Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Μια αγελάδα μια φορά





Μια φορά κι έναν καιρό, ένας σοφός δάσκαλος ήθελε να δι­δάξει σε έναν μαθητή του τα μυστικά της ευτυχισμένης και επιτυχημένης ζωής. Γνωρίζοντας τα πολλά περιττά εμποδία και τις δυσκολίες που οι περισσότεροι άνθρωποι αντιμετω­πίζουν στην αναζήτηση της ευτυχίας, σκέφτηκε ότι στο πρώτο μάθημα θα έπρεπε να του εξηγήσει γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι ζουν μέτριες και συνηθισμένες ζωές.
Άλλωστε, σκέφτηκε ο γέροντας, πολλοί άνθρωποι δείχνουν αδύναμοι να ξεπεράσουν τα κωλύματα που παρεμποδίζουν την επιτυχία τους και καταλήγουν να ζουν μια μη ικανοποιητική και μετά βίας ανεκτή ζωή. Ο δάσκαλος ήξε­ρε ότι, για να κατανοήσει ο νέος αυτό το πολύ σημαντικό μά­θημα, θα έπρεπε να δει με τα ίδια του τα μάτια τι συμβαίνει όταν επιτρέπουμε στη μετριότητα να κυβερνά τη ζωή μας.
Για να διδάξει αυτά τα σημαντικά μαθήματα, αποφάσισε να κάνουν ένα ταξίδι με τον μαθητή του και να επισκεφθούν ένα από τα πιο φτωχά χωριά της επαρχίας τους. Αθλιότητα και εγκατάλειψη επικρατούσε σε ολόκληρη την περιοχή και οι κά­τοικοι έδειχναν να έχουν συμβιβαστεί με την τύχη τους.
Λίγο μετά την άφιξή τους, ο δάσκαλος ζήτησε από τον νέο να τον βοηθήσει να βρουν το πιο φτωχικό σπίτι στην περιοχή. Εκεί θα έμεναν το βράδυ.

Αφού περπάτησαν για λίγο, έφτασαν στα περίχωρα. Κι εκεί, στη μέση του πουθενά, οι δύο άντρες σταμάτησαν μπροστά στην πιο ρημαγμένη και μικρή καλύβα που είχαν δει ποτέ στη ζωή τους.
Το οίκημα, που ήταν έτοιμο να καταρρεύσει, ήταν χτισμέ­νο στην πιο μακρινή άκρη μιας μικρής ομάδας σπιτιών. Αναμφίβολα,  ήταν της πιο φτωχής οικογένειας.  Οι τοίχοι στέκο­νταν όρθιοι από θαύμα, απειλώντας ανά πάσα στιγμή να γκρε­μιστούν. Το νερό εισχωρούσε από την πρόχειρη αυτοσχέδια στέγη, που έδειχνε ανίκανη να κρατήσει οτιδήποτε μακριά, ενώ διάφορα σκουπίδια στοιβάζονταν γύρω γύρω από το σπί­τι, κάνοντας ακόμα χειρότερη τη ρημαγμένη του όψη.
Ο ιδιοκτήτης, αφού ενημερώθηκε για την παρουσία των δύο ξένων από ένα μικρό παιδί, βγήκε έξω και τους απηύθυ­νε θερμό χαιρετισμό.
«Γεια σου κι εσένα, καλέ μου άνθρωπε», απάντησε ο δά­σκαλος. «Θα μπορούσαν δυο κουρασμένοι ταξιδιώτες να βρουν καταφύγιο στο σπίτι σου για το βράδυ;»
«Επικρατεί συνωστισμός στο σπίτι, αλλά, αν αυτό δε σας πειράζει, είστε καλοδεχούμενοι».
Όταν οι δύο άντρες μπήκαν μέσα, ένιωσαν έκπληξη μόλις συνειδητοποίησαν ότι ο μικροσκοπικός χώρος, που δεν ήταν μεγαλύτερος από 14 τετραγωνικά μέτρα, αποτελούσε το σπίτι οκτώ ατόμων. Ο πατέρας, η μητέρα, τα τέσσερα παιδιά και οι δύο παππούδες έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να τους προσφέρουν λίγο χώρο κάτω από αυτές τις περιοριστικές συν­θήκες.

Το απεριποίητο και οδυνηρά αδύνατο σώμα τους και τα κουρελιασμένα ρούχα τους ήταν ατράνταχτες αποδείξεις των βασικών ελλείψεων της καθημερινής τους ζωής. Τα λυπημέ­να πρόσωπα και τα σκυφτά τους κεφάλια πρόδιδαν ότι η φτώ­χεια δεν είχε καταβάλει μόνο το κορμί τους, αλλά είχε ριζώσει βαθιά μέσα τους.
Οι δύο επισκέπτες κοίταξαν τριγύρω, αναλογιζόμενοι αν υπήρχε κάτι που να αξίζει μέσα σ’ αυτή την έσχατη ένδεια. Δεν υπήρχε τίποτα!
Αλλά καθώς βγήκαν από το σπίτι, συνειδητοποίησαν ότι έκαναν λάθος. Παραδόξως, η οικογένεια είχε την πιο ασυνήθιστη περιουσία – αρκετά εντυπωσιακή δεδομένων των συν­θηκών. Είχαν μια αγελάδα.
Η αγελάδα δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά η καθημερι­νή ζωή και οι δραστηριότητες της οικογένειας φαίνεται ότι πε­ριστρέφονταν γύρω από την αγελάδα. «Τάισε την αγελάδα», «Φρόντισε η αγελάδα να έχει αρκετό νερό», «Δέσε καλά την αγελάδα», «Μην ξεχάσεις να πας την αγελάδα να βοσκήσει», «Άρμεξε την αγελάδα!».Ήταν φανερό ότι η αγελάδα έπαιζε κυ­ρίαρχο ρόλο στη ζωή της οικογένειας, παρόλο που το ελάχιστο γάλα που έβγαζε μετά βίας αρκούσε για να τους θρέψει όλους.
Παρ’ όλα αυτά, η αγελάδα φαίνεται ότι εξυπηρετούσε έναν ακόμα μεγαλύτερο σκοπό: ήταν το μόνο πράγμα που τους προστάτευε από την απόλυτη και έσχατη δυστυχία. Σε ένα μέ­ρος όπου όλα τα αγαθά ήταν λιγοστά, το να έχουν στην κατο­χή τους μια τέτοια πολύτιμη περιουσία προκαλούσε τον σε­βασμό, αν όχι τον φθόνο, των γειτόνων τους.
Κι εκεί λοιπόν -μέσα στη βρομιά και την ακαταστασία- ο δά­σκαλος και ο μαθητής ξάπλωσαν για να περάσουν το βράδυ.
Το επόμενο πρωί, πριν το ξημέρωμα και προσέχοντας να μην ξυπνήσουν κανέναν, οι δύο ταξιδιώτες έφυγαν για να συ­νεχίσουν το ταξίδι τους.
Ο μαθητής κοίταξε τριγύρω του σαν να προσπαθούσε να φωτογραφίσει με τον νου του το φρικτό μέρος. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν ήταν βέβαιος ότι είχε καταλάβει το μάθημα που ο δάσκαλος ήθελε να του διδάξει. Ωστόσο, πριν συνεχίσουν την πορεία τους, ο γέροντας του ψιθύρισε: «Ήρθε η ώρα να μάθεις το μάθημα που μας έφερε σε αυτό τον θλιβερό τόπο».
Κατά τη διάρκεια της σύντομης επίσκεψής τους, είχαν γί­νει μάρτυρες μιας ζωής σχεδόν πλήρους εγκατάλειψης, αλλά ο νέος δεν ήταν σίγουρος για την αιτία της φρικτής ζωής που περνούσε η οικογένεια. Πώς είχαν επιτρέψει στον εαυτό τους να φτάσει σε αυτό το σημείο; Τι τους κρατούσε εκεί;
Ο δάσκαλος περπάτησε αργά προς την αγελάδα, η οποία ήταν δεμένη σε έναν ασταθή φράχτη είκοσι μέτρα περίπου από το σπίτι. Όταν βρέθηκαν περίπου ένα βήμα από το ζώο, έβγαλε ένα στιλέτο από τη θήκη που κουβαλούσε. Ο μαθητής παραξενεύτηκε. Όταν ο γέροντας ύψωσε ξαφνικά το χέρι του, ο νέος σοκαρίστηκε συνειδητοποιώντας τι επρόκειτο να συμ­βεί. Παρακολουθούσε, χωρίς να μπορεί να πιστέψει στα μάτια του, τον δάσκαλό του να κόβει τον λαιμό της αγελάδας με μια γρήγορη κίνηση. Το μοιραίο πλήγμα έκανε το ζώο να καταρ­ρεύσει σιωπηλά στο έδαφος.
Ο μαθητής βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους αμηχανίας. «Τι έκανες δάσκαλε;» είπε ψιθυρίζοντας με αγωνία για να μην ξυπνήσει την οικογένεια. «Πώς μπόρεσες να σκοτώσεις το κα­κόμοιρο το ζώο; Τι είδους μάθημα είναι αυτό που θα ρημάξει την οικογένεια; Αυτή ήταν η μόνη περιουσία τους. Τι θα απο­γίνουν τώρα;»
Χωρίς να δείχνει προβληματισμένος από την ανησυχία του νέου και αγνοώντας τις ερωτήσεις, ο δάσκαλος προχώρησε, αφήνοντας πίσω του τη μακάβρια σκηνή, εμφανώς αδιάφο­ρος για τη μοίρα που περίμενε τη φτωχή οικογένεια μετά την απώλεια του ζώου. Μπερδεμένος ακόμα, ο μαθητής ακολού­θησε τον δάσκαλο καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους.
Κι έτσι κι έγινε. Αυτή η φτωχή οικογένεια έπρεπε να αντι­μετωπίσει μια αβέβαιη ζωή γεμάτη δυσκολίες και την πιθανότητα μιας ακόμη μεγαλύτερης μιζέριας.
Τις επόμενες μέρες, η τρομακτική ιδέα ότι η οικογένεια θα πέθαινε της πείνας χωρίς την αγελάδα της στοίχειωνε τον μα­θητή. Τι άλλο θα μπορούσε να συμπεράνει μετά την απώλεια της μοναδικής πηγής τροφής; Αυτές οι σκέψεις τον βασάνιζαν για μήνες. Περισσότερο απ’ όλα όμως ένιωθε απογοητευμέ­νος με τον εαυτό του που ποτέ δε ρώτησε τον δάσκαλό του για τα γεγονότα εκείνου του φρικτού πρωινού.

Ένας χρόνος πέρασε, και ένα απόγευμα ο δάσκαλος πρό­τεινε στον μαθητή να επιστρέψουν στο μικρό χωριό για να δουν τι είχε απογίνει η οικογένεια. Η αναφορά και μόνο του επεισοδίου που θα νόμιζε κανείς ότι είχε λησμονηθεί προ πολ­λού ήταν αρκετή για να ξυπνήσει τις ζωντανές μνήμες ενός μαθήματος που, ακόμα και μετά από τόσο καιρό, ο νέος δεν είχε πλήρως καταλάβει.
Για μια ακόμα φορά, ο νους του κατακλύστηκε από σκέ­ψεις για τη φτωχή οικογένεια και τον ρόλο που είχε παίξει ο ίδιος στη μοίρα τους. Τι να είχαν απογίνει; Επέζησαν μετά απ’ αυτό το βαρύ πλήγμα; Μπόρεσαν να ξεκινήσουν μια καινού­ρια ζωή; Θα μπορούσε να τους αντικρίσει μετά απ’ αυτό που είχε γίνει; Παρά τις ενοχλητικές αυτές σκέψεις δέχτηκε απρό­θυμα, και με μισή καρδιά ξεκίνησε το ταξίδι που θα έριχνε φως στο θλιβερό επεισόδιο του περασμένου χρόνου.
Μετά από πολλές μέρες ταξιδιού, οι δύο άντρες έφτασαν στο χωριό. Έψαχναν μάταια για το σπίτι. Ο γύρω χώρος έμοια­ζε ίδιος, αλλά η καλύβα στην οποία είχαν περάσει το βράδυ τους πριν από έναν χρόνο δεν υπήρχε πια. Αντιθέτως, ένα και­νούριο και πολύ ωραιότερο σπίτι είχε χτιστεί στο ίδιο σημείο. Σταμάτησαν και κοίταξαν προς όλες τις κατευθύνσεις για να βεβαιωθούν ότι πράγματι βρίσκονταν στο σωστό μέρος.
Ο νέος φοβόταν ότι ο θάνατος του ζώου είχε σταθεί ένα πλήγμα που η φτωχή οικογένεια ήταν δύσκολο να ξεπεράσει. Ίσως να τους είχαν διώξει από το σπίτι και μια άλλη οικογένεια με λίγο καλύτερη τύχη να είχε πάρει τη γη τους και να έχτισε αυτό το καινούριο σπίτι. Τι άλλο θα μπορούσε να τους είχε συμβεί; Ίσως η ντροπή να τους είχε κάνει να φύγουν.
Ενώ αυτές οι σκέψεις τριγύριζαν στον νου του, ταλαντευό­ταν μεταξύ δύο αποφάσεων: να βρει τι είχε συμβεί στην οικο­γένεια ή απλώς να συνεχίσει τον δρόμο του, αποφεύγοντας το δυσάρεστο έργο της επιβεβαίωσης των χειρότερων υποψιών του. Επέλεξε να μάθει -έπρεπε να μάθει- και έτσι χτύπησε την πόρτα και περίμενε.
Μετά από λίγο, ένας πολύ ευχάριστος άντρας φάνηκε στην πόρτα. Στην αρχή ο μαθητής δεν τον αναγνώρισε. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξη του όταν συνειδητοποί­ησε ότι ήταν το ίδιο άτομο που τους είχε προσφέρει καταφύ­γιο πριν από έναν χρόνο. Ήταν σίγουρα ο ίδιος άντρας, αλλά κάτι είχε αλλάξει πάνω του. Φορούσε καθαρά ρούχα και ήταν πολύ περιποιημένος. Ήταν χαμογελαστός και το βλέμμα του είχε μια λάμψη. Ήταν σαφές ότι κάτι αρκετά σημαντικό είχε συμβεί στη ζωή του.
Ο νεαρός μαθητής σχεδόν δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Πώς ήταν δυνατόν; Τι θα μπορούσε να είχε συμβείμέσα σε έναν χρόνο; Χαιρέτησε αμέσως τον άντρα και χωρίς να χάσει καιρό άρχισε να τον ρωτά για την καλή τύχη που προφα­νώς είχε χτυπήσει την πόρτα στον ίδιο και την οικογένειά του.
«Πριν από μόλις έναν χρόνο, κατά τη σύντομη παραμονή μας εδώ», είπε ο νέος, «φάνηκε ότι ζούσατε κάτω από τις πιο δυσμενείς και απελπιστικές συνθήκες. Σας παρακαλώ, πείτε μου τι συνέβη από τότε και τα πράγματα άλλαξαν τόσο πολύ. Ποια ήταν η αιτία της καλής σας τύχης;»
Ανύποπτος για το γεγονός ότι οι δύο ταξιδιώτες ήταν υπεύ­θυνοι για τη σφαγή της αγελάδας του, ο άντρας τούς προσκά­λεσε μέσα και μοιράστηκε μαζί τους μια απίστευτη ιστορία – μια ιστορία που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή του νέου.
Τους διηγήθηκε ότι, συμπτωματικά, την ίδια μέρα που εί­χαν φύγει, κάποιος παλιάνθρωπος, που πιθανότατα ζήλευε τη λιγοστή τους τύχη, είχε σφαγιάσει άγρια το κακόμοιρο ζώο.
«Πρέπει να ομολογήσω», είπε ο άντρας, «ότι η πρώτη μας αντίδραση ήταν η πλήρης απελπισία και το άγχος. Για πολύ καιρό, το γάλα της αγελάδας ήταν ο μόνος μας πόρος. Εκτός απ’ αυτό, το ζώο ήταν η μόνη μας περιουσία· η ζωή μας εξαρ­τιόταν απ’ αυτήν. Η αγελάδα ήταν το επίκεντρο της καθημερι­νής μας ύπαρξης και, ειλικρινά, η κατοχή της και μόνο μας έδι­νε μια αίσθηση ασφάλειας και έτσι κερδίζαμε και τον σεβα­σμό των γειτόνων μας.
»Λίγο μετά από εκείνη την τραγική μέρα, συνειδητοποιή­σαμε ότι, αν δεν κάναμε κάτι, θα πηγαίναμε γρήγορα από το κακό στο χειρότερο. Είχαμε φτάσει στον πάτο χωρίς το ζώο. Χρειαζόμασταν τροφή για εμάς και τα παιδιά μας. Καθαρίσαμε λοιπόν μια μικρή έκταση γης πίσω από το σπίτι και φυτέψαμε μερικούς σπόρους λαχανικών. Έτσι, καταφέραμε να επιβιώ­σουμε τους πρώτους μήνες μετά την τραγική μέρα.
»Μετά από λίγο καιρό, συνειδητοποιήσαμε ότι ο μικρός κή­πος παρήγε περισσότερα λαχανικά απ’ όσα χρειαζόμασταν εμείς οι ίδιοι. Σκεφτήκαμε ότι, αν μπορούσαμε να πουλάμε τα υπόλοιπα στους γείτονές μας, θα είχαμε τη δυνατότητα να αγο­ράσουμε περισσότερους σπόρους. Έτσι κι έγινε, και σύντομα υπήρχε αρκετή τροφή για μας και πολύ περισσότερη για να πουλήσουμε στην αγορά της πόλης».
«Έτσι συνέβη!» είπε με ενθουσιασμό ο άντρας. «Για πρώτη φορά στη ζωή μας, είχαμε κάποια χρήματα για τροφή και ρού­χα. Από κει και πέρα ξέραμε ότι υπήρχε ελπίδα για μια και­νούρια ζωή, μια ζωή που δε φανταζόμασταν και δεν ονειρευ­όμασταν ότι θα ήταν δυνατή.
»Τον τελευταίο μήνα μπορέσαμε να χτίσουμε αυτό το μι­κρό σπίτι. Είναι σαν η απώλεια της αγελάδας να μας άνοιξε τα μάτια για μια καινούρια και ευτυχισμένη ζωή».
Ο νέος ένιωσε κατάπληκτος από την ιστορία. Τελικά, κα­τάλαβε το μάθημα που ο αγαπημένος του δάσκαλος ήθελε να του διδάξει. Ήταν φανερό ότι ο θάνατος της αγελάδας δεν ήταν στην ουσία το τέλος της οικογένειας, όπως ο ίδιος φοβόταν, αλλά η αρχή μιας καινούριας ζωής γεμάτης από καλύ­τερες ευκαιρίες.
Ο δάσκαλος, που παρέμενε σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια της επιβλητικής ομολογίας, πήρε τον μαθητή του παράμερα και ρώτησε: «Πιστεύεις ότι η οικογένεια θα είχε επιτύχει τόσο πολλά τον τελευταίο χρόνο αν είχε ακόμα την αγελάδα της;»
«Μάλλον όχι», απάντησε ο νέος χωρίς δισταγμό.
«Τώρα καταλαβαίνεις; Η αγελάδα που τόσο αγαπούσαν και περιποιούνταν ως πολύτιμη περιουσία ήταν αυτή που στην πραγματικότητα τους κρατούσε δέσμιους σε μια ζωή φτώχειας και μετριότητας. Τους παρηγορούσε η ιδέα ότι η αγελάδα τους προστάτευε από τη συντριβή. Αλλά μόνο όταν έχασαν αυτή την ψεύτικη ασφάλεια αναγκάστηκαν να στρέψουν το βλέμμα τους προς μια νέα κατεύθυνση».
«Με άλλα λόγια, η αγελάδα, την οποία οι γείτονες θεωρού­σαν ευλογημένη, τους έκανε να νιώθουν ότι δε ζούσαν μέσα στην απόλυτη φτώχεια, ενώ στην ουσία ζούσαν μέσα σε από­λυτη μιζέρια», παρατήρησε ο μαθητής.

«Ακριβώς», απάντησε ο γέροντας. «Αυτό συμβαίνει όταν πείθεις τον εαυτό σου ότι το λίγο που έχεις είναι παραπάνω κι από αρκετό. Η σκέψη αυτή από μόνη της γίνεται μια βαριά αλυσίδα που σε εμποδίζει να αναζητήσεις κάτι καλύτερο. Η υποχωρητικότητα αρχίζει να κυβερνά τη ζωή σου. Μαθαίνεις να αποδέχεσαι τις καταστάσεις, παρόλο που δεν είσαι καθό­λου ικανοποιημένος απ’ αυτές. Ξέρεις ότι δεν είσαι ευτυχι­σμένος με τη ζωή σου, αλλά δεν είσαι και τελείως δυστυχι­σμένος. Είσαι απογοητευμένος με τη ζωή που αντιμετωπίζεις, αλλά δε σε ενοχλεί τόσο ώστε να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Βλέπεις πόσο τραγικό είναι αυτό;
»Όταν έχεις μια δουλειά που δε σου αρέσει, που ποτέ δε θα σου επιτρέψει να ικανοποιήσεις τις πιο βασικές σου ανάγκες και δε σου παρέχει προσωπική ικανοποίηση ή τη ζωή που επι­θυμείς, η απόφαση να παραιτηθείς και να βρεις μια καλύτερη δουλειά είναι εύκολη. Αλλά όταν αυτή η δουλειά σου επιτρέ­πει να πληρώνεις τα χρέη, να επιβιώνεις ή ακόμα και να απο­λαμβάνεις μικρές ανέσεις, είναι πολύ εύκολο να πέσεις στην παγίδα του να είναι ικανοποιημένος που τουλάχιστον έχεις κάτι. Άλλωστε, η λογική σού λέει ότι κάποιοι άνθρωποι θα ήταν ευ­γνώμονες για αυτή τη δουλειά.
»Όπως συνέβαινε και με την αγελάδα, αυτή η στάση θα σε κρατάει πάντα πίσω. Αν δεν απαλλαγείς απ’ αυτήν, δε θα μπορέσεις ποτέ να βιώσεις κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που ήδη γνω­ρίζεις. Θα καταδικαστείς να είσαι ισόβιο θύμα των περιορισμών που εσύ ο ίδιος επέβαλες στην ύπαρξή σου. Είναι σχεδόν σαν να έχεις αποφασίσει να κλείσεις τα μάτια σου στην αφετηρία της διαδρομής και να προσεύχεσαι για το καλύτερο».
Ο μαθητής στεκόταν χαμένος στις σκέψεις του.Ήταν εντυ­πωσιασμένος από τις παρατηρήσεις του δασκάλου του και άρ­χισε να βλέπει το προφανές. «Όλοι έχουμε αγελάδες στη ζωή μας. Κουβαλάμε το βαρύ φορτίο των λανθασμένων πεποιθή­σεων, των προφάσεων, των φόβων και των δικαιολογιών μας. Το τραγικό είναι ότι όλοι αυτοί οι περιορισμοί, που επιβάλλου­με στον εαυτό μας, μας κρατούν δέσμιους μιας μέτριας ζωής».
«Όχι μόνο αυτό», πρόσθεσε ο γέροντας. «Πολλοί άνθρωποι διατηρούν και προβάλλουν πεισματικά τις προφάσεις που αφορούν το γιατί δεν μπορούν να ζήσουν τη ζωή που πάντα ονειρεύονταν. Κατασκευάζουν σχεδόν πιστευτές δικαιολογίες για να εξηγήσουν στους άλλους τις καταστάσεις και ύστερα συνεχίζουν να ζουν μια ζωή εσωτερικής ταραχής, καθώς συ­νειδητοποιούν ότι αυτές οι εξηγήσεις, αν και πειστικές για τους άλλους, δεν έχουν καμία αξία για τους ίδιους».
«Τι υπέροχο μάθημα», αναλογίστηκε ο νέος, αρχίζοντας άμεσα την καταγραφή των δικών του αγελάδων.
Κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου ταξιδιού, εξέτασε προσε­κτικά τους περιορισμούς που είχε θέσει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Υποσχέθηκε να εξαλείψει όλες εκείνες τις πε­ποιθήσεις που τον κρατούσαν δέσμιο μιας μέτριας ύπαρξης και τον εμπόδιζαν να αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό του.
Αναμφίβολα, σκέφτηκε, εκείνη η μέρα σημάδεψε το ξεκί­νημα μιας νέας ζωής, μιας ύπαρξης ελεύθερης από αγελάδες.



Από το βιβλίο "Μια αγελάδα, μια φορά... " του ΔΡ. ΚΑΜΙΛΟ ΚΡΟΥΖ – εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Το παιδί του πλούτου και της φτώχειας













Μια φορά κι έναν καιρό,
κι ένα πρωινό λαμπρό,.
τότε που οι άνθρωποι πίστευαν,
πως πάνω στο Μύτικα,
στου Όλυμπου την ψηλότερη κορφή,
είχε ο Δίας το θεϊκό του ανάκτορο,
πανηγύρι λαμπρό στήθηκε
και τραπέζι πανώριο στρώθηκε
με όλα του κόσμου τα καλά,
επειδή η Αφροδίτη γεννήθηκε,
επειδή η ίδια η Ομορφιά
στη γη των ανθρώπων κατέβηκε.

Μια βδομάδα πριν
ο πατέρας των θεών
και όλων των θνητών ανθρώπων
έστελνε με τον Ερμή, τον ταχυδρόμο του, προσκλήσεις σε όλους τους θεούς
και στα παιδιά τους,
τους ημίθεους,
και στο γλέντι τους καλούσε,
εκεί επάνω στο Μύτικα,
στο θεϊκό του ανάκτορο.

Όλοι, μα όλοι, με χαρά μεγάλη άρχισαν απ’ το πρωί στο κατάφωτο ανάκτορο να μπαίνουν
και να τρώνε και να πίνουν
και ευχές να δίνουν
για πάντα η Αφροδίτη,
η Ομορφιά η ίδια, να μείνει μαζί τους και στη ζωή όλων άλλο νόημα να δώσει.
Γέλια, τραγούδια και χαρές στο παλάτι μέσα.

Έξω όμως απ’ αυτό, στους μεγάλους κήπους
μια σκιά περιδιαβαίνει.
Άσχημη, βρώμικη
και θλιβερή και θυμωμένη,
που μόνο αυτή δεν κάλεσε
ο Δίας στη γιορτή.
Κατά το συνήθειο της όλο και ψαχουλεύει
κάτι να βρει
πείνα και δίψα να χορτάσει,
κάποιο ρούχο να αρπάξει
τα κουρέλια να σκεπάσει,
κάπως να καταφέρει μέσα να μπει να βολευτεί και να ξαποστάσει. Στάθηκε αδύνατο όμως, αφού το Κράτος και η Βία, οι φρουροί του παλατιού, είχαν πάρει εντολή να μην αφήσουν την Πενία, τη Φτώχεια δηλαδή, να μπει στη γιορτή και με την κακομοιριά της το κέφι, την όρεξη και τη χαρά να διώξει.

Η Πενία, το λοιπόν, έξω τριγυρίζοντας  σ΄ έναν θάμνο μεγάλο και ανθισμένο από κάτω βρίσκει τον Πόρο,
τον Πλούτο,
της Μήτιδας το γιο,
όμορφο παλικάρι που κατά πως φαίνεται παράπιε από το Νέκταρ –το κρασί δεν το΄ξεραν ακόμη– και γλυκοκοιμόταν. Μαζί του θα πλαγιάσω, σκέφτηκε, που θα ξαναβρώ τέτοια τύχη, εγώ η ίδια η Φτώχεια με τον Πλούτο να βρεθώ.
Και πλάγιασε, και την ίδια τη μέρα που η Ομορφιά γεννήθηκε, η περιφρονεμένη Πενία έπιασε στην κοιλιά της γιο, που πατέρα του τον Πόρο είχε.

Και ο γιος αυτός
ο Έρωτας είναι, που `χει μάνα του τη Φτώχεια και πατέρα του τον Πλούτο. Και επειδή τη μέρα που ο Αφροδίτη γεννήθηκε, στην κοιλιά της Φτώχειας πιάστηκε, πιστός ακόλουθος και υπηρέτης της Ομορφιάς έγινε και αυτή παντοτινά τον γοητεύει και σα μαγνήτης τον τραβά.
Ο γιος της Φτώχειας, που λέτε, πάντα φτωχός είναι σε όλη τη ζωή του, και ούτε τρυφερός, όπως λένε οι περισσότεροι,
ούτ’ όμορφος ο ίδιος είναι
(ποιος έχασε τρυφεράδα και ομορφιά για να τη βρει αυτός;), αλλά σαν τη μάνα του είναι σκληρός και ξυπόλυτος και ξερακιανός και άστεγος,
χάμω κοιμάται χωρίς στρωσίδια
και με τη μιζέρια σύντροφος.
Στα κατώφλια των σπιτιών
στα σοκάκια που γυρίζει τον ουρανό έχει για στέγη.

Πήρε κι απ’ τον πατέρα του όμως, τον Πόρο, χαρίσματα και είναι παράτολμος αντρειωμένος και φοβερός κυνηγός που το ταίρι του ψάχνει και στήνει μηχανές και παγίδες με τρόπους σοφούς ή πονηρούς.
Και ούτε θνητός ούτε αθάνατος είναι αλλά την ίδια στιγμή που γεννιέται, πεθαίνει.
Στην ίδια μέρα μέσα τη μια στιγμή ανθίζει και είναι όλο ζωή, όταν αυτό που κυνηγάει το αποχτήσει, και την άλλη πεθαίνει αφού ό,τι αποχτά μέσα από τα δάχτυλα του γλιστράει και το χάνει.
Έχει και δεν έχει, ούτε φτωχός μα ούτε και πλούσιος είναι. Κυνηγός είναι της Ομορφιάς, και του Καλού. Και σαν το αποχτήσει έλλειμμα πάντα έχει και δεν του φτάνει.
Ακόρεστος είναι και ανήσυχος πάντα.
Κυνηγός, παγιδευτής του Καλού και του Ωραίου και θέλει παντοτινά να το κατέχει
Και είναι ο Έρωτας γέννα του Καλού μέσα στην Ομορφιά.
Μια γέννα που ποτέ δεν τελειώνει.
—Θηρευτής του Καλού
—Γιατί;
—Για να το κάνει δικό του
—Για πόσο;
—Για πάντα
—Και να το γεννάει μέσα στην Ομορφιά;
—Για πάντα
---Και μέσα από τις γέννες αυτές τι ζητάει;
---Την Αθανασία να κερδίσει, ο Έρωτας ούτε θνητός ούτε αθάνατος μιας και παιδί της ....Φτώχειας είναι με πατέρα τον Πλούτο


Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Ακούμε Πραγματικά





«Αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία, πρέπει να προχωρήσεις πέρα από το Εγώ σου και τον εσωτερικό διάλογο. Πρέπει να πάρεις την απόφαση να παραιτηθείς από την ανάγκη ελέγχου, την ανάγκη να σε αποδέχονται και την ανάγκη της κριτικής. Αυτά είναι τα τρία πράγματα που το Εγώ κάνει όλη την ώρα. Είναι σημαντικό να τα εντοπίζεις, κάθε φορά που εμφανίζονται» 

Όταν ακούς με αυτόν τον τρόπο, τότε μπορείς να αντικρίζεις με εμπιστοσύνη τη ζωή, να είσαι αυθεντικός, να βασίζεσαι στη διαίσθηση σου (όχι το ένστικτο), να είσαι αυθόρμητος (όχι παρορμητικός). Η ακοή με προσοχή είναι η πρώτη πράξη αγάπης, συμπόνιας, κατανόησης.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Η ζωή μας περιμένει






Πως δημιουργούμε το συμπαντικό θέλημα, αυτό το... κάτι που λέγεται «Καλή Ζωή»;

 Αγαπημένο μου παιδί Γιάννη μετά από το ξαφνικό φευγιό σου, θέλω να σου εκμυστηρευτώ ότι ο πόνος είναι μεγάλος και πολλές φορές μου τρυπάει την καρδιά και δεν τον αντέχω και τότε προσεύχομαι στον Θεό να με ανακουφίσει, γιατί μόνη μου δεν μπορώ να τον σηκώσω τον Σταυρό. Αλλά θέλω να σου εκφράσω αιώνια ευγνωμοσύνη για τα δώρα που μου άφησες, τα οποία είναι πολύ μεγάλα. Γιατί με τον τρόπο ζωής σου με δίδαξες πως πρέπει να ζω εδώ πάνω στην γη σύμφωνα με το συμπαντικό θέλημα, που δεν θέλει τους ανθρώπους δυστυχείς, μόνους και κατατρεγμένους αλλά υγιείς, λαμπερούς, ευτυχισμένους και ευγνώμονες, ακόμα και στα πιο δύσκολά τους και εγώ αυτό προσπαθώ να το ακολουθώ για να σου μοιάζω.
«Η Ζωή είναι ωραία, έλα να με κερδίσεις» συνέχεια αυτό το μήνυμα μας δίνει και μας ξαναδίνει. Έχει μεν δυσκολίες, ανατροπές και πολλές φορές έχει και δυστυχία, αλλά μέσα από όλα αυτά μας δείχνει το πόσο μεγάλη δύναμη έχει ο άνθρωπος που μπορεί να δαμάσει τα πάντα με την θέληση του. Να σταματήσουμε να είμαστε μοιραίοι και «ανθρωπάκια» γιατί δεν μας ταιριάζει.
Άρα ξεκίνα, η ζωή σε περιμένει!
Υπάρχει τρόπος να έχουμε τον τραπεζικό μας λογαριασμό πάντα γεμάτο, να βρίσκουμε μια καλή δουλειά, όποτε το θέλουμε; Μια υπέροχη σχέση χωρίς προβλήματα; Ή να είμαστε χρήσιμα άτομα στον εαυτόν μας και στους άλλους, χωρίς να ξοδεύουμε την μισή ζωή μας μέσα στην αρνητική ενέργεια, την απαισιοδοξία και τις μαύρες σκέψεις ότι αύριο θα έρθει η καταστροφή του κόσμου και εγώ τι θα κάνω;
Σίγουρα υπάρχει τρόπος και χρειάζεται να τον βρούμε για να τον εφαρμόσουμε στην ζωή μας.
Όλο το παιχνίδι παίζεται με τα συναισθήματά μας. Τα συναισθήματά μας είναι το καύσιμο του οχήματός μας. Έχουμε καλά συναισθήματα, τότε προχωράμε και πάμε παρακάτω με άνεση - έχουμε δύσκολα συναισθήματα, το όχημα σταματάει ή ανεβαίνει την ανηφόρα αγκομαχώντας.
Όλα ξεκίνησαν προ αμνημονεύτων χρόνων με τις πρώτες αναληθείς δηλώσεις όλων εκείνων που επιθυμούσαν διακαώς να έχουν δύναμη και εξουσία. Διακήρυξαν πως οι ζωές μας έκαναν κύκλους, και αποτελούσαν προϊόντα συνθηκών και περιστάσεων τις οποίες δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε, συμπεριλαμβανομένου και του να εξουσιάζουμε τους άλλους. Αυτή ήταν από τις πρώτες κοινές πεποιθήσεις σχεδόν από καταβολής κόσμου, και λογικό είναι να πιστεύουμε ακόμα και στις ημέρες μας ότι οι αντικειμενικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι ο θλιβερός, κακός μπελάς που όλοι μάθαμε να αποκαλούμε πραγματικότητα.
Η αλήθεια είναι ότι στην καθημερινή μας φυσική κατάσταση, διαθέτουμε την ιερή ικανότητα να κατευθύνουμε προς τα εκεί που θέλουμε το όχημά μας και αυτό που αποκαλούμε η «ζωή μας» και να την φτιάχνουμε με τον τρόπο που επιθυμούμε. Γιατί μπορούμε να το κάνουμε αυτό; Γιατί μπορούμε να δημιουργήσουμε με το συναίσθημα.
Γιατί ο νόμος στη φυσική που ισχύει και για εμάς -αφού είμαστε έμψυχα όντα με ηλεκτρομαγνητική ενέργεια- είναι ότι το όμοιο έλκει το όμοιο.
Είναι ο νόμος που δεν έχει να κάνει με προσωπικότητες και χαρακτήρες. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει έξω από αυτόν τον νόμο διότι είναι ο Νόμος του Σύμπαντος.
Άρα έλκουμε τα πάντα στην ζωή μας μέσω του τρόπου που αισθανόμαστε.
Μπορεί να σας φαίνεται τρελό όλο αυτό, αλλά τελικά η αλήθεια είναι ότι είμαστε προικισμένοι με ασύλληπτη ικανότητα να μαγνητίζουμε και να βάζουμε στην ζωή μας οτιδήποτε μπορεί να επιθυμήσουμε σε αυτόν τον κόσμο, ελέγχοντας απλώς και μόνο τα συναισθήματά μας που παράγουν οι σκέψεις μας.







Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Αν..







Αν μπορείς να σαι ατάραχος, όταν τριγύρω οι άλλοι, 

σε σένα ρίχνουν τ άδικο μέσα στην παραζάλη.


Αν μπορείς, όταν δισταγμούς για σε θα 'χουν εκείνοι, 
να 'χεις στη δύναμή σου εσύ κρυφή εμπιστοσύνη. 
Αν μπορείς να σαι ακούραστος όταν προσμένεις κάτι, 
με ψέμα να μην απαντάς στων άλλων την απάτη, 
Αν σε μισούν, να μη μισείς κι ας είσαι πληγωμένος 
Να μην είσαι ευκολόπιστος μήτε πονηρεμένος. 

Αν μπορείς να ονειρεύεσαι και τα όνειρα να ορίζεις, 
να σκέπτεσαι, χωρίς ζωή στη σκέψη να χαρίζεις. 
Αν στον Θρίαμβο και στη Καταστροφή έχεις την ίδια γνώμη, 
Κι άσειστη θέληση να λες "βάστα καρδιά μου ακόμη". 
Αν μπορείς την αλήθεια που 'χεις πει να δεις σακατεμένη, 
μια παγίδα για αφελής μα συ να επιμένεις. 
Αν ό,τι αγάπησες μπορείς ρημάδι ν' αντικρίσεις, 
με χαλασμένα σύνεργα το έργο να ξαναρχίσεις. 

Αν όσα πλούτη κέρδισες μπορείς να τα σωριάσεις, 
σ' ένα παιγνίδι τολμηρό να μη τα λογαριάσεις, 
κι όταν χαθούν αχάλαστη να 'ναι η ζωή σου εσένα, 
χωρίς να παραπονεθείς ποτέ για τα χαμένα. 
Αν σκλάβα σου ν' έχεις μπορείς στη πράξη την καρδιά σου 
να βρεις το θάρρος που έμεινε πολύ καιρό μακριά σου. 


Αν μες το πλήθος είσαι αγνός χωρίς να φεύγεις πέρα, 
Κι αν όταν συναντάς και βασιλείς είναι μια ίδια μέρα. 
Κι αν δεν μπορεί φίλος η εχθρός πίκρες να σε ποτίζει, 
Κι αν εκτιμάς κάθε άνθρωπο μονάχα όσο αξίζει. 
Κι αν το γοργό καιρό μπορείς σωστά να τον μετρήσεις 
και μέσα του κάθε στιγμή τους θησαυρούς να κλείσεις. 
Όλα δικά σου γίνονται τότε σ΄ αυτή τη πλάση 
κι είσαι άντρας άξιος που κανείς ποτέ δεν θα σε ξεπεράσει. 

                                      Ράντγιαρντ Κίπλινγκ

Γιατί δεν έχω κανέναν δίπλα μου;





Η μοναξιά δεν είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει άλλους γύρω του. Είναι μια εσωτερική αποσύνδεση από τον εαυτό του που τον οδηγεί στην αποσύνδεση από τους άλλους. Μπορούμε να νιώθουμε μόνοι είτε όταν υπάρχουν είτε όταν δεν υπάρχουν άνθρωποι κοντά μας.
Βρέθηκα κάποτε σ’ ένα αρχοντικό πάρτι σ’ ένα πλουσιόσπιτο στο Χάμπτονς του Λονγκ Άιλαντ. Ήμουν ένας από τους εκατοντάδες που είχαν πάει εκεί για να κάνουν επαγγελματικές γνωριμίες. Μέσα σε μισή ώρα μ’ έπιασε μανία να φύγω. Όταν αργότερα το σκέφτηκα, κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επικοινωνήσω στ’ αλήθεια με τον τρόπο που γίνονταν οι γνωριμίες και οι συζητήσεις εκεί μέσα. Ένιωθα αποσυνδεδεμένος από τον εαυτό μου και απίστευτα μόνος. Φύγαμε άρον-άρον και πήγαμε στο ξενοδοχείο με τον φίλο μου, αναστενάζοντας και οι δυο από ανακούφιση και απογοήτευση. Περιμέναμε πώς και τι αυτό το πάρτι για τις γνωριμίες, όμως το μόνο που νιώσαμε ήταν εξάντληση, άδειασμα και μοναξιά. Όλοι όσοι συνάντησα εκεί έδειχναν αγχωμένοι να γνωρίσουν τον κατάλληλο άνθρωπο για τους στόχους τους. Εγώ βυθίστηκα σε έναν κυκεώνα άγχους που το μυαλό μου αντιλήφθηκε αμέσως και το ξανακαθρέφτισε στο περιβάλλον, οπότε αυξήθηκε ραγδαία. Ο σχηματισμός σχέσεων με νόημα σε μια θάλασσα άγχους και φόβου μοιάζει σαν να προσπαθείς να δεις την αντανάκλαση σου σ’ έναν καταρράκτη: είναι, απλώς, αδύνατον.
Οι συμπεριφορές δέσμευσης έχουν μελετηθεί από ψυχολόγους και επιστήμονες του εγκεφάλου. Αν και κάθε άτομο και κάθε κατάσταση είναι μοναδικά, υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι: ο ασφαλής, ο αγχώδης και ο αποφευκτικός. Συχνά θα έχετε αναρωτηθεί: Γιατί διαφορετικοί άνθρωποι φτιάχνουν διαφορετικές σχέσεις; Γιατί κάποιοι συνδέονται και κάποιοι όχι; Γιατί κάποιοι παντρεύονται νέοι και άλλοι μένουν για πάντα ανύπαντροι; Γιατί κάποιοι τα πάνε τόσο καλά με τους άλλους, ενώ κάποιοι αποξενώνονται μονίμως;
Μέσα στον καθένα μας δουλεύουν διάφορες δυνάμεις που καθορίζουν τη σύνδεσή μας με τους άλλους και με την κοινωνία. Βασιζόμενοι σε επιρροές από τις σχέσεις που βιώσαμε στην παιδική και εφηβική μας ηλικία και στην πρώιμη ωριμότητά μας, σχηματοποιούμε απόψεις για το πως σχετιζόμαστε με τους άλλους, για το αν και πώς τους προσεγγίζουμε, αν αποφεύγουμε τη δέσμευση ή αν παραλύουμε. Εξελίσσουμε ο καθένας μας διαφορετικά είδη σχέσεων λόγω γονιδίων, ρυθμίσεων και εμπειριών. Οι συμπεριφορές μας βασίζονται σε κρυμμένα μονοπάτια που στην πλειονότητά τους παγιώνονται από πολύ νωρίς στο μυαλά και στην ψυχή μας.
Όμως, πριν προχωρήσουμε στις διαφορετικές συμπεριφορές, ας δούμε κάθε ένα από τα τρία είδη δέσμευσης πιο αναλυτικά. Τονίζω ότι σπάνια ένα άτομο εμφανίζει μόνο το ένα είδος. Τυπικά, όλοι μας κατέχουμε και τους τρεις τύπους ως ένα βαθμό και θα τους συζητήσουμε ώστε να καταλάβουμε πώς ο φόβος παρεμβαίνει σε κάθε δέσμευση, πώς ανταποκρίνεται ο εγκέφαλός μας και τι μπορούμε να κάνουμε.
Η ασφαλής δέσμευση
Η ασφαλής δέσμευση αναφέρεται στην ικανότητά μας, αφενός, να κάνουμε σχέσεις και, αφετέρου, να τις διατηρούμε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παραδόξως, για να δημιουργήσουμε τέτοια δέσμευση πρέπει να αφήσουμε στην άκρη πολλές μαθημένες, συνειδητές συμπεριφορές ώστε να επιτρέψουμε στη σχέση να αναπτυχθεί απλώς και μόνο επειδή το πιστεύουμε. Η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η αυτοπεποίθηση δημιουργούν μια ασφαλή βάση σ’ αυτές τις σχέσεις, αφού, ακόμα κι αν υπάρχουν φόβοι, δεν κυριαρχούν: τους ελέγχουμε. Έτσι, ακόμα κι ένας σοβαρός καβγάς δεν καταλήγει σε εβδομάδες απομάκρυνσης και σε φόβο χωρισμού, ούτε οι σύντροφοι ταράζονται επειδή ο ένας από τους δύο πάει διακοπές με φίλους.
Στην ασφαλή δέσμευση δεν υπάρχει ο διαρκής φόβος της εγκατάλειψης. Το άτομο θεωρεί τον εαυτό του «αρκετό» για να κρατήσει το ενδιαφέρον του άλλου. Κι αυτό δεν είναι μια στιγμιαία σκέψη ή πεποίθηση αλλά ένας βαθιά ριζωμένος τρόπος επαφής με τους άλλους. Εν μέρει πίσω από αυτό κρύβεται η ιδέα ότι η ζωή δεν αλλάζει, ότι το άτομο βρίσκεται στα καλύτερά του. Έτσι, ο εγκέφαλος σταματά να σχηματίζει νέες συνάψεις (οι συνάψεις είναι δομές μέσω των οποίων ένα χημικό ή ηλεκτρικό σήμα περνά από τον ένα νευρώνα του εγκεφάλου στον άλλο) και η προσωπική μας ανάπτυξη σταματά. Στην πραγματικότητα βέβαια αυτό δεν συμβαίνει ποτέ, άρα γιατί το νομίζουμε; Αν δεχτούμε το ρητό ότι φερόμαστε στους άλλους όπως θέλουμε να φέρονται εκείνοι σ’ εμάς, το επόμενο λογικό συμπέρασμα είναι πως, αν εμείς αλλάξουμε, φοβόμαστε ότι θα αλλάξουν και οι άλλοι. Έτσι η ασφαλής δέσμευση, βασισμένη σε μια συμβατότητα που ίσως να μην υπάρχει και στο μέλλον, κινδυνεύει να ζημιωθεί. Ωστόσο, ασφαλής δέσμευση δεν υπάρχει αν σκεφτόμαστε έτσι. Η απλή αλήθεια κάθε σχέσης είναι ότι μερικές φορές μπορούμε να βασιστούμε στους άλλους και μερικές φορές δεν μπορούμε. Ακόμα και οι αγαπημένοι μας μπορεί να μας απογοητεύσουν.
Για τα παιδιά ασφαλής σχέση σημαίνει ότι η εμπειρία της σύνδεσης με τον άλλον εσωτερικεύεται και το παιδί μπορεί ν’ ανοίξει τα φτερά του χωρίς να νιώθει ότι απειλείται από μιαν αίσθηση απώλειας. Τα είδη δέσμευσης παγιώνονται μέσα μας από τα τρία έως τα πέντε μας χρόνια. Αν το παιδί χάσει έναν γονέα ή αν ο ένας γονέας είναι απών για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αίσθηση ασφαλούς δέσμευσης μειώνεται.
Η ασφαλής δέσμευση παρέχει επίσης τη δυνατότητα να ζήσουμε αυτό που όλοι ποθούμε: μια ζωή ξεκλείδωτη.Προσοχή όμως: δεν πρέπει να τη μπερδέψουμε με τους κραυγαλέους τύπους σχέσης όπου ο ένας κολλάει πάνω στον άλλον και όπου και οι δύο παίρνουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, απόφαση να μην είναι ελεύθεροι και παρέχουν παρηγοριά στον σύντροφό τους λόγω φόβου. Αυτή η συμπεριφορά εμφανίζεται συχνά στην αρχή μιας σχέσης, όμως σπανιότατα αποτελεί εχέγγυο για διάρκεια. Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε ασφαλή δέσμευση, όχι μόνο είναι απλούστερη η σχέση αλλά και η απώλειά της – σε αντίθεση με την αγχώδη που, όταν διαλύεται, προξενεί συνήθως μακροχρόνιο θρήνο.
Η ασφαλής δέσμευση εμπεριέχει την επίγνωση ότι θα έρθουν διάφορες συγκρούσεις και ότι χρειάζεται αποφασιστικότητα και αφοσίωση για να διατηρηθεί ένας δεσμός επί χρόνια. Συνήθως αυτός ο τύπος δέσμευσης χαρακτηρίζεται από την ικανότητα των συντρόφων να βάζουν τα αρνητικά στην άκρη, εστιάζοντας στα θετικά. Επίσης, σ’ αυτή τη σχέση το άτομο δεν τρομάζει από το θυμό του άλλου («Κι εσύ φοβάσαι όπως κι εγώ») και εξερευνά την οικειότητα και τα συναισθηματικά βάθη της σχέσης χωρίς προκαταλήψεις και κριτικό μάτι. Γνωρίζει εκ των προτέρων ότι οι μακροπρόθεσμες σχέσεις δεν είναι πάντα ονειρικές.
Η ασφαλής δέσμευση έρχεται όταν την περιμένουμε. Αν και οι δύο σύντροφοι το γνωρίζουν αυτό, μαθαίνουν συνεχώς κάτι καινούργιο, και σκέψεις όπως: «Ο θυμός του δε σημαίνει ότι με παρατάει», ή «Αυτή τη στιγμή δεν την αντέχω, αλλά θα περάσει το κακό, υπομονή», δε βαραίνουν ιδιαίτερα.
Αγχώδης δέσμευση
Στους περισσότερους κάτι θυμίζει αυτός ο τύπος σχέσης. Όταν δημιουργούμε αγχώδη δέσμευση, μας κυνηγά ο φόβος της απόρριψης και της εγκατάλειψης. Κάθε σχέση, κάθε απόπειρα για σχέση, συνοδεύεται από τον εσώτερο φόβο ότι θα μας απορρίψουν ή θα μας εγκαταλείψουν. Ακόμα κι αν υπάρχει ένα επίπεδο θετικής σκέψης και καμία συνειδητή αντίληψη αυτών των προβλέψεων, οι παρελθούσες εμπειρίες έχουν σχηματίσει μονοπάτια στον εγκέφαλο που ξυπνούν σε κάθε νέα απόπειρα και ενεργοποιούν παλιούς φόβους. Τα μονοπάτια αυτά είναι βαθιά και ασυνείδητα, σε άμεση επαφή με τα κυκλώματα φόβου στον εγκέφαλο.
Συχνά οι καβγάδες προέρχονται από την αγχώδη δέσμευση του ζευγαριού. Έχετε προσέξει ότι ξεκινάτε καβγά επειδή ο αγαπημένος σας φεύγει ταξίδι, ή όταν είναι απασχολημένος με τη δουλειά του και δεν σας δείχνει ενδιαφέρον; Έχετε προσέξει ότι τα ζευγάρια μαλώνουν περισσότερο όταν γερνούν; Σε κάθε μια από αυτές τις περιστάσεις, υπάρχει φόβος ή άγχος ότι ο άλλος μας εγκαταλείπει, οπότε το αγχώδες άτομο απορυθμίζεται και απορυθμίζει τον σύντροφό του με το διανοητικό καθρέφτισμα. Μοιάζει με την αντίδραση μπροστά στο θάνατο: όποτε ο αγαπημένος φεύγει, ζούμε έναν μικρό θάνατο. Αν δεν έχουμε σταθερές βάσεις μέσα μας, η αναχώρηση του άλλου προξενεί κατάρρευση και πανικό. Ο φόβος αποσυντονίζει την ικανότητά μας για σταθερή και ουσιαστική σχέση, εν μέρει επειδή μπερδεύει και την εικόνα που έχουμε για εμάς.
Η αγχώδης δέσμευση εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους: καβγαδίζουμε επειδή το αγαπημένο πρόσωπο πάει ταξίδι, ή επειδή η γραμματέας του συντρόφου μας είναι όμορφη, ή όταν επανεμφανίζεται ένας πρώην εραστής. Σε κάθε περίσταση απειλείται η ασφάλειά μας και γεμίζουμε άγχος. Το πιο μεγάλο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι σπανίως γνωρίζουμε ότι δημιουργούμε αγχώδεις σχέσεις. Έχω ακούσει τις πιο απίθανες δικαιολογίες χωρισμού εξαιτίας του άγχους. Όταν είναι συνειδητό, τα άτομα βρίσκονται συνεχώς στην «τσίτα», περιμένοντας την προβλεπόμενη απώλεια. Και πάλι, ακριβώς αυτό που φοβάται κανείς γίνεται πραγματικότητα επειδή καταλαμβάνει το επίκεντρο της σχέσης. «Δε θέλω να χωρίσω όπως οι γονείς μου», λέει κάποιος και φυσικά χωρίζει επειδή ακριβώς το άγχος τού απαγορεύει τη φύση της σχέσης του.
Δεν υπάρχει σχέση που να είναι εντελώς χάλια. Όμως ακούω καμπανάκια κινδύνου σε κάποιες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, αν το ζευγάρι έχει πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας, γεννιέται άγχος αλλά και απορίες. Μήπως ο μεγαλύτερος σύντροφος έχει άγχος για τα γηρατειά και το θάνατο και προσπαθεί να το ξεπεράσει κάνοντας δεσμό με κάποια πολύ μικρότερή του; Μήπως η νέα κοπέλα φοβάται ότι χάνει τους γονείς της και γι’ αυτό συνδέεται με έναν συνομήλικό τους; Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν διαφορές ηλικίας. Απλώς σημαίνει ότι, αν κατανοήσουμε το άγχος, βοηθάμε τη σχέση να πάψει να προβάλλει το παρελθόν σαν καθρέφτη και να έρθει στο εδώ και τώρα. Έτσι, αντί να κοιτά ο νεώτερος τον μεγαλύτερο σαν γονέα, θα καταφέρει να τον δει σαν εραστή και να μην κάνει μεταβίβαση. (Μεταβίβαση σημαίνει ότι σχετίζεσαι με κάποιον επειδή σου θυμίζει ασυνείδητα ένα πρόσωπο του παρελθόντος, ή φέρεσαι με κάποιον τρόπο σε έναν άνθρωπο ενώ στην πραγματικότητα συνεχίζεις μια ατέλειωτη συζήτηση με πρόσωπα από το παρελθόν σου).
Μια άλλη κατάσταση που έχω συναντήσει συχνά στη δουλειά μου είναι παντρεμένοι με εξωσυζυγικές σχέσεις. Το κάνουν επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν τον έλεγχο αν αφοσιωθούν ολοκληρωτικά στο γάμο τους; Αγχώνονται ότι ο σύζυγος θα τους εγκαταλείψει κι έτσι εγκαταλείπουν πρώτοι; Πώς διαχέεται το άγχος στην υπόλοιπη ζωή τους; Μπορούν αν αφοσιωθούν στη δουλειά τους ή μήπως βυθίζονται απόλυτα, πάλι από το φόβο ότι θα χάσουν τον έλεγχο; Ωστόσο, μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα πριν καταλάβουμε τις αιτίες αυτών των συμπεριφορών. Οι απόψεις μας περί σωστού και λάθους βασίζονται κυρίως σε όσα νομίζουμε ότι θα μας πληγώσουν. Αν φοβόμαστε ότι θα χάσουμε κάποιον, είναι λογικό να θέλουμε να διώξουμε αυτό το άγχος. Για κάποιους λόγους η λύση είναι να παρατήσουν τον άνθρωπο που φοβούνται ότι θα τους εγκαταλείψει. Για άλλους η λύση είναι να καταλάβουν πώς μπορεί οι ίδιοι να προξενούν την απώλεια και να δράσουν πριν συμβεί, ή να κατανοήσουν πως οι φοβίες τους θα συνεχίσουν να δημιουργούν παρεμφερείς σχέσεις και στο μέλλον, εκτός κι αν τολμήσουν να τις δουν κατάματα.
Οι αγχώδεις σχέσεις είναι εξαιρετικά ασταθείς. Συνήθως ο ένας σύντροφος κάνει υπερβολές επίτηδες για να τσεκάρει τον άλλον. Πάντως οι αγχώδεις δεσμεύσεις μπορούν να μετατραπούν σε ασφαλείς, αν αποδεχτούμε ότι θα ζούμε με κάποιο βαθμό ανασφάλειας που συχνά ωφελεί καθώς κρύβει και την περιέργεια για το καινούργιο. Εξάλλου, ζει πραγματικά μόνο όποιος πιστεύει ότι μπορεί να εξελίσσεται, όποιος νιώθει βαθιά μέσα του τη γοητεία της εξερεύνησης.
Το άγχος εμφανίζεται συνήθως όταν ο ένας αισθάνεται ότι απομακρύνεται από τον σύντροφό του γιατί είναι αφηρημένος, ή εάν αρχίζει αν κερδίζει περισσότερα χρήματα, ή όταν υιοθετεί ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, ή εάν αποκτά νέους φίλους. Παρόμοιες αλλαγές μπορεί να εξελιχθούν σε πολύ ανησυχητικές ακόμα κι όταν μοιάζουν ανόητες, επειδή όλοι ξέρουμε πόσο μεταβατικές είναι οι σχέσεις. Οι περισσότεροι έχουμε νιώσει ότι δε θα χάσουμε ποτέ τον σύντροφό μας και ξάφνου μας τραβάει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια και καταρρακωνόμαστε. Αυτή η εμπειρία αρκεί για να φοβόμαστε ότι το ίδιο θα συμβεί και στην επόμενη σχέση, οπότε νιώθουμε διαρκές άγχος. Αυτού του είδους η ένταση μπορεί να αποβεί καταστροφική, εκτός κι αν είναι και οι δύο σύντροφοι ανασφαλείς και δέχονται τον έλεγχο – όμως παράλληλα δημιουργείται μια αίσθηση «φυλάκισης» σε φαύλους κύκλους που όλο και αυξάνεται, άρα πάλι διαλύεται η σχέση.
Είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί η αγχώδης δέσμευση όταν γίνεται συνειδητή και διανοητικά προσβάσιμη με την ψυχοθεραπεία. Όταν όμως το άτομο εξωτερικά δείχνει ήρεμο ενώ εσωτερικά βράζει, παίρνοντας λανθασμένες αποφάσεις, χρειάζεται πολύς καιρός ώστε να διαχειριστεί το άγχος που έκρυβε τόσα χρόνια.

Αποφευκτική δέσμευση

Σ’ αυτή την περίπτωση αποφεύγουμε εντελώς τις δεσμεύσεις επειδή νιώθουμε να απειλούμαστε υπερβολικά από το άγχος. Αντί να αποφεύγουμε μόνο το άγχος, αρνούμαστε κάθε σχέση. Οι αποφευκτικοί γενικά φοβούνται τις δεσμεύσεις περισσότερο από την αποστασιοποίηση μέσα στη σχέση γιατί αυτή είναι η άμυνά τους, ενώ η αποστασιοποίηση μπορεί μερικές φορές να είναι και παράγωγο μιας ασφαλούς σχέσης.
Όσοι έχουν αυτό το πρόβλημα κρατούν αποστάσεις από τους άλλους και ισχυρίζονται ότι θέλουν την ανεξαρτησία τους. Φοβούνται πως αν δεθούν θα αποκαλυφθεί η ανάγκη τους για συναισθηματική δέσμευση. Στην εποχή μας αυτή η κατάσταση είναι συνηθισμένη: «Κάνε τον άνετο, μη δείξεις ενδιαφέρον και σε πάρει για απελπισμένο». Τέτοιες φράσεις ακούγονται καθημερινά. Όμως αυτό είναι μόνο η αρχή. Όταν κάποιος μαζέψει αρκετές απορρίψεις βιώνει τις σχέσεις του με άγχος, σταδιακά θα φτάσει να αντιμετωπίζει προκαταβολικά κάθε σχέση σαν δυσάρεστη και τελικά θα τις αποφεύγει εντελώς. Είναι όπως όταν διαπιστώνουμε ότι κάποια τροφή μας πειράζει – δεν πρόκειται να την ξαναφάμε ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις: όποιος αποφεύγει τη δέσμευση, στην ουσία αποφεύγει τα δυσάρεστα συναισθήματα και το άγχος.
Ως αποτέλεσμα, συχνά εμφανίζονται άλλες μορφές άγχους και φοβίες, όπως ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος του μοναχικού θανάτου και ο φόβος της ανούσιας ζωής. Η αποφευκτική τάση εμφανίζεται σε ανθρώπους που βίωσαν ένα βαρύ σοκ, όπως ο θάνατος ενός εραστή ή ενός φίλου. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί το άτομο να ζήσει σε ηθελημένη απομόνωση ή να έχει μόνο «παρέα» σαν υποκατάστατο της πραγματικής δέσμευσης. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι στην παρέα οι άνθρωποι βρίσκονται μεν, αλλά κρατώντας αποστάσεις. Η σχέση στην παρέα κατατρύχεται από το φόβο της μοναξιάς, δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη και το ρίσκο να προχωρήσουμε σε δεσμό.
Κατά βάθος, η αποφευκτική δέσμευση είναι ένας τρόπος να αποφύγει κανείς την απώλεια. Καθώς ο θάνατος είναι η μοίρα όλων μας, η αποφευκτική δέσμευση εμπεριέχει αυτό το γεγονός. Δηλαδή ο άνθρωπος σκέφτεται: «Αφού έτσι κι αλλιώς θα χάσουμε ο ένας τον άλλον, γιατί να δεσμευτώ;» Επιπλέον, η μοναχική ζωή είναι μια μέθοδος για μάξιμουμ έλεγχο, αφού έτσι συγκεντρωνόμαστε στον εαυτό μας. Και που είναι το κακό, θα ρωτήσετε. Θα το συζητήσω λίγο παρακάτω. Καθώς η κοινωνία επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στη δουλειά, όλοι και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν την αποφευκτική σχέση ή την απόλυτη μοναξιά και ακριβώς γι’ αυτό φτάσαμε να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Η εκλογίκευση της αποχής από τη σχέση προέρχεται ακριβώς από την πίστη στην αποφυγή.
Όμως πάντα υπάρχει δυσφορία στη μοναξιά, και η ανάγκη να κατανοήσουμε τι συμβαίνει. Έχω δει πολλές φορές στη δουλειά μου ανθρώπους που βιώνουν συστηματικά απογοήτευση από τις σχέσεις τους. Συχνά επιλέγουν να περάσουν ένα μεγάλο διάστημα ολομόναχοι επειδή έχουν ηττηθεί από τις εμπειρίες τους. Τους αρέσει ίσως το κυνήγι, ακόμα και το ζευγάρωμα, όμως νιώθουν παγιδευμένοι στην ιδέα της πραγματικής δέσμευσης. Παρόμοια συμπεριφορά εμφανίζουν και οι διαζευγμένοι. Είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα για ν’ αποφύγουν έναν δεύτερο γάμο επειδή θέλουν να αποφύγουν τα αρνητικά συναισθήματα που συσχέτισαν με την έννοια «γάμος».
Η αποφευκτική δέσμευση, όπως και η αγχώδης, είναι πηγή και αποτέλεσμα βαθύτατης μοναξιάς. Και οι δύο αποτελούν ανασφαλείς τύπους σχέσης που έχουν σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές παρενέργειες. Όμως πώς σχετίζεται ο φόβος με τις ανασφαλείς δεσμεύσεις και ποιες είναι οι συνέπειές του;
Ωκυτοκίνη:
Σύνδεση φόβου και εμπιστοσύνης
Οι φόβοι της εγκατάλειψης και της απόρριψης κρύβουν την ουσιαστική ανικανότητα να πιστέψουμε ότι όλα θα πάνε καλά. Ο φόβος και η εμπιστοσύνη έχουν άμεση σχέση, και πρόσφατες έρευνες της βιολογίας του εγκεφάλου έριξαν περισσότερο φως στο ζήτημα. Το κλειδί είναι ότι για να δεσμευτούμε με ασφάλεια χρειαζόμαστε λίγο φόβο και για να φοβόμαστε λιγότερο πρέπει να εμπιστευόμαστε περισσότερο. Πρόκειται άραγε για μια ανόητη ιδέα; Ή μήπως βασίζεται στη βιολογία;
Πρόσφατες έρευνες θεωρούν την ωκυτοκίνη ως την ορμόνη της εμπιστοσύνης (συχνά, αποκαλείται και «ορμόνη της αγάπης»). Όση περισσότερη υπάρχει στους υποδοχείς, τόσο περισσότερη εμπιστοσύνη διαθέτουμε. Στοιχεία για το ρόλο της ωκυτοκίνης στις ανθρώπινες σχέσεις βρέθηκαν αρχικά σε μελέτες με ζώα. Διαπιστώθηκε ότι η ωκυτοκίνη είναι ουσιαστική για το χτίσιμο της φωλιάς και την επιβίωση των νεογέννητων σε ποντίκια, για την αποδοχή των μικρών στα πρόβατα και για τους δεσμούς των ενήλικων αρουραίων των αγρών. Όλες αυτές οι «οικογενειακές» σχέσεις προϋποθέτουν υψηλό βαθμό ασφαλούς δέσμευσης, γι’ αυτό οι ερευνητές έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στους ανθρώπους για να δουν αν υπάρχει ο ίδιος συσχετισμός. Επίσης, δεδομένου του ρόλου της ωκυτοκίνης στην κοινωνική αναγνώριση και στην επιθετικότητα στα ζώα, το επόμενο βήμα της επιστήμης ήταν να εξεταστεί ο ρόλος της και στους ανθρώπους.
Οι αρχικές παρατηρήσεις περιλαμβάνουν τα ήδη γνωστά στοιχεία για το ρόλο της ωκυτοκίνης στην εξαγωγή μητρικού γάλακτος κατά το θηλασμό και στη διόγκωση της μήτρας κατά τη γέννα. Επιπλέον ήταν ήδη γνωστό ότι και οι γυναίκες και οι άντρες απελευθερώνουν ωκυτοκίνη κατά τον οργασμό. Η διαπίστωση ότι η ορμόνη εκλύεται όταν «δένει» κάποια σχέση έκανε τους επιστήμονες να προχωρήσουν στην υπόθεση ότι σχετίζεται με την εμπιστοσύνη. Όμως πως μπορούσαν να τη συνδέσουν με τους ανθρώπινους δεσμούς;
Το 2005 δημοσιεύτηκε μία μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό Nature, κατά την οποία, όταν έδωσαν σε ανθρώπους ωκυτοκίνη, αυξανόταν η ικανότητά τους για εμπιστοσύνη. Για την ακρίβεια, οι μετρήσεις έδειξαν ότι η αυξημένη εμπιστοσύνη δεν αντιστοιχούσε σε αποδοχή κινδύνων, αλλά σε ετοιμότητα και δεκτικότητα σε συναισθηματικό ρίσκο. Τα στοιχεία έδειξαν για πρώτη φορά ότι η ικανότητα για δεσμούς επηρεάζεται από την ορμόνη και ότι, κατά πάσα πιθανότητα, αν θέλαμε να δημιουργήσουμε ασφαλείς σχέσεις, πρέπει να αυξήσουμε την ωκυτοκίνη μας, ανεξαρτήτως φύλου.
Μετά από αυτή τη μελέτη, ακολούθησαν πολλές άλλες που επιβεβαίωσαν ότι διάφορες δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις οφείλονται στη μειωμένη ωκυτοκίνη. Μία μελέτη διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που έχουν ιστορικό βάρβαρης μεταχείρισης έχουν λιγότερη ωκυτοκίνη στον εγκεφαλονωτιαίο μυελό (που συνδέεται με το εγκεφαλικό υγρό), ενώ σε μιαν άλλη βρέθηκε ότι τα χαμηλά επίπεδα ωκυτοκίνης συνδέονται με την κοινωνική απόσυρση και την απομόνωση στους σχιζοφρενείς. Επίσης, η χαμηλή ωκυτοκίνη θεωρείται ύποπτη για την κοινωνική μόνωση των αυτιστικών. Μια άλλη ομάδα ερευνητών μελέτησε κατά πόσο η παροχή της ορμόνης ή του πλασέμπο παρήγε διαφορετική απόκριση σε μια κατάσταση παραβίασης εμπιστοσύνης. Βρήκαν ότι η συμπεριφορά όσων είχαν πάρει ωκυτοκίνη δεν άλλαξε όταν έγινε παραβίαση της εμπιστοσύνης τους, ενώ όσοι είχαν πάρει πλασέμπο όντως άλλαξαν. Μάλλον αυτό εξηγεί γιατί μερικοί αδιαφορούν μπροστά στα δύσκολα: υπερβολική δόση ωκυτοκίνης! Η ωκυτοκίνη μάς κάνει όντως να κοιτάζουμε τους άλλους στα μάτια και, όταν το κάνουμε, αυξάνουμε την εμπιστοσύνη και τη σύνδεσή μας. Όταν δύο άνθρωποι κοιτάζονται στα μάτια, αυξάνουν τα επίπεδα της ωκυτοκίνης τους: είναι γεγονός.
Επίσης αξίζει να σημειώσουμε ότι αρκεί ακόμα και η πρόθεση να εμπιστευτούμε για να αυξήσουμε την ωκυτοκίνη μας. Ένα πείραμα εξέτασε ένα σενάριο κατά το οποίο ανάμεσα σε μια ομάδα ανθρώπων κάποιοι έπαιρναν χρήματα από κάποιον άλλον. Βρέθηκε πως η ωκυτοκίνη ανέβηκε σε όσους ήξεραν ότι τα χρήματα ήταν μια κίνηση εμπιστοσύνης και έγκρισης, ενώ όσοι πήραν χρήματα χωρίς να ξέρουν γιατί δεν ανέβασαν την ορμόνη. Αυτό δείχνει ότι τα υψηλά επίπεδα ωκυτοκίνης σχετίζονται με την εμπιστοσύνη.
Όλο και περισσότερες έρευνες συνδέουν την ωκυτοκίνη με την εμπιστοσύνη, όμως ποια είναι η σχέση της με το φόβο και πώς μπορούμε να συνδέσουμε τις θετικές επιδράσεις της με τη μείωση του φόβου; Οι επιστήμονες άρχισαν να ερευνούν πώς επηρεάζει την εγκεφαλική λειτουργία, και αρκετές μελέτες έδωσαν συναρπαστικά ευρήματα. Μια από τις πιο σημαντικές εξέτασε αν η ωκυτοκίνη διαφοροποιείται από το πλασέμπο στην ενεργοποίηση περιοχών του εγκεφάλου. Διαπιστώθηκε ότι η ωκυτοκίνη μειώνει αισθητά την ενεργοποίηση της αμυγδαλής. (Η αμυγδαλή βρίσκεται στο κέντρο του εγκεφάλου, λειτουργεί σαν ανιχνευτής κινδύνου, είναι υπερευαίσθητη και ενεργοποιείται αυτομάτως, εκεί επικεντρώνονται όλοι οι μηχανισμοί του εγκεφάλου που σχετίζονται με το φόβο) Τώρα οι συσχετισμοί γίνονται πιο σαφείς: ο φόβος ξυπνάει την αμυγδαλή και διακόπτει τους δεσμούς των ανθρώπων· η ωκυτοκίνη νανουρίζει την αμυγδαλή και διευκολύνει τους δεσμούς, άρα ο φόβος και η ωκυτοκίνη είναι αντίπαλοι.
Αν η ωκυτοκίνη μειώνει την ενεργοποίηση της αμυγδαλής και αυξάνει την εμπιστοσύνη, για να μειώσουμε τους φόβους μας (και τις εκκρίσεις της αμυγδαλής) πρέπει να εκτεθούμε σε καταστάσεις όπου θα εμπιστευόμαστε τους άλλους και θα μας εμπιστεύονται και εκείνοι. Οπότε πρέπει να υποθέσουμε ότι οι ανθρώπινοι δεσμοί λειτουργούν ανασταλτικά στην υπερδραστήρια αμυγδαλή και ότι αυτό ακριβώς συνιστά ένα ακόμα ισχυρό κίνητρο για σχηματισμό ασφαλών δεσμών άρα και παραγωγή ωκυτοκίνης.

Για μερικούς η εμπιστοσύνη είναι δύσκολη υπόθεση, ειδικά αν μας έχουν προδώσει επανειλημμένα. Όμως τι συμβαίνει; Φταίνε οι πληγές της προδοσίας για το γεγονός ότι δεν εμπιστευόμαστε ή μήπως η έλλειψη εμπιστοσύνης φέρνει την προδοσία; Φαύλος κύκλος; Και πως μπορούμε να τον σπάσουμε; Η έρευνα έδειξε πως, όταν κάποιος έχει μια αυτοματοποιημένη αρνητική αντίδραση, η παροχή ωκυτοκίνης μπορεί να την αντιστρέψει μειώνοντας παράλληλα την ενεργοποίηση της αμυγδαλής. Οπότε, η ωκυτοκίνη μπορεί να σταματήσει τη ρύθμιση του φόβου. Πώς όμως αυξάνουμε το επίπεδό της για να σταματήσουμε τη ρύθμιση; Με το να βρισκόμαστε με ανθρώπους που εμπιστευόμαστε και μας εμπιστεύονται, καθώς έτσι αυξάνουμε τη δική μας ωκυτοκίνη και μειώνουμε την ενέργεια στα κυκλώματα του φόβου.

Από το βιβλίο του Σρινιβασάν Σ. Πιλέι με ελληνικό τίτλο: “Νικήστε τους φόβους σας”, εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ Ο αγγλικός τίτλος του πρωτότυπου είναι: “Life Unlocked” («Ξεκλείδωτη ζωή»).

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Νιώσε κι αγάπα







Άκου τους πρωινούς κελαηδισμούς πώς υμνούν το θαύμα της ζωής
Άσε τα μάτια σου να βαφτιστούν στα χρώματα της ροδαυγής
Πάρε στο δάχτυλό σου φυλαχτό μια δροσοσταλίδα από το χορτάρι
Ανέβα ταπεινά το μονοπάτι
Στο διάβα σου μοιράσου του ζουζουνιού και της πεταλουδίτσας τη χαρά
Τραγούδα πλάι στο κελάρυσμα του ρυακιού
Σμίξε την ανάσα σου με την ανάσα του κυκλάμινου
Της πέρδικας την περπατησιά παράφορα ερωτέψου
Μελέτα τη ζωγραφιά στην πλάτη του σκαθαριού
Πρόσεχε μην πατήσεις την ανθισμένη μυρμηγκοφωλιά
Στο ξέφωτο στάσου και με το μεγάλο λιθάρι πιάσε κουβέντα για την αιωνιότητα
Μην τρομάξεις από το σούρσιμο ενός φιδιού που άθελά σου το τρόμαξες
Στο αστραφτερό μυστήριο του μεσημεριού παραδώσου
Στις φτέρες φτερούγισε σαν το τρυφερό φύσημα του αγεριού
Αγκάλιασε όπως ο κισσός τον ψηλό δεντροκορμό
Το άγιο νερό της πηγής σκύψε να κοινωνήσεις
Πρόλαβε να χαρείς το άλμα της νυφίτσας
Τη γέρικη χελώνα μη βιαστείς να προσπεράσεις
Πλανέψου από τ' αηδόνια της ρεματιάς
Στου δειλινού τα σύννεφα αιωρήσου
Στο λυκόφως ξαναβρές το ξενητεμένο ποίημά σου
Στην ανατολή του φεγγαριού χόρεψε χέρι-χέρι με τους θρύλους
Ευχήσου στον αποσπερίτη να γίνει αυγερινός
Γείρε τα μάτια σου και χώρεσε όλη την Πλάση στα όνειρά σου
Πόνεσε και δάκρυσε για τον πόνο και το δάκρυ του άγνωστου συνανθρώπου
Ξύπνα και ζήσε το θαύμα από την αρχή

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Το γράμμα











Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που πραγματικά δεν περιγράφονται με λόγια και που σε κάνουν να μη μπορείς να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου. Το γράμμα που ακολουθεί στάλθηκε από μια δασκάλα στα social media και γράφτηκε από ένα μικρό παιδί, που πριν λίγο καιρό έχασε τον πατέρα του με τραγικό τρόπο.
«...Η δασκάλα μας σήμερα, μας ρώτησε πως περάσαμε το καλοκαίρι και όλα τα παιδιά είχαν να της πουν πολύ ωραία πράγματα από τα μέρη που πήγανε διακοπές φέτος, έκτος από κάνα δυο, που οι γονείς τους δεν είχανε λεφτά και δεν πήγανε διακοπές αλλά κάθισαν εδώ και πηγαίνανε για μπάνιο με τα πούλμαν του Χαλουλου, με τα οποία πηγαίνει και η γιαγιά μου, όχι για να κάνει μπάνιο αλλά για να κάνει λέει αμμόλουτρα, να της περάσει η μέση της που την πονάει. Εμένα όμως η δασκάλα όταν ήρθε η σειρά μου δεν με ρώτησε γιατί ξέρει, όπως το ξέρουν όλοι στη γειτονιά μου, στου Γκύζη, ότι ο μπαμπάς μου έπεσε το καλοκαίρι από την ταράτσα της πολυκατοικίας μας και έφυγε πολύ-πολύ μακριά, πολύ πιο μακριά από εκεί που μπορούν να φτάσουν τα πούλμαν του Χαλουλου ή οποία άλλα πούλμαν.
Αν όμως με ρωτούσε θα είχα να της πω ένα σωρό πράγματα, γιατί πριν να φύγει ο μπαμπάς μου, μας είχαν κόψει το ρεύμα και η μαμά μαγείρευε τάχα μου στο πετρογκάζι , κάτι φαγητά που τα έφερνε κρυφά από την εκκλησία. Όμως ο χαζούλιακας ο αδελφός μου, που είναι μικρός ακόμα και δεν καταλαβαίνει τι θα να πει να ζητάς ελεημοσύνη, της είπε μια μέρα, γιατί μαμά μαγειρεύεις ξανά το φαγητό, αφού είναι μαγειρεμένο και η μαμά μου έβαλε τα κλάματα, επειδή νόμιζε πως ούτε εγώ, ούτε ο αδελφός μου το είχαμε καταλάβει και νομίζαμε πως τα αγόραζε και τα μαγείρευε από μόνη της, όχι πως στεκότανε στην ουρά να πάρει ένα πιάτο φαΐ, σαν να ήταν ζητιάνα.
Τότε όμως εγώ έσωσα την κατάσταση και του εξήγησα του χαζού, πως η μαμά δούλευε κάπου σαν μαγείρισσα και πως μαγείρευε εκεί και τα δικά μας φαγητά αλλά επειδή κρύωναν μέχρι να μας τα φέρει, καθόταν και τα ξαναζέσταινε...
Και θα της έλεγα ακόμα της δασκάλας, ότι ο μπαμπάς μου ήταν ένας πολύ περήφανος και μορφωμένος άνθρωπος κι όταν αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε στο σπίτι της γιαγιάς, επειδή μας έδιωξαν από το δικό μας το σπίτι, δεν μπορούσε να το αντέξει, που η γιαγιά τον κατηγορούσε διαρκώς ότι ήταν ανίκανος και ηλίθιος και τεμπέλης και γι αυτό έπαιρνε ένα από τα λίγα βιβλία που του είχαν απομείνει, αφού μετά που έκλεισε το μαγαζί μας, αναγκάστηκε να τα πουλήσει και πήγαινε στο πάρκο, να διαβάσει ολομόναχος.
Εγώ όμως που τον έβλεπα να γυρίζει αργά το βράδυ κατάκοπος, έπεφτα στην αγκαλιά του και τον παρακαλούσα να μου πει τις ιστορίες που ήξερε να αφηγείται όπως κανένας άλλος και του έλεγα, μπαμπά μην δίνεις σημασία που σε λέει αυτή τεμπέλη, γιατί εγώ δεν ξέρω κανέναν άλλον άνθρωπο που να φέρνει στο σπίτι του τόσες ιστορίες, αντίθετα όλοι οι μπαμπάδες των φιλενάδων μου, βαριούνται ακόμα και να χασμουρηθούν όταν τελειώνουν τα δελτία ειδήσεων.
Όμως κανένας δεν δίνει λεφτά για να ακούει ιστορίες και έτσι ο μπαμπάς μου δεν είχε να πληρώσει το κράτος που του εζήταγε ένα σωρό λεφτά και επιπλέον δεν του έδινε ούτε το ρεύμα, ούτε το νερό που φαίνεται ότι ανήκουν στο κράτος και έτσι ο μπαμπάς μου αναγκάστηκε να έρθει μαζί μας, να μείνουμε όλοι μαζί στη γιαγιά και μπορεί μεν να γλίτωσε από το κράτος, δεν γλίτωσε όμως από τη γιαγιά.
Κι ακόμα θα της έλεγα ότι την ημέρα του δεκαπενταύγουστου που φεύγουν όλοι από την Αθήνα για να πάνε σε κάποια παράλια, ο μπαμπάς μου έφυγε μια και καλή, για να ταξιδέψει στις παράλιες του Θεού, με εισιτήριο χωρίς επιστροφή, όπως βγάζουν οι αλβανίδες στα πούλμαν του Χαλουλου, επειδή μετά έρχονται οι άντρες τους και τις παίρνουν με τα αυτοκίνητα τους.
Και θα της έλεγα επίσης ότι λίγες ημέρες πριν να φύγει ο μπαμπάς μου διάβαζε ένα βιβλίο, που το λένε: «Ο Χριστός σταμάτησε στο Εμπολι» και από αυτό μου αφηγούνταν ένα σωρό ιστορίες, για παιδιά σαν εμάς, που ζούσαν σε κάποια άλλη χώρα του κόσμου αλλά που κι εκείνα σαν εμάς, άνηκαν σε έναν άλλο θεό, πολύ κατώτερο από τον Χριστουλη, ο οποίος δυστυχώς δεν έχει τη δύναμη να εξασφαλίσει στα δικά του παιδιά ούτε ένα μπουκάλι γάλα.
Όλα αυτά θα της έλεγα της δασκάλας, αν με ρωτάτε και είμαι βέβαιη ότι θα της φαίνονταν πολύ πιο ενδιαφέροντα από όσα της είπαν τα άλλα παιδιά, που έκαμαν κι αυτό το καλοκαίρι ότι κάμουν συνήθως τα καλοκαιριά όλα τα παιδιά του κόσμου αλλά που δεν τους παίρνει από το μυαλό πως το επόμενο καλοκαίρι ή κάποιο άλλο καλοκαίρι, μπορεί και αυτά να βρεθούν σε μια θέση σαν τη δική μου.
Όμως η δασκάλα δεν με ρώτησε και εγώ δεν της είπα τίποτα.
Αλλά μετά που τελειώσαμε το μάθημα με πήρε παράμερα και με αγκάλιασε, γιατί η δασκάλα μας είναι πολύ τρυφερή και μου είπε ότι ήθελε να μου δείξει κάτι που ήταν μόνο για μένα.
Κατεβήκαμε μαζί στο γραφείο των δάσκαλων και εκεί μου έδωσε μια ωραία καινούρια τσάντα που είχε μέσα όλα τα σχολικά είδη και μου εξήγησε ότι αυτά μου τα έκαμαν δώρο οι δάσκαλοι, επειδή ήμουν η πρώτη μαθήτρια της τάξης μου, την περασμένη χρόνια. Εγώ δεν την πίστεψα γιατί ξέρω καλά ότι η δασκάλα μου και οι άλλοι δάσκαλοι ως και η διευθύντρια του σχολειού, που είναι πολύ αυστηρή και της αρέσει το κράτος, με λυπόντουσαν και από λύπηση μου τα χάριζαν.
Γι αυτό γύρισα μετά και της είπα - κυρία άμα τα είχα ανάγκη πραγματικά θα τα έπαιρνα και δεν με πολύ νοιάζει εμένα αν με λυπούνται, ωστόσο να ξέρετε ότι τώρα πια έχουμε αρκετά χρήματα για να αγοράζουμε πράγματα και επιπλέον να πληρώνουμε και το κράτος, που μας ζητεί ολοένα και περισσότερα.
Αυτό της είπα και της γύρισα πίσω την ωραία τσάντα, για να τη δώσει σε κάποιο άλλο παιδί, που ίσως την είχε περισσότερη ανάγκη από μένα.
Φυσικά δεν έκατσα να της εξηγήσω πως μετά που έφυγε ο μπαμπάς μου, η μαμά μου που είναι πολύ όμορφη και τον αγαπούσε παρά-παρα πολύ, ούτε έκλαψε, ούτε παραπονέθηκε, ούτε έβγαλε μια κουβέντα, παρά μάζεψε λίγα πράγματα και αφού μας φίλησε εμένα και τον αδελφό μου, μας είπε ότι θα έφευγε να βρει κάποια δουλεία, για να μην ξανακούσει να της μιλεί η γιαγιά μου έτσι για τον μπαμπά.
Και ενώ ήταν ακόμα στην πόρτα, εμείς ακούσαμε τη γιαγιά που ωρύονταν και της φώναζε - τρελάθηκες μωροί, τι πας να κάνεις?
Όμως η μαμά μου ούτε που γύρισε να της απαντήσει και έκλεισε πίσω της την πόρτα με βρόντο.
Τώρα έρχεται που και που να μας δει και μας λέει πως έχει βρει μια πολύ καλή δουλεία σε μια άλλη πόλη και όποτε μας επισκέπτεται τα χεριά της είναι γεμάτα δώρα.
Λεφτά μας στέλνει συνεχεία και η γιαγιά μας αγοράζει αρκετά πράγματα και βάζει και κάποια στην άκρη, γιατί λέει ότι έτσι όπως πάμε, ούτε ο διάβολος δεν θα βρίσκει δουλεία σε λίγο καιρό.
Ο αδελφός μου ο μπούρδας τη ρώτησε, αν η μαμά είναι πιο έξυπνη από τον διάβολο και γι αυτό βρήκε δουλεία αλλά η γιαγιά έβαλε τα κλάματα και μουρμούρισε πως η μαμά μας αναγκάζεται να κάμει χειρότερα πράγματα κι από τον διάβολο, για να μας στέλνει αυτά τα λεφτά, να πληρώνουμε το κράτος, που είπαμε ότι τα θέλει όλα δικά του και δεν δίνει δεκάρα για το τι αναγκάζεται να κάμει ο κοσμάκης για να τα βρει...
Όχι, δεν της τα είπα αυτά, γιατί δεν μου αρέσει να κουβεντιάζουν τη μαμά μου, άνθρωποι που δεν έμαθαν ποτέ ποσό ερωτευμένη ήταν με τον μπαμπά μου και ποσό ξετρελαίνονταν να της αφηγείται και αυτηνής ιστορίες και πολλές νύχτες περίμενε να αποκοιμηθώ εγώ, για να πάρει αυτή τη σειρά της να τον ακούει...
Όμως νομίζω πως η δασκάλα μου τα ξέρει όλα αυτά, όπως τα ξέρουν όλοι στη γειτονιά του Γκύζη και ίσως να ξέρει και περισσότερα από μένα, γιατί όταν της είπα ότι χάρη στη μαμά μου έχουμε αρκετά λεφτά και δεν μου χρειάζεται η τσάντα, γύρισε αλλού το πρόσωπο της και δάκρυσε.
Κι εγώ την τράβηξα από το μανίκι και της είπα – μην κλαις κύρια, γιατί μπορεί ο Χριστός να σταμάτησε στου Γκύζη, εγώ όμως θα συνεχίσω και θα πάω παραπέρα.
Ακόμα και αν είναι να το κάνω σαν τη μαμά μου...»