Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Τα λασπόνερα και το μυαλό μας








Μια φορά κι ένα καιρό ένας σοφός δάσκαλος περπατούσε με τους μαθητές του από μία πόλη σε μία άλλη.
Ενώ ταξίδευαν, συνάντησαν μια λίμνη στο δρόμο τους. Σταμάτησαν εκεί κοντά για να ξεκουραστούν. Ο δάσκαλος παρακάλεσε τους  μαθητές του να του φέρουν λίγο νερό από τη λίμνη.
Ένας μαθητής σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι τη λίμνη. Όταν πλησίασε, είδε κάποιες γυναίκες να πλένουν τα ρούχα στο νερό, και  ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένα κοπάδι από αγελάδες ξεκίνησε να  διασχίζει τη λίμνη.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και το πέρασμα των αγελάδων είχε ως αποτέλεσμα να σηκωθεί λάσπη μέσα στο νερό. Ο μαθητής αναρωτήθηκε:" Πώς μπορώ να δώσει αυτό το λασπωμένο νερό στο δάσκαλο για να πιει;"
Έτσι γύρισε πίσω και είπε στο δάσκαλο: "Το νερό της λίμνης είναι γεμάτο λάσπη. Δεν νομίζω ότι είναι κατάλληλο για να το πιείτε. "
Μετά από λίγο, ο δάσκαλος ζήτησε πάλι  από τον ίδιο μαθητή να πάει πίσω στη λίμνη και να του φέρει λίγο νερό.
Ο μαθητής υπάκουα πήγε ξανά στη λίμνη. Αυτή τη φορά διαπίστωσε ότι η λάσπη είχε κατακάτσει κάτω και το νερό ήταν πια καθαρό. Έτσι, γέμισε ένα μπουκάλι με νερό και το πήγε στο δάσκαλο.
Ο δάσκαλος κοίταξε πρώτα το νερό και στη συνέχεια στράφηκε στο μαθητή και του είπε:
"Δες πως κατάφερες να καθαρίσεις το νερό. Το άφησες στην ησυχία του, και σε λίγο η λάσπη κατακάθησε από μόνη της. Το ίδιο συμβαίνει και με το μυαλό μας. Όταν είναι θολωμένο, η λύση είναι απλή. Αρκεί να του δώσουμε λίγο χρόνο και θα 'καθαρίσει' από μόνο του. "



Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Μια ποντικοπαγίδα










Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε.

Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!:
-Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!

Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε:
"Κυρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε:
"Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ."

Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"
Και το βόδι απάντησε:
"Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου! "

Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!

Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι ....
Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα.

Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες..
Έτσι ο αγρότης έσφαξε την κότα για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο.
Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι.

Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλίτωσε! Πέθανε! Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι.

Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το βόδι
Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν' έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ:
Χάσαμε την ανθρωπιά μας και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας..!
όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο!
είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή!
ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας!
είμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος.
Και αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο....

ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ.
Εμείς είμαστε τα ποντικάκια..
Εμείς όμως είμαστε και οι κότες..
Εμείς και τα γουρούνια.
Εμείς και τα βόδια.

ΓΙ ΑΥΤΟ ΚΑΛΑ ΝΑ ΠΑΘΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΠΩΣ.
Είναι αδύνατον να γελάμε, αν δεν γελάει ολόκληρη η γειτονιά.







Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Τσαλακωμένη πεταλούδα



Μια πεταλούδα χόρευε μονάχη μέσα στην καταιγίδα.
Πεταλούδα μικρή, γιατί είναι τα φτερά σου τσακισμένα; (τη ρώτησε παραξενεμένος ο γερο-Βοριάς.)
Είχα μια αγάπη παλιά, του φώναξε εκείνη. Την πήρε ο χρόνος και την πέταξε μακριά, μαζί με τόσα άλλα. Γυρνώ εδώ κι εκεί, στον ήλιο και στο χιόνι, ρωτάω μήπως τη είδε κανείς.

Ψάξε γύρω κι είμαι σίγουρος πως θα βρεις κι άλλες πεταλούδες με ξεθωριασμένα φτερά!
Πεταλούδα όμορφη, γιατί πετάς μέσα στο κρύο;
Είχα τόσα όνειρα, ελπίδες κι επιθυμίες. Όμως φύσηξε αγέρας δυνατός, τα σκόρπισε όλα τριγύρω. Κομμάτια γίναν κι εγώ, ελάχιστη, έτρεξα να τα μαζέψω. Φύσηξε ακόμα πιο δυνατά! Και τα όνειρα μου σκόρπισαν παντού, σ' όλες τις γωνιές του κόσμου. Μα τα φτερά μου είναι αδύναμα. Πώς να πετάξω μέχρι εκεί;
Κι όμως, πετάς... Δεν φοβάσαι;
Δεν έχω τίποτα άλλο πια να χάσω!
Πεταλούδα μικρή, γιατί ξεθώριασαν τα χρώματα σου;
Κάποτε πετούσα ψηλά, να βλέπω τα λουλούδια, τη θάλασσα, τον ήλιο... Όμως μαζί μ' αυτά έβλεπα και τον πόλεμο, τον τρόμο και την φρίκη. Δεν μπορούσα τίποτα να κάνω, είμαι μόνο μια μικρή πεταλούδα! Έτσι, το μοβ έγινε γκρι, το κόκκινο καφέ, και το γαλάζιο μαύρο...
Μην χάνεις την ελπίδα, μικρή πεταλούδα. Και κυρίως, μην χάνεις την πίστη στον εαυτό σου! Ποιος είπε ότι ο μικρός είναι κι αδύναμος; Ψάξε γύρω κι είμαι σίγουρος πως θα βρεις κι άλλες πεταλούδες με ξεθωριασμένα φτερά! Κι αν προσπαθήσετε μαζί θα βρήτε ξανά τα χαμένα χρώματα σας!
____
Τσαλακωμένη πεταλούδα - Λάκης Παπαδόπουλος


Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Η μοναξιά







Χωρίς τη μοναξιά, η Αγάπη δεν θα μείνει πολύ δίπλα σας.
Επειδή και η Αγάπη χρειάζεται ξεκούραση, για να μπορεί να ταξιδεύει και να εκδηλώνεται με άλλους τρόπους.
Χωρίς τη μοναξιά δεν επιβιώνει κανένα φυτό και κανένα ζώο, κανένα έδαφος δεν παράγει για πολύ, κανένα παιδί δεν μπορεί να μάθει για τη ζωή, κανένας καλλιτέχνης δεν καταφέρνει να δημιουργήσει, καμιά δουλειά δεν είναι δυνατό να αναπτυχθεί και να μεταμορφωθεί.
Η μοναξιά δεν είναι η απουσία της Αγάπης αλλά το συμπληρωμά της.
Η μοναξιά δεν είναι απουσία συντροφιάς , αλλά η στιγμή κατά την οποία η ψυχή μας είναι ελεύθερη να μας μιλήσει και να μας βοηθήσει να πάρουμε αποφάσεις για τη ζωή μας.
Έτσι , ας είναι ευλογημένοι εκείνοι που δεν φοβούνται τη μοναξιά. Που δεν τρομάζουν από τη συντροφιά του εαυτού τους, που δεν απελπίζονται ψάχνοντας κάτι να τους απασχολήσει, να τους διασκεδάσει, να το κρίνουν.
Γιατί όποιος δεν μένει ποτέ μόνος δεν γνωρίζει πια τον εαυτό του. Και όποιος δεν γνωρίζει τον εαυτό του φοβάται το κενό.

Όμως το κενό δεν υπάρχει. Στην ψυχή μας κρύβεται ένας τεράστιος κόσμος, που περιμένει να τον ανακαλύψουμε. Βρίσκεται εκεί με τη δύναμή του ανέπαφη, αλλά είναι τόσο καινούριος και τόσο δυνατός, που φοβόμαστε να αποδεχτούμε την υπαρξή του.
Γιατί αν ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε, θα αναγκαστούμε να αποδεχτούμε πως μπορούμε να πάμε πολύ πιο πέρα απ ότι έχουμε συνηθίσει. Κι αυτό μας τρομάζει. Καλύτερα να μην ρισκάρουμε τόσο, αφού εξάλλου μπορούμε να πούμε : "δεν έκανα ότι έπρεπε επειδή δε με άφησαν".
Είναι πιο βολικό. Είναι πιο σίγουρο. Και ταυτόχρονα είναι παραίτηση από την ίδια τη ζωή μας.
Αλίμονο σε αυτούς που προτιμούν να λένε σε όλη τους τη ζωή :" δεν είχα καμία ευκαιρία".
Γιατί κάθε μέρα θα βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά στο πηγάδι των ορίων τους και θα ρθει μια στιγμή που δεν θα έχουν πια τις δυνάμεις για να βγουν και να ξαναδούν το φως που λάμπει μέσα από το άνοιγμα πάνω από τα κεφάλια τους.


Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Ν ' αγαπάς












Ν' αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα,
τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους,
τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα,
και πολύ ν' αγαπάς τους ανθρώπους.


Τα θεριά ν' αγαπάς και τ' ανήμερα, 
τα νησιά, τα ποτάμια, τ' αστέρια.
Κι αν ποτέ σε πληγώσουν κατάστηθα
φίλοι, αγρίμια, λευκά περιστέρια,



ν' αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι
τη δική σου γαλήνη και κείνα
που μ' αγάπη το νου μας φωτίζουνε,
και βλασταίνουν αμάραντα κρίνα.

Στίχοι: Νίκος Βελιώτης -

Μουσική: Παντελής Θαλασσινός










Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Τα φτερά είναι για να πετάς









Όταν μεγάλωσε ο πατέρας του του είπε:
«Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεωμένος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»
«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».
Ο γιος αμφέβαλλε.
«Κι αν πέσω;»
«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιές θα σε κάνουν πιο δυνατό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.
Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:
«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος…Για ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχει να πετάξεις;»
Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:
«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος.
Μ’ ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.
«Μου είπες ψέμματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»
«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήξεις.
Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις.
Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να αρκεστείς στο περπάτημα.
»


ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ – JORGE BUCAY

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Ένα μάθημα ζωής








Κάποτε έγινε ένας αγώνας βατράχων. Στόχος, να ανέβουν στην ψηλότερη κορυφή ενός πύργου. Πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν να τους υποστηρίξουν. Ο αγώνας άρχισε.
Στην πραγματικότητα, ο κόσμος δεν πίστευε ότι ήταν εφικτό να ανέβουν οι βάτραχοι στην κορυφή του πύργου και το μόνο που άκουγες ήταν .....
"Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…"
Οι βάτραχοι άρχισαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους. Ο κόσμος συνέχιζε:
"Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…"
Και οι βάτραχοι, ο ένας μετά τον άλλο, παραδέχονταν την ήττα τους, εκτός από έναν, που συνέχισε να σκαρφαλώνει.
Στο τέλος, μόνο αυτός, και μετά από τρομερή προσπάθεια, κατόρθωσε να φθάσει στην κορυφή.
Ένας από τους χαμένους βατράχους, πλησίασε να τον ρωτήσει πώς τα κατάφερε να ανέβει στην κορυφή.
Τότε συνειδητοποίησε ότι… ήταν κουφός!!!

Ποτέ μην ακούτε ανθρώπους που έχουν την κακή συνήθεια να είναι αρνητικοί, γιατί σας κλέβουν τις μεγαλύτερες λαχτάρες και πόθους της καρδιάς σας.
Πάντοτε να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου την δύναμη της φράσης:  
 
“Σκέψου θετικά!”  ΘΕΤΙΚΑ!
Πάντα να κάνεις τον κουφό  απέναντι σε όσους σου λένε ότι δεν μπορείς να πετύχεις τους στόχους σου ή να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου.









Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Φιλία









Το να έχει κάποιος αληθινούς φίλους, είναι μεγάλη υπόθεση. Πότε όμως... είναι μια φιλία αληθινή, προορισμένη να αντέξει στις τρικυμίες του χρόνου, και πότε είναι απλά και μόνο μια “παρέα”, που σήμερα είναι και αύριο δε θα είναι;

Το βασικό που πρέπει κάποιος να κοιτάξει για να διαχωρίσει αυτές τις δύο καταστάσεις, είναι τα κίνητρα πίσω από το συναπάντημα. Σε μια αληθινή φιλία, βρίσκομαι μαζί με τον άλλο άνθρωπο για να μοιραστούμε την ίδια τη ζωή, τις χαρές και τις λύπες της. Ο αληθινός φίλος είναι συνοδοιπόρος μου, όχι μόνο στις εύκολες και ευχάριστες στιγμές, αλλά επίσης στις αναπόφευκτες περιόδους θλίψης και δυσκολίας. Σε μια γνήσια φιλία υπάρχει ο αμοιβαίος σεβασμός, ώστε να υπάρχει ώρα και χώρος για να εκφραστούν όλοι. Ο καλύτερος φίλος είναι αυτός που δε φοβάται να μας πει την αλήθεια, αν πιστεύει ότι σε κάτι έχουμε παρεκτραπεί. Είναι όμως παράλληλα έτοιμος να σεβαστεί τις επιλογές μας, έστω και αν διαφωνεί, χωρίς να φύγει από το πλευρό μας.

Σε αντίθεση, όταν μιλάμε για “σκέτη παρέα” τα κίνητρα είναι διαφορετικά: Εδώ δε συναντιόμαστε για να μοιραστούμε τη ζωή στην ολότητά της, αλλά μόνο για να ευχαριστηθούμε κάποια συγκεκριμένα πράγματα, πρόσκαιρα πράγματα, που τυγχάνει να μας αρέσουν και των δύο. Σε τέτοιες σχέσεις γνωρίζουμε – κατά βάθος – ότι υπάρχουν όρια στο τι μπορούμε να μοιραστούμε με τον άλλο. Όταν πια ο ένας από τους δύο βαρεθεί τη συγκεκριμένη απόλαυση που τους ένωνε, ή αν προκύψει εν τω μεταξύ κάποια διαφωνία, η “φιλία” αυτή εξανεμίζεται.


Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Χωρίς σχόλια








Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα “χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου… Λοιπόν…
- Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια* το μήνα…
- Για σαράντα.
- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες… Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ…
- Δύο μήνες και πέντε μέρες…
- Δύο μήνες ακριβώς… Το “χω σημειώσει… Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύετε τις Κυριακές.
Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές…
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
- Τρεις γιορτές… μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα… Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα… Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες… Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό… Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν… Χμ! σαράντα ένα ρούβλια… Σωστά;

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακόκκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να έχεις τα μάτια σου τέσσερα, γι” αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…
- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
- Το “χω σημειώσει!
- Καλά…
- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.

- Μπα; Και εγώ δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου!
Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Πάρε  τα…
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου “διναν τίποτα!…
- Δε σου “διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ” αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε. 

                                                                                       Ά. Τσέχωφ

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

η Θλίψη και η Οργή











Ήταν μια φορά κι έναν καιρό…μια πανέμορφη λίμνη.
Ήταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…
Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η Θλίψη και η Οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Και οι δύο έβγαλαν τα ρούχα τους και γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η Οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει «γιατί» ), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα, βγήκε από το νερό…
Αλλά η οργή είναι τυφλή και δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. Έτσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας από το νερό το πρώτο ρούχο που βρήκε…
Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της, αλλά της θλίψης…
Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η Οργή έφυγε….
Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η Θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και – χωρίς καμιά βιασύνη – ή καλύτερα χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.
Στην όχθη συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.
Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. Έτσι, φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη : το φόρεμα της Οργής….
Λένε, ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την Οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή και θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την  όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η Θλίψη !!!


 Χόρχε Μπουκάι - «Ιστορίες να Σκεφτείς»