Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Τὸ ἄγνωστο λουλούδι (Πα­ρα­μύ­θι βα­σι­σμέ­νο σὲ πραγ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα)




Zούσε κάποτε στν κό­σμο ­να μι­κρ λου­λού­δι. Κα­νες δν γνώ­ρι­ζε ­τι ­πρ­χε στ γ. Ε­χε με­γα­λώ­σει μο­νά­χο του, σ’ ­να γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Ο ­γε­λά­δες κα ο κα­τσί­κες δν σύ­χνα­ζαν ­κε, κα τ παι­δι ­π τν κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νι­έ­ρων πο­τέ τους δν ­παι­ζαν στ μέ­ρος ­κε­νο. Στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο κα­νέ­να χορ­τά­ρι δν φύ­τρω­νε· μό­νο με­ρι­κς ξε­χα­σμέ­νες, γκρί­ζες πέ­τρες ­ταν σπαρ­μέ­νες ­κε, κι ­νά­με­σά τους ­νας ξε­ρς κα ­πο­νε­κρω­μέ­νος πη­λός. Μο­νά­χα ­νε­μος σερ­γι­ά­νι­ζε στ γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Σν ­νας γε­ρο-σπο­ρέ­ας, κου­βα­λο­σε σπό­ρους κα τος ­σπερ­νε παν­το – τό­σο στ μα­ρο, νο­τι­σμέ­νο χ­μα, ­σο κα στ γυ­μν κα πε­τρ­δες γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Στ μα­ρο κα ε­φο­ρο χ­μα ο σπό­ροι ­δι­ναν λου­λού­δια κα χορ­τά­ρια, ­μως στς πέ­τρες κα στν πη­λ πέ­θαι­ναν.
       Μι φο­ρ ­πε­σε ­π τν ­έ­ρα ­νας μι­κρς σπό­ρος, βρί­σκον­τας προ­στα­σί­α μέ­σα σ’ ­ναν μι­κρ λάκ­κο, ­νά­με­σα στς πέ­τρες κα τν πη­λό.
       Τ σπο­ρά­κι α­τ βα­σα­νί­στη­κε γι πο­λύ, κι ­πει­τα μού­σκε­ψε μέ­σα στν πά­χνη, ­νοι­ξε στ δύ­ο, ­φέ­θη­καν ­π μέ­σα του λε­πτς τρι­χο­λες ­π ρί­ζες, κα μ΄ α­τς τρύ­πη­σε τν πέ­τρα κα τν πη­λ κα ρ­χι­σε ν’ ­να­πτύσ­σε­ται.
       ­τσι ρ­χι­σε ν ζε στν κό­σμο τ μι­κρ ­κε­νο λου­λού­δι. Δν ε­χε τί­πο­τα γι ν τρα­φε στς πέ­τρες κα στν πη­λό. Ο στα­γό­νες τς βρο­χς, πο ­πε­φταν ­π τν ο­ρα­νό, ­φτα­ναν στν ­πι­φά­νεια το ­δά­φους, δί­χως ν ε­σχω­ρή­σουν μέ­χρι τς ρί­ζες του, ­μως τ λου­λού­δι ζο­σε κα με­γά­λω­νε κα γι­νό­ταν σι­γ-σι­γ ­λο­έ­να κα πι ψη­λό. Τ λου­λου­δά­κι ­ψω­νε τ φύλ­λα του ­νάν­τια στν ­νε­μο, κα ­νε­μος κό­πα­ζε δί­πλα του. ­π τν ­νε­μο ­πε­φταν στν πη­λ κόκ­κοι σκό­νης, κου­βα­λη­μέ­νοι ­π τ φύ­ση­μά του, μα­ζ μ ε­φο­ρο, μα­ρο χ­μα. Σ’ ­κεί­νους τος κόκ­κους σκό­νης ­πρ­χε τρο­φ γι τ λου­λού­δι, ­στό­σο ο κόκ­κοι ­ταν ξε­ροί. Τ λου­λού­δι, γι ν τος μου­σκέ­ψει, ­στη­νε καρ­τέ­ρι ­λη τ νύ­χτα στ δρο­σι κα τ μά­ζευε, στα­γό­να-στα­γό­να, στ φύλ­λα του. Κα ­ταν τ φύλ­λα βά­ραι­ναν ­π τ δρο­σιά, τ λου­λού­δι τ χα­μή­λω­νε κα δρο­σι ­πε­φτε κά­τω, νο­τί­ζον­τας τος μαύ­ρους κόκ­κους τς σκό­νης, τος φερ­μέ­νους ­π τν ­νε­μο, δι­α­βρώ­νον­τας μα­ζ κα τν ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.
       Τν ­μέ­ρα τ λου­λού­δι ­στη­νε ­νέ­δρα στν ­νε­μο κα τ βρά­δυ στ δρο­σιά. Μο­χθο­σε νυ­χθη­με­ρν γι ν ζή­σει κα ν μν πε­θά­νει. ­νά­στη­σε με­γά­λα τα φύλ­λα του, ­στε ν μπο­ρον ν συγ­κρα­τον τν ­νε­μο κα ν συλ­λέ­γουν τ δρο­σιά. ­μως ­ταν δύ­σκο­λο γι τ λου­λού­δι ν τρέ­φε­ται μό­νο ­π τος κόκ­κους τς σκό­νης, πο ­πε­φταν μ τ βο­ή­θεια το ­νέ­μου, κι ­κό­μα ν μα­ζεύ­ει γι’ α­τος τ δρο­σιά. ­π τν λ­λη, ­πρε­πε ν ζή­σει, κα ­περ­νι­κο­σε μ τ βο­ή­θεια τς ­πο­μο­νς τν πό­νο του ­π τν πεί­να κα τν κού­ρα­ση. Τ λου­λού­δι μό­νο μι φο­ρ στ διά­ρκεια το ε­κο­σι­τε­τρα­ώ­ρου χαι­ρό­ταν: ­ταν πρώ­τη ­κτί­να το πρω­ι­νο ­λιου γ­γι­ζε τ ­πο­κα­μω­μέ­να φύλ­λα του.
       ­ν ­μως ­νε­μος ­κα­νε πο­λ και­ρ ν ­πι­σκε­φθε τ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, τό­τε τ μι­κρ λου­λού­δι α­σθα­νό­ταν ­σχη­μα, κα δν το ρ­κο­σαν ο δυ­νά­μεις του γι ν ζή­σει κα ν με­γα­λώ­σει.
       ­μως τ λου­λού­δι δν ­θε­λε ν ζε μέ­σα στ λύ­πη. Γι’ α­τό, ­ταν τ πράγ­μα­τα γι ‘κε­νο γί­νον­ταν ­λό­τε­λα θλι­βε­ρά, λα­γο­κοι­μό­ταν. Πα­ρ’ ­λα α­τά, πά­σχι­ζε συ­νε­χς ν’ ­να­πτυ­χθε, ­κό­μα κα ­ταν ο ρί­ζες του τρα­γά­νι­ζαν τς γυ­μνς πέ­τρες κα τν ξε­ρ πη­λό. ­ταν συ­νέ­βαι­νε α­τό, τ φύλ­λα του δν μπο­ρο­σαν ν τρα­φον κα­νο­νι­κ κα κι­τρί­νι­ζαν: ­να νευ­ρά­κι τους γι­νό­ταν μπλά­βο, ­να λ­λο κόκ­κι­νο, κά­ποι­ο τρί­το ­παιρ­νε ­να γα­λά­ζιο χρυ­σα­φ χρ­μα. Κι ­λα α­τ ­πει­δ ­λει­πε ­π’ τ λου­λού­δι τρο­φή, κα τ μαρ­τύ­ριό του κ­δη­λω­νό­ταν στ φύλ­λα μ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τ ­διο τ λου­λού­δι, ­στό­σο, δν τ γνώ­ρι­ζε α­τό: βλέ­πε­τε, ­ταν τυ­φλ κα δν μπο­ρο­σε ν δε τν ­αυ­τό του· ν δε πς στ’ ­λή­θεια ­ταν.
       Στ μέ­σα το κα­λο­και­ριο στε­φά­νη το λου­λου­διο ν­θι­σε. Μέ­χρι τό­τε ­μοια­ζε μ χορ­τα­ρά­κι, ­ν τώ­ρα ε­χε γί­νει πραγ­μα­τι­κ λου­λού­δι. στε­φά­νη ­πο­τε­λον­ταν ­π πέ­τα­λα πο ε­χαν ­να ­πλό, φω­τει­ν χρ­μα, δια­υγς κα ν­το­νο, ­πως τ χρ­μα ­νς ­στε­ριο. Καί, ­πως ­να ­στέ­ρι, τ λου­λού­δι λαμ­πύ­ρι­ζε μ ζω­η­ρ φλό­γα κα ­ταν ­ρα­τ ­κό­μα κα στ σκο­τει­ν νύ­χτα. ­ταν ­νε­μος ρ­χό­ταν στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, γ­γι­ζε πάν­το­τε τ λου­λού­δι κα ­παιρ­νε μα­ζί του τ ­ρω­μά του.
       Κα νά πο ­να πρω­ι­ν ­φτα­σε δί­πλα σ’ ­κε­νο τ ο­κό­πε­δο ­να κο­ρι­τσά­κι, Ντά­σα. Ζο­σε μ τς φι­λε­νά­δες της στν κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νιέ­ρων, κα ­κε­νο τ πρω­ ξύ­πνη­σε ­χον­τας ­πι­θυ­μή­σει τ μη­τέ­ρα της. Τς ε­χε γρά­ψει ­να γράμ­μα κα τ πή­γαι­νε στν σταθ­μό, γι ν φύ­γει ­σο τ δυ­να­τν πι γρή­γο­ρα. Στν δρό­μο Ντά­σα φι­λο­σε τν φά­κε­λο μ τ γράμ­μα κα τν ζή­λευ­ε πο α­τς θ ­βλε­πε τ μη­τέ­ρα της νω­ρί­τε­ρα ­π’ ,τι ­κεί­νη.
       Στν ­κρη το ­ρη­μου ο­κο­πέ­δου Ντά­σα α­σθάν­θη­κε μιν ε­ω­διά. ­ρι­ξε μι μα­τι ­λό­γυ­ρα. Κα­νέ­να λου­λού­δι δν ­πρ­χε κον­τά, μό­νο λί­γο χορ­τα­ρά­κι ε­χε φυ­τρώ­σει στ μο­νο­πά­τι κα τ ο­κό­πε­δο ­ταν τε­λεί­ως γυ­μνό. ­μως ­έ­ρας ­πνε­ε ­π τ ο­κό­πε­δο με­τα­φέ­ρον­τας ­π ‘κε μιν ­νά­λα­φρη μυ­ρω­διά, σν φω­ν πο προ­σκα­λο­σε, τ φω­ν μις ­ση­μης κα ­γνω­στης ζω­ς. Ντά­σα θυ­μή­θη­κε ­να πα­ρα­μύ­θι, πο τς ε­χε δι­η­γη­θε ­δ κα και­ρ μη­τέ­ρα της. Τς ε­χε μι­λή­σει γι ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο, πο συ­νε­χς θλι­βό­ταν γι τ μη­τέ­ρα του, ­μως δν μπο­ρο­σε ν κλά­ψει κα μό­νο μ τν ε­ω­δι περ­νο­σε θλί­ψη του. «­σως ­κε­νο τ λου­λού­δι ν ­πι­θυ­με στ πα­ρα­μύ­θι τ μη­τέ­ρα του, ­πως ­γώ», σκέ­φτη­κε Ντά­σα.
       Π­γε στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο κα ν­τί­κρι­σε, κον­τ σ μι πέ­τρα, ­κε­νο τ λου­λου­δά­κι. Ντά­σα πο­τ ς τώ­ρα δν ε­χε δε πα­ρό­μοι­ο λου­λού­δι – ο­τε σ χω­ρά­φι, ο­τε στ δά­σος, ο­τε στς ε­κό­νες τν βι­βλί­ων, ο­τε στν Βο­τα­νι­κ Κ­πο, που­θε­νά. Κά­θι­σε στ χ­μα, δί­πλα στ λου­λού­δι, κα τ ρώ­τη­σε:
       — Για­τί ε­σαι ­τσι;
       — Δν ξέ­ρω, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       — Κα για­τί δν μοιά­ζεις μ τ’ λ­λα λου­λού­δια;
       Τ λου­λού­δι κα πά­λι δν ­ξε­ρε τί ν πε. ­μως ­ταν πρώ­τη φο­ρ πο ­κου­γε ­π τό­σο κον­τ τ φω­ν ­νς ν­θρώ­που, ­ταν πρώ­τη φο­ρ πο κά­ποι­ος τ κοι­το­σε, κα γι’ α­τ δν ­θε­λε ν προ­σβά­λει τν Ντά­σα μ τ σι­ω­πή του.
       — Δι­ό­τι περ­νά­ω δύ­σκο­λα, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       — Κα πς σ λέ­νε; ρώ­τη­σε Ντά­σα.
       — Κα­νες δν μ φω­νά­ζει μ κά­ποι­ο ­νο­μα, ε­πε τ λου­λου­δά­κι, ζ μο­νά­χο μου.
       Ντά­σα κοί­τα­ξε ­λό­γυ­ρά το ­ρη­μο ο­κό­πε­δο.
       — ­δ ­χει πέ­τρες, ­δ ­χει πη­λό! ε­πε. – Πς κα ζες μο­να­χό σου, πς φύ­τρω­σες μέ­σα ­π τν πη­λ κα δν πέ­θα­νες, ­τσι μι­κρ πο ε­σαι;
       — Δν ξέ­ρω, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       Ντά­σα ­σκυ­ψε στ λου­λού­δι κα τ φί­λη­σε στ φεγ­γε­ρό του κε­φα­λά­κι.
       Τν ­πο­μέ­νη, ­λοι ο πι­ο­νιέ­ροι ρ­θαν ν ­πι­σκε­φθον τ λου­λου­δά­κι. Τος ε­χε φέ­ρει Ντά­σα. Πο­λ πρν φτά­σουν στ ο­κό­πε­δο, τος πρό­στα­ξε ν πά­ρουν μιν ε­σπνο­ κα τος ε­πε:
       —­κο­τε πό­σο ­μορ­φα μυ­ρί­ζει;* ­τσι ­να­σαί­νει α­τό.
       Ο πι­ο­νι­έ­ροι στέ­κον­ταν γι πο­λ ­ρα γύ­ρω ­π τ λου­λου­δά­κι κα τ κα­μά­ρω­ναν, σν νά ’­ταν ­ρω­ας. ­πει­τα, ­φε­ραν ­να γύ­ρο ­λο το ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, τ μέ­τρη­σαν μ τ βή­μα­τά τους κα ­πο­λό­γι­σαν πό­σα κα­ρό­τσια κο­πρι κα τέ­φρα ­πρε­πε ν φέ­ρουν γι ν λι­πά­νουν τν ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.
       ­θε­λαν ν γί­νει τ χ­μα στ ο­κό­πε­δο γό­νι­μο. Τό­τε κα τ μι­κρ λου­λού­δι, μ τ ­γνω­στο ­νο­μα, θ μπο­ρο­σε ν’ ­να­παυ­θε, κα ­π τος σπό­ρους του θ με­γά­λω­ναν, δί­χως ν χα­θον, πα­νέ­μορ­φα παι­διά, τ πι κα­λ λου­λού­δια, πο θ ­λαμ­παν ­π φς κα πο ­μοι­ά τους δν θ ­πρ­χαν που­θε­νά.
       ­π τέσ­σε­ρις ­μέ­ρες δού­λευ­αν ο πι­ο­νι­έ­ροι, λι­παί­νον­τας τ χ­μα στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο. ­πει­τα, μό­λις τε­λεί­ω­σαν, ξε­κί­νη­σαν τ τα­ξί­δι τους γι λ­λους ­γρούς, γι λ­λα δά­ση, κα πλέ­ον στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο δν ξα­να­φά­νη­καν.
Μό­νο Ντά­σα ρ­θε μι φο­ρά, γι ν’ ­πο­χαι­ρε­τή­σει τ μι­κρ λου­λού­δι. Τ κα­λο­καί­ρι ­φτα­νε ­δη πρς τ τέ­λος του κα ο πι­ο­νι­έ­ροι ­πρε­πε ν’ ­να­χω­ρή­σουν γι τ σπί­τια τους. ­πως κα ­γι­νε.
       Τ ­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι Ντά­σα ρ­θε πά­λι στν ­δια κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νι­έ­ρων. Κα­θ’ ­λη τ διά­ρκεια το μα­κρο χει­μώ­να, θυ­μό­ταν τ μι­κρ λου­λού­δι μ τ ­γνω­στο ­νο­μα. Κα π­γε ­μέ­σως στ ο­κό­πε­δο ν τ ­πι­σκε­φθε.
       Ντά­σα ε­δε ­τι τ ο­κό­πε­δο ε­χε τώ­ρα λ­λά­ξει: τώ­ρα ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μ χορ­τά­ρι κα λου­λού­δια, κι ­π πά­νω του πε­το­σαν που­λι κα πε­τα­λο­δες. ­π τ λου­λού­δια ­να­δι­δό­ταν μι ε­ω­διά, ­μοι­α μ’ ­κεί­νη το μι­κρο λου­λου­διο-βι­ο­πα­λαι­στ.
       ­στό­σο, τ περ­σι­ν λου­λού­δι, α­τ πο ζο­σε ­νά­με­σα στς πέ­τρες κα στν πη­λό, δν ­πρ­χε πιά. Πέ­θα­νε μλ­λον τ πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο. Τ και­νούρ­για λου­λού­δια ­ταν ­πί­σης ­μορ­φα, λι­γό­τε­ρο ­μορ­φα ­μως ­π’ ,τι ­κε­νο, τ πρ­το λου­λού­δι. Ντά­σα ­πε­σε σ θλί­ψη, ­πει­δ δν ­πρ­χε πλέ­ον τ λ­λο­τι­ν λου­λού­δι. ­ν ε­χε πά­ρει τν δρό­μο τς ­πι­στρο­φς, ξαφ­νι­κ στα­μά­τη­σε. ­νά­με­σα σ δυ­ πέ­τρες, φύ­τρω­νε στρι­μωγ­μέ­νο ­να νέ­ο λου­λού­δι – ­διο ­κρι­βς ­πως ­κε­νο τ πα­λιό, μό­νο ­λα­φρς κα­λύ­τε­ρο κα ­κό­μα πι ­μορ­φο. Τ λου­λού­δι το­το με­γά­λω­νε ­νά­με­σα στς πέ­τρες, πο το δυ­σκό­λευ­αν τ ζω­ή. ­ταν ζω­η­ρ κα καρ­τε­ρι­κό, ­πως πα­τέ­ρας του, κα πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­να­τ ­π’ τν πα­τέ­ρα του, ­πει­δ ζο­σε στς πέ­τρες.
       Στν Ντά­σα φά­νη­κε ­τι τ λου­λού­δι τεν­τω­νό­ταν πρς τ μέ­ρος της, ­τι τν κα­λο­σε κον­τά του μ τ σι­ω­πη­λ φω­ν τς ε­ω­δις του.
 * Ση­μεί­ω­ση το με­τα­φρα­στ: ­δ Πλα­τό­νωφ χρη­σι­μο­ποι­ε τν κ­φρα­ση πο ­παν­τ στν Κρή­τη κα σ ­ρι­σμέ­να λ­λα μέ­ρη τς λ­λά­δας, σύμ­φω­να μ τν ­ποί­α τ μυ­ρω­δι μπο­ρε κα­νες ν τν ­κού­σει.

ντρέι Πλατόνωφ




Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Απλά μια καλημέρα!




Ξύπνησα πολύ πρωί! Έτσι! Χωρίς να χτυπήσει ξυπνητήρι!
Άνοιξα τα παράθυρα και βγήκα στο μπαλκόνι! Μόλις χάραζε!
Έβαλα σε μία κούπα καφέ! Πήρα το mp3 player μου και κάθισα έξω.
 Απλά μια καλημέρα!
Η ησυχία της πόλης Κυριακή πρωί διακόπτεται στιγμιαία από έναν βιαστικό οδηγό αυτοκινήτου (τί βιάζεται πρωινό Κυριακής;).
Aπολαμβάνω την μυρωδιά του καφέ και το “With or Without You” των U2 γίνεται το soundtrack της στιγμής.
Είναι η ώρα που σκέφτομαι την εβδομάδα που πέρασε. Την εβδομάδα που έρχεται!
Την ζωή μας στο σπίτι που αλλάζει συνέχεια με γρήγορους ρυθμούς. Ο καιρός περνάει και δεν το καταλαβαίνουμε.
Τρέχεις, τρέχεις και κάποια στιγμή που στέκεσαι στον χρόνο, όπως αυτό το πρωί, βλέπεις ότι ο χρόνος περνάει.
Ήσουν παιδί, έγινες μαμά ενός μωρού, το μωρό έγινε παιδί και μεγαλώνει.
Βλέπεις έναν σπόρο να γίνεται λουλούδι, να ανοίγει, να βγάζει άλλες μυρωδιές κάθε φορά κι εσύ..τρέχεις, τρέχεις!
Γιατί τρέχεις συνέχεια; Στάσου μία στιγμή στον χρόνο. Δες πού βρίσκεσαι. Δες πού πας. Δες ότι ζεις!
Είναι ωραία να ζεις! Κι ας είναι δύσκολα! Κι ας ακούς δυσοίωνα νέα!
Είσαι όρθια και απολαμβάνεις αυτό το πρωινό. Τα χρώματα, τα αρώματα, τα όνειρά σου και χαμογελάς…


Καλημέρα! 

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Αφήνω τους άλλους να με εξουσιάζουν και εγώ δεν αντιδρώ… γιατί;



Έχετε παρατηρήσει ότι συνήθως κάνετε σχέσεις με άτομα που είναι πολύ εξουσιαστικά; Ότι εσείς είστε συναισθηματικά εξαρτώμενοι από τον εκάστοτε παρτενέρ σας; Μήπως αυτή η εξάρτηση είναι πια δυσλειτουργική; Και γιατί συμπεριφέρεστε έτσι;
Μήπως έχετε παρατηρήσει ότι όταν βρίσκεστε σε μία τέτοια σχέση τότε:
•    Τα συναισθήματα σας είναι έντονα και ακραία. Νιώθετε ή πολύ πληγωμένοι και αδύναμοι ή πού χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.
•    Συνήθως σκέφτεστε… «γιατί να μην μπορώ να πάω για έναν καφέ με έναν φίλο;» «Γιατί να μην μπορώ να κάνω αυτά που μου αρέσουν;» αλλά κανείς δεν σας έχει επιβάλλει να μην τα κάνετε;
•    Πληγώνεστε αμέσως όταν ο άλλος σας πει κάτι που θεωρείτε αποδοκιμαστικό;
•    Πιστεύετε ότι θα αλλάξετε τον άλλον και θα τον φέρετε «στα μέτρα σας;»
•      Η αυτοεκτίμηση  σας είναι σε πτώση;
• Η συναισθηματική σας κατάσταση βρίσκεται σε συνεχόμενη ένταση και εσείς στα πρόθυρα της νευρικής κρίσης;
•    Ονειρεύεστε ότι κάποια μέρα η ζωή σας θα φτιάξει και θα γίνει ονειρική από μόνη της;
Τότε είναι ίσως ο καιρός να ξανά πάρετε τη ζωή σας χέρια σας!
Πώς μπορεί να γίνει αυτό;
1.    Αναγνωρίστε το γεγονός ότι έχετε «εξάρτηση» στον σύντροφό σας και δεν τολμάτε να του εκφράσετε τα συναισθήματα σας από φόβο μήπως τον χάσετε. Ζητήστε την βοήθεια ενός ειδικού αν το πρόβλημα είναι μεγάλο και σας δημιουργεί δυσφορία ή την συμβουλή ενός φίλου που εμπιστεύεστε για το πώς θα πάρετε σιγά – σιγά το κοντρόλ της ζωή σας.
2.    Είναι καιρός να συνειδητοποιήσετε ότι για το μόνο άτομο που είστε υπεύθυνοι για το πώς νιώθει είστε εσείς, κανείς άλλος!!! Δεν μπορείτε σε κανέναν άλλον να επιβάλλετε πως θα νιώθει κάποια συγκεκριμένη στιγμή… Το ίδιο όμως ισχύει και για εσάς!!! Μόνο εσείς είστε υπεύθυνοι για τα συναισθήματα σας… κανείς άλλος!
3.    Αμφισβητήστε τους φόβους σας για μοναξιά, εγκατάλειψη, απαξίωση. Επειδή το σκέφτεστε δεν σημαίνει ότι είναι αλήθεια. Βλέπετε την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα των ακραίων συναισθημάτων, οπότε είναι σίγουρο ότι θα είναι παράλογη!
4.    Όσο και να επιθυμούμε κάποιον δεν μπορεί να είναι η μοναδική ενασχόληση μας όλη την ημέρα. Καλό θα ήταν να βρίσκαμε πράγματα που μας ευχαριστούν και μας δίνουν χαρά να κάνουμε για να μην είμαστε κρεμασμένοι στο τηλέφωνο ή στα χείλη του και να περιμένουμε να μας πει μια λέξη για να ενεργοποιηθούμε, αφού εμείς είμαστε ανίκανοι να σκεφτούμε, ακόμα και να κοντρολάρουμε τα συναισθήματα μας και εξαρτόμαστε ολοκληρωτικά από τον άλλον!
5.    Γνωρίστε κόσμο και κάντε καινούργιους φίλους. Γραφτείτε σε μία σχολή χορού, στο γυμναστήριο ή βγάλτε την ατζέντα σας και τηλεφωνήστε σε φίλους και γνωστούς που έχετε παραμελήσει και ζητήστε να συναντηθείτε για να τα πείτε. Έτσι θα δημιουργήσετε ένα υποστηριχτικό περιβάλλον και δεν θα νιώθετε έρμαιο των πράξεων του άλλου και της επίδρασης του επάνω σας.
6.    Μάθετε να αναγνωρίζετε τα συναισθήματα σας. Όταν κρέμεστε στο τηλέφωνο και περιμένετε να σας τηλεφωνήσει ο άλλος, υποφέρετε από ανασφάλεια και όχι μόνο. Σταματήστε να πληγώνετε τον εαυτό σας! Αναγνωρίστε το πρόβλημα και ζητήστε βοήθεια για να βρείτε μία λύση.
7.    Απομακρυνθείτε από αυτούς που θέλουν να σας εξουσιάζουν. Έχουν πρόβλημα τόσο αυτοί αλλά και εσείς που μένετε σε μία τόσο τοξική σχέση.
Σκεφτείτε… τι σας αξίζει πραγματικά; Να είστε δυστυχισμένοι και σε απόγνωση; Ή να είστε ισορροπημένοι και ευτυχισμένοι;
Η απάντηση είναι δική σας και απ’ αυτή θα εξαρτηθεί ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας!

Έφη Κεραμιδά


Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Απύθμενο κενό

 

Δεν θυμάμαι πως έγινε αυτό. Ξέρω πως σκόνταψα και μετά αποκοιμήθηκα.
Ξύπνησα σε ένα πολύ περίεργο μέρος, νομίζω το λένε "Ελλάδα του σήμερα".
Δεν είμαι σίγουρη, μα νομίζω πως έτσι είναι. Δεν ξέρω τι γυρεύω εδώ. Βλέπω νέους σκεπτικούς και να κλαίνε. Γιατί; Κάτι λένε... Κάτι ψιθυρίζουν...
Κατάφερα. να ξεχωρίσω μία πρόταση, τέσσερις λέξεις:
"Εγώ, πού θα ζήσω;"
Σκόνταψα κι έπεσα ξανά. Πέφτω όμως για πολλή ώρα.. Βρήκα το απύθμενο κενό. Κι όλο πέφτω...
Προσγειώθηκα ανώμαλα μαζί με άλλους, χιλιάδες.
Τόλμησα να σηκώσω το κεφάλι μου ψηλά στον ουρανό. Είδα την κυρα-Εξουσία να μου γελάει ειρωνικά. Την χαιρέτησα με ανοιχτά τα δάχτυλά μου. Γέλασε πιο δυνατά. Μ' έσπρωξε κι έπεσα. Όλοι εξοργίστηκαν. Ξαναγέλασε. Τότε μας έριξε όλους κάτω.
Ε λοιπόν, όχι, εγώ δεν θα γίνω το παιχνιδάκι της. Αρκετά έπαιξε, καιρός να ωριμάσει. Οι χιλιάδες έγιναν δισεκατομμύριοι. Ούτε αυτοί θέλουν να εξαπατηθούν άλλο πια. Κοιτάζω στα δεξιά μου. Βλέπω λευκή μπογιά. Αρχίζω να βάφω τον μαύρο τοίχο. Του αλλάζω χρώμα. Σιγά-σιγά μ' ακολούθησαν όλοι. Τα καταφέραμε. Όλα είχαν ντυθεί στα λευκά. Κι εμείς επίσης.
Να 'την η κυρα-Εξουσία, έρχεται. Μισοκλείνει τα μάτια της, δεν μπορεί να δεί καλά. Έφτασε κοντά μας. Αρχίζει να ουρλιάζει σαν δαιμονισμένη. Τρέχει να ξεφύγει. Δεν προλαβαίνει. Μια φωτεινή αχτίδα την αποτέφρωσε.
Η δεσποινίς αγάπη μας βοήθησε. Χαίρομαι που όλα τα έθνη γίναμε ένα.
Ο γερο-Χρόνος όλα τα γιάτρεψε.
Κρυώνω. Ανοίγω τα μάτια. Είμαι ξαπλωμένη στο έδαφος.
Τώρα θυμήθηκα. Σκόνταψα. Δυστυχώς όλα αυτά ήταν ένα όνειρο. Με καλωσόρισε η σκληρή πραγματικότητα.
Εντάξει. Τί να κάνουμε; Μπόρα είναι, θα περάσει.
Κι αν δεν περάσει.. Θα κοιμηθώ. Βλέπω όμορφα όνειρα.
Αν θέλετε, ελάτε κι εσείς στα όνειρά μου.
Όλοι οι καλοί χωράνε.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Αχ! αυτό το κοίταγμα στα μάτια






Σούρουπο στην κεντρική πλατεία, κοιτάζω στα τραπεζάκια για γνωστό, ένα αδύνατο χέρι μου γνέφει, πλησιάζω το τραπεζάκι.
«Καλησπέρα», «καλώς τον, κάτσε νεαρέ να σε κεράσουμε ένα παγωτό». «μπαμπά, να πάμε μια βόλτα»; Κοιτάζει τη σύζυγο με το σφιχτοδεμένο κότσο, κοιτάζει το ρολόι, «αν είναι για μισή ωρίτσα να πάτε, γιατί θα φύγουμε».
Ο χρυσοχόος με το μουστακάκι, σοβαρός και μετρημένος, έχει και τον τρόπο του. Η γυναίκα του λιγομίλητη κι απόμακρη και το φιλαράκι μου, η Αρετή, δυο μελιά μάτια, καστανό μακρύ μαλλί, λιγνή κορμοστασιά, αρχοντική ομορφιά. Μόνο φίλη μου, έχω αποδεχτεί ότι της πέφτω λίγος, αλλά η φιλία, πράγμα ιερό και σ’ αυτά έχω μπέσα. Μου πείραξες την Αρετή, την Αρετούλα μου, σ’ έκανα εχθρό.
Σηκώνεται και βαδίζουμε προς τον κεντρικό δρόμο, σιγομουρμουρίζω, «τι της ήρθε τώρα για βόλτα, έχασα και το παγωτό», ας είναι, χαλάλι της.
Η διαδρομή; Το νυφοπάζαρο, πάνω-κάτω στον κεντρικό. Διαπιστώνω κλεφτοματιές με το νεαρό απέναντι. Είμ’ αητός σ’ αυτά. «Αρετούλα τι βλέπω», «Μη με λες Αρετούλα, στο ‘χω πει χίλιες φορές». Το ξέρω αλλά θέλω να την πειράζω. «Τρέχει κάτι με το Λεωνίδα»; Δέχομαι μια κοφτερή ματιά της. «Αν το πεις πουθενά δεν σου ξαναμιλάω».
Το τυλίγω μ’ ένα “μακάρι” και το καταχωνιάζω στο βάθος του μυαλού, γιατί να το πω, να χάσω τη φιλία της Αρετούλας μου; Ποτέ!
Ο Λεωνίδας, ομορφόπαιδο, λεβεντιά, τίποτε κακό γι’ αυτόν από κανένα. Γιατί όχι; Της ταιριάζει, θα το χαιρόμουν.
Πέρασε το καλοκαίρι, φεύγω, θα λείψω πολύ, πριν μπω στο λεωφορείο με φιλάει σταυρωτά, με φορτώνει ένα τσουβάλι ευχές, σα να πήγαινα ανθρακωρύχος στο Βέλγιο, ο χωρισμός δεν είναι ποτέ ευχάριστος, θα μου λείψει το φιλαράκι μου η Αρετή, η Αρετούλα μου. Με κοιτάει αγέρωχα μα δεν ξεγελιέμαι, μέσα της πονάει όσο κι εγώ.
Η αβεβαιότητα, ο φόβος για το αύριο σκληραίνει τους ανθρώπους, δουλειά, δουλειά, δουλειά, ξεχνάς φίλους, γνωστούς ακόμα και το ίδιο σου το σπίτι.
Χρόνια μετά, στ’ άστραμμα η απόφαση, μια και δυο στο λεωφορείο ώρες πολλές και φτάνω στην κεντρική πλατεία. Οι δικοί μου δεν το ξέρουν, η μάνα μου θα τρελαθεί σαν θα με δει. Βαδίζω στον κεντρικό και να! δυο μάτια μελιά, ένα χαμόγελο, η κορμοστασιά της. Κρατάει ένα μικρό απ’ το χέρι. Πλησιάζω γοργά.
«Γεια σου Αρετούλα», δεν διαμαρτύρεται, «γεια σου, καλώς μας ήρθες», «μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε». «Τι βλέπω»; «Το ομορφούλι δικό σου είναι»; «Παντρεύτηκες»; «Ο Λεωνίδας τι κάνει»; Ρωτάω, «όχι το Λεωνίδα, τον φαρμακοποιό παντρεύτηκα».
Τον φαρμακοποιό; Κερώνω, τον φαρμακοποιό; Με προλαβαίνει, φοβάται την αντίδρασή μου, «περνάω καλά» μου λέει απολογητικά, «με αγαπάει, με σέβεται».
Ξεφυλλίζω προς τα πίσω τις μνήμες, τον φαρμακοποιό; Τον κοντόχοντρο με τα πατομπούκαλα στα μάτια; Κι ο Λεωνίδας; Γι’ αυτό δεν μου ξανάγραψε, σιωπή αντί αλήθεια. Τώρα; Αυτό το ξαφνικό;
«Κι ο Λεωνίδας»; «Που είναι»; Ρωτάω. «Δεν τ’ άντεξε, έφυγε, θαλασσοδέρνεται», η φωνή της, ήχος φορτωμένος πίκρα, πόνο.
Μένουμε ακίνητοι, αντικριστά, την κοιτάζω ίσια στα μάτια. Αχ! αυτό το κοίταγμα στα μάτια, αυτή η αμίλητη ερωταπόκριση, δρώμενα χρόνων γίνονται μια στιγμή, τα μεταφέρει γνήσια, με αλήθεια. Η αλήθεια με συνθλίβει, με πικραίνει, φοβάμαι ν’ αντιδράσω, είμαι θυμωμένος.
Με βγάζει απ’ τ’ αδιέξοδο. «Φεύγω, να μη χαθούμε», η φωνή της τρέμει. «Να ’σαι καλά», η απόκρισή μου, φορτωμένη βάλσαμο, λάδι για τις πληγές.
Βαδίζω γρήγορα, νευρικά, προσπερνάω το σπίτι μου, πάω για τη θάλασσα, να πάρω αέρα, πνίγομαι, το στόμα μου φαρμάκι, όχι απ’ το τσιγάρο. Το θυμικό στοχεύει, μου ανοίγει πληγή, στην Αρετούλα μου; Γιατί;

Κλεισθένης "Ιδεοπηγή"




Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Που στέκονται οι νεράιδες;




Εσείς, η τάξη αποφοίτων … περνάτε ένα συμβολικό κατώφλι.
Παύετε να είστε αντικείμενο κοινωνικής φροντίδας…
Είστε πιά ελεύθεροι να επιλέξετε τον δικό σας δρόμο, να ακολουθήσετε ο καθένας τη δική του εσωτερική πυξίδα.
Να ανταποκριθείτε στην εσωτερική φωνή που σας καλεί, τον καθένα και την καθεμιά ξεχωριστά, στον δικό της προορισμό.
Μην αφήσετε ποτέ τη φωνή αυτή να ατονήσει, να σας πει “Δεν βαριέσαι”.
Μην της επιτρέψετε να υποκύψει στις θεότητες της εξουσίας ή του χρήματος, τις θεότητες της παράδοσης και του συμβιβασμού.
Διότι η πρόοδος του ανθρώπινου είδους, η επιβεβαίωση μας ως ανθρώπινο είδος, εξαρτάται από αυτούς που αψηφούν τις θεότητες , μεγάλες ή μικρές.
Ο Robert Fulghum αναφέρεται στην ιστορία ενός ιερέα, ο οποίος έχοντας αναλάβει τη φροντίδα μιάς ομάδας ζωηρών παιδιών, τα καθοδηγεί στη συμμετοχή σ’ ένα παιχνίδι με Γίγαντες, Νάνους και Μάγους.
-”Πρέπει να χωριστείτε”, εξηγεί ο ιερέας στα παιδιά.“Γίγαντες στα αριστερά, Μάγοι στα δεξιά και Νάνοι στο κέντρο…”.
Ένα κοριτσάκι του τραβάει το μανίκι και τον ερωτά.
-”Πού στέκονται οι Νεράιδες???”

Ο ιερέας της απαντά ότι δεν υπάρχουν Νεράιδες στο παιχνίδι.
-”Βεβαίως υπάρχουν” του λέει με αποφασιστικότητα. “Εγώ Νεράιδα είμαι!”
Βλέπετε το κοριτσάκι ήξερε τι ήθελε και δεν ήταν έτοιμο να θυσιάσει την προσωπικότητα της, αλλά ούτε και να μείνει έξω από το παιχνίδι.
Επέμενε να πάρει τη θέση που έκρινε ότι της άρμοζε.
“Πού στέκονται οι Νεράιδες???”
Ποιος είναι ο ρόλος όλων αυτών που είναι διαφορετικοί, που δεν ταιριάζουν με τα στερεότυπα, που δεν έχουν προκαθορισμένους ρόλους?
Απαντήστε αυτήν την ερώτηση, συνεχίζει ο Fulghum και μπορείτε να ιδρύσετε μια καινούργια σχολή, ένα νέο κράτος, να κτίσετε ένα καινούργιο κόσμο …