Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Να γελάσεις





«Να γελάσεις απ” τα βάθη των χρυσών σου ματιών
Είμαστε μες στο δικό μας κόσμο
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ” όλα
δε στο “χω πει ακόμα»

Ναζίμ Χικμέτ

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Αξόδευτη αγάπη





  Αν στέρηση είναι να μην έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περιμένεις να σου προσφέρει.

 Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική. Ο άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου. Και αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις - όχι από αυτά που δεν έχεις, αλλά από αυτά που έχεις - δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις.
   Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο. Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν. Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι  το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί ν' αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ' την αγάπη που δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, απ' όσα δικά μας χαρίζουμε. Ακόμη και η ψυχή δια της απώλειάς της κερδίζεται.
   Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή, γι' αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με το μίζερο εαυτό της που την στενεύει. Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε. Προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας.

   Λέγεται πως "μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη..."

Μάρω Βαμβουνάκη ''Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης''

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Όταν αγαπάμε υποφέρουμε






«Όταν αγαπάμε υποφέρουμε. 
Για να μην υποφέρουμε δεν πρέπει να αγαπάμε. 
Αλλά τότε υποφέρουμε επειδή δεν αγαπάμε. 
Οπότε, όταν αγαπάμε υποφέρουμε, αλλά και όταν δεν αγαπάμε υποφέρουμε πάλι. 
Για να είμαστε ευτυχισμένοι πρέπει να αγαπάμε. 
Οπότε για να είμαστε ευτυχισμένοι θα πρέπει να υποφέρουμε. 
Αλλά όταν υποφέρουμε γινόμαστε δυστυχισμένοι.
 Ως εκ τούτου, για να είμαστε δυστυχισμένοι πρέπει να αγαπάμε, ή εφόσον αγαπάμε να υποφέρουμε, ή να υποφέρουμε από υπερβολική ευτυχία.
Ελπίζω να τα ξεμπλέξετε.»


Μπέρτραντ Ράσσελ ( 1872-1970 , Βρετανός φιλόσοφος)


Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Αγάπη σημαίνει χρόνος









Μια νύχτα, ενώ κοιμούνται όλοι στο σπίτι, σηκώνεται ο μικρός Ερνέστο, πέντε χρονών, από το κρεβάτι του και πηγαίνει στο δωμάτιο των γονιών του. Στέκεται κοντά στο κρεβάτι από τη μεριά του μπαμπά του και, τραβώντας τα σκεπάσματα, τον ξυπνάει.“Πόσα λεφτά βγάζεις μπαμπά;” τον ρωτάει.

“Τι… πως;” ρωτάει ο μπαμπάς αγουροξυπνημένος.
Πόσα λεφτά βγάζεις από τη δουλειά σου”.
“Αγοράκι μου, είναι δώδεκα η ώρα… Είναι νύχτα, πήγαινε στο κρεβάτι σου να κοιμηθείς”.
Εντάξει, μπαμπά, θα πάω. Πες μου, όμως, πόσα βγάζεις από τη δουλειά σου;”
Ανασηκώνεται ο μπαμπάς στο κρεβάτι και προσπαθώντας να πνίξει τον θυμό του τον διατάζει:
“Στο κρεβάτι σου αμέσως. Αυτά τα πράγματα δεν είναι για σένα! Και μάλιστα να ρωτάς μες στα μαύρα μεσάνυχτα!” και με τεντωμένο το δάχτυλο του δείχνει την πόρτα.
Ο Ερνέστο κατεβάζει το κεφάλι και γυρίζει στο δωμάτιό του. Το επόμενο πρωί ο μπαμπάς σκέφτεται πως ίσως ήταν υπερβολικά αυστηρός με τον Ερνέστο. Η περιέργεια του παιδιού δεν άξιζε τέτοια επίπληξη. Το βράδυ στο φαγητό, για να επανορθώσει, αποφασίζει ο μπαμπάς να απαντήσει στο παιδί.
“Σχετικά μ’ αυτό που με ρώτησες τη νύχτα, Ερνέστο, ο μισθός μου είναι 2.800 πέσος, με τις κρατήσεις όμως μου μένουν 2.200″
“Ούου!… βγάζεις πολλά, μπαμπά” του λέει ο Ερνέστο.
“Όχι και τόσα αγάπη μου, έχουμε πολλά έξοδα”.
“Αααα και δουλεύεις πολλές ώρες.”
“Ναι, μωρό μου, πολλές ώρες.”
“Πόσες μπαμπά;”
“Όλη μέρα, αγόρι μου, όλη μέρα.”
“Αααα…” συμφωνεί ο μικρός και συνεχίζει. “Τότε έχεις πολλά χρήματα, έτσι δεν είναι;”
“Φτάνουν πια οι ερωτήσεις. Είσαι πολύ μικρός για να μιλάς για χρήματα.”
Μετά πέφτει σιωπή στην τραπεζαρία, και σιωπηλοί πάνε όλοι για ύπνο.
Τη νύχτα, μια νέα επίσκεψη του μικρού Ερνέστο, διακόπτει τον ύπνο των γονιών του.
Αυτή τη φορά στο χέρι του κρατάει ένα χαρτί με κάτι ορνιθοσκαλίσματα που μοιάζουν με νούμερα.
“Μπαμπά, μπορείς να μου δανείσεις πέντε πέσος;”
“Ερνέστο… είναι δύο η ώρα, είναι νύχτα!!!” διαμαρτύρεται ο μπαμπάς.
“Ναι, αλλά μπορείς σε παρακαλώ…”
Εκείνος όμως δεν τον αφήνει να τελειώσει τη φράση του.
“Αυτό ήταν λοιπόν το θέμα. Γι’ αυτό έκανες όλες αυτές τις ερωτήσεις για τα λεφτά, αναιδέστατο παιδί. Πήγαινε αμέσως στο κρεβάτι σου πριν σε πιάσω και σου τις βρέξω με την παντόφλα… Φύγε από δω. Εμπρός. Στο κρεβάτι σου!”
Ακόμη μια φορά, τώρα όμως με σουφρωμένα χείλη, πάει προς την πόρτα ο Ερνέστο σέρνοντας τα πόδια του.
Μισή ώρα αργότερα, ίσως γιατί κατάλαβε ότι ήταν υπερβολικός, μπορεί και μετά από μεσολάβηση της μαμάς, ή απλώς γιατί η ενοχή δεν τον άφηνε να κοιμηθεί, πηγαίνει ο μπαμπάς στο δωμάτιο του παιδιού. Από την πόρτα τον ακούει να σιγοκλαίει, σχεδόν χωρίς να ακούγεται.
Κάθεται στο κρεβάτι δίπλα του και αρχίζει να του μιλάει.
“Συγχώρεσε με που σου έβαλα τις φωνές  Ερνέστο, είναι όμως δύο τα ξημερώματα κι όλος ο κόσμος κοιμάται… Κανένα μαγαζί δεν είναι ανοιχτό τέτοια ώρα… Δεν μπορούσες να περιμένεις ως το πρωί;”
“Ναι, μπαμπά” απαντάει ο μικρός μέσα σε αναφιλητά.
Ο μπαμπάς βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει το πορτοφόλι του απ’ όπου παίρνει ένα χαρτονόμισμα των πέντε πέσος. Το αφήνει στο κομοδίνο και του λέει:
“Ορίστε λοιπόν τα χρήματα που μου ζήτησες.”
Ο μικρός, σκουπίζει τα δάκρυά του με το σεντόνι, πηδάει από το κρεβάτι, πάει στην ντουλάπα του, παίρνει ένα μεταλλικό κουτί και βγάζει από το κουτί μερικά κέρματα και κάτι λίγα χαρτονομίσματα του ενός πέσο. Βάζει τα πέντε πέσος μαζί με τα άλλα και μετράει με τα δάχτυλα πόσα χρήματα έχει.
Μετά παίρνει στα χέρια του τα χρήματα και τα βάζει πάνω στο κρεβάτι μπροστά στον μπαμπά του που όλη αυτήν την ώρα τον παρακολουθεί χαμογελώντας.
“Τώρα μάλιστα!” λέει ο Ερνέστο, “φτάνουν ίσα, ίσα. Εννιά πέσος και πενήντα λεπτά.”
“Μπράβο πολύ ωραία, αγοράκι μου. Και τι θα τα κάνεις αυτά τα λεφτά;”

“ΜΟΥ ΠΟΥΛΑΣ ΜΙΑ ΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΟΥ, ΜΠΑΜΠΑ;”

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Σώπα μην μιλάς









Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψε τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ ….σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».


Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα»
Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δ’ αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές «έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα “θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!….

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Χαρταετός

Ήταν κάποτε ένα μικρό αγόρι.
Έπαιζε στο χωριό, ψάχνοντας για σπάγγο να πετάξει χαρταετό.
Κοίταξε τριγύρω και είπε, "δεν ξέρω τι 'ναι αυτό που λάμπει".
"Δείτε, κοιτάξτε ένα χαρταετό".
"Έρχεται προς τα εμένα".

"Είναι μεγάλος χαρταετός, δε χρειάζομαι σπάγγο".
"Κι έχει φτερά πιο μεγάλα απ' το σπίτι του γείτονα"
Τρεμούλιασε η καρδιά του, πέταξε στα φτερά του χαρταετού κι ολάκερος ο ουρανός τού 'πε τα μυστικά του.

Σταμάτησε στην πλατεία και φώναξε τους φίλους.
Ο βρυχηθμός του αεροπλάνου πιο δυνατός απ' όλες τις φωνές.

Μαζευτήκαν τα παιδιά κι έπαψαν το παιχνίδι.
Τραντάχτηκε ο τόπος, μια ιστορία σαν ψέμα.
Κι ο βρυχηθμός έγινε σύννεφο καπνού, δεν ξέρω τι συνέβη, ακούστηκε σειρήνα.
Το αεροπλάνο που μετέφερε ιστορίες και ποιήματα έβαλε φωτιά στη γη και κατέστρεψε το σπίτι. Κατέστρεψε το σπίτι, το σπίτι.

Και πέταξε μακριά, ίσια μες στα σύνορα.
Τα σύνορα που με γέννησαν, αστραπές, βροντές, βομβάρδισαν τον κόσμο.
Το παιχνίδι πέταξε, μαζί του η ιστορία.
Κι έγιναν τα παιδιά της ιστορίας θραύσματα.

Της ιστορίας που γράφτηκε στα πεζούλια του χωριού, ταπεινό χωριό που άναψε σαν το κερί.

Και το κερί άναψε λαμπρό, κι η κραυγή αντήχησε...





Του Μαρσέλ Χαλίφε

[ Οι λέξεις "χαρταετός" και "αεροπλάνο" είναι ίδιες στα Αραβικά.]

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Ο δρόμος της ζωής






(…)»Η σχισμή της γέννας και το φέρετρο είναι δυο μέρη σχεδιασμένα για ένα μόνο άτομο. Αυτό σημαίνει ότι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι. Η ιδέα αυτή είναι ίσως το πιο σκληρό πράγμα που έμαθα στην πορεία της ανάπτυξής μου. Επίσης όμως ανακάλυψα ότι υπάρχουν και συνταξιδιώτες. Είναι συνταξιδιώτες για λίγο διάστημα ή για μεγαλύτερη περίοδο. Και τέλος υπάρχουν οι φίλοι, οι έρωτες, τα αδέρφια: όλοι αυτοί είναι σύντροφοι για όλη μας τη ζωή.
Μου θυμίζει εκείνο που διάβασα κάποτε για το ζευγάρι:» Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί δε θα μπορέσω να σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να σε χάσω. Μη βαδίζεις από κάτω μου γιατί μπορεί να σε πατήσω. Μη βαδίζεις πάνω μου γιατί μπορεί να με λιώσεις. Βάδιζε δίπλα μου γιατί είμαστε ίσοι».
Κανένας άλλος δε μπορεί να κάνει  το δρόμο στη θέση σου. Αυτό είναι σημαντικό. Όπως επίσης να γνωρίζεις ότι ο δρόμος είναι πιο αποδοτικός όταν τον κάνεις με παρέα»


Χόρχε Μπουκάι

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Να μην ντρέπεσαι ποτέ







“Να μην ντρέπεσαι ποτέ…
Δέξου αυτό που σου προσφέρει η ζωή και προσπάθησε να πίνεις από τα ποτήρια που έχεις μπροστά σου..
Πρέπει να πιεις απ’ όλα τα κρασιά:
από κάποια, μονάχα μια γουλιά… από άλλα, το μπουκάλι ολόκληρο”…
“Πως θα το καταλάβω;”
“Από την γεύση. 
Μονάχα όποιος δοκίμασε κακό κρασί μπορεί να ξεχωρίσει το καλό….”


Paulo Coelho


Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Έτσι μαθαίνεις...




Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια 
Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις...


Μπόρχες





Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Πόσο καθαρά είναι τα τζάμια σου;




Κάποτε ήταν ένα νέο ζευγάρι που μετακόμισε σε καινούργια γειτονιά. 
Καθώς έτρωγαν πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της.
  «Ά, τα ρούχα δεν είναι πολύ καθαρά» σχολίασε. «Η γειτόνισσα δεν προσέχει την καθαριότητα, δεν πλένει καλά τα ρούχα. Πρέπει να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι».
Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα αλλά δε είπε τίποτα.
Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια.
Ένα μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει η γειτόνισσα ήταν πιο καθαρά  από τις προηγούμενες φορές, και είπε στον άντρα της:
  «Για δες! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους να πλένει! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε».
«Ξέρεις, ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας!» γύρισε και της είπε ο άντρας της.


Έτσι συμβαίνει και στη ζωή.

Ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους εξαρτάται από το πόσο καθαρά είναι τα «τζάμια μας».