Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Η ιστορία του υπερόπτη ελέφαντα





Κάποτε λοιπόν, ένας ελέφαντας που ζούσε στην Αφρική, ξύπνησε ένα πρωί με την πεποίθηση ότι ήταν σε θέση να νικήσει όλα τα άλλα ζώα σε μονομαχίες, ένα τη φορά. Αναρωτήθηκε πώς δεν το ‘χε σκεφτεί ως τότε.

Μετά το πρόγευμα κάλεσε πρώτο το λιοντάρι. «Δεν είσαι παρά ο βασιλιάς των ζώων», μούγκρισε ο ελέφαντας, «ενώ εγώ είμαι εκτός συναγωνισμού», κι έκανε επίδειξη των προσόντων του ρίχνοντας νοκ άουτ το λιοντάρι εντός δεκαπέντε λεπτών, όλων των λαβών επιτρεπομένων.
Κατόπιν, τάκα τάκα και νουμεράδα, πάλεψε με τ’ αγριογούρουνο, με το βουβάλι, με το ρινόκερο, με τον ιπποπόταμο, με την καμηλοπάρδαλη, με τη ζέβρα, με τον αετό και το γύπα και τους νίκησε όλους.
Μετά απ´ αυτό ο ελέφαντας περνούσε τον περισσότερο καιρό του στο κρεβάτι τρώγοντας φιστίκια, ενώ τα υπόλοιπα ζώα, που τώρα ήταν σκλάβοι του, χτίζανε το μεγαλύτερο σπίτι που ‘χε ποτέ ζώο στον κόσμο. Είχε πέντε πατώματα, γερά φτιαγμένα από το καλύτερο ξύλο της Αφρικής.
Όταν τελείωσε, ο …Εκτός Συναγωνισμού εγκαταστάθηκε μέσα και δήλωσε ότι μπορούσε να συντρίψει οποιοδήποτε ζώο στον κόσμο. Προσκάλεσε όλους τους διεκδικητές να τον συναντήσουν στο υπόγειο του μεγαθηρίου, όπου είχε εγκαταστήσει επαγγελματικό ριγκ, δέκα φορές μεγαλύτερο από το κανονικό.
Πέρασαν κάμποσες μέρες κι ύστερα ο ελέφαντας πήρε ένα ανώνυμο γράμμα από κάποιον που αποδεχόταν την πρόσκλησή του. «Να ‘σαι στο υπόγειό σου αύριο το μεσημέρι στις τρεις», έλεγε το μήνυμα.
Στις τρεις λοιπόν την άλλη μέρα ο ελέφαντας κατέβηκε στο υπόγειο να συναντήσει το μυστηριώδη αντίπαλό του, αλλά δεν υπήρχε κανένας εκεί ή τουλάχιστον κανένας που μπορούσε να δει ο ελέφαντας. «Βγες έξω από κει πίσω, απ´ όπου και να ‘σαι από πίσω» βρυχήθηκε ο ελέφαντας. «Δεν είμαι πίσω από τίποτα» είπε μια φωνούλα.
Ο ελέφαντας άρχισε να διαλύει το υπόγειο, αναποδογυρίζοντας βαρέλια και κιβώτια, κοπανώντας το κεφάλι του στους σωλήνες της θερμάστρας, σείοντας το σπίτι συθέμελα, τον αντίπαλό του όμως δεν κατάφερε να τον βρει. Ύστερα από προσπάθειες καμιάς ώρας, ο ελέφαντας μούγκρισε ότι αυτή η υπόθεση «μύριζε», έκρυβε κάποια απάτη -πιθανότατα να ήταν στη μέση και εγγαστριμυθία- κι ότι δεν επρόκειτο να ξανακατέβει στο υπόγειο ποτέ.
«Έλα όμως που θα ξανακατέβεις», είπε η φωνούλα. «Θα ‘σαι εδώ αύριο στις τρεις και θα βρεθείς μάλιστα ανάσκελα». Το γέλιο του ελέφαντα τράνταξε το σπίτι. «Αυτό θα το δούμε», είπε.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι, ο ελέφαντας που κοιμότανε στον πέμπτο, ξύπνησε στις δυόμισι και κοίταξε το ρολόι πατούσας που ‘χε. «Κανένας που δεν μπορώ να δω δεν πρόκειται να με ξανακατεβάσει στο υπόγειο», μούγκρισε, και γύρισε από το άλλο πλευρό.
Ακριβώς στις τρεις το σπίτι άρχισε να κουνάει και να τρέμει, λες και το ‘παιζε σεισμός στα χέρια του. Κολόνες και δοκάρια λυγίσανε και σπάσανε σαν καλαμάκια, γιατί είχαν γεμίσει από χιλιάδες μικρές τρύπες. Ο πέμπτος όροφος υποχώρησε τελείως και γκρεμίστηκε πάνω στον τέταρτο, που ‘πεσε πάνω στον τρίτο, που ‘πεσε πάνω στο δεύτερο, που παρέσυρε τον πρώτο σαν να ‘τανε πάτος καλαθιού για κεράσια.
Ο ελέφαντας κουτρουβαλιάστηκε και βρέθηκε στο υπόγειο, έπεσε βαριά πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμά του κι έμεινε εκεί, ανάσκελα, αναίσθητος τελείως. Μια φωνούλα άρχισε να μετράει το νοκ άουτ. Με το δέκα, ο ελέφαντας συνήλθε, αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί. «Ποιο ζώο είσαι;» ρώτησε τη μυστηριώδη φωνή μ’ ένα τρέμουλο στον τόνο, αυτός που πρώτα απειλούσε τους πάντες και τα πάντα. «Είμαι ο τερμίτης», απάντησε η φωνή.

Τα υπόλοιπα ζώα, μετά από προσπάθειες και αγώνα μιας εβδομάδας, καταφέρανε τέλος να σηκώσουν τον ελέφαντα και να τον μεταφέρουν στη φυλακή. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του εκεί μέσα, με σπασμένο ηθικό και πλάτη.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Το χαρτονόμισμα





Ο Cassan Said Amer λέει μια ιστορία για έναν λέκτορα που ξεκίνησε ένα σεμινάριο κρατώντας ψηλά ένα εικοσαδόλλαρο και ρωτώντας:
- Ποιος θέλει αυτό το εικοσαδόλλαρο;
Πολλά χέρια υψώθηκαν, αλλά ο λέκτορας είπε:
- Πριν το δώσω, υπάρχει κάτι που πρέπει να κάνω.

Λυσσασμένα το τσάκισε, και ρώτησε ξανά:
- Ποιος θέλει ακόμα αυτό το χαρτονόμισμα;
Τα χέρια συνέχισαν να είναι υψωμένα.
- Και αν κάνω αυτό;

Το πέταξε στον τοίχο, αφήνοντάς το να πέσει στο πάτωμα, το κλώτσησε  το πάτησε και πάλι σήκωσε το χαρτονόμισμα  βρώμικο και τσαλακωμένο. Επανέλαβε την ερώτηση και τα χέρια παρέμειναν υψωμένα.
- Δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσετε αυτήν την σκηνή – είπε ο λέκτορας. Ό,τι κι αν κάνω με αυτό το χαρτονόμισμα, θα συνεχίσει να είναι ένα εικοσαδόλλαρο. Πολλές φορές στις ζωές μας μας τσακίζουν, μας πατάνε, μας κλωτσάνε, μας κακομεταχειρίζονται, μας προσβάλλουν: αλλά, παρόλα αυτά, εξακολουθούμε να αξίζουμε το ίδιο.

PAULO COELHO

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Αν ήταν όλα αλλιώς...

Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας….
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει….
Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε….
Αν τόσες φορές , παρασυρμένοι από το τραγούδι των σειρήνων, δεν είχαμε χάσει τη ρότα μας….
Αν δεν είχαμε κρυφτεί λαθραία σε λάθος όνειρα….
Αν όλα αυτά που γυάλιζαν και τα μαζέψαμε με τόση αφοσίωση και στοργή ξέραμε από την αρχή πως δεν ήταν χρυσάφι…..
Μπορεί και να το ξέραμε, αλλά μας έφαγε η ουτοπία.
Αν δεν είχαμε ξεπουλήσει σε γαλίφηδες εμπόρους τα τιμαλφή μας, για λίγες γουλιές παρηγοριάς….
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι….Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τους περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε καταιγίδες…….
Αν φορούσαμε στολές παραλλαγής….Αυτό είναι σίγουρο μέσον για να πετύχεις. Μα εντελώς το αψηφήσαμε!
Εμείς ακόμα και τη νιτσεράδα για τις βροχές που κάποιος προνοητικός-δεν μπορεί πάντα υπάρχει ένας τέτοιος στο περιβάλλον μας-έχωσε στις αποσκευές μας, τη χαρίσαμε στον πρώτο τεμπέλη ψαρά. 
Έτσι…..Γιατί μας άρεσε το χαμόγελό του…..
Αχ, αυτή η λάθος εκτίμηση….Ο υπερβάλλων ζήλος…Η περιττή γεναιοδωρία!
Αν είχαμε υψώσει έναν τοίχο για να προστατέψουμε τη ζωή μας…Ένα ανάχωμα έστω.Μια ξερολιθιά.
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Αν δεν χαμογελούσαμε, με κείνο το ηλίθιο χαμόγελο, σ’αυτόν που ερχόταν καταπάνω μας μ’ ένα σουγιά….Λέγαμε αποκλείεται! Άλλη θα είναι η πρόθεσή του.
Αν δεν δίναμε ραντεβού με την ψυχή μας , πέρα από τα όριά της….
Αν δεν κάναμε τον κλόουν, με στόχο να διασκεδάσει η ομήγυρις και να ξεχάσει τον καημό της….
Αν όλος ο κόσμος ήταν ένα κουκούλι που θα μας προστάτευε και μέσα εκεί, με όλη μας την άνεση, θα γινόμασταν από σκουλήκια πεταλούδες…..
ΑνΑν….
Αν ήταν όλα…. αλλιώς!
Άντε καλέ!

Μα τότε, πως θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;

Αλκυόνη Παπαδάκη 

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Βάδιζε δίπλα μου


"Ο άνθρωπος εκείνος είχε ταξιδέψει πολύ. Στη ζωή του είχε γυρίσει σε εκατοντάδες χώρες, αληθινές και φανταστικές…
Το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν η σύντομη επίσκεψή του στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Έφτασε τυχαία στα σύνορά της. Στo δρόμο από την Αμπελοχώρα προς την Παραϊδα, υπήρχε μια μικρή παράκαμψη προς τη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Επειδή του άρεσαν οι εξερευνήσεις, πήρε εκείνο το δρόμο. Ο δρόμος ήταν όλο στροφές και κατέληγε σ’ ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι.
Στην πόρτα μια πινακίδα έγραφε:

ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ
ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ,
ΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ. ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ,
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ ΤΟΥ.
ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΜΑΡΑ
Ή ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ.

Ο άνθρωπος προχώρησε στο διάδρομο και στην τύχη, έστριψε πρώτα δεξιά. Ο νέος διάδρομος είχε μήκος καμιά πενηνταριά μέτρα και κατέληγε σε μια τεράστια πόρτα. Μόλις έκανε τα πρώτα βήματα, άρχισε να ακούει τα αχ-βαχ και τα βογκητά που έρχονταν απο το μαύρο δωμάτιο.

Για μια στιγμή, οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.
Γύρω απο ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν απο ένα κουτάλι που έφτανε ως στο κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας! Ο λόγος ήταν οτι τα κουτάλια τους είχαν διπλάσιο μέγεθος απο τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ’αυτόν τον τρόπο, όλοι μπορούσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δε μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.

Η κατάσταση ήταν τόσο απελπιστική και οι κραυγές τόσο σπαραξίκαρδες, που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας απο τη σάλα.Γύρισε στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ’αριστερά, προς τη λευκή αίθουσα. Ένας διάδρομος ίδιος με τον προηγούμενο κατέληγε σε μια παρόμοια πόρτα. Η μοναδική διαφορά ήταν οτι στο δρόμο δεν ακούγονταν ούτε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα, ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.
Εκατοντάδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω απο ένα τραπέζι, παρόμοιο μ’εκείνο της μάυρης κάμαρας. Πάλι στο κέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι. Εκεί όμως κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. Κανένας δεν πέθαινε στη πείνα, γιατί ο ένας τάιζε τον άλλον!

Ο άνθρωπος χαμογέλασε, έκανε μεταβολή και βγήκε απο το άσπρο δωμάτιο.
”Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί δε θα μπορέσω να σε ακολουθήσω.
Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να σε χάσω.
Μη βαδίζεις απο κάτω μου γιατί μπορεί να σε πατήσω.
Μη βαδίζεις πάνω μου γιατί μπορεί να με λιώσεις. 
Βάδιζε δίπλα μου γιατί είμαστε ίσοι".


Ένα διδακτικό απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι, “Να σου πω μια ιστορία”

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Απελευθέρωση









Μερικά  πράγματα για τα οποία χρειάζεται να σταματήσετε να νοιάζεστε:
  •  Σταματήστε να νοιάζεστε για τη γνώμη του καθενός.
  •  Σταματήστε να νοιάζεστε αν είστε “καθωσπρέπει”
  •  Σταματήστε να νοιάζεστε για την εύρεση μιας σίγουρης οδού.
  •  Σταματήστε να ενδιαφέρεστε για το τι θέλουν οι άλλοι για σας.
  • Σταματήστε να νοιάζεστε για τα όρια που οι βάζουν άλλοι για εσάς.
  • Σταματήστε να ενδιαφέρεστε για το τι έχουν όλοι οι άλλοι.
  • Σταματήστε να ψάχνετε την ιδανική κατάσταση.
  • Σταματήστε να νοιάζεστε για τα λάθη σας.
  • Σταματήστε να νοιάζεστε για πράγματα που δεν μπορείτε να ελέγξετε.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Το μαργαριτάρι




Ένα όστρακο είπε στο γειτονικό του όστρακο:
«Έχω μέσα μου ένα μεγάλο πόνο. Είναι βαρύς και σφαιρικός και μ' έχει πολύ καταπονήσει».
Και το άλλο όστρακο απάντησε με αλαζονική αδιαφορία. «Δοξασμένοι να είναι οι ουρανοί κι οι θάλασσες, εγώ δεν έχω κανέναν πόνο. Νιώθω ακμαίο και πλήρες, παντού, μέσα και έξω».
Ε
κείνη τη στιγμή περνούσε ένα καβούρι, άκουσε τα δύο όστρακα κι είπε σ' εκείνο που ένιωθε ακμαίο και πλήρες, παντού, μέσα κι έξω, «Ναι, εσύ νιώθεις ακμαίο και πλήρες, ο πόνος όμως, που υποφέρει ο γείτονάς σου είναι ένα μαργαριτάρι ανυπέρβλητης ομορφιάς».






Απόσπασμα από τον Περιπλανώμενο του  Khalil Gibran (Το μαργαριτάρι - The Pearl) 

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Πέρασα






Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
Με ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς

Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω από αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε σιντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
Εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.


 Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από 'δω, πήγα κι από εκεί…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από εδώ, έχασα κι από εκεί.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου έλειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερε αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει

Κική Δημουλά

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Μικρά αστεράκια


Για όλους τους ανθρώπους τα αστέρια δεν είναι ίδια...

Για εκείνους που ταξιδεύουν τ' αστέρια είναι οδηγοί.

Για κάποιους άλλους δεν είναι παρά μικρά φωτάκια.


Όμως όλα αυτά τ' αστέρια σωπαίνουν.

Εσύ θα' χεις αστέρια που δεν έχει κανένας...

Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα,

αφού εγώ θα μένω σε ένα απ' αυτά,

αφού εγώ θα γελάω σ' ένα απ' αυτά,

θα είναι λοιπόν για σένα σαν να γελάνε όλα τ΄αστέρια.

Εσύ θα έχεις αστέρια που ξέρουν να γελάνε.........


"Μικρός Πρίγκηπας "

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Φτιάχνοντας τους ανθρώπους





Ένας πατέρας προσπαθούσε να διαβάσει την εφημερίδα του, αλλά ο νεαρός γιος του δε σταματούσε να τον ενοχλει.
Ο πατέρας, εκνευρισμένος απ’αυτή την κατάσταση,έσκισε ένα φύλλο-που παρουσίαζε μια υδρόγειο σφαίρα-το έκοψε σε πολλά κομμάτια και τα έδωσε στον γιο του.
-Να κάτι για να κάνεις. Σου δίνω ένα χάρτη του κόσμου, δείξε μου αν μπορείς να τον ξαναφτιάξεις έτσι όπως ήταν…κι άρχισε να διαβάζει ξανά την εφημερίδα του, ξέροντας ότι αυτό θα κρατούσε το παιδί απασχολημένο όλη την μέρα.Ωστόσο έπειτα από δεκαπέντε λεπτά, το παιδί επέστρεψε μαζί με τον χάρτη.
-Η μητέρα σου σου δίδαξε λοιπόν γεωγραφία; ρώτησε ο πατέρας έκπληκτος
-Δεν ξέρω τι είναι αυτο, απάντησε το παιδί.
Στην άλλη πλευρά της σελίδας βρισκόταν το πορτρέτο ενός άντρα.
Κι από την ώρα που κατάφερα να ξαναφτιάξω τον άντρα ξανάφτιαξα και τον κόσμο!

Paulo Coelho

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Η πιο όμορφη καρδιά


 




Μια φορά κι ένα καιρό, ένας νεαρός είχε σταθεί στη μέση της πόλης και φώναζε ότι είχε την ομορφότερη καρδιά σʼ όλη την περιοχή. Μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε, κι όλοι θαύμαζαν την καρδιά του, που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη καρδιά που είχαν δει ποτέ τους.
Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. Ξάφνου ένας γέρος στάθηκε μπροστά στον κόσμο κι είπε, “ Όμως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς.”
Ο κόσμος, αλλά και το παλικάρι, κοίταξαν την καρδιά του γέροντα. Χτυπούσε δυνατά, όμως ήταν γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απʼόπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια.
Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλο - πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη, σκέφτονταν ;
Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.
-”Πλάκα μας κάνεις ;” είπε. “Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα.”
-”Μάλιστα” είπε ο γέροντας, “η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θʼ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου - κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε.”
“Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου, και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα - ξέρεις, το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. Παρʼ όλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γι αυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πει πραγματική ομορφιά ;”
Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός, με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του, και ξέσκισε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος τότε πήρε αυτή την προσφορά, την έβαλε στην καρδιά του, και μετά πήρε λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και την έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. Ταίριαζε βέβαια, αλλά όχι και απόλυτα, κι έτσι έμειναν κάποιες άγριες άκρες.
Και το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πια τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη αφού η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.