Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Μύθος του Αίσωπου: Το γέρικο λιοντάρι και η αλεπού





Γέρασε τ λιοντάρι κι χασε τ δύναμή του κα δν μποροσε πι ν κυνηγήσει, γι᾿ ατ σκέφτηκε κάποιο κόλπο.
κανε τάχα τ ρρωστο κα δν βγαινε π᾿ τ σπηλιά του. να-να τ ζα πήγαιναν ν τ πισκεφθον κι κενο τ᾿ ρπαζε κα τ καταβρόχθιζε. Βλέποντας λεπο τν πάτη που σκαρφίστηκε, δν λεγε ν πλησιάσει· καθόταν κάπου μακρι κα τ ρωτοσε γι τν γεία του.
«Μά, γιατ δν ρχεσαι ν τ πομε π κοντά;» πόρησε τ λιοντάρι.
«Γιατί βλέπω πολλές πατημασις ν μπαίνουν στ σπηλιά σου, λλ καμι ν βγαίνει» πάντησε κείνη.

Λέει λοιπν μύθος πς πρέπει ν κρατιόμαστε μακριά π τος πικίνδυνους νθρώπους κα ν φυλαγόμαστε π τν ποκριτικ φιλία τους πο σκοπεύει στν ξόντωσή μας.

Και στη γλώσσα μας, όπως τη μιλούσαν χιλιάδες χρόνια πριν...

Λέων γηράσας τις κα τονήσας κα αυτν μ δυνάμενος διατρέφειν, πειρτο μηχανικς διαζν.
Νοσεν ον προσποιούμενος κατέκλινεν αυτν ν τινι σπηλαί· ετα τν λλων θηρίων ες πίσκεψιν ατο παραγινομένων, εθς καστον ατν ρπάζων κατήσθιε. Γνοσα δ λώπηξ τν ατο πανουργίαν οκ θελε πρς ατν νελθεν, λλ μακρόθεν στσα πηρώτα τν λέοντα πως δθεν τ κατ᾿ ατν χει. δ πρς ατν λεγε:
«Τίνος χάριν οκ εσέρχ πρός με;»
δ λώπηξ ντέφησεν ς:
«Πολλν χνη νταθα ώρακα εσελθόντων μέν, μ ξελθόντων δέ».
Οτος δηλο ς κα τος νθρώπους φορσθαι δε τ τν πρακτέων πικίνδυνα κα ξ ατν ποδιδράσκειν, σφαλίζεσθαι δ κα απ τν δόλ κα ποκρίσει φιλίας πειρωμένων ταίρους λυμαίνεσθαι.




Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Το Άστρο της φιλίας




Αγαπημένο μου
Κάθε ανθρωπος θα διαβεί τη δική του ερημο.
Το θέμα ειναι πως θα βγεί από αυτήν.
Τι θα χάσει, τι θα κερδίσει.
Η διάβαση της ερήμου ειναι ηδιάβαση της γνώσης, με τον πόνο και τη δοκιμασία του πνεύματος.
Αν λοιπόν βιόνοντας τον πόνο του πνεύματος και της ψυχής απ οσα γίνονται γύρω μας και σε προσωπικό επίπεδο,ας σκεφθούμαι πως μέσα στον κόσμο δεν ειμαστε μόνοι. Αρκει να ανοίξουμε τα μάτια της ψυχής και κάπου δίπλα μας θα συναντήσουμε το αστρο της φιλίας.
Ας το αγαπήσουμε, μπορεί να μας πονέσει, να το πονέσουμε αλλά θα μας χαρίσει αφάνταστο πλούτο.
Λοιπόν, αν κάποτε μείνουμε, με τα χέρια αδεια ας μη λυπηθούμαι. Ας τα απλώσουμε μέσα στη νύχτα της αδιαφορίας, της ψευτίας, τηςπαράνοιας του χρήματος και της τρέλας του πολέμου και ειναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως ενα αστέρι περιμένει κάπου να το καλέσουμε.Τότε θα νιώσουμε πως δεν ειμαστε μόνοι μας.Τότε θα μπορέσουμε πολλοί μαζί να πολεμησουμε το κακό που σκάβει τις ρίζες της ζωής μας,θα εχουμε χρόνο να ταξιδέψουμε στο χώρο του πνεύματος .
Η υπαρξη μας ειναι συνάρτηση της υπαρξης των αλλων.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Το αγόρι και το χωράφι...



Μέχρι πριν λίγο καιρό υπήρχε μια μικρή πόλη, γνωστή για την καθαρότητά της. Ήταν τόσο φημισμένη για τους καθαρούς δρόμους και τις αυλές των σπιτιών της, που ερχόταν κόσμος από πολύ μακριά για να θαυμάσει αυτό το περίεργο για την εποχή θέαμα. Η πόλη ευημερούσε και όλοι ήταν ευχαριστημένοι.


Σε ένα άδειο χωράφι στην άκρη της πόλης, ένα αγόρι ζούσε σε μια πρόχειρη κατασκευή που θα μπορούσε να θυμίσει και σπίτι. Μετά από κάθε καταιγίδα, η κατασκευή κατέρρεε και το αγόρι έπρεπε να στήσει μιαν άλλη με τα λιγοστά υλικά που είχε στην διάθεσή του. Δεν παραπονιόταν όμως για την κατάστασή του. Πως θα μπορούσε άλλωστε? Είχε μια δουλειά που του έδινε αναγνώριση, οι συμπολίτες του τον σέβονταν και τον ευχαριστούσαν κάθε μέρα για την προσφορά του στην πόλη, ήταν συμπαθής σε όλη την εκεί μικρή κοινωνία. Τι άλλο μπορεί να χρειαζόταν, δεν είχε ακόμη φανταστεί.

Πρωί πρωί ξεκινούσε την δουλειά, περνώντας από κάθε στενάκι της πόλης για να μαζέψει σκουπίδια από όλα τα σπίτια. Οι πελάτες του ήταν πολύ ευγενικοί, του τα έδιναν πάντα μέσα σε σακούλες αδιαφανείς για να μην φαίνεται το περιεχόμενό τους. Το βραδάκι γύριζε στο χωράφι του, έσκαβε έναν μικρό λάκκο και άδειαζε εκεί το περιεχόμενο της καρότσας που χρησιμοποιούσε για την συλλογή σκουπιδιών. Μέχρι να κοιμηθεί είχε κάποιο χρόνο για να αναπολήσει τις όμορφες στιγμές της ημέρας και να βεβαιωθεί για μια ακόμη φορά πως η προσφορά του στην πόλη ήταν μέγιστης σημασίας για το ίδιο και τους άλλους, ήταν πράγματι χρήσιμος…

Ο καιρός περνούσε και ενώ άλλαζε διαδρομή γυρίζοντας στους δρόμους της πόλης, ενώ άλλαζαν κατά καιρούς κάποια από τα πρόσωπα των πελατών καθώς και οι εποχές, όλες οι μέρες είχαν αρχίσει να μοιάζουν ίδιες. Το αγόρι σάστισε για λίγο αλλά μετά ηρέμησε σκεπτόμενο πως μάλλον έτσι ήταν η ζωή. Έτσι άλλωστε ήταν για όλους, γιατί όχι και για εκείνο… Συνέχισε λοιπόν την ημέρα να δουλεύει και την νύχτα να κοιμάται, ελπίζοντας όμως πια πως κάτι, με κάποιον άγνωστο τρόπο, θα άλλαζε. Και πράγματι, μετά από όχι πολύ καιρό, κάτι άλλαξε. Οι λακκούβες δεν χωρούσαν πια άλλα σκουπίδια, ούτε και η έξω από αυτές επιφάνεια. Του είχε μείνει μόνο το να χρησιμοποιήσει και τον χώρο που είχε για σπίτι, όσο κι αν δεν του άρεσε αυτό. Οι γείτονες άρχισαν να παραπονιούνται για τη δυσοσμία και την έλλειψη τάξης ενώ το αγόρι δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο από το να ελπίζει σε κάτι που δεν γνώριζε καν.

Ένας τυφώνας πήρε την κατασκευή και την πήγε μακριά κάνοντάς την κομμάτια. Έτσι το αγόρι έμεινε χωρίς σπίτι και μέσα σε ένα χωράφι γεμάτο στοιβαγμένα σκουπίδια. Έκλαψε επάνω τους για μέρες μέχρι που αποφάσισε να βάλει φωτιά να τα κάψει. Όταν πια το μόνο που είχε μείνει ήταν στάχτη, την πήρε με το καροτσάκι του και την πήγε στην θάλασσα. Γυρίζοντας στο χωράφι, κάθισε σε μια πέτρα προσπαθώντας να βρει λύση ενώ κοιτούσε τον κενό του χώρο. Αν και κουρασμένος από τα τελευταία γεγονότα, έστησε μια καλυβούλα για να ξεκουράζεται και βάλθηκε να σκάβει για να δημιουργήσει μια μεγάλη λακκούβα που θα χωρούσε περισσότερα από πριν σκουπίδια. Αυτή ήταν η δουλειά του και έπρεπε με κάποιον τρόπο να ζήσει. Ενόσω το αγόρι ακόμη έσκαβε, οι γείτονες έφερναν σκουπίδια στο χωράφι του μιας και ο ίδιος δεν πήγαινε να τα πάρει. Καλοσύνη τους, σκεφτόταν το αγόρι που δεν παραπονέθηκαν ποτέ για τον κόπο τους να πάνε οι ίδιοι σε εκείνον. Τα στοίβαζε σε μιαν ακρούλα και συνέχιζε για σκάβει μέχρι που σκάβοντας έφτασε σε μια πέτρα που κάλυπτε μεγάλη επιφάνεια του χωραφιού. Εκεί πια αποφάσισε να σκάβει ακόμη και τη νύχτα μέχρι η πέτρα να σπάσει. Όταν πια κατάφερε και έσπασε ένα κομματάκι της, είδε πως από κάτω δεν υπήρχε άλλη πέτρα ούτε χώμα, αλλά σπηλιά.

Μπήκε μέσα της με δισταγμό και έμεινε να κοιτάζει ολόγυρα μη πιστεύοντας στα μάτια του. Το μόνο που μπορούσε να αντιληφθεί ήταν ομορφιά. Εκεί μέσα, κάτω από τα σκουπίδια και το χώμα και την πέτρα, υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος και στη μέση του ένα παλάτι. Τα γυμνά του πόδια δροσίζονταν στο ρυάκι με το τρεχούμενο σμαραγδί νερό.

Μικρά δεντράκια στα δεξιά του είχαν ρουμπίνια για καρπό ενώ στα αριστερά του υπήρχαν κατάλευκα λουλούδια του κάμπου. Περπάτησε στο ρυάκι και αυτό τον πήγε στο παλάτι της σπηλιάς. Ήταν φωτισμένο από μόνο του, τόσο που το αγόρι μπόρεσε να διακρίνει ακόμη περισσότερο τον γύρω χώρο. Τα τοιχώματα της σπηλιάς είχαν το χρώμα του ποιο ζωηρού αμέθυστου και ο αέρας που ανέπνεε είχε για χρώμα το ποιο γλυκό ροζ που είχε ποτέ του δει. «Ο αέρας εδώ έχει χρώμα! » έλεγε και ξαναέλεγε μέσα του για να το χωνέψει. Μαγεμένος από ότι είχε ήδη δει, ανέβηκε ένα ένα τα σκαλιά προς το χρυσό παλάτι. Όχι, δεν τα ανέβηκε αργά γιατί φοβόταν όπως στην αρχή, αλλά γιατί ήθελε να απολαύσει το κάθε του σκαλί. Η πόρτα δεν είχε χερούλι, απλά την έσπρωξε λιγάκι με την άκρη του χεριού του και βρέθηκε σε έναν χώρο λευκό, ήσυχο, γαλήνιο. Με ένα απλό σπρώξιμο, είχε πια μπει στο δικό του Σπίτι!

Είχαν ήδη μαζευτεί πάρα πολλά σκουπίδια όταν βρέθηκε ξανά στην επιφάνεια του χωραφιού. Έβαλε πάλι φωτιά και τα έκαψε. Πήρε και πάλι τις στάχτες και τις πήγε στην θάλασσα. Γύρισε για μια τελευταία φορά κάθε δρόμο της πόλης, αυτή τη φορά χωρίς το καροτσάκι του, για να ενημερώσει τους πελάτες του ότι πλέον θα ήταν ‘πρώην’ πελάτες και αν το επιθυμούσαν θα μπορούσαν να γίνουν νυν φίλοι. Οι καλύτεροί του όμως πελάτες, εκείνοι που του έδιναν τα περισσότερα σκουπίδια, αντέδρασαν άσχημα. Δεν χάρηκαν που πια είχε βρει το δικό του σπίτι παρά θύμωσαν που δεν θα έπαιρνε ξανά τα σκουπίδια από τον χώρο τους.

Το αγόρι ζούσε στην σπηλιά του και καλλιεργούσε το χωράφι του για να ζει από αυτό. Τα βράδια έφταναν στην πόρτα του σακούλες, με υπομονή το πρωί τις επέστρεφε στον όποιον του τις είχε πάει. Με τον καιρό οι σακούλες όλο και μειώνονταν μέχρι που ο κάθε πρώην πελάτης του βρήκε λύση στο πρόβλημά του και το αγόρι δεν χρειαζόταν πια να κλειδώνει την αυλόπορτα. Είχε πια περισσότερο χρόνο και ηρεμία να εξερευνήσει την σπηλιά του και να γνωρίσει τον νέο θησαυρό που κάθε τόσο ανακάλυπτε.

Συγγραφέας 

ELEN Μ

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Το αγκαθολούλουδο





Πριν πολύ καιρό υπήρχε ένας όμορφος κήπος με κάθε λογής λουλούδια.

Για πολλά χρόνια, όλα τους, μόνο μεγάλωναν και ομόρφαιναν χάρη στις φροντίδες του κηπουρού τους. Το κάθε λουλούδι ήταν όμορφο και τέλειο.


Κάποτε, το σπιτάκι που είχε τον κήπο στην αυλή του, ερήμωσε, και ο κηπουρός δεν ξαναπήγε να τον φροντίσει. Παρότι είχαν φως από τον ήλιο και νερό από τα φθινοπωρινά σύννεφα, δεν ήταν πια ευτυχισμένα. Τους έλειπε ο φίλος τους ο κηπουρός που τα περιποιούταν, τους μιλούσε, τα καμάρωνε για την τελειότητά τους ενώ εκείνα όλο και μεγάλωναν.

Πέρασαν οι εποχές και ήρθαν καλοκαίρια χωρίς βροχή μέχρι που τα λουλουδάκια, το ένα μετά το άλλο, μαράθηκαν και έπεσαν στο χώμα. Άλλα γρήγορα, άλλα μετά από μάχη με την ξηρασία και τον δυνατό ήλιο. Μέχρι τότε όμως, περίμεναν μέρα με τη μέρα τον κηπουρό να γυρίσει, αλλά μάταια…

Μετά από χρόνια και καιρούς, ο κηπάκος δεν θύμιζε σε τίποτα τις παλιές του ανθισμένες εποχές. Δεν υπήρχε πια ούτε ίχνος λουλουδιού σε αυτόν. Μεγάλα και αιχμηρά αγκάθια είχαν καλύψει όλη την επιφάνεια του άλλοτε όμορφου κήπου. Κανείς δεν περίμενε κανέναν να γυρίσει αλλά και κανείς δεν έβρισκε σκοπό και δύναμη για να ομορφύνει.

Μια μέρα, ένα από τα αγκάθια ένιωσε μέσα του κάτι να του λέει πως δεν είναι αγκάθι παρότι βρίσκεται ανάμεσά τους και μοιάζει να είναι ίδιο μαζί τους. Του πήρε λίγο καιρό να το πιστέψει τόσο ώστε να μπορέσει να το πει στο διπλανό του αγκάθι που όμως γέλασε μαζί του. Μέσα σε λίγες μέρες, όλα τα αγκάθια είχαν μάθει για εκείνο το ένα που πίστευε το αδιανόητο, πως είναι λουλούδι. Του έβγαλαν το παρατσούκλι ‘αγκαθολούλουδο’…
Το αγκαθολούλουδο προσπάθησε να πείσει τους φίλους του πως όλοι τους έχουν κάτι από λουλούδι μέσα τους, αλλά κανένα δεν το πίστεψε. Άφησε λοιπόν το σώμα του ανάμεσά τους αφού οι ρίζες του δεν του επέτρεπαν να απομακρυνθεί από την γη όπου φύτρωσε, το ίδιο όμως, μέσα του, έμεινε όσο μακριά μπορούσε ψάχνοντας μέσα του τις αποδείξεις για αυτό που πίστευε πως είναι. Ξεκίνησε το ψάξιμο από τις άκρες των αγκαθιών του, συνέχισε με τον κορμό του και έφτασε στις ρίζες. Ήδη είχε μάθει πολλά για τον αγκάθινο εαυτό του όταν έφτασε να ψάξει και στις ρίζες του για να δει πως εκεί υπήρχε ένας σπόρος λουλουδιού.

Ο σπόρος αυτός, βοήθησε το αγκαθολούλουδο να θυμηθεί τον κήπο που υπήρχε κάποτε εκεί και να νιώσει τα λουλούδια του και την ομορφιά τους. Η πίστη του αγκαθολούλουδου δυνάμωσε ακόμη περισσότερο και κανείς πια δεν μπορούσε να το πείσει πως ήταν κάτι άλλο από λουλούδι. Καθαρό και αγνό λουλούδι, να ένας λόγος να θέλει να ομορφύνει!

Κάποια αγκάθια άκουσαν την ιστορία του, το θαύμασαν και σώπασαν πιστεύοντας πως εκείνα δεν είχαν σπόρο λουλουδιού στις ρίζες τους, παρότι δεν ήταν πραγματικότητα. Κάποια άλλα γέλασαν μαζί του και έπειτα σώπασαν κι εκείνα. Το αγκαθολούλουδο λυπήθηκε μεν, αλλά συνέχισε να ψάχνει τον σπόρο λουλουδιού στις ρίζες του. Του επέτρεψε να μεγαλώσει μέσα του, μέχρι που το αγκάθι δεν διέφερε από ένα πανέμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο.. Ένα ζευγάρι που περνούσε, το ξεχώρισε αμέσως και πλησίασε να το θαυμάσει. Του άρεσε τόσο μα τόσο πολύ που στο τέλος το έκοψε για να το πάρει μαζί του. Την στιγμή εκείνη, του λουλούδι πόνεσε και ένα δάκρυ του κύλησε στο χώμα.

Αφού όμως ο πόνος ηρέμησε, και για όσο καιρό βρισκόταν μέσα στο βάζο του, έκλαιγε με δάκρυα χαράς γιατί είχε ήδη προλάβει να γίνει και να νιώσει λουλούδι. Ήταν ήδη ένα κατακόκκινο ανοιχτό τριαντάφυλλο, ο ποιο βαθύς εαυτός του, αυτός που από τις ρίζες του ανέσυρε. Το δάκρυ του στο χώμα, βοήθησε έναν άλλο κρυμμένο σπόρο, να ανθίσει.

 


Συγγραφέας 

ELEN Μ

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Η κουκουβάγια και η πέρδικα







Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμματα. Ήβραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξε το σχολείο κι επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν.
Ύστερα από λίγες μέρες, μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας.


Η κουκουβάγια, άμα είδε πως εσχόλασαν τα παιδιά το μεσημέρι και το μωρό της δεν εσχόλασε, επήρε λίγο ψωμί και επήγε στο σχολείο να του το δώσει.
Καθώς επήγαινε, την έφτασεν η πέρδικα. Έμεινε κι εκείνης το μωρό της νηστεία, κι επήγαινε να του δώσει λίγο ψωμί. Λέγει η πέρδικα της κουκουβάγιας:
– Να χαρείς τα μάτια σου, γείτονα· έχω πολλή δουλειά και σε παρακαλώ να πάρεις και του μωρού μου το φαΐ του.
– Το παίρνω γειτόνισσα, λέγει η κουκουβάγια, αλλά δεν ξέρω το μωρό σου ποιο είναι.
– Ω, λέγει η πέρδικα, όσο γι’ αυτό, είναι πολύ εύκολο να το βρεις. Το μωρό μου είναι το πιο όμορφο μωρό του σχολείου!
Η κουκουβάγια πήγε στο σχολείο. Παρακάλεσε το δάσκαλο, κι αυτός εδέχτηκε να δώσει το ψωμί του μωρού της. Ύστερα είπε του δασκάλου να την αφήσει να δει όλα τα παιδιά. Εκοίταξε καλά καλά, δεν ήβρε το μωρό τη πέρδικας. Εγύρισε πίσω, επήγε και ήβρε την πέρδικα και της έδωσε το ψωμί της και της λέει:
– Τι να σου κάμω! Εκοίταζα μιαν ώρα και δεν το ήβρα το μωρό σου, γιατί μες στο σχολείο δεν ήταν ομορφότερο μωρό από το δικό μου!

Λαϊκό παραμύθι 

ΠΗΓΗ





Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Η Μόμο






Κάποια μέρα όμως ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς διαδόθηκε πως κάποιος κατοικούσε τώρα τελευταία στα χαλάσματα. Ήταν, λέει, ένα παιδί μάλλον κοριτσάκι. Κανένας όμως δεν μπορούσε να πει τίποτα με ακρίβεια γιατί τα ρούχα της ήταν κάπως παράξενα. Τη λέγανε Μόμο ή κάπως έτσι.
Και πραγματικά, η εξωτερική εμφάνιση της Μόμο ήταν λιγάκι παράξενη και μπορούσε να τρομάξει τους ανθρώπους που δίνανε μεγάλη σημασία στην καθαριότητα και την τάξη. Ήταν κοντούλα, λεπτούλα, έτσι που ήταν αδύνατο να πεις αν ήταν οκτώ χρονών ή δώδεκα. Στο κεφάλι φύτρωναν αναμαλλιασμένες μπούκλες, μαύρες σαν πίσσα, που δείχνανε να μην τις είχε αγγίξει ποτέ ούτε χτένα ούτε και ψαλίδι. Είχε πολύ μεγάλα, πανέμορφα μάτια κι αυτά μαύρα σαν την πίσσα και πόδια στο ίδιο χρώμα γιατί γύριζε πάντα ξυπόλητη. Τον χειμώνα μόνο έβαζε καμιά φορά παπούτσια, αλλά κια υτά ήταν παράταιρα και της πέφτανε πολύ μεγάλα. Κι αυτό γιατί τίποτα απ αυτά που είχε η Μόμο δεν ήταν δικό της. Ή τα είχε βρει κάπου ή της τα είχε χαρίσει κάποιος. Η φούστα της ήταν καμωμένη από διάφορα παρδαλά κουρέλια και της έφτανε ως τον αστράγαλο. Από πάνω φορούσε ένα παλιό, πολύ μεγάλο της, αντρικό σακάκι, με μανίκια διπλωμένα στον καρπό. Η Μόμο δεν ήθελε να τα κόψει γιατί σκεφτόταν πολύ προνοητικά πως θα μεγάλωνε. Και ποιός μπορούσε να ξέρει αν θα ξανάβρισκε ποτέ ένα τόσο ωραίο και πρακτικό σακάκι με τόσες πολλές τσέπες;
Κάτω από τη χορταριασμένη σκηνή του ερειπωμένου θεάτρου υπήρχαν μερικές μισογκρεμισμένες καμαρούλες, που μπορούσες να τις φτάσεις μέσα από μια τρύπα στον εξωτερικό τοίχο. Η Μόμο είχε φτιάξει εκεί το σπιτικό της.
Κάποιο μεσημέρι μερικοί άντρες και γυναίκες της γειτονιάς ήρθαν να τη βρουν και προσπάθησαν να της πάρουν λόγια. Η Μόμο στεκόταν και τους κοίταζε τρομαγμένη γιατί φοβόταν πως οι άνθρωποι αυτοί θα τη διώχνανε. Δεν άργησε όμως να καταλάβει πως οι άνθρωποι είχαν έρθει με φιλικές διαθέσεις. Ήταν και οι ίδιοι φτωχοί και ξέρανε πολλά για τη ζωή.
ʼαρέσει λοιπόν εδώ; ρώτησε ένας άνδρας.
-Ναι, αποκρίθηκε η Μόμο.
-Και θέλεις να μείνεις εδώ;
-Ναι, πολύ.
-Μα δεν σε περιμένει κανένας;
-Όχι.
-Θέλω δηλαδή να πω, δεν πρέπει να πας στο σπίτι σου;
-Το σπίτι μου είναι εδώ, βεβαίωσε γοργά η Μόμο.
-Κι από πού έρχεσαι παιδί μου; 
Η Μόμο έκανε μια αόριστη χειρονομία, δείχνοντας πως ερχόταν από κάπου μακριά.
-Και ποιοί είναι οι γονείς σου; συνέχισε να τη ρωτάει ο άνθρωπος.
Το παιδί τον κοίταξε με αμηχανία, κοίταξε και τους άλλους και ανασήκωσε τους ώμους του. Οι άνθρωποι αντάλλαξαν ματιές κι αναστέναξαν.
-Μη φοβάσαι, συνέχισε ο άνθρωπος, δε θέλουμε να σε διώξουμε. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε.
Η Μόμο κούνησε αμίλητη το κεφάλι της, δεν έδειχνε όμως να είχε τελείως πειστεί.
-Είπες πως σε λένε Μόμο;
-Ναι.
-Είναι ένα όμορφο όνομα, αλλά δεν το έχω ξανακούσει. Ποιός σου έδωσε αυτό το όνομα;
-Εγώ, είπε η Μόμο.
-Εβγαλες έτσι η ίδια τον εαυτό σου;
-Ναι.
-Και πότε γεννήθηκες;
Η Μόμο το σκέφτηκε και στο τέλος είπε:
-Όσο θυμάμαι υπήρχα από πάντοτε.
-Δεν έχεις καμιά θεία, κανένα θείο, καμιά γιαγιά, τέλος πάντων, κάποια οικογένεια όπου θα μπορούσες να πας;
Η Μόμο κοίταξε μονάχα τον άνθρωπο και για λίγο δε μίλησε. Έπειτα μουρμούρισε:
-Εδώ είναι το σπίτι μου.
-Ας είναι, έκανε ο άνθρωπος, είσαι παιδί ακόμα. Πόσων χρονών είσαι;
-Εκατό, είπε διστακτικά η Μόμο.
Οι άνθρωποι γέλασαν γιατί το πήραν για αστείο.
-Σοβαρά, πόσο είσαι;
-Εκατό δύο, απάντησε η Μόμο με ακόμα λιγότερη σιγουριά.
Πέρασε κάμποση ώρα ώσπου να καταλάβουν οι άνθρωποι πως το παιδί ήξερε μονάχα μερικούς αριθμούς που κάπου είχε ακούσει, αλλά πως γιʼ αυτήν δεν σήμαιναν κάτι το συγκεκριμένο, γιατί δεν είχε μάθει ποτέ της να μετράει.
-Άκου δω, είπε ο άνθρωπος αφού συμβουλεύτηκε τους άλλους, συμφωνείς να το πούμε στην αστυνομία πως είσαι εδώ; Τότε θα σε πάνε σε κάποιο ίδρυμα όπου θα σου δίνουν να τρως και θα έχεις και το κρεβάτι σου κι όπου θα μάθεις να μετράς, να διαβάζεις και να γράφεις και πολλά άλλα ακόμα. Τι λες για αυτό;
Η Μόμο τον κοίταξε τρομοκρατημένη.
-Όχι, μουρμούρισε, δε θέλω να πάω. Ήμουνα εκεί κάποτε. Είχε κι άλλα παιδιά εκεί. Είχαν κάγκελα στα παράθυρα. Κάθε μέρα έπεφτε ξύλο, πάντα άδικα. Πήδηξα λοιπόν νύχτα τον τοίχο και τοʼ σκασα. Δε θέλω να ξαναπάω πίσω.
-Σε καταλαβαίνω, είπε ένας γέρος και κούνησε το κεφάλι του. Και οι άλλοι το καταλάβαιναν και κείνοι και κούνησαν τα κεφάλια τους.
-Ας είναι, είπε μια γυναίκα, είσαι όμως μικρή ακόμα. Πρέπει να σε φροντίζει κάποιος.
-Εγώ, είπε ξαλαφρωμένη η Μόμο.
-Θα τα καταφέρεις; ρώτησε η γυναίκα.
Η Μόμο έμεινε για λίγο σιωπηλή κι έπειτα είπε με σιγανή φωνή:
-Δε μου χρειάζονται πολλά.
Και πάλι κοιτάχτηκαν οι άνθρωποι, αναστέναξαν και κούνησαν τα κεφάλια τους.
-Ξέρεις Μόμο, άρχισε να λέει πάλι εκείνος ο άνθρωπος που είχε μιλήσει πρώτος, λέμε πως θα μπορούσες να βολευτείς σε κάποιον από μας. Εχουμε βέβαια πολύ λίγο χώρο όλοι μας και οι πιο πολλοί έχουν κιόλας ένα σωρό παιδιά, που πρέπει να ταίσουνε, νομίζουμε όμως πως ένα παραπάνω δεν έχει καμιά σημασία. Πως το βλέπεις αυτό;
-Ευχαριστώ, είπε η Μόμο και χαμογέλασε για πρώτη φορά, σας ευχαριστώ πολύ. Δε θαʼταν όμως πιο απλό να μʼ αφήσετε να μείνω εδώ;
Οι άνθρωποι συσκέφτηκαν για κάμποση ώρα, είπανε αυτό και κείνο, στο τέλος όμως συμφώνησαν. Γιατί, πίστευαν πως το παιδί θα μπορούσε να καθίσει εδώ το ίδιο καλά όπως σε κάποιον απʼ αυτούς και θα φρόντιζαν τη Μόμο ομαδικά, γιατί θα ήταν πολύ πιο απλό για όλους μαζί παρά για έναν μόνο.
Βάλθηκαν λοιπόν να συγυρίζουν αμέσως τη μισογκρεμισμένη πέτρινη καμαρούλα, όπου είχε στήσει το σπιτικό της η Μόμο και να την επιδιορθώσουν όσο γινόταν. Ένας απ΄αυτούς που ήταν χτίστης, έχτισε μάλιστα ένα πέτρινο τζάκι. Κάπου βρέθηκε κι ένα σκουριασμένο μπουρί. Ένας γέρος μαραγκός έφτιαξε στα γρήγορα με κάτι σανίδια από κάσες ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες. Και οι γυναίκες φέρανε ένα άχρηστο, στολισμένο με έλικες, σιδεροκρέβατο, ένα στρώμα που ήταν μόνο λιγάκι σχισμένο και δυο κουβέρτες. Η πέτρινη τρύπα κάτω από τη σκηνή του ερειπωμένου θεάτρου έγινε ένα άνετο δωματιάκι. Ο χτίστης, που ήταν και λιγάκι καλλιτέχνης, ζωγράφισε στο τέλος έναν όμορφο πίνακα με λουλούδια πάνω στον τοίχο. Ζωγράφισε ακόμα και την κορνίζα και το καρφί απʼ όπου κρεμόταν ο πίνακας.
Κι έπειτα ήρθαν τα παιδιά αυτών των ανθρώπων κι έφεραν ό,τι μπορούσαν να ξεκόψουν από το φαγητό τους, το ένα λίγο τυρί, το άλλο μια κόρα ψωμί, το τρίτο μερικά φρούτα και πάει λέγοντας. Κι επειδή τα παιδιά ήταν πάρα πολλά, μαζεύτηκαν εκείνο το βράδυ τόσα, που μπόρεσαν να γιορτάσουν όλα μαζί την εγκατάσταση της Μόμο. Ήταν μια όμορφη γιορτή όπως ξέρουν να γιορτάζουν μονάχα οι φτωχοί.
Κι έτσι άρχισε η φιλία ανάμεσα στη μικρή Μόμο και τους ανθρώπους



Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Μόμο» του Μίχαελ Εντε


Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Η μαργαρίτα και ο εγωισμός







Ένας άγγελος άκουσε τι σκεφτόταν η μαργαρίτα και σχολίασε:Είμαι μια μαργαρίτα σε ένα λιβάδι με μαργαρίτες... Αλλά μέσα σε τόσες άλλες... είναι αδύνατο να προσέξει κανείς την ομορφιά μου.
Μα είσαι τόσο όμορφη...
Θέλω να είμαι μοναδική...
Για να μην ακούει παράπονα ο άγγελος, τη μετέφερε στην παραλία μιας πόλης... Μέρες μετά επισκέφτηκε την περιοχή ένας δημοτικός σύμβουλος, με τον κηπουρό για να την αναπλάσουν.
Δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον εδώ... σκάψτε το χώμα και φυτέψτε παντού γεράνια.
Μισό λεπτό ούρλιαξε η μαργαρίτα... θα με σκοτώσετε...
Αν υπήρχαν κι άλλες σαν κι εσένα, θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα ωραίο παρτέρι...
Απάντησε ο δημοτικός σύμβουλος:
Είναι αδύνατον όμως να βρεθούν μαργαρίτες εδώ γύρω και εσύ μόνη σου δεν κάνεις έναν κήπο...
Αμέσως μετά ξερίζωσε τη μαργαρίτα...!
paulo coelho


Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Η θυσία μιας μάνας






Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι....
Ντρεπόταν γι αυτήν κι ώρες - ώρες την μισούσε...
Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στη φοιτητική λέσχη.
Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους...
Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας... με ένα μάτι...
Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα όποτε έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα..
Μα από μικρός είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρα τους.
Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο Δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια. Ένιωσε πολύ στεναχωρημένος.
Πώς μπόρεσε να του το κάνει αυτό, αναρωτιόταν.
Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεξε.
Την επομένη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: "Εεεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!"
Ήθελε να πεθάνει.
Ήθελε να εξαφανιστεί.
Όταν γύρισε σπίτι του, είπε: "Αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις".
Αυτή δεν του απάντησε... "Δεν μ' ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος" έλεγε, αργότερα σε ένα φίλο του.
Ήθελα να φύγω από κείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της.
Έτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά της για σπουδές και τα κατάφερα, μα ήρθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη λέσχη για να με βοηθάει...
Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;
Αργότερα παντρεύτηκε.
Αγόρασε ένα δικό του σπίτι.
Έκανε δύο παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, τη γυναίκα του και τη δουλειά του!
Μια μέρα - μετά από χρόνια απουσίας - όπως ο ίδιος ζήτησε - η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί.
Δεν είχε δει από κοντά τα εγγόνια της.
Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε.
Θύμωσε επειδή είχε πάει χωρίς να του ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει.
Τότε της φώναξε: "Πώς τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά εδώ στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω, Φύγε!" η μητέρα του απάντησε γαλήνια "Πόσο λυπάμαι κύριε! Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση" Κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι η γιαγιά τους.
Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο που θα γινόταν στην πόλη που γεννήθηκε.
Είπε ψέματα στη γυναίκα του ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε.
Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε μόνο από περιέργεια.
Οι γείτονες του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα, δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ στο άκουσμα του θανάτου της μάνας του.
Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι αυτόν.
"Αγαπημένε μου γιε, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για τη σχολική συγκέντρωση κι ένιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω.
Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις, όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα πολύ σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι, σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο περήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι. Έχεις πάντα όλη μου την αγάπη.

Η μητέρα σου"


ΠΗΓΗ