Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Μανούλα φοβάμαι



Το μικρό σας μέχρι τα δύο πιθανόν να μοιάζει ατρόμητο έως ριψοκίνδυνο. Κανένα εγχείρημα δεν φαίνεται να είναι τόσο τρομερό για εκείνο, ώστε να του βάλει φρένο. Μέχρι τότε, βλέπετε, λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο και τα αντανακλαστικά παρά με τη λογική.
Όσο μεγαλώνει όμως, η νοημοσύνη του αναπτύσσεται και ο κόσμος γύρω του αρχίζει να του φαίνεται πιο επικίνδυνος και απειλητικός. Από τη στιγμή, λοιπόν, που αρχίζει να επεξεργάζεται λογικά τα πράγματα κι έχει ερωτήματα, αρχίζει να φοβάται περισσότερο, κάθε φορά που χρειάζεται να αναμετρηθεί με κάποιο εμπόδιο.
Το μέχρι πρότινος θαρραλέο παιδί σας μπορεί ξαφνικά να αρχίσει να φοβάται, καθώς διανύει τον τρίτο χρόνο της ζωής του. Μπορεί να αρνείται να πάει μόνο του στο δωμάτιό του ή στο μπάνιο, να μην αντέχει το σκοτάδι ή να φοβάται ακόμα και μικρά κατοικίδια ζωάκια.
Οι φόβοι στην ηλικία αυτή πολύ συχνά συνδέονται με τον έλεγχο που έχει ή δεν έχει το παιδί απέναντι σε μία κατάσταση. Για κάθε μικρό παιδί, μία κατάσταση που του προκαλεί φόβο, στην ουσία ισοδυναμεί με μία ευκαιρία να αναμετρηθεί με κάποιο εμπόδιο και να βρει τη δύναμη να το ξεπεράσει. Εμείς οι ενήλικοι είναι δύσκολο να ταυτιστούμε και να καταλάβουμε τους φόβους του μικρού παιδιού.
Όσο κι αν προσπαθήσουμε να πείσουμε με λογικά επιχειρήματα ένα τρίχρονο πιτσιρίκι, που ξυπνάει τρομαγμένο μέσα στη νύχτα, να γυρίσει στο κρεβάτι του και να ξανακοιμηθεί ήσυχο ή να το παροτρύνουμε να πάει στην τουαλέτα χωρίς τη συνοδεία μας, ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Για εκείνο οι φόβοι δεν είναι παράλογοι, αλλά αληθινοί. Και επειδή δεν μπορεί να τους αντιμετωπίσει μόνο του, χρειάζεται υποστήριξη μέχρι να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
Σε αυτή την ηλικία αρχίζουν και οι πρώτοι εφιάλτες. Το μικρό παιδί που ξυπνάει τρομαγμένο κατά τη διάρκεια της νύχτας δεν ξέρει ότι είδε ένα κακό όνειρο. Δεν μπορεί να διακρίνει εύκολα τα όρια μεταξύ του φανταστικού και του ρεαλιστικού κόσμου και δυσκολεύεται να ξεχωρίσει όχι μόνο το υπαρκτό από το ανύπαρκτο, αλλά και το ψεύτικο από το αληθινό.
Οι αόρατοι φίλοι και εχθροί είναι αρκετά φυσιολογικοί σε αυτή τη φάση και συχνά είναι άσκοπο να αρνηθείτε την ύπαρξή τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι χρειάζεται να τους αποδεχτείτε κιόλας. Αυτό που χρειάζεται να θυμάστε είναι ότι σπάνια ένα παιδί χρησιμοποιεί μία φοβία για να τραβήξει την προσοχή σας.
Όσο κι αν οι φόβοι του μικρού παιδιού είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο, συχνά είναι ενοχλητικοί και προκαλούν τόσο στους γονείς όσο και στο παιδί περιττό στρες και αγωνία. Σε καμία περίπτωση ωστόσο δεν θα πρέπει να αντιδράτε στη φοβία του παιδιού με ενοχή, ανησυχία και υπερβολή. Οι δισταγμοί που προκύπτουν σε αυτή τη φάση σταδιακά ξεπερνιούνται. Στην πραγματικότητα αποτελούν και αυτοί ένα σημάδι ωρίμανσης.
Κάθε φορά που το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με μία φοβία, να θυμάστε ότι στόχος σας δεν πρέπει να είναι να αποδείξετε στο παιδί ότι δεν πρέπει να φοβάται αυτό που φοβάται, αλλά να το βοηθήσετε να νιώσει σιγουριά και ασφάλεια, ώστε να ξεπεράσει το φόβο του. Για να αποδυναμώσετε μία φοβία, θα πρέπει πάντα να στέκεστε δίπλα στο μικρούλι προσφέροντάς του υποστήριξη. Γιʼ αυτό:

·Πείτε αντίο σε κάθε είδους εκφοβισμούς ως μέσο πειθαρχίας, τύπου μπαμπούλας, αστυνόμος, λύκος κ.λπ. και μην ξεχνάτε να προτρέψετε και τον παππού και τη γιαγιά να κάνουν ακριβώς το ίδιο
·Μην ενισχύετε οποιαδήποτε φανταστική ύπαρξη. Ούτε όμως να επιμένετε ότι είναι ανύπαρκτο αυτό που υποστηρίζει το παιδί ότι υπάρχει. Είναι προτιμότερο να ελέγξετε κάτω από το κρεβάτι του και να το διαβεβαιώσετε ότι εκεί δεν κρύβεται το τέρας που φοβάται, παρά να μπείτε στη διαδικασία να το πείσετε ότι απλώς δεν υπάρχουν τέρατα. Με αυτόν τον τρόπο ανταποκρίνεστε άμεσα στο αίτημα του παιδιού για σιγουριά κι ασφάλεια
·Ελέγξτε τι βλέπει στην τηλεόραση. Ακόμη και τα παιδικά προγράμματα μπορεί να το τρομάξουν προσωρινά
·Μη σπρώχνετε ποτέ βίαια το παιδί κοντά στον παράγοντα που του προκαλεί φόβο,γιατί έτσι μπορεί να μεγεθύνετε τη φοβία του.
Προσπαθήστε απλά να το εξοικειώσετε σταδιακά
·Μη γελοιοποιείτε την κατάσταση αλλά ούτε να υπερβάλλετε και να αποφεύγετε οτιδήποτε σχετίζεται ή συνδέεται με τη συγκεκριμένη φοβία του παιδιού
·Προσπαθήστε όσο αστεία κι αν σας φαίνονται, να μην κοροϊδεύετε το παιδί στην προσπάθειά σας να το βοηθήσετε να αποβάλει το φόβο του
·Βοηθήστε το να εξοικειωθεί σταδιακά με αυτό που το φοβίζει κρατώντας το στην αγκαλιά σας, για να νιώσει μεγαλύτερη ασφάλεια
·Αποδυναμώστε το φόβο του διαβάζοντας σχετικά παιδικά βιβλία, φτιάχνοντας αστείες ιστορίες ή μέσα από τη ζωγραφική
·Δείξτε υπομονή συνοδεύοντας το παιδί και κάνοντας ό,τι μπορείτε για να νιώσει πιο ασφαλές επιβραβεύοντάς το κάθε φορά που τα καταφέρνει
·Αποφύγετε να του διηγήστε ιστορίες ή να διαβάζετε παραμύθια, που ξέρετε ότι θα το τρομάξουν
·Αποφύγετε τα πολλά ερεθίσματα πριν την ώρα του ύπνου και ιδιαίτερα την τηλεόραση
·Εξασφαλίστε ήρεμο περιβάλλον, γιατί πολύ συχνά ο ύπνος του παιδιού επηρεάζεται απʼ όσα συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ημέρας








Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Ο ψαράς κι η γυναίκα του




Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας ψαράς, που ζούσε με τη γυναίκα του σ' ένα καλυβάκι κοντά στη θάλασσα. Κάθε μέρα ο ψαράς πήγαινε στην ακρογιαλιά και ψάρευε : ψάρευε και ψάρευε με τις ώρες.
Έτσι καθόταν μια μέρα πάλι και ψάρευε, κοιτάζοντας ώρες ατελείωτες τ α διάφανα νερά, και έριχνε την πετονιά του όσο π ι ο βαθιά μπορούσε. Και ξάφνου ένιωσε ένα τσίμπημα στ αγκίστρι του. Τραβάει και τι να δει;
Είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Και το ψάρι τού μίλησε και του είπε : « Άκου, ψαρά, σε παρακαλώ, χάρισε μου τη ζωή. Δεν είμαι ψάρι αληθινό, αλλά ένας μαγεμένος πρίγκιπας . Τι θα κερδίσεις αν με σκοτώσεις ; Το κρέας μου δεν είναι καθόλου νόστιμο. Ρίξε με πάλι στο νερό κι άσε με να φύγω ».
— « Μπα ! », έκανε απορημένος ο ψαράς, " δεν χρειάζονται τόσο πολλά λόγια για να σ ' αφήσω . Δεν έχω καμιά όρεξη ν α φάω ένα ψάρι που ξέρει να μιλάει ». Κι έριξε έτσι το ψάρι ξανά στο νερό και το ψάρι χάθηκε στα βαθιά αφήνοντας πίσω του μια λεπτή γραμμή από αίμα. Ο ψαράς σηκώθηκε τότε και γύρισε στο καλύβι του.
" Λοιπόν ; », τον ρώτησε η γυναίκα του. « Δεν έπιασες τίποτα σήμερα; »
— « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς. « Έπιασα δηλαδή ένα μεγάλο ψάρι, αλλά μου μίλησε και μου είπε πως είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας . Κι έτσι τό ' ριξα πάλι στα νερά και τ' άφησα να φύγει ».
— " Και δεν του ζήτησες τίποτα ; Δεν έκανες καμιά ευχή ; », ρώτησε η γυναίκα.
" Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς . " Τι έπρεπε να ευχηθώ ; »
— «Αχ», αναστέναξε η γυναίκα του. «Δεν είναι κρίμα να ζούμε εδώ μέσα, σε μια στενάχωρη και σκοτεινή βρωμοκαλύβα; Θα μπορούσες να ζητήσεις ένα ωραίο, καθαρό σπιτάκι .. Άντε πίσω να το φωνάξεις και να του το ζητήσεις ! Πες του πως θέλουμε ένα όμορφο σπιτάκι . Θα σου κάνει σίγουρα αυτή τη χάρη ! "
— " Μα . . . δεν έχω καμιά όρεξη να τρέχω πάλι εκεί κάτω ! », διαμαρτυρήθηκε ο ψαράς.
— « Μην είσαι κουτός ! », τον έσπρωξε η γυναίκα του. « Εσύ τό ' πιασες και τ άφησες πάλι να φύγει ! Σου χρωστάει χάρη . Θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Άντε να το βρεις ».
Τι να κάνει ο ψαράς, το πρωί πήγε πάλι στη θάλασσα και φώναξε το ψάρι. Βγήκε εκείνο στον αφρό και τον ρώτησε τι θέλει. “Η γυναίκα μου μου λέει πως είναι λίγο αυτό που ζήτησα και θέλει ένα σπίτι πλούσιο όπως αυτό του γείτονα μας”-”Γύρνα σπίτι σου” του λέει το ψάρι, “Η επιθυμία σου έγινε”.
Και πράγματι όταν γύρισε στο σπίτι του, είδε ότι στη θέση που υπήρχε το καλύβι, τώρα υπήρχε ένα όμορφο σπιτάκι. Η γυναίκα του ήταν πολύ ευχαριστημένη και ζούσαν όμορφα. Μετά από λίγο καιρό όμως η γυναίκα του ψαρά σκέφτηκε πως θα μπορούσε να είχε ζητήσει από το ψάρι κάτι πολύ πιο μεγάλο. Άρχισε πάλι την γκρίνια, γιατί έλεγε ότι θα μπορούσε ο άντρας της να ζητήσει από το ψάρι ένα παλάτι και να είναι βασιλιάδες.
Τι να κάνει ο καημένος το ψαράς, πήγε πάλι στη θάλασσα και φώναξε το ψάρι. “Τι θέλεις” τον ρώτησε το ψάρι, “Η γυναίκα μου θέλει παλάτι και να γίνουμε βασιλιάδες” – “Γύρνα σπίτι σου” του λέει το ψάρι “Η επιθυμία σου πραγματοποιήθηκε”.
Και πράγματι, όταν γύρισε ο ψαράς στο σπίτι, στη θέση του όμορφου μικρού σπιτιού υπήρχε τώρα ένα παλάτι και η γυναίκα του μέσα ντυμένη βασίλισσα, διέταζε τους υπηρέτες. Πέρασε αρκετός καιρός και η γυναίκα του ψαρά ήταν ευχαριστημένη, όμως άρχισε πάλι να βαριέται και σκέφτηκε πως αν ζητούσαν από το ψάρι να γίνουν αυτοκράτορες θα ήταν καλύτερα. Αφού γκρίνιαξε αρκετά στον ψαρά, τον έπεισε να πάει στο ψάρι και να του ζητήσει να γίνουν αυτοκράτορες.

Τι να κάνει ο καημένος ο ψαράς, πήγε στη θάλασσα και φώναξε πάλι το ψάρι. “Τι θέλεις;” τον ρωτάει το ψάρι. “Η γυναίκα μου δεν είναι πάλι ευχαριστημένη. Θέλει τώρα να γίνουμε αυτοκράτορες” – “Γύρνα σπίτι σου” του λέει το ψάρι, ”Η επιθυμία σου πραγματοποιήθηκε”.
Κι ο ψαράς γύρισε πίσω κι όταν έφτασε, είδε το παλάτι ν αστράφτει ολόκληρο απ ' τα αλαβάστρινα και τα χρυσά στολίδια. Μπροστά στην πύλη οι στρατιώτες βάδιζαν παραταγμένοι, στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τούμπανα και τα ταμπούρλα κι οι σάλπιγγες . Και μέσα στο παλάτι τριγύριζαν οι βαρόνοι κι οι κομήτες κι οι πρίγκιπες κι οι δούκες, βιαστικοί και πολυάσχολοι, σαν υπηρέτες. Ολόχρυσες πόρτες άνοιξαν μπροστά του. Κι όταν μπήκε στη μεγάλη σάλα, είδε τη γυναίκα του καθισμένη σ' έναν πανύψηλο θρόνο από καθαρό χρυσάφι. Στο κεφάλι της φορούσε μια θεόρατη ολόχρυση κορόνα, στολισμένη με μπριλάντια και πολύτιμα πετράδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στο άλλο την αυτοκρατορική σφαίρα. Και στις δυο πλευρές του θρόνου ήταν παραταγμένοι σε διπλή σειρά οι αυλικοί : ο πρώτος ήταν πανύψηλος, σωστός γίγαντας κι ο τελευταίος ένας μικρούλης νάνος, σαν το μικρό μου δαχτυλάκι . Και μπροστά τους έτρεχαν αμέτρητοι πρίγκιπες και βαρόνοι και υποκλίνονταν βαθιά.
Ο άντρας πήγε και στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της είπε : " Λοιπόν, γυναίκα, είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες αυτοκράτειρα; » Την κοίταξε ο ψαράς κάμποση ώρα και τη θαύμασε και της είπε : « Αχ, γυναίκα μου, τι ωραία που είσαι αυτοκράτειρα ! »
— « Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι ! ", τού ' βαλε τις φωνές η γυναίκα του. « Πάει αυτό, έγινα αυτοκράτειρα. Τώρα θέλω να γίνω Θεός. Λύσσα την έπιασε τότε κι οι τρίχες της κεφαλής της σηκώθηκαν ορθές μανιασμένη τού 'δωσε μια κλωτσιά και ούρλιαξε : « Θα πας ή δεν θα πας ; Θέλω να γίνω Θεός είπα ! » Κι ο δύστυχος ψαράς ντύθηκε κι έφυγε σαν τρελός.
Έξω όμως λυσσομανούσε η καταιγίδα τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του.
Σπίτια και δέντρα έτρεμαν συθέμελα και τα βουνά κόντευαν κι αυτά να παρασυρθούν απ ' τον άγριο άνεμο. Βράχια κυλούσαν κι έπεφταν στη θάλασσα κι ο ουρανός, κατάμαυρος σαν την πίσσα, έτρεμε απ ' τις αστραπές και τις βροντές. Τα κύματα δέρνονταν άγρια, πανύψηλα σαν καμπαναριά , σαν βουνά, κι έσκαγαν αφρισμένα στο γιαλό . Ο ψαράς φώναξε μ όλη του τη δύναμη, αλλά ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε ν ακούσει τη φωνή του :
«Έβγα έξω, πρίγκιπα μου, ψάρι μου, καλό μου ψάρι!Κι η γυναίκα μου με στέλνει για να σου ζητήσω χάρη!»
" Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι.
« Αχ, θέλει να γίνει Θεός ! », απάντησε ξεψυχισμένα ο ψαράς.
" Γύρνα πίσω και θα τη βρεις να κάθεται στο παλιό σας καλυβάκι ! », είπε το ψάρι.
Κι εκεί κάθονται ως τα σήμερα ο ψαράς κι η γυναίκα του.

Από Τα Παραμύθια Των Αδερφών Γκρίμμ

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Είμαστε ποτέ έτοιμοι να μεγαλώσουμε παιδιά;



Ποιος είναι, άραγε, ο «καλός γονιός» και σε ποια ηλικία κατακτάται η «ωριμότητα» για τη δημιουργία απογόνων; Στην πραγματικότητα, κανείς δεν είναι ποτέ έτοιμος να μεγαλώσει παιδιά. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία, λένε οι γνωρίζοντες.

Καλός γονιός είναι εκείνος που είναι καλά μέσα του.
Κάποτε, όταν ήμουν ακόμα πολύ μικρή, πίστευα πως ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλίσεις το υγιές μεγάλωμα των παιδιών θα ήταν η σύσταση κάποιας επιτροπής που θα εξετάζει την ψυχική και νοητική υγεία των γονέων, ώστε να τους δίνει κάποια ειδική άδεια για να αποκτήσουν παιδιά. Κάτι σαν την άδεια οδήγησης, ας πούμε. Κατόπιν, όταν μεγάλωσα λίγο, άλλαξα γνώμη, δίχως, ωστόσο, να καταφέρω να βρω μια ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα.

Όταν ήρθε η ώρα να αποκτήσω παιδιά, και μόνο η ιδέα μου προκαλούσε απανωτές κρίσεις πανικού. Μα εγώ είμαι η ίδια παιδί!
● Πώς θα καταφέρω να παραμερίσω τον εγωισμό μου (αντί να χαίρομαι τη σεζλόνγκ, θα πρέπει τώρα να κυνηγάω ένα τέρας πάνω κάτω);
● Πώς θα διασφαλίσω τον προσωπικό μου χώρο (τι διάολο θέλει αυτό το πιανάκι στη μέση του σαλονιού) και χρόνο (θέλω να ξενυχτήσω σ’ ένα κλαμπ κι όχι στο προσκεφάλι ενός εμπύρετου μωρού);
Έπειτα από 6 χρόνια μητρότητας στα όρια της ταλαιπωρίας και έπειτα από πολλαπλές επισκέψεις στην παιδοψυχολόγο της γειτονιάς μου, επαναφέρω το μέγα ερώτημα: Είμαστε ποτέ έτοιμοι να μεγαλώσουμε παιδιά;

Η παιδοψυχολόγος Μαρία Κοπακάκη αναλαμβάνει να με βοηθήσει να δω τη μεγάλη αλήθεια. Θα πονέσει, αλλά (αν δε με πεθάνει) θα με βγάλει πιο δυνατή. «Σε ό,τι αφορά αυτό με τη σύσταση …επιτροπής η ιδέα παραπέμπει στις πρακτικές της ευγονικής (υποχρεωτική στείρωση ατόμων με νοητικά ελλείμματα και ψυχικές νόσους). Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ορίσει κανείς συγκεκριμένα και με λίγα λόγια τα κριτήρια που συνιστούν τον “καλό γονιό”, πόσο μάλλον να τα “μετρήσει”, ώστε να χορηγήσει σε ορισμένους ανθρώπους “δίπλωμα γονέα” και να το στερήσει από κάποιους άλλους.

Ο «αρκετά καλός γονιός»
«Γενικά, καλός γονιός είναι ο ψυχικά υγιής, ισορροπημένος άνθρωπος, που αντλεί ικανοποίηση από τη ζωή του και γνωρίζει καλά τον εαυτό του. Όντας ο ίδιος πλήρης, είναι ικανός να συντονιστεί με τις ανάγκες του παιδιού, να το φροντίσει με ζεστασιά και ενσυναίσθηση, να του δώσει ζωτικό συναισθηματικό χώρο να αναπνεύσει, να του δείξει το δρόμο βάζοντάς του τα όρια που χρειάζεται για να μη χαθεί. Ακόμα και αυτός όμως,...
ο –υπερβολικά γενικός και δυσπρόσιτος για τους περισσότερους από εμάς– ορισμός είναι στατικός και δεν εμπεριέχει τη διαρκή μας ικανότητα να εξελισσόμαστε και να προχωράμε ως άνθρωποι, άρα και ως γονείς», μου λέει.
Σκέφτομαι τον σπουδαίο ψυχαναλυτή παιδιών, τον D. Winnicott, που αναιρώντας την προσδοκία για τελειότητα μιλάει για τον «αρκετά καλό γονιό», στο βλέμμα του οποίου «καθρεφτίζεται» το βρέφος, ώστε να δομήσει τον εαυτό του. Μέσα από τις μικροστιγμές απουσίας και έλλειψης άψογου συντονισμού, το βρέφος πρωτογεύεται υγιείς «δόσεις» στέρησης και αναπτύσσει την ανεξαρτησία του. Ο «αρκετά καλός γονιός», τέλειος μέσα στην ατέλειά του, παραχωρεί στον εαυτό του το δικαίωμα να αποτυγχάνει και να κάνει λάθη, κοινωνώντας το ίδιο μήνυμα και στο παιδί: ότι δε χρειάζεται να είναι τέλειο για να το αγαπούν.

Τα προσωπικά βιώματα
Η Μαρία Κοπακάκη μου λέει πως πυξίδα μας στην ανατροφή των παιδιών είναι τα βαθιά χαραγμένα βιώματα της παιδικής μας ηλικίας, που ενεργοποιούνται ασυνείδητα όταν κρατάμε το δικό μας μωρό στην αγκαλιά. Κάποιες φορές επαναλαμβάνουμε τυφλά τις ίδιες εμπειρίες, άλλοτε προσπαθούμε απεγνωσμένα να πράξουμε τα αντίθετα. «Για παράδειγμα, εκείνος που βασανίστηκε από ελλείψεις και συναισθηματική απουσία πνίγει και υπερπροστατεύει ή ζητά ασυνείδητα από το παιδί να καλύψει τα δικά του κενά· εκείνος που μεγάλωσε μέσα σε αυστηρότητα αδυνατεί να βάλει τα όρια που χρειάζονται κτλ.».

Το «πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» λοιπόν; «Όχι απόλυτα. Η απόκτηση αυτογνωσίας, η επαφή με τα βαθύτερα κομμάτια του εαυτού μας, μας βοηθά να βλέπουμε το παιδί πιο καθαρά και όχι μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των παιδικών μας βιωμάτων.

Πολλοί δρόμοι μας οδηγούν εκεί:
● Ένας απ’ αυτούς είναι η ψυχοθεραπεία.
● Άλλος περνά μέσα από τις σχέσεις που δημιουργούμε στην πορεία της ζωής μας, μέσα από τις οποίες μπορεί να αποκτήσουμε διαφορετικές εμπειρίες και άρα να κάνουμε νέες συναισθηματικές εγγραφές.
● Ο τρίτος μπορεί να είναι και η ίδια η σχέση με το παιδί, που μας φέρνει μπροστά στους άλυτους κόμπους της δικής μας ιστορίας και μας αναγκάζει να βρούμε λύσεις».

Κι εγώ που κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα ότι κάποιοι άνθρωποι είναι γεννημένοι γονείς... «Κατά μία έννοια, όλοι είμαστε “γεννημένοι γονείς”. Αυτός είναι ο βιολογικός μας προορισμός και είμαστε εξελικτικά εφοδιασμένοι με τις βασικές δεξιότητες που απαιτούνται για την ανατροφή ενός παιδιού. Τα παιδιά, άλλωστε, είναι εξαιρετικά ανθεκτικά πλάσματα και μπορούν ακόμα και με πολύ λίγα, με τα βασικά, να επιβιώσουν. Το να είμαστε και “καλοί γονείς”, που θα μεγαλώσουν ψυχικά υγιή, λειτουργικά, ευτυχισμένα παιδιά, βέβαια, είναι άλλη ιστορία», εξηγεί η Μαρία Κοπακάκη.

Πρέπει να «θυσιάζεται»;
Και αυτή η «άλλη ιστορία» είναι που βασανίζει τους περισσότερους γονείς. Ποιος είναι ο καλός γονιός; Τι τον κάνει καλό; Ο καλός γονιός είναι εκείνος που γίνεται θυσία για το παιδί του;
«Αν είναι αυτός που γίνεται θυσία, τότε, ναι, ίσως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι πιο πρόθυμοι να κάνουν κάτι τέτοιο από άλλους. Οι άνθρωποι, βέβαια, αυτοί –οι προσανατολισμένοι στη φροντίδα των άλλων– δε γεννιούνται έτσι αλλά πλάθονται σταδιακά, μέσα από το δικό τους μεγάλωμα και τις εμπειρίες στην οικογένεια που ανατράφηκαν. Αυτοί, όμως, είναι συνήθως οι γονείς που τα παιδιά τούς νιώθουν στερημένους και δυστυχείς. Όταν το παιδί αισθάνεται ότι ο γονιός του δεν είναι καλά, δυσκολεύεται πολύ να προχωρήσει τη δική του ζωή. Παίρνει το ίδιο το ρόλο του γονιού, αντιστρέφοντας τους ρόλους και παραμελώντας τις συναισθηματικές του ανάγκες, προκειμένου να στηρίξει το γονιό, ή προκαλεί μέσα από αντίδραση, ακόμα και με εμπλοκή σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, προκειμένου να φέρει στην επιφάνεια τη δυσλειτουργία της οικογένειας.

»Όχι, λοιπόν. Καλός γονιός είναι εκείνος που είναι καλά μέσα του. Εκείνος που φροντίζει τον εαυτό του, που είναι ευτυχισμένος στη σχέση με το σύντροφό του (αν μιλάμε για ζευγάρι και όχι για τις μονογονικές οικογένειες –μπορεί κανείς να είναι καλά με τον εαυτό του, αλλά και καλός γονιός, χωρίς να είναι απαραίτητα μέσα σε σχέση). Είναι γεμάτος, προκειμένου να έχει να “δώσει”».

Ένας τέτοιος γονιός δε «γεννιέται» αλλά γίνεται. Το σημείο εκκίνησης μπορεί να είναι διαφορετικό για τον καθένα, όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός για όλους μας.

Η κατάλληλη ηλικία
Πολύ συχνά με απασχολεί η σωστή ηλικία για να αποκτήσεις ένα παιδί. Ίσως γιατί εγώ τα απέκτησα ως μεσήλικη πλέον. «Η σωστή ηλικία είναι διαφορετική για τον καθένα. Κάποιοι δε φτάνουν ποτέ στη σωστή ηλικία. Σημαντικό είναι ακόμα το να έχεις εκπληρώσει κάποιους στόχους ζωής, ώστε να μη νιώθεις ότι η απόκτηση παιδιού ανέκοψε την πορεία σου και να διατηρείς πικρία απέναντί του. Για να είναι κανείς επαρκής ως γονιός, πρέπει να έχει μεγαλώσει, να έχει βγει σ’ ένα βαθμό από το ρόλο του παιδιού, να διαθέτει αρκετή συναισθηματική ωριμότητα ώστε να μπορεί να δει το παιδί του ως μία ξεχωριστή οντότητα με ιδιαίτερες ανάγκες και επιθυμίες, και όχι να προβάλλει πάνω του δικές του ανάγκες και ανεκπλήρωτα όνειρα. Να γνωρίζει αρκετά καλά τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει η ματιά του να χωρέσει και τον “άλλο”.

«Από την άλλη μεριά, μεγαλώνοντας παιδιά, μεγαλώνουμε κι εμείς. Ψηλαφίζουμε τα κενά μας, αγγίζουμε παλιά, ανεπούλωτα τραύματα, μετράμε τις δυνάμεις μας, μαθαίνουμε, εξελισσόμαστε, ζούμε χαρές, παίρνουμε ικανοποίηση, ξεπερνάμε εμπόδια, θυμώνουμε, ματαιωνόμαστε, αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες των δικών μας γονιών, ταυτιζόμαστε και διαφοροποιούμαστε από εκείνους, τους συγχωρούμε για τα λάθη τους», ολοκληρώνει η Μαρία Κοπακάκη.

Συμπέρασμα
Και καταλήγουμε στις προϋποθέσεις, που τελικά είναι πολύ απλές και ανθρώπινες:
● Να θέλουμε ένα παιδί και να το ονειρευόμαστε.
● Να είμαστε καλά με τον εαυτό μας και με το σύντροφό μας (αν αυτός υπάρχει).
● Να έχουμε αυτογνωσία.
● Να αναγνωρίζουμε ότι ποτέ δε θα γίνουμε τέλειοι και να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας με τα λάθη του.



Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Πάρε τα μάτια μου…



Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι…
Ντρεπόταν γι’ αυτήν κι ώρες ώρες την μισούσε.
Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους.
Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με ένα μάτι. Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα.

Μα από μικρός είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του. 
Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια.
Ένοιωσε πολύ στενοχωρημένος. «Πως μπόρεσε να μου το κάνει αυτό»;… αναρωτιόταν… Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεμε. Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: «Εεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!».

Ήθελε να πεθάνει , θελε να εξαφανιστεί. Όταν γύρισε σπίτι, της είπε: «αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις!».
Αυτή δεν του απάντησε. 
«Ήθελα να φύγω από εκείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Έτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά για σπουδές και τα κατάφερα, μα ήλθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη λέσχη για να με βοηθάει. Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;» έλεγε αργότερα σ’ ένα φίλο του.

Αργότερα παντρεύτηκε. Αγόρασε ένα δικό του σπίτι. Έκανε δικά του παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, την γυναίκα του και τη δουλειά του! 
Μια μέρα μετά από χρόνια απουσίας, η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί.

Δεν είχε δει ποτέ από κοντά τα εγγόνια της. Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε, θύμωσε μαζί της , επειδή είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει. 
Τότε της φώναξε: «πως τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Φύγε!».

Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αα, πόσο λυπάμαι, κύριε! Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση» κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι γιαγιά τους.

Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο, που θα γινόταν στην πόλη πού γεννήθηκε. Είπε ψέματα στη γυναίκα του ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο από περιέργεια. Οι γείτονες, του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ. Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι’ αυτόν:

“Αγαπημένε μου γιέ, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα στο σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για την σχολική συγκέντρωση κι ένοιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω. Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο υπερήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι. Έχεις πάντα όλη την αγάπη μου.

Η μητέρα σου”.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Ο ψυχικός πόνος



Είναι το πιο δύσκολο να κατανοηθεί συναίσθημα.
Είναι σημάδι πως περνάμε μία δοκιμασία και πως ωριμάζουμε.
Ο ψυχικός πόνος παράγεται όταν χάνουμε έναν δεσμό μεγάλης αγάπης ο οποίος συγκρατεί την ψυχοσύνθεσή μας. Έτσι και ο τραυματισμός είναι τραυματισμός του ισχυρού δεσμού αγάπης με τον άλλον.
Σε κατάσταση τραύματος, ο άνθρωπος με την λιγοστή ενέργεια που του μένει θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα προστατευτικό αμυντικό φράγμα επενδύοντας ενέργεια και αγάπη στην εικόνα του χαμένου προσώπου
γιατί προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανή αυτή την εικόνα του άλλου για να συγκρατήσει την ψυχοσύνθεσή του.
Αν ο άνθρωπος που έχασε κάτι που αγαπούσε και δεν προέβλεψε τον κίνδυνο, δεν ένιωσε άγχος δηλαδή, δεν έχει τρόπους προστατευτικής άμυνας απέναντι στην απώλεια (γιατί το άγχος προετοιμάζει τον άνθρωπο για το τραύμα) και έτσι τραυματίζεται, δηλαδή βιώνει μία φρίκη ψυχικής παραλυσίας με συνέπεια ο άνθρωπος να απορρυθμίζεται, να αποδιοργανώνεται και να κλονίζεται.
Ο ψυχικός πόνος είναι λοιπόν το συναίσθημα που εκφράζει την εξάντληση που νιώθει ο άνθρωπος που είναι απασχολημένος με το να αγαπά απελπισμένα την εικόνα του χαμένου αγαπημένου προσώπου, την κατάρρευση της φαντασίωσης που τον συνέδεε με το χαμένο πρόσωπο και την απώλεια της απαραίτητης για την ψυχική δομή σχέσης αγάπης. Κατά την διάρκεια της επιτυχημένης ψυχολογικής θεραπείας του ψυχικού πόνου και τραύματος, περνάμε την διαδικασία του πένθους.
Δηλαδή, προοδευτικά εκφράζουμε τα συναισθήματα της απώλειας της αγάπης που είναι άγχος, οργή και πόνος και επενδύουμε την αγάπη μας σε υπόλοιπα πρόσωπα της ζωής διατηρώντας την εικόνα του χαμένου προσώπου ζωντανή μέσα μας, αλλά γνωρίζοντας παράλληλα πως  δεν υπάρχει πια έξω μας.
Αν η διαδικασία του πένθους δεν πραγματοποιηθεί το πένθος γίνεται χρόνιο και παθολογικό αλλά αν η διαδικασία του πένθους πραγματοποιηθεί, ο πόνος απαλύνει, ο άνθρωπος ξεφεύγει από την κατάθλιψη της απώλειας και η ψυχοσύνθεσή του επανέρχεται στον ρυθμό της.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Τα κατοικίδια στην ζωή των παιδιών




Πόσο σημαντικά είναι για την συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. 
Όλοι μας έχουμε δει μικρά παιδιά να τρέχουν να πιάσουν περιστέρια σε μία πλατεία, να αγκαλιάζουν ένα σκυλάκι, να κρατούν σφιχτά ένα γατάκι, να παρατηρούν μία χελώνα σε ένα πάρκο. Τα παιδιά αγαπούν ιδιαιτέρως τα ζώα και παρότι έχουν εντελώς διαφορετικές γλώσσες, μεταξύ τους επικοινωνούν θαυμάσια. ‘Ενα ζωάκι είναι ένας εξαιρετικά υπομονετικός ακροατής, ένας συμπαίκτης με ιδιαίτερα ευχάριστα γνωρίσματα: δεν κρίνει, δεν διακόπτει, δεν παρεμβαίνει σε καμία ιστορία που ένα παιδί του αφηγείται, δείχνει πάντα κατανόηση σε κακούς βαθμούς, σε μία στεναχώρια, σε μία δύσκολη στιγμή του παιδιού. Το προστατεύει, το συντροφεύει και συμμαχεί σιωπηλά με αυτό. Είναι ένας σπουδαίος σύμμαχος στην ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης του παιδιού, που δεν θα το προδώσει ποτέ!
Τα κίνητρα των παιδιών για την απόκτηση ενός κατοικίδιου είναι η συντροφιά στην καθημερινότητα και το παιχνίδι. Η συντροφιά του, θα οδηγήσει το παιδί σε σπουδαίες ανακαλύψεις και συνειδητοποιήσεις, ενώ η συμβίωση μαζί του θα το ωφελήσει, σε κοινωνικό και συναισθηματικό επίπεδο.
Η επιστήμη έχει εμπεριστατωμένα εξετάσει τα πολλαπλά οφέλη των κατοικίδιων στην υγεία, την ψυχική ανάπτυξη και την ευεξία των παιδιών.

Οι μελέτες δείχνουν ότι τα ζώα μπορούν να λειτουργήσουν ως προστασία από στρεσογόνους παράγοντες, μετριάζοντας το αίσθημα της δυσφορίας που προκαλούν οι αγχωτικές εμπειρίες, μειώνοντας την αίσθηση του σωματικού και συναισθηματικού πόνου, ενώ η κατοχή ενός σκύλου, ειδικότερα, μπορεί να προάγει έναν πιο υγιεινό και περισσότερο δραστήριο τρόπο ζωής.
Κοινωνικοσυναισθηματική ανάπτυξη
Τα κατοικίδια παρέχουν στα παιδιά συναισθηματική υποστήριξη και ένα αίσθημα ασφάλειας. Σε σχετική μελέτη βρέθηκε ότι νήπια και βρέφη που μεγαλώνουν με ένα ζώο συντροφιάς, τείνουν να μην πιπιλούν τον αντίχειρά τους (κλασσικό παράδειγμα συναισθηματικής ανασφάλειας), καθώς τρέφουν γνωστικά τον εγκέφαλο τους από την επικοινωνία με το ζωάκι που υπάρχει στο σπίτι, όταν οι γονείς είναι απασχολημένοι .
Το κατοικίδιο μπορεί να ενδυναμώσει ουσιαστικά την κοινωνικότητα ακόμα και των πιο «δειλών» μικρών παιδιών. Μέσα στο σπίτι, το κατοικίδιο δεν συμμορφώνει το παιδί, αλλά το αποδέχεται και το αγαπά, με αποτέλεσμα το παιδί να θεμελιώνει καλύτερη εικόνα εαυτού. Έξω από το σπίτι, ένα παιδάκι που κάνει βόλτα με το κατοικίδιο του, γίνεται εύκολα πόλος έλξης από άλλα παιδιά που θα πλησιάσουν να το χαϊδέψουν ή να παίξουν μαζί του, ενδυναμώνοντας την κοινωνική εικόνα και αυτοεκτίμηση του παιδιού.
Η φροντίδα των σωματικών αναγκών του κατοικίδιου από το παιδί, με υποχρεώσεις που ταιριάζουν στην ηλικία του (π.χ. να γεμίζει το μπολ του κατοικίδιου με νερό, να το χτενίζει, να το κάνει μπάνιο ή να το πηγαίνει βόλτα με επιτήρηση), ενισχύει την κοινωνική ευθύνη αλλά και την αυτοεκτίμηση από την ικανοποίηση που παίρνει ως φροντιστής του κατοικίδιου του, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει με τις αξίες της υπευθυνότητας και της εμπιστοσύνης από την επιτυχή ανάληψη ευθυνών και αρμοδιοτήτων, αναλόγων της ηλικίας του.
Εκτός από τις σωματικές ανάγκες του ζώου, τα παιδιά μαθαίνουν να φροντίζουν και τις συναισθηματικές ανάγκες του μικρού τους φίλου (π.χ. όταν είναι κουρασμένο και δεν θέλει να παίξει ή ακόμα όταν φοβάται στην επίσκεψη στον κτηνίατρο). Με τον τρόπο αυτό διδάσκονται για τα συναισθήματα των άλλων και τα για δικά τους, μέσα από την αλληλεπίδραση. Ένα βασικό χαρακτηριστικό της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι η «ενσυναίσθηση», η ικανότητα δηλαδή ενός προσώπου να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί τα συναισθήματα του άλλου. Η ενσυναίσθηση βοηθά το παιδί στην αυτορρύθμιση και την οριοθέτηση της συμπεριφοράς του αναγνωρίζοντας και σεβόμενο τις ανάγκες του άλλου. Με τη βοήθεια των γονέων, ένα κατοικίδιο μπορεί να προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία για την ανάπτυξη της έννοιας της «ενσυναίσθησης».
Τα ευρήματα αναπτυξιακών ερευνών καταδεικνύουν ότι η ποιότητα της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα σε παιδιά και τα κατοικίδια τους, τα βοηθά να βιώσουν μεγαλύτερο δέσιμο σε όλη την γκάμα των σχέσεών τους, ως ενήλικες. Από άλλη έρευνα προέκυψε πως νεαροί ενήλικες που είχαν κατοικίδιο ως παιδιά, ενδιαφερόταν και συμμετείχαν περισσότερο στα κοινά, με τη μορφή προσφοράς εθελοντικών υπηρεσιών στις κοινότητές τους, βοηθούσαν περισσότερο φίλους και συγγενείς και ανέπτυσσαν ηγετικές συμπεριφορές, συγκριτικά με όσους δεν είχαν αναλάβει τη φροντίδα κάποιου κατοικίδιου.
Όσο πιο ενεργή ήταν μάλιστα, η συμμετοχή τους ως παιδιά στη φροντίδα ενός ζώου, τόσο εντονότερη ήταν και η αλληλεπίδρασή τους με άλλα μέλη του κοινωνικού συνόλου.
Γνωστική ανάπτυξη
Τα παιδιά μαθαίνουν να παρατηρούν, να αντιλαμβάνονται και να ανταποκρίνονται κατάλληλα στη μη λεκτική συμπεριφορά των κατοικίδιων ζώων, ενισχύοντας την επικοινωνία τους σε όλες τις μελλοντικές διαπροσωπικές τους σχέσεις. Σύμφωνα με πολλές ψυχολογικές θεωρίες, η βιωματική μέθοδος γνώσης, (εμπειρική γνώση), ενισχύει ουσιαστικά το πρόσωπο στο να αντιμετωπίσει τη ζωή περισσότερο ρεαλιστικά και να αντεπεξέλθει σε τυχόν δυσκολίες και απώλειες στον κύκλο της δικής του ζωής.
Μέσω της παρατήρησης, θα κατανοήσει τις αναλογίες της ανθρώπινης ζωής και της ζωής των ζώων αποκτώντας μια καλύτερη επαφή με τη δική του φύση και τις υπαρξιακές της διαστάσεις, θα ενδιαφερθεί για τον φυσικό κύκλο ζωής και να θελήσει να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες γύρω από θέματα της αναπαραγωγής, της γέννησης, της ασθένειας, του θανάτου.
Η επαφή, επίσης, με το παιδί σε καθημερινές δραστηριότητες όπως το παιχνίδι, ενισχύει τις εγκεφαλικές συνάψεις που συνδέουν τη γνώση με το συναίσθημα. Για παράδειγμα η κατασκευή ενός σπιτιού για το ζωάκι ή το παιχνίδι μαζί του, βάζει σε διαδικασία το παιδί να χρησιμοποιήσει συγχρόνως τη φαντασία και την επινοητικότητα του, επιτυγχάνοντας ένα σκοπό. Η γνωστική διαδικασία με τη μορφή εκτιμήσεων, σκέψεων και δράσεων, παίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό και πρόκληση των συναισθημάτων.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η συμβίωση με ένα κατοικίδιο ζώο βοηθά ένα παιδί να καλλιεργήσει τις αξίες της οικολογικής συνείδησης, της ηθικής ευθύνης του αλτρουισμού, της κοινωνικής αξίας, της ενσυναίσθησης. Σε αυτή την προσπάθεια, οι γονείς έχουν έναν ενεργό και πολύ σημαντικό ρόλο, καθώς η επιλογή του ζώου, η επιτήρηση της διάδρασης μαζί του, οι συνθήκες διαμονής και διαβίωσής του, η συμφωνία στη συμμετοχή των παιδιών στην καθημερινή φροντίδα του ζώου είναι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν, πριν την απόφαση για την απόκτηση ενός ζώου συντροφιάς στο σπίτι.
Θέματα που χρήζουν Προσοχής
Σε περίπτωση που υπάρξουν προβλήματα συμπεριφοράς, από το κατοικίδιο σας, συνιστούμε τη συζήτηση και τη συνεργασία με έναν καλό εκπαιδευτή, ο οποίος θα μπορέσει να εξηγήσει τι προκαλεί τη δύσκολη συμπεριφορά του ζώου και να προτείνει λύσεις, για πως μπορείτε να χειριστείτε τη συμπεριφορά και να καλύψτε τις ανάγκες του κατοικίδιου. Πολύ συχνά, η έλλειψη βόλτας, ο περιορισμός του κατοικίδιου σε μικρούς χώρους μακριά από την οικογένεια, στρεσάρουν τα κατοικίδια και δημιουργούν αλλαγές στη συμπεριφορά. Ας θυμόμαστε, ότι το κατοικίδιο είναι ένα ακόμη μέλος της οικογένειας μας που του αξίζει η φροντίδα κι ο σεβασμός, ώστε να μας αντιμετωπίζει κι αυτό με τον ίδιο τρόπο.
Σε περίπτωση που υπάρξουν προβλήματα συμπεριφοράς, από τα παιδιά προς τα ζώα, συνιστούμε τη συζήτηση και τη συνεργασία με έναν παιδοψυχολόγο. Η παιδική βία απέναντι στα ζώα ενδέχεται να προμηνύει ενήλικη επιθετικότητα και εγκληματικότητα. Η παιδική εγκληματικότητα κατά των ζώων αποτελεί πιθανό δείκτη του πως θα εξελιχθεί το παιδί αργότερα ως ενήλικας. Μαθαίνοντας από νωρίς στο παιδί το σεβασμό και την αγάπη προς τα ζώα, του προσφέρουμε ένα πολύτιμο εφόδιο για έναν κοινωνικώς αποδεκτό και σωστό τρόπο συμπεριφοράς ενάντια στην έννοια της βίας.
Χαρίκλεια Μανουσάκη 

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Μια καλή κουβέντα




Δεν μας κοστίζει τίποτα να πούμε ένα «μπράβο» στο παιδί μας κάποια στιγμή που καταλαβαίνουμε πως το έχει ανάγκη, πως χρειάζεται κι αυτό μια επιβράβευση στην προσπάθεια που κάνει, έστω κι αν κατά την γνώμη μας, δεν είναι η καλύτερη δυνατή.

Πρέπει να κάνουμε πηγή της γλώσσας
την καρδιά μας και φίλτρο το μυαλό μας.

«Μια καλή κουβέντα δεν έχω ακούσει από τα χείλη σου…»
Πόσες φορές δεν έχουμε κάνει αυτό το παράπονο στον άνθρωπό μας, στον γονιό μας, στο παιδί μας, στον φίλο μας; Πόσες φορές δεν έχουμε πικραθεί από την αρνητική συμπεριφορά των δικών μας, στην όποια προσπάθεια κάνουμε;
Πόσες φορές δεν αναζητάμε τη ζεστή ματιά, το γλυκό χαμόγελο, την καλή κουβέντα, για να πλημμυρίσει η καρδιά μας, από χαρά, από αγάπη;
Είναι τροφή για την ψυχή ο καλός λόγος, ο έπαινος. Δίνει μεγάλη δύναμη, πολύ κουράγιο,
και μας οδηγεί στον στίβο της ζωής με σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, με ψυχικά εφόδια πέρα από τα πνευματικά και σωματικά που έχουμε.
Γιατί δεν αρκεί κάποιος να είναι δυνατός ή να έχει πάμπολλες γνώσεις.
Για να μπορέσει ο άνθρωπος να αξιοποιήσει τις ικανότητές του, τα προσόντα του, χρειάζεται να ακούει σε κάθε προσπάθειά του, επιτυχημένη ή αποτυχημένη, ένα μπράβο, μια καλή κουβέντα.
Ο καλός λόγος λειτουργεί σαν βάλσαμο για τον πικραμένο, είναι πηγή δύναμης γι’ αυτόν που αγωνίζεται.
Δίνει ελπίδες σ’ αυτόν που προσδοκά την επίλυση των προβλημάτων του, ανακουφίζει εκείνον που έχει κάνει ένα λάθος και νοιώθει ενοχές. Από τα πιο απλά πράγματα μέχρι τα πλέον σοβαρά, ο καλός λόγος είναι αυτός που δημιουργεί καλύτερες σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, των μελών μιας της κοινωνίας.
«Πολύ καλό το φαΐ σήμερα» μπορούν να πουν όλοι όσοι καθίσουν στο οικογενειακό τραπέζι.
Στεναχωριέται η γυναίκα που ποτέ δεν έχει ακούσει από τον άντρα της και τα παιδιά της, μια καλή κουβέντα για την μαγειρική της, για την φροντίδα της γι’ αυτούς και το σπίτι αλλά απεναντίας, τους ακούει να επαινούν άλλες γυναίκες. Χρόνια προσπαθεί να έχει πλούσιο και γευστικό το τραπέζι της οικογένειας, αλλά ποτέ δεν άκουσε έναν καλό λόγο. Και η απογοήτευση την πνίγει γιατί κάθε πρωί ξυπνάει πριν ακόμα βγει ο ήλιος για να ετοιμάσει το πρωινό του άντρα της και των παιδιών, το φαγητό της ημέρας και να φύγει με την ψυχή στο στόμα για να προλάβει να είναι στην ώρα της στην δουλειά. Και μόλις σχολάσει, πάλι τρέχοντας, γυρνάει στο σπίτι για να κάνει τις υπόλοιπες δουλειές, να διαβάσει τα παιδιά, να είναι το σπίτι ένα μικρό παλατάκι. Τα κάνει όλα γι’ αυτούς που αγαπά, όμως δεν ακούει ούτε μια ζεστή κουβέντα. Κι απογοητεύεται, μαραζώνει, νοιώθει ασήμαντη όταν ακούει τους επαίνους των δικών της ανθρώπων, αυτών που αγαπά και φροντίζει, για άλλες γυναίκες.
«Πολύ σου πάει αυτό το κτένισμα» λέει ο άντρας στη γυναίκα. Κι αν δεν το έχει σκεφθεί να το πει την πρώτη, την δεύτερη, την τρίτη φορά που η γυναίκα του τον ρωτάει αν την κτένισε καλά η κομμώτρια, ας αναρωτηθεί από μόνος του γιατί του κάνει αυτή την ερώτηση. Μήπως η ίδια ξέρει αν είναι καλό το κτένισμα; Όμως τον ρωτάει για να ακούσει τον καλό λόγο, να δείξει μέσα από τις λέξεις, την αγάπη του.
Ας θυμηθεί ο άνδρας για λίγο πως συμπεριφερότανε όταν ήταν ερωτευμένος με την γυναίκα του, πριν την νυμφευτεί. Τότε έλεγε όμορφα και ζεστά λόγια. Τα ξέχασε μετά τον γάμο; Μήπως αξίζει να ξαναγυρίσει στην ωραία εποχή του έρωτα της αγάπης;
Ας θυμηθεί το ζευγάρι τα λόγια που έλεγε ο ένας στον άλλον. Πολύ απλές κουβέντες που όμως φέρνουν τόσο κοντά τους ανθρώπους όταν λέγονται.
Μα και το παιδί που πάει σχολείο, φροντιστήριο, γυμναστήριο, που ανοίγει τα φτερά του, θέλει κι αυτό μια καλή κουβέντα.
«Μπράβο καμάρι μου, πήγες αρκετά καλά!» μπορούμε να πούμε στο παιδί μας, για να συμπληρώσουμε μετά τις όποιες παρατηρήσεις μας. Αν το κατηγορούμε συνεχώς, το επιπλήττουμε, τότε πιθανόν να έχουμε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που σαν γονείς επιθυμούμε.
Το κάθε παιδί, ο κάθε μαθητής, έχει τις δικές του δυνατότητες, τον δικό του προσωπικό κώδικα επικοινωνίας κι αυτό πρέπει να το καταλάβουμε. Δεν πρέπει να συγκρίνουμε το παιδί μας με τα άλλα παιδιά και να το κατηγορούμε γιατί δεν είναι τόσο καλός μαθητής, τόσο καλός αθλητής, όπως εκείνα.
Το παιδί μας, μπορεί μετά από λίγο, να σταματήσει να κάνει παρέα με το γειτονόπουλο που είναι καλύτερο γιατί πιστεύει, πως αυτό είναι η αιτία της υποβίβασής του από την οικογένειά του. Και πιθανόν να επιλέξει για συναναστροφή, έναν της αυτής δυναμικότητας ή κατώτερο από αυτό στους βαθμούς μόνο και μόνο, για να έχει για μέτρο σύγκρισης κι αντιπαράθεσης με τους γονείς του, έναν άλλον μαθητή, όχι τον καλύτερο.
Δεν είναι κακό να κάνει το παιδί μας παρέα με έναν μαθητή που δεν έχει καλές επιδόσεις στα μαθήματα. Κακό είναι, να το οδηγήσουμε εμείς με την συμπεριφορά μας σε επιλογές που θα τον βλάψουν ψυχικά, να νοιώθει πως οι γονείς του θαυμάζουν ένα άλλο παιδί κι όχι το δικό τους, έστω και με τα μειονεκτήματά του.
Δεν μας κοστίζει τίποτα να πούμε ένα «μπράβο» στο παιδί μας κάποια στιγμή που καταλαβαίνουμε πως το έχει ανάγκη, πως χρειάζεται κι αυτό μια επιβράβευση στην προσπάθεια που κάνει, έστω κι αν κατά την γνώμη μας, δεν είναι η καλύτερη δυνατή.
Πρέπει να προσπαθούμε με τον καλό λόγο να του δείξουμε μέσα από την αγάπη μας, πως έχει δυνατότητες να γίνει καλύτερος για τον εαυτό του, την κοινωνία κι όχι για μας.
Το μόνο κέρδος που μπορεί να έχει ένας γονιός από το παιδί του που προόδευσε, που πέτυχε στη ζωή του κι έγινε ένας σωστός οικογενειάρχης, είναι η ικανοποίησή του να τον καμαρώνει, υγιή και χρήσιμο στέλεχος της κοινωνίας. Και πρέπει να σεβόμαστε τις επιλογές του αντί να το καταπιέζουμε να ακολουθήσει μια επαγγελματική σταδιοδρομία που δεν την θέλει αλλά που εμείς για πολλούς λόγους επιθυμούμε.
Αλλά και για τον πατέρα χρειάζεται ο καλός λόγος, η ζεστή κουβέντα.
Όταν μπαίνει στο σπιτικό, το καλωσόρισμα αρκεί για να τον κάνει να ξεχάσει την κούραση του. Αν όμως μπαίνοντας βρεθεί αντιμέτωπος με την αδιαφορία, αν αντιληφθεί πως είτε που επέστρεψε στο σπίτι είτε δεν επέστρεψε είναι ένα και το αυτό, τότε νοιώθει μεγάλη απογοήτευση.
Όταν κάποιος γυρνά χαρούμενος στο σπίτι του για να αναγγείλει στην οικογένειά του μια επιτυχία και μπαίνοντας του πουν η γυναίκα του και τα παιδιά του «Μη μας διακόπτεις! Βλέπουμε την αγαπημένη μας σειρά» ραγίζει η καρδιά του.
Όλοι προσμένουμε απλά λόγια, γεμάτα ζεστασιά κι αγάπη.
Πρέπει να κάνουμε πηγή της γλώσσας την καρδιά μας και φίλτρο το μυαλό μας.
Πρέπει κι αξίζει να δίνουμε λίγη χαρά στους ανθρώπους που αγαπάμε με έναν καλό λόγο.
Αυτό θα μας φέρει πιο κοντά, αυτός ο καλός λόγος θα διώξει και πολλά μαύρα ή γκρίζα σύννεφα που ίσως έχουν μαζευτεί πάνω από το σπίτι μας, πάνω από την οικογένειά μας.
Μια καλή κουβέντα ας πούμε λοιπόν. Εξάλλου, δεν κοστίζει τίποτα και δίνει τόσα πολλά…
                                                Ιάκωβος Ποθητός

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Μητέρα....



"Aν ένας άνθρωπος υπήρξε το αδιαμφισβήτητα αγαπημένο παιδί της μητέρας του, διατηρεί σε όλη του τη ζωή την πίστη στην επιτυχία, που συχνά οδηγεί πραγματικά στην επιτυχία." Φρόιντ
Είναι πολύ σημαντικό για το παιδί
να νιώθει αποδοχή και αγάπη
Όταν αναφερόμαστε στη «μητρική φροντίδα», ουσιαστικά εννοούμε την συναισθηματική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και τη μητέρα ή σε οποιονδήποτε άλλον έχει αναλάβει το μητρικό ρόλο.
Η σχέση με τη μητέρα είναι η πρωταρχική εμπειρία από την οποία δημιουργούμε τις βάσεις για να χτίσουμε τις μετέπειτα σχέσεις μας με τους άλλους. Είναι πολύ σημαντικό για το παιδί να νιώθει αποδοχή και αγάπη, προκειμένου να οπλιστεί με όλες εκείνες τις δυνάμεις που είναι απαραίτητες για να νιώσει ασφαλές να βγει στον έξω κόσμο και να συλλέξει εμπειρίες.
Όταν, λοιπόν, η φροντίδα της μητέρας είναι αμφιλεγόμενη, λόγω της υπερβολικής ή καθόλου προσοχής στο παιδί, οι συνέπειες στον τρόπο που μαθαίνει να δημιουργεί σχέσεις το ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή του.
Υπερπροστατευτική μητέρα: Είναι η μητέρα που από λανθασμένο τρόπο έκφρασης αγάπης, αποθαρρύνει το παιδί της από το να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία. Παίρνει η ίδια όλες τις αποφάσεις για εκείνο, με αποτέλεσμα το παιδί να μην έχει ασκηθεί ποτέ στο να στηρίζεται στο πόδια του και να δοκιμάσει τρόπους να διαχειριστεί τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει στη ζωή του.
Ουσιαστικά το αποδυναμώνει, γιατί δεν του δίνει την ευκαιρία να ωριμάσει και του στέλνει το μήνυμα ότι δεν είναι ικανό να φροντίσει τον εαυτό του. Στη πορεία της ζωής του εξελίσσεται σ’ ένα παθητικό και συναισθηματικά εξαρτημένο ενήλικα.
Απορριπτική μητέρα: Ο τρόπος που μας βλέπουν οι σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή μας, προσδιορίζει τον τρόπο που και εμείς βλέπουμε τον εαυτό μας. Η απορριπτική μητέρα είναι υπερβολικά επικριτική και αυστηρή με τις πράξεις του παιδιού της και συνηθίζει να τονίζει τις ατέλειές του παραβλέποντας τις επιτυχίες του, με αποτέλεσμα να το διδάξει να είναι και το ίδιο πολύ επικριτικό με τον εαυτό του.
Ένα παιδί που έχει ανατραφεί με αυτό τον τρόπο, τείνει να είναι φοβισμένο και ανασφαλές και να εκδηλώνει συναισθήματα ζήλιας και επιθετικότητας. Συνήθως πρόκειται για ενήλικες που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Τελειομανής μητέρα: Έχει υψηλές προσδοκίες και απαιτεί από το παιδί της το καλύτερο, με αποτέλεσμα να μην είναι ποτέ ικανοποιημένη με τις επιτυχίες του. Το παιδί ενδέχεται να έχει υψηλές επιδόσεις, αλλά στερείται εμπιστοσύνης στις ικανότητές του και πιστεύει πως όσο κι αν προσπαθήσει θα φαίνεται πάντα αποτυχημένο στα μάτια των άλλων.
Ως ενήλικας αναπτύσσει αισθήματα ανεπάρκειας και απληστίας και είναι ευάλωτος στην αποτυχία, με συνέπεια να εμφανίζει καταθλιπτικές τάσεις.
Συντηρητική μητέρα: Είναι η μητέρα που έχει αυστηρές και αδιαπραγμάτευτες αξίες και αντιλήψεις για το τι είναι «ηθικό» και τι «ανήθικο». Το παιδί εξωτερικεύει αυτό τον τρόπο σκέψης και αξιολογεί τη συμπεριφορά του με αυτό το σύστημα αξιών, χωρίς να έχει την κρίση να επιλέξει τι από αυτά που διδάχθηκε ταιριάζει στον τρόπο ζωής του και τι όχι.
Το αποτέλεσμα είναι να εξελιχθεί σ’ ένα ιδιαίτερα επικριτικό ενήλικα με έντονα συναισθήματα άγχους και ενοχών, όταν παραβιάζει τους άκαμπτους κανόνες που έχουν θέσει οι άλλοι για αυτόν. Εναλλακτικά, ενδέχεται να επαναστατήσει, απορρίπτοντας κάθε κανόνα, και να υιοθετήσει παραβατική συμπεριφορά.
Υποστηρικτική μητέρα: Δείχνει εμπιστοσύνη στις ικανότητες του παιδιού της και το ενθαρρύνει, αντί να το καθοδηγεί. Το περιβάλλει με φροντίδα, χωρίς να περιορίζει τη δράση του και αποτελεί ασφαλές καταφύγιο, όπου το παιδί μπορεί να βρει συμπαράσταση, όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες στον έξω κόσμο.
Είναι έτοιμη να δεχθεί τις αποτυχίες του και να προσφέρει την ανιδιοτελή αγάπη που χρειάζεται για να επουλώσει τις πληγές του. Ενήλικες που έχουν μεγαλώσει απολαμβάνοντας αυτού του είδους τη φροντίδα, έχουν μια θετική εικόνα για τον εαυτό τους, είναι ανεξάρτητοι, χωρίς να φοβούνται να προσεγγίσουν συναισθηματικά τους άλλους, αισιόδοξοι και μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν, ακόμη και σε αντίξοες συνθήκες.
Είναι σίγουρο πως κανένας δεν έχει διδαχθεί πώς να είναι γονέας. Ίσως αναγνωρίσατε κάποιες δικές σας συμπεριφορές στις παραπάνω κατηγορίες. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προσωπικότητα της κάθε μητέρας είναι μοναδική και ανεπανάληπτη.

Επομένως, κάθε αυστηρή προσκόλληση στις κατηγοριοποιήσεις, είναι ελλιπής και αυθαίρετη, καθώς αδυνατεί να συμπεριλάβει το σύνολο των εκφράσεων της μητρικής φροντίδας.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Η γάτα και το ποντίκι




Μια φορά και έναν καιρό ήτανε μια γάτα, που έπιασε φιλίες μ' έναν ποντικό. Και τού 'δωσε τόσες υποσχέσεις και τού 'ταξε τόσα ωραία πράγματα, που με τα πολλά ο ποντικός συμφώνησε και δέχτηκε να ζήσουνε μαζί στο ίδιο σπίτι, μοιράζοντας σαν καλοί φίλοι τα υπάρχοντα τους.
« Αλλά θα πρέπει να φροντίσουμε για το χειμώνα, ειδάλλως θα πεινάσουμε ", είπε η γάτα. « Εσύ, ποντικέ, να προσέχεις πού πατάς και να μη χώνεσαι όπου βρεις, γιατί στο τέλος θα πιαστείς σε καμιά φάκα και θα σε χάσω ». Η ιδέα της γάτας ήταν καλή και πράγματι αγόρασαν ένα βαρελάκι βούτυρο, να τό 'χουν για το χειμώνα. Μόνο που δεν ήξεραν πού να το κρύψουν, για να μην τους το κλέψει κανείς. Αφού  έσπασαν τα κεφάλια τους, η γάτα μίλησε και είπε :

« Δεν μπορώ να βρω καλύτερη κρυψώνα απ την εκκλησία. Εκεί δεν τολμάει κανείς ν απλώσει το χέρι του και να κλέψει το παραμικρό. Πάμε να τ αφήσουμε κάτω από την Αγία Τράπεζα. Και δεν θα τ' ανοίξουμε παρά μόνον όταν θα το χρειαστούμε ».
Έκρυψαν λοιπόν κι ασφάλισαν το βούτυρο για το χειμώνα. Αλλά πριν περάσει πολύς καιρός, τη γάτα την έπιασε λιγούρα για τη νόστιμη λιχουδιά. Και λέει στον ποντικό :
— "Ποντικέ, η ξαδέρφη μου γέννησε κι έφερε στον κόσμο ένα γατάκι καστανόξανθο. Σήμερα θα γίνει η βάφτιση κι εγώ θα είμαι νονά. Άσε με να πάω και φρόντισε μόνος σου το σπιτικό μας".
— « Εντάξει, εντάξει », αποκρίθηκε το ποντίκι. " Πήγαινε στο καλό του Θεού. Κι αν σας τρατάρουν τίποτα καλό, μη με ξεχάσεις. Μ' αρέσουν και μένα τα κουφέτα ».
Αλλά ήταν όλα ψέματα. Η γάτα ούτε ξαδέρφη είχε, ούτε ανιψάκι είχε αποκτήσει. Παρά μια και δυο τραβάει για την εκκλησία, τρυπώνει κάτω απ' την Αγία Τράπεζα κι ανοίγει το βαρελάκι με το βούτυρο. Αφού έφαγε το πάνω πάνω, το καϊμάκι, έκανε μια βόλτα πάνω απ' τις στέγες των κοντινών σπιτιών, λιάστηκε καλά καλά, σκούπισε τα μουστάκια της και ξερογλειφότανε κάθε που θυμότανε το βούτυρο. Κατά το βραδάκι γύρισε σπίτι.
—" Επιτέλους ήρθες ! », την υποδέχτηκε ο ποντικός. " Τα πέρασες ωραία; »
— " Καλά ήτανε ».
— Α Και πώς το βγάλατε το γατάκι ; », ρώτησε ο ποντικός,
—"Παειτο-καϊμάκι », απάντησε ξερά η γάτα.
—" Παειτοκαϊμάκι; ", απόρησε ο ποντικός. " Παράξενο όνομα. Το συνηθίζετε στην οικογένεια σας; »
— " Μην το ψάχνεις », τον έκοψε η γάτα. " Δεν είναι δα χειρότερο απ το όνομα που έδωσες εσύ στο βαφτιστήρι σου : Ψιχουλοφάης . . . »
Δεν πέρασε πολύς καιρός και τη γάτα πάλι την έπιασε λιγούρα για το βούτυρο. Γυρνάει λοιπόν και λέει στον ποντικό:
—" Θα μου κάνεις τη χάρη και θα φροντίσεις σήμερα μόνος σου το σπιτικό μας. Γιατί θα γίνω και πάλι νονά. Το καινούργιο γατάκι είναι μαύρο με μια άσπρη γραμμούλα γύρω απ' το λαιμό. Δεν μπορώ να πω όχι ".
Ο καλός ο ποντικός συμφώνησε. Η γάτα όμως χώθηκε στα στενά και κρυφά έφτασε μέχρι την εκκλησία. Εκεί άνοιξε πάλι το βαρελάκι και κατέβασε το βούτυρο ώς τη μέση. « Τίποτα δεν είναι πιο νόστιμο », σκέφτηκε, " άπ' αυτό που τρως εσύ ο ίδιος ». Κι έμεινε πολύ ευχαριστημένη από την εκδρομή της. Όταν γύρισε σπίτι, ο ποντικός τη ρώτησε :
" Πώς το βάφτισες αυτό το γατάκι; »
— "Παειτομισό", απάντησε η γάτα.
— « Παειτομισό ! Τι λες; Σ όλη μου τη ζωή δεν έχω ξανακούσει τέτοιο όνομα. Βάζω στοίχημα ότι στο ημερολόγιο δεν έχει μέρα να γιορτάζει ! »
Δεν πέρασε πολύς καιρός και της γάτας της τρέξανε πάλι τα σάλια για το βούτυρο. "Όλα τα καλά πράγματα τριτώνουν », είπε στον ποντικό. « Με κάλεσαν πάλι νονά σε μια βάφτιση. Το γατάκι αυτή τη φορά είναι κατάμαυρο, μόνο που έχει άσπρα ποδαράκια. Ούτε μια άσπρη τρίχα σ' όλο του το κορμάκι. Αυτό είναι πολύ σπάνιο, μια φορά στα δέκα χρόνια συμβαίνει. Θα μ' αφήσεις να πάω ; »
— « Παειτοκαϊμάκι, Παειτομισό ! Αυτά τα παράξενα ονόματα μ έχουν βάλει σε σκέψεις ».
— " Είναι επειδή κάθεσαι κλεισμένος όλη μέρα εδώ μέσα με την γκρίζα σου τη ρόμπα και με την ουρίτσα σου τυλιγμένη στην πολυθρόνα. Αυτά παθαίνει όποιος δεν βγαίνει έξω ".
Ο ποντικός έμεινε λοιπόν σπίτι και καθάρισε και σκούπισε και συγύρισε. Η λιχούδα γάτα όμως έβαλε κάτω το βαρελάκι και το τέλειωσε το βούτυρο. "Δεν ησυχάζεις παρά μονάχα όταν τον φας όλον το μεζέ", μονολόγησε. Χορτάτη και καλοφαγωμένη γύρισε σπίτι αργά το βράδυ. Ο ποντικός ρώτησε αμέσως να μάθει τι όνομα είχανε δώσει στο τρίτο γατάκι.
—« Μπα, ούτε αυτό θα σου αρέσει », του αποκρίθηκε η γάτα. « Το βγάλαμε Παει-όλο ».
— " Παειόλο ! », φώναξε ο ποντικός. « Αυτό είναι το πιο παράξενο απ όλα. Δεν τό ' χω συναντήσει πουθενά γραμμένο. Τι στην ευχή σημαίνει; " Και κουνώντας το κεφάλι του κουλουριάστηκε στη γωνιά του να κοιμηθεί.
Από τότε κι ύστερα κανείς δεν ξανακάλεσε τη γάτα να βαφτίσει. Όταν όμως χειμώνιασε κι έξω δεν έβρισκαν π ι α τίποτα να φάνε, ο ποντικός θυμήθηκε το βούτυρο και είπε :
—« Έλα , γάτα, πάμε στην εκκλησία να πάρουμε το βούτυρο, που είχαμε φυλάξει για το χειμώνα. Θα είναι ό,τι πρέπει».
— « Μάλιστα », αποκρίθηκε η γάτα. " Γ ι α σένα προπάντον θα είναι ό,τι πρέπει. Και δεν θα σου πέσει βαρύ στο στομάχι. Είναι ελαφρύ, σαν να τρως αέρα κοπανιστό ». Μια και δυο, ξεκινάνε γ ι α την εκκλησία. Κι όταν έφτασαν, βρήκαν το βαρελάκι στη θέση του. Αλλά ήταν άδειο.
—" Τώρα καταλαβαίνω », είπε ο ποντικός. " Ωραία φίλη είσαι! Αντί να βαφτίζεις γατάκια, ερχόσουνα εδώ και έτρωγες το βούτυρο. Πρώτα πρώτα Παειτοκαϊμάκι, μετά Παειτομισό, κι ύστερα . . . »
— " Σταμάτα ! » τον έκοψε η γάτα. " Άλλη μια λέξη και θα σε φάω κι εσένα! »
— " . . . Παει ό-όλο! », ξεστόμισε ο καημένος ο ποντικός. Και πριν προλάβει ν' αποσώσει το λόγο του, τον αρπάζει η γάτα και τον κάνει μια χαψιά.

Τι να κάνουμε; Έτσι είναι ο κόσμος.

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Ανακαλύπτοντας τον πραγματικό τρόμο




Ένας σουλτάνος αποφάσισε να ταξιδέψει στην θάλασσα με μερικούς από τους αγαπημένους του αυλικούς. Μπήκαν στο πλοίο για το Ντουμπάι και έπλευσαν έξω στην ανοικτή θάλασσα. Ωστόσο, μόλις το πλοίο απομακρύνθηκε από τη γη, ένας από τους υπηκόους του - ο οποίος δεν είχε δει ποτέ ξανά τη θάλασσα , - έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα βουνά - άρχισε να κατακλύζεται από πανικό. Καθισμένος στο κράτημα του πλοίου, έκλαιγε, φώναζε και αρνήθηκε να φάει ή να κοιμηθεί. Όλοι προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν, λέγοντας ότι το ταξίδι δεν ήταν τόσο επικίνδυνο όσο όλα αυτά, αλλά αν και άκουσε τα λόγια τους, δεν είχαν καμία επίδραση στην καρδιά του. Ο σουλτάνος δεν ήξερε τι να κάνει, και το ωραίο ταξίδι πάνω στην ήρεμη θάλασσα και κάτω από τους γαλάζιους ουρανούς, έγινε ένα μαρτύριο για τους επιβάτες και το πλήρωμα το ίδιο.
Δύο μέρες πέρασαν χωρίς κανείς να μπορεί να κοιμηθεί εξαιτίας των κλαμάτων του ανθρώπου. Ο σουλτάνος ήταν έτοιμος να διατάξει το σκάφος να επιστρέψει στο λιμάνι, όταν ένας από τους υπουργούς του, ο οποίος ήταν γνωστός για την σοφία του, ήρθε:
- Υψηλότατε, με την άδειά σας, θα είμαι σε θέση να τον ηρεμήσω. Χωρίς στιγμή δισταγμού, ο σουλτάνος είπε ότι όχι μόνο θα το επιτρέψει, αλλά και ότι θα τον ανταμείψει αν κατάφερνε να λύσει το πρόβλημα.
Ο σοφός άνθρωπος ζήτησε ο άνθρωπος να ριχτεί στη θάλασσα. Αμέσως, με όρεξη επειδή ο εφιάλτης τους έφτανε στο τέλος του, αρκετά μέλη του πληρώματος άρπαξαν τον άνθρωπο που αγωνιζόταν να κρατηθεί, και τον πέταξαν μέσα στον ωκεανό.
Ο αυλικός πεταμένος βίαια, βυθίστηκε, κατάπιε άφθονο θαλασσινό νερό, επέστρεψε στην επιφάνεια ουρλιάζοντας πιο δυνατά από ποτέ, βυθίστηκε ξανά, και κατάφερε να επιπλεύσει για άλλη μια φορά. Ακριβώς τότε, ο υπουργός διέταξε γι 'αυτόν να τραβηχτεί πίσω στο πλοίο.
Από τότε, κανείς δεν άκουσε παρά μόνο ένα παράπονο από τον άνθρωπο, ο οποίος πέρασε το υπόλοιπο του ταξιδιού στη σιωπή, και ακόμη σχολίασε με έναν από τους επιβάτες πως δεν είχε δει ποτέ κάτι τόσο όμορφο όσο ο ουρανός και η θάλασσα να αγγίζονται από τον ορίζοντα. Το ταξίδι - που είχε γίνει πριν ένα μαρτύριο για όλους εκείνους επί του πλοίου - έγινε μια ευχάριστη, ειρηνική εμπειρία.
Λίγο πριν επιστρέψουν στο λιμάνι, ο σουλτάνος πήγε να δει τον υπουργό:
- Πώς μάντεψες ότι, ρίχνοντας αυτόν το φτωχό άνθρωπο στη θάλασσα, θα ηρεμούσε;
- Λόγω του γάμου μου - απάντησε ο υπουργός. - Ήμουν πάντα τρομοκρατημένος ότι θα χάσω τη γυναίκα μου, και ήμουν τόσο ζηλιάρης που ποτέ δεν σταμάτησα να φωνάζω και να ουρλιάζω, σαν εκείνον τον άνθρωπο.
"Μια μέρα δεν μπορούσε να αντέξει περισσότερο, και με άφησε - και γεύτηκα την τρομερή εμπειρία του να ζω χωρίς αυτήν. Επέστρεψε μόνο όταν υποσχέθηκα να μην την βασανίσω ποτέ ξανά με τους φόβους μου.
"Με τον ίδιο τρόπο, εκείνος ο άνθρωπος δεν είχε ποτέ γευτεί το θαλασσινό νερό, και δεν είχε γνωρίσει ποτέ την αγωνία ενός άνθρωπου που πνίγεται. Όταν το ένιωσε , κατάλαβε πάρα πολύ καλά πόσο θαυμάσια μπορεί να είναι το να αισθάνεται τις σανίδες του πλοίου κάτω από τα πόδια του.
- Σοφές συμβουλές - σχολίασε ο σουλτάνος.
- Στην Αγία Γραφή, ένα ιερό βιβλίο των Χριστιανών, λέει: «το μόνο που φοβόμουν περισσότερο, ήρθε να περάσει. »
«Μερικοί άνθρωποι μπορούν να αξιολογήσουν αυτό που έχουν, όταν υπομείνουν την εμπειρία της απώλειας.»

Paulo Coelho