Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

Ο ματαιόδοξος βάτραχος





Μια φορά κι έναν καιρό, δυο χήνες ήταν έτοιμες να ξεκινήσουν δυτικά για την ετήσια μετανάστευσή τους, όταν ένας βάτραχος τις παρακάλεσε να τον πάρουν μαζί τους. Οι χήνες εξέφρασαν την προθυμία τους να τον πάρουν αν βέβαια υπήρχε τρόπος να βρεθεί ένα μέσο μεταφοράς.
Ο βάτραχος έφερε ένα μακρύ κλαδί, έβαλε τις χήνες να κρατήσουν από μια άκρη του με τα ράμφη τους, κι αυτός πιάστηκε στη μέση στο κλαδί με το στόμα του.
Και με τον τρόπο αυτό οι τρεις τους άρχισαν το ταξίδι τους.
Από κάτω κάποιοι χωρικοί πρόσεξαν το παράξενο θέαμα και φώναζαν δυνατά τον θαυμασμό τους για το τέχνασμα αυτό και απορούσαν ποιος ήταν τόσο έξυπνος ώστε να το ανακαλύψει. Εκείνη τη στιγμή ο ματαιόδοξος βάτραχος άνοιξε το στόμα του για να πει «Εγώ το έκανα!», έπεσε στη γη κι έγινε κομμάτια.


Όταν κάτι καλό σου συμβαίνει, κράτα το στόμα σου κλειστό! Να υπερηφανεύεσαι για τις επιτυχίες σου, να πιστέψεις ότι έχεις πετύχει κάποια πράγματα όταν έρθει η ώρα…. Ποτέ πριν…

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

Ο γάιδαρος και τα αφεντικά του





Σε κάποιον παλιά ελληνικό μύθο, ένας γάιδαρος, που το αφεντικό του μάζευε και πουλούσε βότανα, τον τάιζε ελάχιστα και τον φόρτωνε πολύ, παρακάλεσε τον Δία να τον απαλλάξει από την τωρινή του δουλειά και να του δώσει ένα άλλο αφεντικό.
Ο Δίας, αφού του είπε ότι μάλλον θα μετανιώσει για το αίτημά του, κανόνισε ώστε ο γάιδαρος να πουληθεί σε έναν κεραμοποιό. Σε πολύ λίγο καιρό, και αφού είδε ότι είχε ακόμα πιο βαριά φορτία να μεταφέρει, κι ακόμα πιο πολλή δουλειά να κάνει στο κεραμοποιείο, ξαναπαρακάλεσε για άλλο αφεντικό.
Ο Δίας, αφού του είπε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα μπορούσε να του κάνει το χατίρι, διέταξε να πουληθεί σ’ έναν βυρσοδέψη. Ο γάιδαρος ανακάλυψε ότι είχε πέσει σε ακόμη χειρότερα χέρια, και βλέποντας την τραγική του απασχόληση έλεγε κλαψουρίζοντας: «Θα μου ήταν πολύ καλύτερο είτε να ψοφούσα της πείνας με τον βοτανολόγο, είτε να παραδούλευα στο άλλο αφεντικό, αντί να με έχει αγοράσει το σημερινό αφεντικό μου που, ακόμη και αφού τα τινάξω, θα χρησιμοποιήσει το δέρμα μου για να κερδίσει!



*Το πρόβλημα είναι ότι πάντα ψάχνουμε το καλύτερο έξω από μας. Στην ουσία όμως το καλύτερο βρίσκεται μέσα μας. Αρκεί να το αναγνωρίσουμε και να αρχίσουμε την αλλαγή από τα μέσα. 

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Ο Ανδροκλής και το λιοντάρι





Ο Τζωρτζ Μπέρναρ Σω έχει γράψει μια ιστορία βασισμένη σε μύθο του Αισώπου με τον τίτλο «Ο Ανδροκλής και το λιοντάρι» που γυρίστηκε και ταινία στη δεκαετία του 1950.
Στην ταινία αυτή ένας σκλάβος, ο Ανδροκλής, το έσκασε κάποτε από τον αφέντη του και ξέφυγε μέσα στο δάσος. Καθώς περιπλανιόταν βρέθηκε μπροστά σ’ ένα λιοντάρι που ήταν ξαπλωμένο, βογκούσε και στέναζε. Στην αρχή πήγε να το βάλει στα πόδια, αλλά όταν είδε ότι το λιοντάρι δεν τον κυνήγησε, γύρισε πίσω κοντά του.
Σαν πλησίασε, το λιοντάρι του άπλωσε το πόδι του που ήταν πρησμένο και ματωμένο, κι ο Ανδροκλής είδε ένα μεγάλο αγκάθι που του είχε μπει και του προκαλούσε όλον αυτόν τον πόνο. Τράβηξε το αγκάθι και έδεσε το πόδι του λιονταριού, το οποίο σύντομα μπόρεσε να σηκωθεί και άρχισε να γλύφει το χέρι του Ανδροκλή σαν να ήταν σκυλάκι. Μετά το λιοντάρι πήρε τον Ανδροκλή στη φωλιά του και κάθε μέρα του έφερνε κρέας για να φάει και να ζήσει.
Λίγο αργότερα όμως έπιασαν και τον Ανδροκλή και το λιοντάρι. Ο Ανδροκλής ξανάγινε σκλάβος και τον καταδίκασαν να ριχτεί στο λιοντάρι, που θα είχε μείνει νηστικό τελείως για αρκετές μέρες. Ο Αυτοκράτορας και η Αυλή του ήρθαν για να απολαύσουν το θέαμα, κι ο Ανδροκλής οδηγήθηκε στη μέση της αρένας. Σε λίγο το λιοντάρι αφέθηκε να βγει από το υπόγειο που το κρατούσαν και όρμησε πηδώντας και βρυχούμενο προς το θύμα του. Μόλις όμως έφτασε κοντά στον Ανδροκλή, αναγνώρισε τον φίλο του, άρχισε να του κάνει χαρές και να του γλύφει τα χέρια σαν αγαπημένο σκυλί.
Ο Αυτοκράτορας, παραξενεμένος, κάλεσε τον Ανδροκλή να πλησιάσει, κι εκείνος του διηγήθηκε την όλη ιστορία. Και τότε ο σκλάβος πήρε άφεση αμαρτιών και απελευθερώθηκε, ενώ και το λιοντάρι οδηγήθηκε και αφέθηκε στο φυσικό του περιβάλλον στο δάσος.



*Υπάρχουν φορές που κάνουμε το καλό και ο άλλος μας απαξιώνει και μας περιφρονεί, αντί να μας ευχαριστήσει και να μας ευγνωμονεί. Κι όμως, κάθε φορά που κάποιος άνθρωπος συμπεριφέρεται αχάριστα σ’ εσάς, θα πρέπει να χαίρεστε. Γιατί απλά, ο αχάριστος άνθρωπος δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να σας υπενθυμίζει το πόσο δυνατοί είστε!

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Έχε μου εμπιστοσύνη





Κάποιος που τον έλεγαν Γιάννη περπατούσε μια μέρα δίπλα σε έναν απότομο γκρεμό, όταν ξαφνικά γλίστρησε. Καθώς έπεφτε, πιάστηκε από ένα κλαδί, το οποίο ανέκοψε την πτώση του. Κοίταξε κάτω και τρομαγμένος είδε το φαράγγι που έφτανε σε βάθος τριακόσια μέτρα. Δεν μπορούσε να μείνει κρεμασμένος από το κλαδί για πάντα και του ήταν αδύνατο να σκαρφαλώσει τον απότομο γκρεμό. Έτσι ο Γιάννης άρχισε να φωνάζει για βοήθεια με την ελπίδα ότι κάποιος που θα περνούσε από εκεί θα τον άκουγε και θα του πέταγε κανένα σκοινί ή τίποτε άλλο.
«Βοήθεια! Βοήθεια! Υπάρχει κανείς εκεί πάνω; Βοήθεια!»
Φωνάζω για ώρες αλλά κανείς δεν τον άκουγε. Ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τις προσπάθειες, όταν άκουσε μια φωνή.
«Γιάννη! Γιάννη! Μ’ ακούς;»
«Ναι! Ναι! Σ’ ακούω. Εδώ κάτω είμαι!»
«Σε βλέπω, Γιάννη. Είσαι καλά;»
«Ναι, αλλά… Ποιος είσαι; Και πού είσαι;»
«Είμαι ο Κύριος, Γιάννη. Και είμαι παντού!»
«Ο Κύριος; Εννοείς ο Θεός;»
«Αυτός ακριβώς».
«Θεέ μου, σε παρακαλώ βοήθησέ με! Σου υπόσχομαι, αν με κατεβάσεις από δω, θα γίνω στ’ αλήθεια καλός άνθρωπος. Θα σε υπηρετώ για όλη μου τη ζωή!»
«Μην το παρακάνεις με τις υποσχέσεις, Γιάννη! Να τι θέλω να κάνεις. Άκουσέ με προσεκτικά».
«Θα κάνω οτιδήποτε, Κύριε. Πες μου…»
«Εντάξει. Άσε το κλαδί».
«Τι;»
«Είπα, άφησε το κλαδί. Απλά έχε μου εμπιστοσύνη. Άφησέ το».

Ακολούθησε μια σιωπή. Τελικά ο Γιάννης φώναξε, «Βοήθεια! Βοήθεια! Υπάρχει κανείς άλλος εκεί πάνω;»

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

Το παιδί και η πάπια





Μια φορά κι έναν καιρό, ένα παιδάκι είχε επισκεφθεί τους παππούδες του στο χωριό. Του είχαν δώσει και μια σφεντόνα να παίζει στο δάσος. Εξασκούνταν στο δάσος αλλά ποτέ δεν μπορούσε να βρει τον στόχο. Κάπως απογοητευμένος έκανε να γυρίσει για το δείπνο.
Καθώς επέστρεφε, είδε την πάπια της γιαγιάς. Χωρίς να το σκεφτεί, έριξε με τη σφεντόνα, χτύπησε την πάπια ακριβώς στο κεφάλι και την σκότωσε. Σοκαρίστηκε και στεναχωρήθηκε πολύ. Στον πανικό του έκρυψε την πάπια στον σωρό με τα ξύλα, όταν κατάλαβε την αδερφή του να τον παρακολουθεί. Η Σοφία τα είχε δει όλα, αλλά δεν είπε τίποτα. Μετά το μεσημεριανό την επόμενη μέρα η γιαγιά είπε: «Σοφία, ο Γιάννης μου είπε ότι αυτός ήθελε να βοηθήσει στην κουζίνα». Και του ψιθύρισε στο αυτί: «Θυμάσαι την πάπια;», υπονοώντας με τον τρόπο αυτό στον αδελφό της ότι αν έπλενε αυτός τα πιάτα αντί γι’ αυτήν, τότε εκείνη δεν θα το μαρτυρούσε στη γιαγιά. Έτσι, ο Γιάννης έπλυνε τα πιάτα.

Αργότερα, εκείνη τη μέρα ο παππούς ρώτησε αν τα παιδιά ήθελαν να πάνε για ψάρεμα και η γιαγιά είπε: «Λυπάμαι, αλλά χρειάζομαι τη Σοφία για να με βοηθήσει να ετοιμάσω το βραδινό». Η Σοφία απλά χαμογέλασε και είπε: «Δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί ο Γιάννης μου είπε ότι ήθελε να βοηθήσει!» Και ξανά του ψιθύρισε: «Θυμάσαι την πάπια;» Έτσι η Σοφία πήγε για ψάρεμα και ο Γιάννης έκανε και τις δικές του τις δουλειές και της αδερφής του, τελικά δεν μπόρεσε να το υποφέρει άλλο. Πήγε στη γιαγιά και της εξομολογήθηκε ότι είχε σκοτώσει την πάπια. Η γιαγιά γονάτισε, τον αγκάλιασε και του είπε: «Καρδιά μου, το ξέρω. Βλέπεις, στεκόμουν στο παράθυρο και είδα τι έγινε. Επειδή σ’ αγαπάω, σε συγχώρεσα. Απλώς αναρωτιόμουν για πόσο καιρό ακόμα θα άφηνες τη Σοφία να σ’ έχει σκλάβο της!» 

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

Η ηχώ





Κάποτε, ένας πατέρας με τον γιο του περπατούσαν στα βουνά. Ξαφνικά ο γιος γλιστράει, χτυπάει και φωνάζει «Ωωχχχ!!!».
Προς μεγάλη του έκπληξη ακούει τη φωνή του να επαναλαμβάνεται από κάπου στα βουνά: «Ωωχχχ!!!»
Γεμάτος περιέργεια φωνάζει: «Ποιος είσαι;» και παίρνει την απάντηση: «Ποιος είσαι;» Γεμάτος θυμό με την απάντηση, ουρλιάζει: «Δειλέ!»
Και ακούει σαν απάντηση: «Δειλέ!»
Κοιτάζει τον πατέρα του και ρωτάει: «Τι συμβαίνει;» Ο πατέρας χαμογελάει και λέει: «Για δώσε, γιε μου, προσοχή». Και μετά κραυγάζει στο βουνό: «Σε θαυμάζω!» Η φωνή απαντάει: «Σε θαυμάζω!» Και πάλι ο πατέρας φωνάζει: «Είσαι ο καλύτερος!» Κι η φωνή ξαναλέει: «Είσαι ο καλύτερος!».

Το παιδί παρακολουθεί σαστισμένο, αλλά χωρίς να καταλαβαίνει. Τότε ο πατέρας εξηγεί: «Οι άνθρωποι ονομάζουν το φαινόμενο αυτό ηχώ, όμως στην πραγματικότητα αυτή είναι η ζωή. Επιστρέφει πάντα αυτό που λες ή που κάνεις. Η ζωή μας είναι απλά μια αντανάκλαση των ενεργειών μας».

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Το παιδί και το δέντρο





Μια φορά κι έναν καιρό, ένα παιδάκι παίζοντας αμέριμνο στον κήπο του σχολείου του, άκουσε μια φωνή που ερχόταν από ένα δέντρο. Το δέντρο βλέποντας το παιδάκι να νευριάζει που δεν είχε κατορθώσει να φτιάξει ένα σπιτάκι με κάποια κομμάτια από χαρτόνι που είχε απλώσει πάνω στο γρασίδι άρχισε να του μιλάει:
«Γιατί νευριάζεις;», άκουσε το δέντρο να του λέει. «Γιατί δεν ακουμπάς τα χαρτόνια σου σε ένα πιο σκληρό μέρος του εδάφους και όχι πάνω στο γρασίδι, που είναι τόσο μαλακό και δεν μπορούν να στηριχθούν; Γιατί δεν αφήνεσαι στην έμπνευση της στιγμής, αντί να προσπαθείς να επιβάλεις μια κατάσταση που τόσο σε κουράζει;», συνέχισε το δέντρο να ρωτάει.
«Πώς μπορώ να κάνω αυτό που λες, και να εξακολουθώ να είμαι ο εαυτός μου;» ρώτησε το παιδί.
«Για κοίταξε κι εμένα», είπε το δέντρο, «Λυγίζω στον άνεμο, κρεμάω τα κλαδιά μου κάτω στη βροχή, κι όμως πάντοτε παραμένω ο εαυτός μου, μένω δέντρο».
«Όμως δες εμένα», είπε το παιδάκι, «Δεν μπορώ με τίποτα ν’ αλλάξω».
«Δες με», είπε το δέντρο. «Αλλάζω με κάθε εποχή. Από πράσινο σε καφετί και πάλι σε πράσινο, από μπουμπούκι σε ανθό και μετά σε πεσμένα φύλλα. Όμως παραμένω ο εαυτό μου, μένω δέντρο!»
«Δεν μπορώ να χτίσω αυτό το σπιτάκι», είπε το παιδί. «Τόση προσπάθεια καταβάλω, κι όμως, δεν έχω κατορθώσει να το πετύχω. Είμαι θλιμμένος και απογοητευμένος», είπε ο μικρούλης.

«Όμως για κοίταξε κι εμένα, υπάρχουν σαράκια που μου τρώνε τα κλαριά, κουκουβάγιες στον κορμό μου, βρύα και σκαθάρια που ζουν στον φλοιό μου. Ίσως μου αφαιρέσουν με τον καιρό ότι έχω και δεν έχω, όχι όμως αυτό που είμαι».

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Όλα κρύβουν ένα νόημα στη ζωή





Πριν πολλά χρόνια η οικογένεια Κλάρκ, στη Σκωτία, ζούσε με ένα όνειρο. Ο κ. Κλάρκ και η γυναίκα του δούλευαν και μάζευαν λεφτά ώστε να καταφέρουν να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ μαζί με τα εννέα παιδιά τους. Τους πήρε χρόνια, όμως τελικά συγκέντρωσαν αρκετά χρήματα, έβγαλαν διαβατήρια, κι έκλεισαν θέσεις για ολόκληρη την οικογένεια σ’ ένα υπερωκεάνιο που θα πήγαινε στην Αμερική.
Όλη η οικογένεια ήταν γεμάτη προσδοκία και έξαψη για την καινούργια ζωή που τους περίμενε εκεί. Όμως, λίγες ώρες πριν από την αναχώρησή τους, ένας σκύλος δάγκωσε το μικρότερο αγόρι. Ο γιατρός έραψε τις πληγές, αλλά έβαλε κίτρινη προειδοποιητική πινακίδα έξω από την πόρτα του σπιτιού τους. Είχαν καταδικαστεί σε καραντίνα για δεκατέσσερις ημέρες για τον κίνδυνο λύσσας.
Έτσι γκρεμίστηκαν τα όνειρα της οικογένειας. Δεν θα μπορούσαν πια να κάνουν το ταξίδι που ονειρεύονταν στην Αμερική. Ο πατέρας, γεμάτος απόγνωση και θυμό, στήθηκε στην αποβάθρα να παρατηρεί την αναχώρηση του πλοίου χωρίς την οικογένειά του, έχυνε δάκρυα απογοήτευσης, καταριόταν την ατυχία τους και σχεδόν τα έβαζε με το ίδιο του το παιδί.
Πέντε μέρες αργότερα σ’ όλη τη Σκωτία απλώθηκαν τα τραγικά μαντάτα. Ο πανίσχυρος «Τιτανικός», το αβύθιστο πλοίο, είχε βυθιστεί παίρνοντας μαζί του εκατοντάδες ζωές. Όλη η οικογένεια Κλάρκ θα βρισκόταν πάνω στο πλοίο, αλλά επειδή ένα σκυλί δάγκωσε τον γιο, όλοι του ξέμειναν στη Σκωτία.
Όταν ο κ.Κλαρκ άκουσε τα νέα, αγκάλιασε τον γιο του και τον ευχαρίστησε που έσωσε την οικογένεια. Ευχαρίστησε τον Θεό που τους έσωσε τη ζωή και που έκανε ευλογία αυτό που έμοιαζε στην αρχή σαν τραγωδία.

Όλα στη ζωή γίνονται για κάποιο λόγο, έστω κι αν εμείς μερικές φορές το καταλαβαίνουμε μετά…!


Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Η αράχνη και το κουνούπι





Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα χωράφι ζούσε μια αράχνη, μια μεγάλη αράχνη με μια ωραία φωλιά απλωμένη ανάμεσα στα στάχυα του σταριού. Και πάχαινε τρώγοντας όλα τα έντομα που πιάνονταν στον ιστό της. Ένιωθε απόλαυση να κατοικεί στο χωράφι εκείνο, και λογάριαζε να μείνει εκεί για πάντα.
Μια μέρα στον ιστό πιάστηκε ένα κουνούπι, κι όταν η αράχνη πήγε να το φάει, εκείνο της μίλησε. «Αν μ’ αφήσεις να φύγω», είπε, «θα σου πω κάτι πολύ ενδιαφέρον που θα σώσει τη ζωή». Η αράχνη σταματάει για μια στιγμή και ακούει με προσοχή. Και το κουνούπι της λέει, «Το καλό που σου θέλω είναι να σηκωθείς να φύγεις από αυτό το χωράφι, γιατί ήρθε ο καιρός του θερισμού».
Η αράχνη χαμογελάει και λέει, «Τι είναι αυτός ο καιρός του θερισμού που μου λες; Θα’ λεγα ότι σκαρώνεις κάποια ιστορία!» Όμως το κουνούπι επέμεινε, «Όχι, όχι, αλήθεια είναι! Το αφεντικό του χωραφιού θα έρθει όπου να ’ναι να θερίσει. Όλα τα στάχυα θα κοπούν και το στάρι θα μαζευτεί. Αν μείνεις εδώ, μια τεράστια μηχανή θα σε σκοτώσει!»
Η αράχνη απαντάει, «Εγώ δεν πιστεύω ούτε στου θερισμού την ώρα, ούτε σε μια τεράστια μηχανή που θα κόψει το στάρι. Μπορείς να μου το αποδείξεις;» Το κουνούπι συνεχίζει, «Δες όλο αυτό το στάρι. Κοίταξε πώς είναι φυτεμένο σε κανονικά αυλάκια. Αυτό είναι η απόδειξη ότι το χωράφι έχει σχεδιαστεί έτσι για κάποιο λόγο».
Η αράχνη γέλασε και είπε, «Το χωράφι αυτό ωριμάζει από μόνο του, χωρίς καμιά σχέση με κάποιο δημιουργό. Έτσι πάντα τους μεγαλώνουν τα στάρια». Το έντομο εξηγεί, «Όχι. Το χωράφι το έχει κάποιος ιδιοκτήτης που το φύτεψε, και κοντεύει η ώρα του θερισμού!» Η αράχνη  στραβομουτσούνιασε κι είπε, «Δεν σε πιστεύω!» κι έφαγε το κουνούπι.
Μετά από λίγες μέρες η αράχνη γελούσε με τη θύμηση της ιστορίας που της είπε το μικρό έντομο, και σκέπτεται, «Θερισμός! Τι βλακεία! Μια ζωή ολόκληρη είμαι εδώ και κανείς δεν με ενόχλησε. Είμαι εδώ από τότε που τα στάχυα είχαν το μισό τους ύψος από το χώμα, και εδώ θα είμαι μέχρι το τέλος της ζωής μου, επειδή τίποτε δεν αλλάζει στο χωράφι αυτό. Η ζωή είναι ωραία, κι εγώ έτσι θα την ζήσω!».
Η επόμενη μέρα ήταν υπέροχη στο χωράφι, ο ουρανός ήταν φωτεινός και δεν φυσούσε καθόλου. Προς το μεσημέρι, και την ώρα που η αράχνη κάνει τον περίπατό της, ξαφνικά άρχισε να νιώθει πολύ σκόνη να σηκώνεται. Κι όταν ακούει τη φασαρία μιας τεράστιας μηχανής αναρωτιέται, «Τι συμβαίνει;» Την επόμενη στιγμή, η αράχνη μας δεν ζούσε.



Σε μια δουλειά, μια φιλία, μια συνεργασία ή μια σχέση πάντα υπάρχουν σημάδια. Η ίδια η φύση από μόνη της μας τροφοδοτεί με πληροφορίες, ώστε να μπορούμε να είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό που έρχεται… 

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Η πεταλούδα





Ήταν κάποτε κάποιος που μπήκε στο αυτοκίνητό του για να πάει στη δουλειά του. Εκείνη τη στιγμή είδε μια πανέμορφη πεταλούδα να πετάει μέσα στο αυτοκίνητό του, προφανώς εγκλωβισμένη από νωρίτερα. Δεν του πέρασε καν από το μυαλό το μάθημα που το όμορφο αυτό έντομο θα του έδινε.
Καθώς άνοιγε την πόρτα του αυτοκινήτου, την πρόσεξε που άνοιξε τα πολύχρωμα φτερά της και πέταξε προς την κατεύθυνση εκείνη που νόμιζε ότι ήταν η ελευθερία της, προς ένα παράθυρο του οποίου όμως, δυστυχώς, το τζάμι ήταν κλειστό. Κι η πεταλούδα δεν το καταλάβαινε.
Ο φίλος μας άνοιξε κι άλλη μια πόρτα στο αυτοκίνητό του ελπίζοντας να την βοηθήσει να δραπετεύσει, αλλά αυτό την έκανε αντίθετα, να πετάξει όλο και ψηλότερα, με αποτέλεσμα να μπλεχτεί στο καθρεφτάκι του οδηγού. Με τον φόβο ότι η πεταλούδα θα κολλούσε για τα καλά, ο άνθρωπός μας πήρε ένα φύλλο χαρτί για να βοηθήσει την πεταλούδα να ξεφύγει από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του.
Μόλις το εγχείρημα πέτυχε, η πεταλούδα ξαναπροσπάθησε να φύγει από το ίδιο τζάμι, που κατά τη γνώμη της θα την οδηγούσε στον δρόμο προς την ελευθερία, αλλά αυτό βέβαια εξακολουθούσε να είναι η φυλακή της.
Αν απλά, έστρεφε τη συγκέντρωση και την προσοχή της σε μια άλλη κατεύθυνση θα είχε εύκολα δραπετεύσει. Όμως έμεινε πιασμένη απ’ το «πείσμα» της να βλέπει προς μια και μόνο κατεύθυνση.



Η ζωή μας μπορεί να πάει προς τα εκεί που εμείς οι ίδιοι εστιάζουμε την προσοχή και τις προσπάθειές μας…