Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Ο ψαράς κι η γυναίκα του




Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας ψαράς, που ζούσε με τη γυναίκα του σ' ένα καλυβάκι κοντά στη θάλασσα. Κάθε μέρα ο ψαράς πήγαινε στην ακρογιαλιά και ψάρευε : ψάρευε και ψάρευε με τις ώρες.
Έτσι καθόταν μια μέρα πάλι και ψάρευε, κοιτάζοντας ώρες ατελείωτες τ α διάφανα νερά, και έριχνε την πετονιά του όσο π ι ο βαθιά μπορούσε. Και ξάφνου ένιωσε ένα τσίμπημα στ αγκίστρι του. Τραβάει και τι να δει;
Είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Και το ψάρι τού μίλησε και του είπε : « Άκου, ψαρά, σε παρακαλώ, χάρισε μου τη ζωή. Δεν είμαι ψάρι αληθινό, αλλά ένας μαγεμένος πρίγκιπας . Τι θα κερδίσεις αν με σκοτώσεις ; Το κρέας μου δεν είναι καθόλου νόστιμο. Ρίξε με πάλι στο νερό κι άσε με να φύγω ».
— « Μπα ! », έκανε απορημένος ο ψαράς, " δεν χρειάζονται τόσο πολλά λόγια για να σ ' αφήσω . Δεν έχω καμιά όρεξη ν α φάω ένα ψάρι που ξέρει να μιλάει ». Κι έριξε έτσι το ψάρι ξανά στο νερό και το ψάρι χάθηκε στα βαθιά αφήνοντας πίσω του μια λεπτή γραμμή από αίμα. Ο ψαράς σηκώθηκε τότε και γύρισε στο καλύβι του.
" Λοιπόν ; », τον ρώτησε η γυναίκα του. « Δεν έπιασες τίποτα σήμερα; »
— « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς. « Έπιασα δηλαδή ένα μεγάλο ψάρι, αλλά μου μίλησε και μου είπε πως είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας . Κι έτσι τό ' ριξα πάλι στα νερά και τ' άφησα να φύγει ».
— " Και δεν του ζήτησες τίποτα ; Δεν έκανες καμιά ευχή ; », ρώτησε η γυναίκα.
" Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς . " Τι έπρεπε να ευχηθώ ; »
— «Αχ», αναστέναξε η γυναίκα του. «Δεν είναι κρίμα να ζούμε εδώ μέσα, σε μια στενάχωρη και σκοτεινή βρωμοκαλύβα; Θα μπορούσες να ζητήσεις ένα ωραίο, καθαρό σπιτάκι .. Άντε πίσω να το φωνάξεις και να του το ζητήσεις ! Πες του πως θέλουμε ένα όμορφο σπιτάκι . Θα σου κάνει σίγουρα αυτή τη χάρη ! "
— " Μα . . . δεν έχω καμιά όρεξη να τρέχω πάλι εκεί κάτω ! », διαμαρτυρήθηκε ο ψαράς.
— « Μην είσαι κουτός ! », τον έσπρωξε η γυναίκα του. « Εσύ τό ' πιασες και τ άφησες πάλι να φύγει ! Σου χρωστάει χάρη . Θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Άντε να το βρεις ».
Τι να κάνει ο ψαράς, το πρωί πήγε πάλι στη θάλασσα και φώναξε το ψάρι. Βγήκε εκείνο στον αφρό και τον ρώτησε τι θέλει. “Η γυναίκα μου μου λέει πως είναι λίγο αυτό που ζήτησα και θέλει ένα σπίτι πλούσιο όπως αυτό του γείτονα μας”-”Γύρνα σπίτι σου” του λέει το ψάρι, “Η επιθυμία σου έγινε”.
Και πράγματι όταν γύρισε στο σπίτι του, είδε ότι στη θέση που υπήρχε το καλύβι, τώρα υπήρχε ένα όμορφο σπιτάκι. Η γυναίκα του ήταν πολύ ευχαριστημένη και ζούσαν όμορφα. Μετά από λίγο καιρό όμως η γυναίκα του ψαρά σκέφτηκε πως θα μπορούσε να είχε ζητήσει από το ψάρι κάτι πολύ πιο μεγάλο. Άρχισε πάλι την γκρίνια, γιατί έλεγε ότι θα μπορούσε ο άντρας της να ζητήσει από το ψάρι ένα παλάτι και να είναι βασιλιάδες.
Τι να κάνει ο καημένος το ψαράς, πήγε πάλι στη θάλασσα και φώναξε το ψάρι. “Τι θέλεις” τον ρώτησε το ψάρι, “Η γυναίκα μου θέλει παλάτι και να γίνουμε βασιλιάδες” – “Γύρνα σπίτι σου” του λέει το ψάρι “Η επιθυμία σου πραγματοποιήθηκε”.
Και πράγματι, όταν γύρισε ο ψαράς στο σπίτι, στη θέση του όμορφου μικρού σπιτιού υπήρχε τώρα ένα παλάτι και η γυναίκα του μέσα ντυμένη βασίλισσα, διέταζε τους υπηρέτες. Πέρασε αρκετός καιρός και η γυναίκα του ψαρά ήταν ευχαριστημένη, όμως άρχισε πάλι να βαριέται και σκέφτηκε πως αν ζητούσαν από το ψάρι να γίνουν αυτοκράτορες θα ήταν καλύτερα. Αφού γκρίνιαξε αρκετά στον ψαρά, τον έπεισε να πάει στο ψάρι και να του ζητήσει να γίνουν αυτοκράτορες.

Τι να κάνει ο καημένος ο ψαράς, πήγε στη θάλασσα και φώναξε πάλι το ψάρι. “Τι θέλεις;” τον ρωτάει το ψάρι. “Η γυναίκα μου δεν είναι πάλι ευχαριστημένη. Θέλει τώρα να γίνουμε αυτοκράτορες” – “Γύρνα σπίτι σου” του λέει το ψάρι, ”Η επιθυμία σου πραγματοποιήθηκε”.
Κι ο ψαράς γύρισε πίσω κι όταν έφτασε, είδε το παλάτι ν αστράφτει ολόκληρο απ ' τα αλαβάστρινα και τα χρυσά στολίδια. Μπροστά στην πύλη οι στρατιώτες βάδιζαν παραταγμένοι, στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τούμπανα και τα ταμπούρλα κι οι σάλπιγγες . Και μέσα στο παλάτι τριγύριζαν οι βαρόνοι κι οι κομήτες κι οι πρίγκιπες κι οι δούκες, βιαστικοί και πολυάσχολοι, σαν υπηρέτες. Ολόχρυσες πόρτες άνοιξαν μπροστά του. Κι όταν μπήκε στη μεγάλη σάλα, είδε τη γυναίκα του καθισμένη σ' έναν πανύψηλο θρόνο από καθαρό χρυσάφι. Στο κεφάλι της φορούσε μια θεόρατη ολόχρυση κορόνα, στολισμένη με μπριλάντια και πολύτιμα πετράδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στο άλλο την αυτοκρατορική σφαίρα. Και στις δυο πλευρές του θρόνου ήταν παραταγμένοι σε διπλή σειρά οι αυλικοί : ο πρώτος ήταν πανύψηλος, σωστός γίγαντας κι ο τελευταίος ένας μικρούλης νάνος, σαν το μικρό μου δαχτυλάκι . Και μπροστά τους έτρεχαν αμέτρητοι πρίγκιπες και βαρόνοι και υποκλίνονταν βαθιά.
Ο άντρας πήγε και στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της είπε : " Λοιπόν, γυναίκα, είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες αυτοκράτειρα; » Την κοίταξε ο ψαράς κάμποση ώρα και τη θαύμασε και της είπε : « Αχ, γυναίκα μου, τι ωραία που είσαι αυτοκράτειρα ! »
— « Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι ! ", τού ' βαλε τις φωνές η γυναίκα του. « Πάει αυτό, έγινα αυτοκράτειρα. Τώρα θέλω να γίνω Θεός. Λύσσα την έπιασε τότε κι οι τρίχες της κεφαλής της σηκώθηκαν ορθές μανιασμένη τού 'δωσε μια κλωτσιά και ούρλιαξε : « Θα πας ή δεν θα πας ; Θέλω να γίνω Θεός είπα ! » Κι ο δύστυχος ψαράς ντύθηκε κι έφυγε σαν τρελός.
Έξω όμως λυσσομανούσε η καταιγίδα τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του.
Σπίτια και δέντρα έτρεμαν συθέμελα και τα βουνά κόντευαν κι αυτά να παρασυρθούν απ ' τον άγριο άνεμο. Βράχια κυλούσαν κι έπεφταν στη θάλασσα κι ο ουρανός, κατάμαυρος σαν την πίσσα, έτρεμε απ ' τις αστραπές και τις βροντές. Τα κύματα δέρνονταν άγρια, πανύψηλα σαν καμπαναριά , σαν βουνά, κι έσκαγαν αφρισμένα στο γιαλό . Ο ψαράς φώναξε μ όλη του τη δύναμη, αλλά ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε ν ακούσει τη φωνή του :
«Έβγα έξω, πρίγκιπα μου, ψάρι μου, καλό μου ψάρι!Κι η γυναίκα μου με στέλνει για να σου ζητήσω χάρη!»
" Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι.
« Αχ, θέλει να γίνει Θεός ! », απάντησε ξεψυχισμένα ο ψαράς.
" Γύρνα πίσω και θα τη βρεις να κάθεται στο παλιό σας καλυβάκι ! », είπε το ψάρι.
Κι εκεί κάθονται ως τα σήμερα ο ψαράς κι η γυναίκα του.

Από Τα Παραμύθια Των Αδερφών Γκρίμμ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου