έγινε, και η ερωτευμένη Φυλλίς έμεινε μόνη να περιμένει τον εκλεκτό της για χρόνια ώσπου μαράζωσε και πέθανε από τη θλίψη της. Όμως οι θεοί που ήξεραν την ιστορία της την μεταμόρφωσαν σε δέντρο για να μπορεί να περιμένει για περισσότερα χρόνια τον αγαπημένο της. Έτσι η ερωτευμένη γυναίκα δεν πέθανε αλλά έγινε το δέντρο, που έμελλε να γίνει σύμβολο της ελπίδας : η Αμυγδαλιά. Έλεγαν λοιπόν ότι μετά από χρόνια και όταν ο Δημοφώντας επέστρεψε στη Θράκη βρήκε την αγαπημένη του και πιστή γυναίκα, όχι περιστοιχισμένη από μνηστήρες αλλά ένα ξερό δέντρο δίχως φύλλα στη μέση του παγωμένου τοπίου. Απελπισμένος και γεμάτος τύψεις αγκάλιασε τον κορμό της και τότε εκείνη πλημμύρισε ανθούς στη μέση του χειμώνα νικώντας το θάνατο.

Μια άλλη εκδοχή του μύθου για την αμυγδαλιά αναφέρει ότι η Φυλλίς έμεινε πίσω περιμένοντας τον, στον τόπο της τελετής του γάμου της. Τα χρόνια περνούσαν και ο Δημοφώντας δεν επέστρεφε. Απελπισμένη η βασιλοπούλα που τον έχασε για πάντα πήγε και κρεμάστηκε σε ένα δέντρο. Το δέντρο κράτησε την ψυχή της κι από τότε δεν ξανάβγαλε φύλλα ούτε άνθισε. Κάποτε με τα χιόνια του Γενάρη γύρισε ο γιος του Θησέα. Σαν έμαθε τον τραγικό χαμό της αγαπημένης του πήγε, αγκάλιασε το δέντρο και αυτό άρχισε να βγάζει τρυφερά φύλλα και άνθη. Η ψυχή της βασιλοπούλας ένιωσε χαρά με το γυρισμό του Δημοφώντα μα δεν ξαναπήρε την ανθρώπινη μορφή της. Έμεινε δέντρο και κάθε χρόνο το Γενάρη, στολίζεται με κάτασπρα λουλούδια.

Έτσι η αμυγδαλιά, έγινε σύμβολο της ελπίδας, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν μπορεί να νικηθεί από το θάνατο.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Με άλλα μάτια






Δύο άνδρες, και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.
Ο ένας άνδρας αφηνόταν να σηκωθεί όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα για να κατέβουν υγρά από τα πνευμόνια του.
Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου.
Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος.
Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες αδιάκοπα. Μιλούσαν για τις γυναίκες τους και τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στο στρατό, πού πήγαν διακοπές.
Κάθε απόγευμα, όταν ο άνδρας δίπλα στο παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί, περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον «συγκάτοικό» του όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο.
Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μίας ώρας όπου μπορούσε να ανοιχτεί και να ζωογονηθεί ο δικός του κόσμος από όλη τη δραστηριότητα και χρώμα από τον κόσμο εκεί έξω.
Το παράθυρο έβλεπε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα.
Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ειδωθεί στο βάθος.
Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλο αυτό με θεσπέσια λεπτομέρεια, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό.
Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μία παρέλαση που περνούσε.
Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική - μπορούσε να τη δει στο μάτι του μυαλού του καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο το απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις.
Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν.
Ένα πρωί, η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερά για το μπάνιο τους μόνο για να δει το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο, ο οποίος πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του.
Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό σώμα.
Όταν θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή, και εφ' όσον σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο.
Σιγά, επώδυνα, στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο..
Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι.
Αντίκρισε ένα λευκό τοίχο.
Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι θα μπορούσε να ανάγκασε το συχωρεμένο συγκάτοικό του ο οποίος περιέγραφε τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο.
Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο.
Πρόσθεσε, 'Ίσως ήθελε απλά να σου δώσει θάρρος.''

Επίλογος:
Υπάρχει πελώρια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους, παρά τις δική μας κατάσταση.
Μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη, αλλά η ευτυχία, όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται.
Αν θες να νιώθεις πλούσιος, απλά μέτρα όλα τα πράγματα που έχεις τα οποία δεν αγοράζονται με χρήματα.
'Το σήμερα είναι ένα δώρο, γι' αυτό αποκαλείται '' Το παρόν''.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Το λιονταράκι και το πρόβατο






Μια μέρα, ένα μικρό λιονταράκι έπαιζε μόνο του στην ζούγκλα ενώ η μητέρα του κοιμόταν εκεί κοντά.
Διάφορα αντικείμενα τραβούσαν την προσοχή του, και το λιονταράκι απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την ασφάλεια της μητέρας του, εξερευνώντας παιχνιδιάρικα τον κόσμο γύρω του.
Πριν καλά καλά το καταλάβει, το λιονταράκι είχε φτάσει τόσο μακριά, που δεν μπορούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής.
Το μικρό λιονταράκι είχε χαθεί.
Πολύ φοβισμένο, έτρεχε από δω κι από κει, προς κάθε κατεύθυνση, καλώντας αξιολύπητα την μητέρα του, που ήταν πιο τόσο μακριά που δεν μπορούσε νʼ ακούσει τις σπαρακτικές κραυγές του.
Εκεί κοντά βρισκόταν μια προβατίνα, που μόλις είχε χάσει το μονάκριβο αρνάκι της. Άκουσε τις σπαρακτικές κραυγές του λιονταριού και πήγε κοντά να δει τι συμβαίνει. Η ήρεμη παρουσία της καλμάρισε το λιονταράκι. Η προβατίνα συμπάθησε το μικρό λιονταράκι και το υιοθέτησε.
Περνούσε ο καιρός και το λιονταράκι μεγάλωνε με το γάλα της προβατίνας και πολύ σύντομα ήταν πολύ μεγαλύτερο από την θετή του μητέρα. Μάλιστα υπήρχαν και κάποιες στιγμές που η προβατίνα παρατηρούσε ένα παράξενο, απόμακρο βλέμμα στα μάτια του λιονταριού, και κάποιες άλλες στιγμές το μέγεθος του και η αγριάδα του σχεδόν την φόβιζαν. Αλλά τις περισσότερες φορές αυτή και ο υιοθετημένος της γιος ζούσαν πολύ ευτυχισμένα και ήταν ικανοποιημένοι.
Τότε μια μέρα, όταν το λιονταράκι είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο, ένα άλλο μεγαλοπρεπές λιοντάρι εμφανίστηκε εκεί κοντά, και το μυώδες σώμα και η χαίτη του διαγράφονταν πολύ έντονα στον βραδινό ουρανό. Το λιοντάρι τίναξε την χαίτη του και βρυχήθηκε, και αυτός ο μοναδικά εντυπωσιακός ήχος γέμισε όλη την κοιλάδα και αντήχησε στους λόφους.
Η προβατίνα παρέλυσε από φόβο, και στεκόταν τρέμοντας, με την μοναδική ελπίδα ότι το καστανόξανθο τρίχωμά της, σαν του υιοθετημένου της γιου, θα την καμουφλάριζε στους βράχους, και δεν θα την έβλεπε το λιοντάρι. Από τον φόβο της, ούτε καν παρατήρησε πόσο μαγεμένο στεκόταν το λιονταράκι από την εμφάνιση του Βασιλέα των Ζώων. Δεν μπορούσε να ξέρει ότι όσο αυτή στεκόταν παγωμένη από φόβο, ότι το λιονταράκι βίωνε ένα κύμα ενθουσιασμού πρωτοφανές για την μέχρι τώρα ζωή του.
Ο βρυχηθμός του λιονταριού άγγιξε για πρώτη φορά μια χορδή στην φύση του μικρού λιονταριού. Του ξύπνησε μια δύναμη μέσα του και ανέσυρε πρωτόγνωρες επιθυμίες. Για πρώτη φορά στην νεανική ζωή του το λιονταράκι συνειδητοποιούσε τη δύναμή του. Μια νέα φύση ύπαρξης σάλεψε μέσα του και χωρίς δεύτερη σκέψη απάντησε στον βρυχηθμό του λιονταριού με τον δικό του.
Τότε, καθώς αυτή η νέα επίγνωση ξεπέρασε τον φόβο και την έκπληξη που ένιωσε πριν από λίγες στιγμές, το νεαρό λιοντάρι κοίταξε για τελευταία φορά την θετή του μητέρα, και έπειτα με ένα εκπληκτικό άλμα πήδηξε μακριά, τρέχοντας προς το εντυπωσιακό λιοντάρι στον λόφο. Γνωρίζοντας μόνο ότι επιτέλους τον καλούσε το σπίτι του, το λιονταράκι ανταποκρίθηκε με ετοιμότητα και δεν κοίταξε πίσω του ούτε μια φορά.
Το χαμένο λιοντάρι βρήκε τον εαυτό του.
Για λίγο έπαιξε με τα πρόβατα και προσπάθησε κι αυτό να γίνει ένα από αυτά, και να συμμορφωθεί με τους προβατίσιους τρόπους. Ούτε μια φορά δεν είχε συνειδητοποιήσει την δύναμή του, την ικανότητά του να προξενεί τρόμο στην καρδιά όλων των ζώων της ζούγκλας, συμπεριλαμβανομένης και της προβατίνας που του έδωσε καταφύγιο. Αντί γι αυτό, είχε καθίσει δίπλα στην θετή του μητέρα και έτρεμε και αυτός με παρόμοιο τρόπο, κάθε φορά που άκουγαν να πλησιάζουν ύαινες και τσακάλια. Τώρα, προς έκπληξή του, είδε ότι αυτά τα ίδια ζώα που τον είχαν τρομάξει έτρεχαν μακριά του προσπαθώντας να του ξεφύγουν.
Όσο το λιοντάρι θεωρούσε τον εαυτό του πρόβατο, έδειχνε την δειλία του πρόβατου, και μαζευόταν από φόβο. Η δύναμη και το θάρρος του ήταν σαν εκείνα του πρόβατου και αφού δεν ήξερε το φυσικό του δικαίωμα δεν είχε ιδέα ότι το θάρρος και η δύναμη του λιονταριού ήταν δικά του φτάνει να άπλωνε το χέρι του να τα πάρει.
Εξέπεμπε τις δονήσεις ενός προβάτου και γι αυτό έβρισκε και την ανάλογη μεταχείριση.
Αλλά τώρα, οι δονήσεις του άλλαξαν. Ήταν ένα Λιοντάρι: Ο Βασιλέας των Ζώων. Και κάθε άλλο ζώο στην ζούγκλα μπορούσε να νιώσει άμεσα αυτή την αλλαγή και να αντιληφθεί την πλήρη ισχύ του.
Ο βρυχηθμός ενός λιονταριού σε ένα μακρινό λόφο αφύπνισε το κοιμώμενο λιοντάρι μέσα στο μικρό λιονταράκι.
Αυτό που είναι σημαντικό να καταλάβουμε είναι ότι ο ήχος του βρυχηθμού από μόνος του δεν είχε δύναμη. Δεν ήταν αυτός καθαυτός που πρόσθεσε στην δύναμη του μικρού λιονταριού. Στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να του δώσει τίποτα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να του θυμίσει αυτό που είχε ήδη. Μπορούσε μόνο να του προξενήσει την επίγνωση της φυσικής του κατάστασης και να του υπενθυμίσει ότι είχε κάθε δικαίωμα να ζήσει την ζωή ενός λιονταριού, να βιώσει την ελευθερία ενός λιονταριού και να επιδείξει την δύναμη ενός λιονταριού.
Ήταν καθαρά θέμα επιλογής του μικρού λιονταριού αν θα έμενε πρόβατο ή θα γινόταν αυτό για το οποίο γεννήθηκε.
Και αυτό έκανε.
Αυτή η ιστορία είναι μια παραβολή, ένας παραλληλισμός για τον τρόπο που ζούμε την ζωή μας, πιστεύοντας ότι είμαστε κάτι πολύ λιγότερο από ό,τι είμαστε στην πραγματικότητα.
Πόσα παιδιά δεν υπάρχουν που έχουν μεγαλώσει μέσα στη μιζέρια ή μέσα στο τέλμα και θεωρούν τον εαυτό τους διαφορετικά από τα άλλα παιδιά γύρω τους, πιστεύοντας λανθασμένα ότι δεν θα γίνει κάτι ιδιαίτερο με το μέλλον τους, τίποτα αξιοσημείωτο που να μπορεί να τους ανυψώσει από το τωρινό απελπιστικό περιβάλλον τους.
Αλλά κάποια στιγμή κάτι συμβαίνει: κάποια επείγουσα κατάσταση, κάποιο ταρακούνημα, κάποιο κάλεσμα γι αφύπνιση από ένα μακρινό λόφο, που τους θυμίζει το μεγαλείο της ύπαρξής τους. Και ανταποκρίνονται, ανακαλύπτοντας προς μεγάλη τους έκπληξη ότι δεν είναι πια σαν τους γύρω τους, όπως και το λιοντάρι δεν είναι σαν το πρόβατο.
Είναι σε αυτό το σημείο, όταν το μεγαλείο της ύπαρξής μας αρχίζει να αναδεύεται μέσα μας, που γινόμαστε γνώστες του τι είμαστε. Και μόλις έρθει η επίγνωση, δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Από αυτό το σημείο και μετά βρίσκουμε ότι πρέπει να εκπληρώσουμε τον προορισμό μας.
Αν δεχτούμε οτιδήποτε λιγότερο, εξαπατούμε όχι μόνο τον εαυτό μας, αλλά στερούμε και από ολόκληρο τον κόσμο τα δώρα που έχουμε να του δώσουμε.

Πρέπει να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Έχουμε έρθει εδώ με ένα σκοπό και αυτός ο σκοπός δεν είναι να είμαστε δειλοί, αδύναμοι, φοβισμένοι και διστακτικοί.

Ο σκοπός είναι να γίνουμε όλα αυτά που μπορούμε, να πάρουμε την ζωή από το χέρι και να δηλώσουμε:
« Απαιτώ το ΚΑΛΥΤΕΡΟ από σένα!»



Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Σταμάτα να ξεχνάς το παιδί...






Σκέψου καλά και προσπάθησε να θυμηθείς...
Τότε που ήσουν μικρό παιδί...
Τότε που πήγαινες σχολείο...
Τότε που μάθαινες τα πρώτα σου γράμματα...
Τότε που έγραφες το πρώτο σου «Σκέφτομαι και Γράφω»...
Τότε που έσβηνες τις πρώτες σου λέξεις για να τις ξαναγράψεις...
...και τσαλάκωνες τη σελίδα του τετραδίου σου... 
Θυμάσαι πόσο λαχταρούσες να χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα;
Θυμάσαι πόσο στενοχωριόσουν όταν χτυπούσε το κουδούνι «για μέσα»;
Θυμάσαι τι ένιωθες όταν έτρεχες στο διάλειμμα χωρίς λόγο και σκοπό;
Θυμάσαι πώς ένιωθες όταν έβρισκες μπάλα σε ώρα διαλείμματος;
Θυμάσαι που θυμόσουν να φας μόλις χτυπούσε το κουδούνι για μάθημα;
Θυμάσαι πόσες φορές χτυπούσες στο σχολείο;
Θυμάσαι πόσο λερωμένος και ιδρωμένος γυρνούσες στο σπίτι;
Θυμάσαι τη χαρά που σε πλημμύριζε όταν έπεφτες κουρασμένος στο κρεβάτι και σκεφτόσουν τα διαλείμματα της επόμενης μέρας;
Πρσπάθησε να μην ξεχνάς.
Μην τρομάζεις κάθε φορά που το παιδί σου έρχεται στο σπίτι με νερομπογιές στην μπλούζα του.
Μη σε πιάνει υστερία κάθε φορά που λέει: «με χτύπησε ο Γιώργος».
Μη χλωμιάζεις με την παραμικρή γρατζουνιά στο πόδι του.

Μην το απειλείς επειδή δεν τρώει πολύ στα διαλείμματα.
Άσε το παιδί σου να τρέξει στην αυλή.
Άσε το παιδί σου να διεκδικήσει.
Άσε το παιδί σου να έχει φίλους.
Μην του στερείς την παιδική ζωή του.
Του είναι απαραίτητη.


Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018

Ο κόσμος ανήκει σε εκείνους που τολμούν







Έχω συγχωρέσει λάθη που ήταν πράγματι σχεδόν ασυγχώρητα. Προσπάθησα να αντικαταστήσω ανθρώπους που ήταν σχεδόν αναντικατάστατοι και προσπάθησα να ξεχάσω εκείνους που ήταν αξέχαστοι. Έχω ενεργήσει παρορμητικά, έχω απογοητευτεί από ανθρώπους που πίστευα ότι ήταν αδύνατο να συμβεί. Αλλά έχω απογοητεύσει και εκείνους που αγαπώ. Γέλασα όταν πίστευα ότι δεν μπορούσα. Έχω κάνει αιώνιους φίλους. Έχω αγαπήσει και έχω αγαπηθεί αλλά έχω δεχτεί και την απόρριψη. Έχω αγαπηθεί από κάποιον που δεν έχω αγαπήσει. Έχω ουρλιάξει και έχω χοροπηδήσει από τη χαρά μου. Έχω ζήσει για χάρη της αγάπης, έχω πάρει αιώνιους όρκους αλλά έχω σπάσει και πολλούς. Έχω κλάψει ακούγοντας μουσική και κοιτάζοντας φωτογραφίες. Έχω ερωτευτεί με ένα χαμόγελο. Μερικές φορές πίστευα ότι θα πέθαινα επειδή απλά μου έλειπε κάποιος τόσο πολύ. Έχω φοβηθεί να μην χάσω κάποιον ξεχωριστό (και κατέληξα να τους χάνω έτσι κι αλλιώς). Αλλά επέζησα! Και είμαι ακόμη ζωντανός! Δεν προσπερνώ απλά τη ζωή. Ούτε κι εσείς πρέπει να την προσπερνάτε. ΖΗΣΤΕ! Είναι καλό να πολεμάμε με αποφασιστικότητα, να αγκαλιάζουμε τη ζωή και να τη ζούμε με πάθος. Χάστε με φινέτσα και κερδίστε με τόλμη επειδή ο κόσμος ανήκει σε αυτούς που τολμούν και η ζωή είναι πολύ μικρή για να είναι ασήμαντη.

- Τσάρλυ Τσάπλιν –

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

Σταμάτα να κρίνεις από το περιτύλιγμα






Μια δασκάλα δεν συμπαθούσε καθόλου ένα μαθητή της. Ώσπου έμαθε το τραγικό μυστικό του.
Την πρώτη μέρα της καινούργιας σχολικής χρονιάς, στάθηκε μπροστά από τα παιδιά της πέμπτης τάξης, τους συστήθηκε και στη συνέχεια τους είπε ένα μεγάλο ψέμα. Όπως και οι περισσότεροι άλλωστε δάσκαλοι, κοίταξε τους μαθητές της και τους είπε ότι τους θα τους αγαπάει και θα τους προσέχει όλους το ίδιο.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, γιατί εκεί στην μπροστινή σειρά, κάθονταν ένα μικρό αγόρι, ο Τέντυ Στάλλαρντ.
Η κυρία Τόμπσον είχε παρατηρήσει τον Τέντυ από την προηγούμενη χρονιά και δεν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα. Δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά, δεν συμμετείχε στην τάξη, τα ρούχα του ήταν συνέχεια βρώμικα και σίγουρα δεν έκανε όσο συχνά έπρεπε μπάνιο.
Ο Τέντυ ήταν ένα παιδί που την δυσαρεστούσε όποτε τον έβλεπε για αυτό και απολάμβανε τις στιγμές που σχημάτιζε με τον κόκκινο στυλό της τα τεράστια Χ στα τετράδια του, έσβηνε τα λάθη του ή βαθμολογούσε με 6 και με 5 τις εργασίες του.
Στο σχολείο, όπου δίδασκε η κυρία Τόμπσον, ήταν υποχρεωμένη να ελέγχει το παρελθόν όλων των παιδιών που υπήρχαν στη τάξη της. Ακόμη και του μικρού Τέντυ. Έτσι όταν άνοιξε τα αρχεία του, την περίμενε μια μεγάλη έκπληξη.
Ο δάσκαλος που είχε τον Τέντυ στην πρώτη τάξη του Δημοτικού έγραφε για αυτόν: «Ο Τέντυ είναι ένα υπέροχο παιδί όλο χαμόγελο. Είναι οργανωτικός, μελετηρός και έχει καλούς τρόπους. Είναι μια έμπνευση για τα παιδιά που βρίσκονται γύρω του.»
Η δασκάλα που είχε τον Τέντυ στη Δευτέρα Δημοτικού έγραφε: «Είναι εξαιρετικός μαθητής, τον συμπαθούν πολύ οι συμμαθητές του αλλά ο ίδιος μοιάζει πολύ προβληματισμένος επειδή η μητέρα του πάσχει από μια ανίατη ασθένεια και η ζωή στο σπίτι του πρέπει να είναι πολύ δύσκολη.»
Η δασκάλα που τον δίδαξε στην Τρίτη Δημοτικού έγραφε: «Ο θάνατος της μητέρας του του στοίχισε πολύ. Ο ίδιος προσπαθεί να κάνει ότι καλύτερο μπορεί, αλλά ο πατέρας του δεν του δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον. Η άσχημη κατάσταση στο σπίτι θα τον επηρεάσει πολύ σύντομα, αν δεν αλλάξει γρήγορα κάτι.»
Ο δάσκαλος του Τέντυ στην Τετάρτη Δημοτικού έγραφε: «Ο Τέντυ έχει παραιτηθεί και δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το σχολείο. Δεν έχει πολλούς φίλους και πολλές φορές κοιμάται στην τάξη.»
Η κυρία Τόμπσον συνειδητοποίησε το πρόβλημα και αισθάνθηκε ντροπή για τον εαυτό της. Αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα, όταν όλοι οι μαθητές της, της έφεραν χριστουγεννιάτικα δώρα τυλιγμένα με αστραφτερά περιτυλίγματα και όμορφες κορδέλες. Όλοι, εκτός από τον Τέντυ. Το δικό του δώρο ήταν αδέξια τυλιγμένο σε ένα βρώμικο, καφέ χαρτί που μάλλον πριν ήταν η σακούλα ενός παντοπωλείου.
Η κυρία Τόμπσον δυσκολεύτηκε να το ανοίξει. Τα περισσότερα παιδιά γέλασαν όταν έβγαλε από μέσα ένα βραχιόλι που είχε φτιάξει ο ίδιος με σπάγκο και πέτρες αλλά και ένα ανοιχτό, μισογεμάτο μπουκάλι με άρωμα. Σηκώθηκε από τη θέση της και σταμάτησε απότομα των γέλιο των παιδιών όταν φώναξε δυνατά πόσο πολύ της άρεσε το δώρο του. Στη συνέχεια φόρεσε το βραχιόλι και έριξε λίγο από το άρωμα στο χέρι της.
Ο Τέντυ έφυγε τελευταίος εκείνη τη μέρα από την τάξη. Βγαίνοντας από τη πόρτα γύρισε προς τη δασκάλα του και της είπε με θλιμμένη φωνή «Σήμερα κυρία μυρίζετε σαν τη μαμά μου!»
Η κυρία Τόμπσον έκλαψε πολύ εκείνη τη μέρα. Από τότε σταμάτησε να μαθαίνει τα παιδιά ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Αντ “αυτού, άρχισε να τα διδάσκει.
Αγαπούσε όλα τα παιδιά αλλά έδινε ιδιαίτερη προσοχή στον μικρό Τέντυ. Κάθε φορά που τον βοηθούσε στα μαθήματα του, το μυαλό του έμοιαζε να ζωντανεύει. Όσο περισσότερο τον ενθάρρυνε, τόσο πιο γρήγορα απαντούσε στις ερωτήσεις της. Μέχρι το τέλος του έτους, ο Τέντυ είχε γίνει ένα από τα πιο έξυπνα παιδιά της τάξης και, παρά το ψέμα της ότι θα αγαπούσε όλα τα παιδιά το ίδιο, ο Τέντυ ήταν πλέον και επίσημα ο αγαπημένος της.
Την επόμενη χρονιά η κυρία Τόμπσον ανέλαβε πάλι την Πέμπτη Δημοτικού και έβλεπε τον Τέντυ μόνο στα διαλείμματα. Μια μέρα, προς το τέλος του έτους, βρήκε ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα του σπιτιού της. Το σημείωμα είχε την υπογραφή του Τέντυ και έγραφε: «Είσαστε ακόμη η καλύτερη δασκάλα που είχα ποτέ στη ζωή μου».
Έξι χρόνια μετά η κυρία Τόμπσον έλαβε άλλο ένα σημείωμα, αυτή τη φορά με το ταχυδρομείο. Ήταν πάλι ο Τέντυ και της έγραφε ότι είχε τελειώσει τρίτος σε βαθμό το Λύκειο, αλλά εκείνη ήταν ακόμη η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.
Τέσσερα χρόνια μετά, πήρε άλλη μια επιστολή από τον Τέντυ. Της έγραφε ότι είναι δύσκολα στο Πανεπιστήμιο αλλά πολύ σύντομα θα έπαιρνε το πτυχίο του και με καλό βαθμό. Τέλειωσε το γράμμα του γράφοντας ότι ακόμη εκείνη είναι η καλύτερη και η πιο αγαπημένη του δασκάλα που είχε ποτέ.
Έπειτα από τέσσερα χρόνια άλλο ένα γράμμα από τον Τέντυ έκανε την εμφάνιση του στο ταχυδρομικό κουτί της κυρία Τόμπσον. Της έγραφε ότι αφού πήρε το πτυχίο του, αποφάσισε να προχωρήσει λίγο ακόμη τις σπουδές του. Τέλειωνε την επιστολή γράφοντας ότι παραμένει η καλύτερη και η αγαπημένη του δασκάλα. Αλλά αυτή τη φορά το όνομα με το οποίο υπέγραφε ήταν διαφορετικό: Δρ. Θίοντορ Φ. Στάλλαρντ
Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Η κυρία Τόμπσον πήρε ακόμη ένα γραμμα από τον Τέντυ εκείνη την άνοιξη. Της έγραφε ότι είχε βρει μια κοπέλα και επρόκειτο να την παντρευτεί. Της έλεγε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει μερικά χρόνια πριν και αναρωτιόταν αν θα μπορούσε εκείνη, να καθίσει στη θέση που κάθεται η μητέρα του γαμπρού. Φυσικά εκείνη το έκανε..
Πήγε στο γάμο φορώντας στο χέρι εκείνο το βραχιόλι από πέτρες που της είχε κάνει δώρο ο Τέντυ και φορώντας το άρωμα που του θύμιζε τη μητέρα του.
Την στιγμή που ο Δρ. Στάλλαρντ την αγκάλιασε της ψιθύρισε στο αυτί: «Σας ευχαριστώ, κυρία Τόμπσον, γιατί πιστέψατε σε μένα. Σας ευχαριστώ τόσο πολύ γιατί με κάνατε να αισθανθώ σημαντικός και μου δείξατε πως μπορώ να κάνω τη διαφορά».
Η κυρία Τόμπσον με δάκρυα στα μάτια του απάντησε: «Τέντυ, κάνεις πολύ μεγάλο λάθος. Εσύ είσαι αυτός που μου έμαθε ότι μπορώ να κάνω τη διαφορά. Δεν ήξερα πώς να διδάξω τους μαθητές μου μέχρι που σε γνώρισα.»
Προσπαθήστε να μην κρίνετε από το περιτύλιγμα και μην υποτιμάτε ποτέ μα ποτέ την δύναμη που έχετε και που μπορεί να αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων γύρω σας.



Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Ο ταραγμένος καθρέφτης






Ένας αρχαίος κινεζικός μύθος μιλά με μεταφορικό τρόπο για τα αινίγματα της τάξης και του χάους.
Τα παλιά χρόνια, λέει ο μύθος, ο κόσμος των καθρεφτών και ο κόσμος των ανθρώπων δεν ήταν χωρισμένοι· αυτό έγινε αργότερα.
Εκείνες τις μέρες τα όντα των κατόπτρων και τα ανθρώπινα όντα διέφεραν πολύ μεταξύ τους ως προς το χρώμα και τη μορφή, μολονότι αναμειγνύονταν και ζούσαν αρμονικά.

Εκείνο τον καιρό μπορούσε ο καθείς να πηγαινοέρχεται μέσα από τους καθρέφτες. Μια νύχτα όμως, οι κάτοικοι των κατόπτρων εισέβαλαν στη Γη απροειδοποίητα και ακολούθησε χάος. Πράγματι, τα ανθρώπινα όντα γρήγορα κατάλαβαν ότι οι κάτοικοι των κατόπτρων ήταν το χάος. Η δύναμη των εισβολέων ήταν μεγάλη και μόνο χάρη στις μαγικές ικανότητες του Κίτρινου Αυτοκράτορα έγινε δυνατό να νικηθούν και να οδηγηθούν πίσω στους καθρέφτες τους. Για να τους κρατήσει εκεί ο αυτοκράτορας έκανε μάγια που υποχρέωσαν τα όντα του χάους να επαναλαμβάνουν μηχανικά τις πράξεις και τις μορφές των ανθρώπων.
Τά μάγια του αυτοκράτορα ήταν ισχυρά, αλλά, όπως λέει ο μύθος, δεν θα διαρκούσαν αιώνια. Η αφήγηση προειδοποιεί πως μια μέρα τα μάγια θα εξασθενήσουν και οι ταραγμένες φιγούρες στους καθρέφτες μας θα αρχίσουν να εξεγείρονται. Στην αρχή η διαφορά ανάμεσα στις μορφές των κατόπτων και στις γνωστές μας μορφές δεν θα είναι παρατηρήσιμη. Σιγά σιγά όμως οι χειρονομίες θα ξεχωρίζουν, τα χρώματα και τα σχήματα θα αλλάζουν ως διά μαγείας —και ξαφνικά ο κόσμος του χάους που για πολύ καιρό έμεινε φυλακισμένος, θα ορμήσει οργισμένος στον δικό μας.
Ίσως η μέρα αυτή να έφτασε.

John Briggs - David Peat

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Η πεταλούδα και η ψυχή







Σκέφτηκε λοιπόν να πιάσει μια πεταλούδα με το χέρι του και να ρωτήσει τον δάσκαλό του τι κρατούσε και αν αυτό που είχε μέσα στον καρπό του ήταν ζωντανό ή νεκρό.

Ήξερε επίσης ο μαθητής ότι ο δάσκαλός του εύκολα θα εύρισκε την πεταλούδα αλλά αν ο δάσκαλός του απαντούσε ότι ήταν ζωντανή τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα σκότωνε την πεταλούδα για να του αποδείξει ότι δεν ήταν και τόσο σοφός.
Έπιασε λοιπόν μια πεταλούδα και αφού την έκλεισε στον καρπό του ρώτησε τον δάσκαλό του.
 -Δάσκαλε τι κρατώ στο χέρι μου;
 -Την ψυχή σου κρατάς νεαρέ μου.
Σκέφτεται ο μαθητής ότι ο δάσκαλός του έχει δίκιο.
Η πεταλούδα είναι μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και η δική του.
-Λοιπόν δάσκαλε , συνεχίζει ο μαθητής, είναι η ψυχή μου και τι είναι ζωντανή ή νεκρή; ξαναρωτά ο μαθητής.
-Απαντά ο σοφός δάσκαλος λέγοντας: Από το χέρι σου εξαρτάται…

Άρα η τύχη της ψυχής μας εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς τους ίδιους.
Διότι την σωτηρία της, την κρατάμε στο χέρι μας.