Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Η αντίδραση των παιδιών στην διαφορετικότητα και οι συνέπειες της συμπεριφοράς τους





 

Οι γονείς για να βοηθήσουμε τα παιδιά να έχουν μια φυσιολογική εξέλιξη πρέπει να τα μάθουμε να σέβονται την διαφορετικότητα.
Τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία κιόλας αντιμετωπίζουν με πολύ αρνητικό τρόπο την διαφορετικότητα των άλλων παιδιών. Απέναντι σε διαφορές, που έχουν να κάνουν με την εθνικότητα, την αναπηρία ή την κοινωνική τάξη, γίνονται πολύ σκληρά.
Ωστόσο, η διαφορετικότητα αποτελεί πλέον ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής μας ζωής. Σε περίπτωση που δεν προετοιμάσουμε τα παιδιά μας να ζήσουν
σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί η ποικιλομορφία και η διαφορετικότητα, όταν ενηλικιωθούν θα δυσκολευτούν πολύ να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο.
Τα παιδιά από την στιγμή που αρχίζουν να επικοινωνούν δείχνουν να αντιλαμβάνονται τις διαφορές και τις ομοιότητες των ανθρώπων. 

Πολύ συχνά ξαφνιαζόμαστε, όταν ακούμε παιδιά τριών, τεσσάρων και πέντε ετών να πληγώνουν άλλα παιδιά λόγω της διαφορετικότητας τους. Αντιμετωπίζουν με σκληρότητα τα παιδιά που έχουν παραπάνω κιλά, τα παιδιά που φοράνε 
γυαλιά και αυτά που μπορεί να έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας. Δεν μπορούν να σεβαστούν την διαφορετικότητα του άλλου και ούτε να σκεφτούν πως θα ένιωθαν εκείνα αν ήταν στην δική τους θέση.

Τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορεί να αποδειχθούν προβληματικές για τα παιδιά που τα κοροϊδεύουν αλλά και για εκείνα που δεν σέβονται την διαφορετικότητα των άλλων. 
Τα παιδιά που είναι διαφορετικά περιγράφουν αρνητικές εμπειρίες από την ζωή τους στο σχολείο. Συγκεκριμένα περιγράφουν τα σχολικά τους χρόνια γεμάτα πικρία και απομόνωση. Θυμούνται πάντα να περνάνε απαρατήρητα ή να τα αντιμετωπίζουν τα άλλα παιδιά με οίκτο ή ακόμα και με μίσος. Τα παιδιά αυτά μεγαλώνουν απομονωμένα χωρίς κοινωνικές επαφές. Δεν μπορούν να αγαπήσουν τον εαυτό τους όταν όλοι τα υποτιμούν και τα περιφρονούν. Έτσι φθάνουν στην ενηλικίωση συναισθηματικά ανάπηρα. Νιώθουν κατωτερότητα και μειονεκτικά με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται πολύ να κάνουν φίλους και να βρουν ένα σύντροφο για να κάνουν οικογένεια.

Όμως και άλλα παιδιά που είναι στο άλλο στρατόπεδο, που κατακρίνουν την διαφορετικότητα, υφίστανται αρνητικές επιπτώσεις από την συμπεριφορά τους.
Πρώτα από όλα το γεγονός ότι απορρίπτουν ανθρώπους λόγω της διαφορετικότητας τους, τους εμποδίζει να γνωρίσουν και να αλληλεπιδράσουν με διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, να εκτεθούν σε μεγαλύτερη ποικιλία εμπειριών και μάθουν για εναλλακτικούς τρόπους διαβίωσης. 
Δεύτερον με την απόρριψη της διαφορετικότητας δεν μαθαίνουν να μπαίνουν στην θέση των άλλων. Δεν μαθαίνουν να τα ενδιαφέρει τι νιώθει κάποιος που δεν έχει τα προνόμια που έχουν εκείνα. Είναι σημαντικό να μπορούν να μπουν στην θέση του άλλου, διότι με αυτόν τον τρόπο μπορούν να αποκτήσουν πραγματικούς φίλους και αργότερα να επικοινωνήσουν με τον σύντροφο τους.

Οι γονείς για να βοηθήσουμε τα παιδιά να έχουν μια φυσιολογική εξέλιξη πρέπει να τα μάθουμε να σέβονται την διαφορετικότητα. 
Όμως για να το καταφέρουμε αυτό, πρέπει εμείς πρώτα να αναγνωρίσουμε τις δικές μεροληπτικές στάσεις απέναντι στην διαφορετικότητα και να τις αλλάξουμε. Όσο περισσότερο το επιδιώκουμε, τόσο καλύτερα αποτελέσματα θα έχουμε στην ομαλή ανάπτυξη των παιδιών μας.




Ψυχολόγος για παιδιά, εφήβους, οικογένεια.

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Αναζητώντας το νόημα στις δυσκολίες που μας συμβαίνουν









Μια μέρα το μοναδικό άλογο ενός φτωχού αγρότη δραπέτευσε από το λιβάδι και έφυγε μακριά. Όταν το άκουσαν οι υπόλοιποι χωρικοί, συνειδητοποίησαν τη σοβαρότητα της κατάστασης και σκέφτηκαν πόσο δύσκολο θα ήταν τώρα για τον φτωχό χωρικό να καλλιεργήσει τη γη του.Φυσικά, αν δε μπορούσε να καλλιεργήσει τη γη του, δε θα μπορούσε να θρέψει την οικογένειά του. Τον βοήθησαν να ψάξει για το άλογο κι όταν τελικά δε μπόρεσαν να το βρουν πουθενά, απλώς εξέφρασαν τη λύπη τους γι΄ αυτό που είχε συμβεί. «Τι κακοτυχία!», είπαν στον αγρότη.
Ο αγρότης απάντησε: «Κακοτυχία, καλοτυχία, ποιος ξέρει;»
Μετά από μερικές μέρες το άλογο επέστρεψε. Οι χωρικοί με έκπληξη αλλά και με χαρά διαπίστωσαν πως το άλογο είχε φέρει μαζί του και άλλα άλογα, που ήταν νέα και δυνατά. «Τι καλή τύχη», είπαν οι χωρικοί. «Μπορείς να τα δαμάσεις κι έπειτα να τα πουλήσεις και να βγάλεις κάποια χρήματα». Ο αγρότης απλώς απάντησε: «Καλοτυχία, κακοτυχία, ποιος ξέρει;».
Παρ΄όλα αυτά ο αγρότης έκανε αυτό που του πρότειναν. Μαζί με τον γιο του άρχισε να δαμάζει και να εκπαιδεύει τα ζώα. Η διαδικασία ήταν δύσκολη. Κάποια μέρα ο γιος, καθώς εκπαίδευε ένα από τα άλογα, έπεσε και έσπασε το πόδι του. Η οικογένεια ήταν φτωχή και έπρεπε τώρα να διαθέσει πολλά χρήματα για ιατρική περίθαλψη. Τα νέα γρήγορα εξαπλώθηκαν στο χωριό. Η οικογένεια σίγουρα είχε τα πάνω της και τα κάτω της. Και πάλι οι χωρικοί μαζεύτηκαν για να εκφράσουν τη λύπη τους στον αγρότη. «Φοβερή κακοτυχία», του είπαν. Ο αγρότης για μια ακόμη φορά ανασήκωσε τους ώμους του και είπε: «Kακοτυχία, καλοτυχία, ποιος ξέρει;».
Ο καιρός πέρασε και έγινε πόλεμος. Στρατιωτικοί ήρθαν στο χωριό για να κατατάξουν όλα τα νέα αγόρια. Ο γιος του χωρικού, μη έχοντας αναρρώσει ακόμα και όντας ανίκανος να περπατήσει, απέφυγε τη στράτευση. Οι χωρικοί είπαν στον αγρότη: «Οι γιοί μας πήγαν να πολεμήσουν. Μπορεί να σκοτωθούν ή να τραυματιστούν βαριά. Ο δικός σου γιος το απέφυγε. Τι καλή τύχη!». Ο αγρότης τους εξήγησε ότι γι΄ αυτόν καλοτυχία και κακοτυχία είναι ερμηνείες που αποδίδουμε σε αυτά που μας συμβαίνουν στη ζωή. «Οι νόμοι της φύσης δεν έχουν την πρόθεση να δημιουργήσουν καλή ή κακή τύχη για μας. Δεν έχει σημασία τόσο το τι συμβαίνει, αλλά πώς το ερμηνεύουμε. Γι΄ αυτό, όταν μου εκδηλώνετε τη χαρά ή τη λύπη σας, σας απαντώ: «Καλοτυχία, κακοτυχία, ποιος ξέρει;»…

«Η ζωή είναι γεμάτη σκαμπανεβάσματα συχνά θεωρούμε τους εαυτούς μας καλότυχους ή κακότυχους ανάλογα με αυτά που μας συμβαίνουν. Όμως πολλές φορές τα γεγονότα κουβαλούν διαφορετικό νόημα από αυτό που τους αποδίδουμε. Αλλά εμείς βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα, βιαζόμαστε να ονομάσουμε κάτι καταστροφικό ή υπέροχο. Η αλήθεια πιθανόν να είναι κάπου στη μέση και τα αρνητικά και θετικά γεγονότα της ζωής μας να συνδέονται με άρρηκτο δεσμό.
Μερικές φορές στη ζωή μας χρειάζεται να υπάρξει αναστάτωση αρχικά, προκειμένου να αποκτήσουμε την τελική ισορροπία.Όπως όταν αποφασίζουμε να πετάξουμε όλα τα παλιά έπιπλα από το σπίτι μας. Πρώτα θα υπάρξει μια αταξία, καθώς θα μετακινούμε τα έπιπλα. Ίσως η μετακίνηση μας κουράσει. Ίσως δούμε επιπλέον σκόνη ή φθορά στο πάτωμα ή τους τοίχους που τα παλιά έπιπλα έκρυβαν. Όλη όμως αυτή η αναστάτωση είναι η προετοιμασία για τα καινούρια έπιπλα που θα μπουν στο σπίτι μας.
Έτσι και στη ζωή μας, μετά από δυσκολίες  ίσως νιώσουμε κουρασμένοι και άδειοι. Μπορεί η δύναμή μας να έχει φθαρεί όπως οι παλιοί τοίχοι του σπιτιού μας και να βιώνουμε διαρκή αναστάτωση και αταξία με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι αρνητικές μας σκέψεις. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ξέρουμε πού τελικά θα μας οδηγήσουν οι δυσκολίες.
Έχουμε λοιπόν δύο επιλογές: Είτε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας κακότυχους, είτε να σκεφτούμε ότι υπάρχει και μια άλλη εναλλακτική, ότι δηλαδή οι δυσκολίες δεν είναι μόνιμες ούτε απαραίτητα «κακή τύχη». Μόνοι μας μπορούμε να τους αποδώσουμε ένα νόημα, που θα μας ενδυναμώσει να συνεχίσουμε».

Μαρία Μεραμβελιωτάκη-Simon
Ψυχολόγος

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Γιατί δεν έχω κανένα δίπλα μου;


 
 
ψυχολογική βάση των ειδών δέσμευσης
Η μοναξιά δεν είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει άλλους γύρω του. Είναι μια εσωτερική αποσύνδεση από τον εαυτό του που τον οδηγεί στην αποσύνδεση από τους άλλους. Μπορούμε να νιώθουμε μόνοι είτε όταν υπάρχουν είτε όταν δεν υπάρχουν άνθρωποι κοντά μας.

Βρέθηκα κάποτε σ’ ένα αρχοντικό πάρτι σ’ ένα πλουσιόσπιτο στο Χάμπτονς του Λονγκ Άιλαντ. Ήμουν ένας από τους εκατοντάδες που είχαν πάει εκεί για να κάνουν επαγγελματικές γνωριμίες. Μέσα σε μισή ώρα μ’ έπιασε μανία να φύγω. Όταν αργότερα το σκέφτηκα, κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επικοινωνήσω στ’ αλήθεια με τον τρόπο που γίνονταν οι γνωριμίες και οι συζητήσεις εκεί μέσα. Ένιωθα αποσυνδεδεμένος από τον εαυτό μου και απίστευτα μόνος. Φύγαμε άρον-άρον και πήγαμε στο ξενοδοχείο με τον φίλο μου, αναστενάζοντας και οι δυο από ανακούφιση και απογοήτευση. Περιμέναμε πώς και τι αυτό το πάρτι για τις γνωριμίες, όμως το μόνο που νιώσαμε ήταν εξάντληση, άδειασμα και μοναξιά. Όλοι όσοι συνάντησα εκεί έδειχναν αγχωμένοι να γνωρίσουν τον κατάλληλο άνθρωπο για τους στόχους τους. Εγώ βυθίστηκα σε έναν κυκεώνα άγχους που το μυαλό μου αντιλήφθηκε αμέσως και το ξανακαθρέφτισε στο περιβάλλον, οπότε αυξήθηκε ραγδαία. Ο σχηματισμός σχέσεων με νόημα σε μια θάλασσα άγχους και φόβου μοιάζει σαν να προσπαθείς να δεις την αντανάκλαση σου σ’ έναν καταρράκτη: είναι, απλώς, αδύνατον.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Για 40ρηδες - 50ρηδες-30ρηδες (Β' μέρος)






Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος ! Τρώγαμε πολύ ξύλο από τις μανάδες μας. Καλή τους ώρα... Όχι γιά να μάθουμε να τρώμε το χαβιάρι, αλλά γιά τις αταξίες μας. 
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα. 
Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες . 
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας. 
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει. Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε. 
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι. Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων. 
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς. 
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι. 
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και τα αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου. 
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν. 
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο. 
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή. 
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας. 
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς. Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας. 
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν 
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα; 
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια. 
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.  
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.



Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Για 40ρηδες - 50ρηδες-30ρηδες (Α' μέρος)







Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.
Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».
Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια.  
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.  
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά! Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.
Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.





Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Βρες χρόνο...



 

Βρες χρόνο για δουλειά -
αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας.
Βρες χρόνο για σκέψη -
αυτό είναι η πηγή της δύναμης.
Βρες χρόνο για παιχνίδι -
αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.
Βρες χρόνο για διάβασμα -
αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.
Βρες χρόνο να είσαι φιλικός -
αυτό είναι ο δρόμος προς την ευτυχία.
Βρες χρόνο για όνειρα -
αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ' αστέρια.
Βρες χρόνο ν' αγαπάς και ν' αγαπιέσαι -
αυτό είναι το προνόμιο των Θεών.
Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρα σου -
είναι πολύ σύντομη η μέρα για να 'σαι εγωιστής.
Βρες χρόνο να γελάς -
αυτό είναι η μουσική της ψυχής.
Βρες χρόνο να είσαι παιδί -
για να νοιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος.
Τ' όνειρο του παιδιού είναι η Ειρήνη.
Τ' όνειρο της μάνας είναι η Ειρήνη.
τα λόγια της αγάπης κάτω από τα δέντρα είναι η Ειρήνη....
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.




 (Γιάννης Ρίτσος)


Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

O μικρός ιπποποταμος

- Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός
μεγάλος ιπποπόταμος. Με λίγη τύχη και αν φανείς
συνετός, μπορεί να γίνεις ακόμα και
υπουργός οικονομικών ή και αντιπρόεδρος
στην κυβέρνηση του ποταμού!


- Μαμά τι είναι οι ίπποι; ρώτησε ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος.
- Άλογα. Γιατί;
- Να εδώ λέει ότι περήφανοι ίπποι καλπάζουν στους πέρα κάμπους. Σάλιωσε το χοντρό του δάχτυλο και γύρισε τη σελίδα του βιβλίου που κρατούσε. Θέλω κι εγώ να καλπάσω… σε κάμπους, πρόσθεσε κλείνοντας το βιβλίο και ρίχνοντας ένα ονειροπόλο βλέμμα στον ορίζοντα.
- Αγόρι μου εσύ έχεις τον ποταμό σου. Πλατσουρίζεις όλη μέρα στο χλιαρό νερό χωρίς κανένας να σε ενοχλεί. Κυλιέσαι στη δροσερή λάσπη στα μαλακά. Τι να τους κάνεις τους κάμπους.
- Μαμά;
- Μμμμ…
- Θα ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω περήφανος ίππος.
- Παιδί μου τι λες; Είσαι ένας παχουλός μικρός ιπποπόταμος και όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός μεγάλος ιπποπόταμος.
- Μα δεν θέλω!
- Είσαι τρελός; Με τέτοια προσόντα όλοι οι δρόμοι είναι ανοικτοί. Μπορεί να γίνεις ακόμα και … πολιτικός
- Αλήθεια;
- Αλήθεια. Απλώς χρειάζεται η κατάλληλη προετοιμασία.
- Τι πρέπει να κάνω δηλαδή;
- Πρώτον: Να στέκεις ακίνητος όσο μπορείς περισσότερη ώρα για να μην ξοδεύεις ενέργεια. Να, ας πούμε ξάπλωσε στην όχθη του ποταμού στον ήλιο και βάλε να δεις τηλεόραση. Δεύτερον: Να τρως τεράστιες ποσότητες φαγητού και γλυκών. Μάσα αργά και κατάπινε νωχελικά. Τρίτον: Να κοιμάσαι πολύ ή όταν δεν κοιμάσαι να χασμουριέσαι. Ότι κάνεις δηλαδή. Και κυρίως να σταματήσεις να σκέπτεσαι ανατρεπτικά.
- Τι θα πει ανατρεπτικά.
- Εννοώ να μην κάνεις απότομες κινήσεις και ταράζεις την επιφάνεια του νερού στον ήρεμο βούρκο μας.
- Γιατί;
- Γιατί μην ξεχνάς ότι ο ποταμός είναι το σπίτι μας αλλά και ο καμπινές μας. Δεν θέλεις να έρθουν στην επιφάνεια οι βρωμιές; Θέλεις;
- Εγώ θέλω να γίνω περήφανος ίππος και να καλπάζω σε κάμπους.
- Να είδες; Πάλι ανατρεπτικά σκέφτεσαι.
- Μα δεν κουνήθηκα! Και δεν έκανα βρωμιές.
- Ναι αλλά λες βρωμιές. Άκου ίππος!
Ο μικρός παχουλός ιπποπόταμος δεν μίλησε. Ξανάνοιξε το βιβλίο του και ξανάρχισε το διάβασμα.
Ύστερα από λίγο καιρό, ένα απόγευμα, είχε βουτήξει ολόκληρο το κεφάλι του στο νερό και στεκόταν ακίνητος. Η μαμά του που τον παρακολουθούσε μετά από 4,5 λεπτά άπνοιας άρχισε να ανησυχεί και εκνευρισμένη έμπηξε τις φωνές.
- Τι θα γίνει επιτέλους; Βγάλε το κεφάλι σου έξω!!
Ο μικρός άκουσε τα ουρλιαχτά και ξεπρόβαλλε το κεφάλι.
- Τι κάνεις; Θέλεις να με τρελλάνεις;
- Μα μαμά είδα ένα ντοκυμαντέρ στην τηλεόραση για τους λεπτεπίλεπτους ιππόκαμπους. Νάβλεπες πως κολυμπούσαν με τις ώρες μέσα στο νερό χωρίς να βγαίνουν στην επιφάνεια.
- Άκου παιδάκι μου εσύ είσαι ένας παχουλός μικρός ιπποπόταμος.
- Θέλω να κολυμπήσω σε θαλασσινό νερό.
- Αγόρι μου είσαι με τα καλά σου; Εσύ έχεις τον ποταμό σου με το γλυκό λασπόνερο. Τι να το κάνεις το αλμυρό θαλασσινό νερό;
- Μαμά, θα ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω λεπτεπίλεπτος ιππόκαμπος.
- Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός μεγάλος ιπποπόταμος. Με λίγη τύχη και αν φανείς συνετός, μπορεί να γίνεις ακόμα και υπουργός οικονομικών ή και αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του ποταμού!
- Τι θα πει συνετός;
- Αυτός που δεν σκέπτεται ανατρεπτικά όπως εσύ, αλλά κοιτάει το συμφέρον του.
- Μαμά πεινάω.
- Α γειά σου παιδί μου! Τώρα μιλάς συνετά. Πάρε αυτή τη μεγάλη πλάκα σοκολάτα και άδειασε το μυαλό σου από κάθε σκέψη.
Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος έκλεισε το βιβλίο του, ξετύλιξε την σοκολάτα, την δάγκωσε και δεν ξαναμίλησε.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι ανατρεπτικές σκέψεις βούλιαξαν στα γλυκά χλιαρά νερά του λασποπόταμου και πνίγηκαν. Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος μεταμορφώθηκε σε έναν συνετό παχουλό πολιτικό, διακεκριμένο στέλεχος της κυβέρνησης του ποταμού, που έτρωγε κάθε μέρα μια μεγάλη πλάκα σοκολάτα.

Προδημοσίευση από υπό έκδοση Συλλογή Διηγημάτων του Οδυσσέα Ξένου.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ…




Μία νεαρή γυναίκα πήγε στη μητέρα της και της μίλησε για τη ζωή της. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει τα πράγματα και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, να τα παρατήσει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.
Η μητέρα της την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει.
Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο έβαλε αυγά, και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ. Τα άφησε λίγο να βράσουν, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ΄το νερό και τα έβαλε σ“ένα μπωλ. Έβγαλε τα αυγά έξω και τα έβαλε σ“ένα μπολ. Μετά έβγαλε τον καφέ έξω και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι.
Ρώτησε την κόρη της: “πες μου τι βλέπεις’.
“Καρότα, αυγά και καφέ”,της απάντησε η κόρη.
Η μητέρα της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα. Το έκανε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά. Μετά η μητέρα ζήτησε απ΄την κόρη της να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό. Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ΄την κόρη της να πιει μια γουλιά απ΄τον καφέ. Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του. Μετά η κόρη ρώτησε: “τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;’.
Η μητέρα τηςτης εξήγησε ότι το καθένα απ΄αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά. Το καρότο αρχικά μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό. Εντούτοις, εφόσον τοποθετήθηκε στο βραστό νερό, μαλάκωσε και έγινε αδύναμο. Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτησή του σε βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε. Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους σε βραστό νερό, άλλαξαν το νερό.
“Ποιο απ΄αυτά είσαι εσύ;” ρώτησε την κόρη της. Σκέψου το λίγο: Τι απ΄αυτά είσαι εσύ;
Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως είχες “υγρό” πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μία οικονομική δυσκολία ή μια άλλη δοκιμασία σκλήρυνες; Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του. Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα δεν είναι στα καλύτερά τους, εσύ γίνεσαι καλύτερος και αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου.
Όταν δεν είναι και η καλύτερη στιγμή και οι δοκιμασίες σε συναντούν, ανυψώνεις τον εαυτό σου σε άλλο επίπεδο; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ; Ελπίζω να έχεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκό, αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατό, αρκετή λύπη για να παραμείνεις ανθρώπινος και αρκετή ελπίδα για να σε κάνει ευτυχισμένο. Το λαμπρότερο μέλλον πάντοτε θα βασίζεται σε ένα ξεχασμένο παρελθόν. Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή μέχρι ν΄αφήσεις πίσω τις αποτυχίες σου και τους πόνους σου. Όταν γεννήθηκες έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου έτσι ώστε στο τέλος εσύ να είσαι αυτός που θα χαμογελά και όλοι γύρω σου θα κλαίνε..


Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Μια ποντικοπαγίδα! (Ένα διδακτικό παραμύθι...)





Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε.

Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!:
-Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!

Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε:
"Κυρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε:
"Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ."

Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"
Και το βόδι απάντησε:
"Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου! "

Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!

Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι ....
Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα.

Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες..
Έτσι ο αγρότης έσφαξε την κότα για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο.
Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι.

Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλίτωσε! Πέθανε! Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι.

Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το βόδι
Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν' έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΆΣΜΑΤΆ ΕΊΝΑΙ ΠΩΣ:
Χάσαμε την ανθρωπιά μας. και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας..!
όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο!
είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή!
ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας!
είμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος.
Και αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο....

ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΚΑΤΆΛΑΒΑΝ.
Εμείς είμαστε τα ποντικάκια..
Εμείς όμως είμαστε και οι κότες..
Εμείς και τα γουρούνια.
Εμείς και τα βόδια.

ΓΙ ΑΥΤΌ ΚΑΛΆ ΝΑ ΠΆΘΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΆΘΟΥΜΕ ΠΩΣ.
Είναι αδύνατον να γελάμε, αν δεν γελάει ολόκληρη η γειτονιά.


Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Διασχίσαμε ωκεανούς





Διασχίσαμε ωκεανούς, κάναμε το γύρο του κόσμου, ανοίξαμε δρόμους στο διάστημα, κατασκευάσαμε computers και "συναντάμε" σε δευτερόλεπτα αγαπημένα πρόσωπα ,  γεμίσαμε τοίχους με διπλώματα για να αποκτήσουμε τη "γνώση", φτιάξαμε ουρανοξύστες γιατί μας είπαν στον ουρανό πως μένει ο Θεός και δεν θα τον βλέπαμε ποτέ απ΄τα ισόγεια διαμερίσματα  , πασχίζουμε να προσθέσουμε χρόνια στη ζωή μας, ελπίζοντας μια μέρα πρόσωπο με πρόσωπο να έρθουμε με την Αθανασία, μάθαμε να οδηγούμε γρήγορα γιατί έτσι μόνο συνοδηγό έχουμε την Ελευθερία, γιατί μας έπεισαν πως μόνο στην Ιθάκη θα συναντήσουμε την Ευτυχία................άραγε, διασχίζοντας χρόνια τώρα τη ζωή μας, πόσες φορές αλήθεια συναντήσαμε και αναγνωρίσαμε μέσα σ' αυτήν τον εαυτό μας;