Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Τὸ ἄγνωστο λουλούδι (Πα­ρα­μύ­θι βα­σι­σμέ­νο σὲ πραγ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα)




Zούσε κάποτε στν κό­σμο ­να μι­κρ λου­λού­δι. Κα­νες δν γνώ­ρι­ζε ­τι ­πρ­χε στ γ. Ε­χε με­γα­λώ­σει μο­νά­χο του, σ’ ­να γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Ο ­γε­λά­δες κα ο κα­τσί­κες δν σύ­χνα­ζαν ­κε, κα τ παι­δι ­π τν κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νι­έ­ρων πο­τέ τους δν ­παι­ζαν στ μέ­ρος ­κε­νο. Στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο κα­νέ­να χορ­τά­ρι δν φύ­τρω­νε· μό­νο με­ρι­κς ξε­χα­σμέ­νες, γκρί­ζες πέ­τρες ­ταν σπαρ­μέ­νες ­κε, κι ­νά­με­σά τους ­νας ξε­ρς κα ­πο­νε­κρω­μέ­νος πη­λός. Μο­νά­χα ­νε­μος σερ­γι­ά­νι­ζε στ γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Σν ­νας γε­ρο-σπο­ρέ­ας, κου­βα­λο­σε σπό­ρους κα τος ­σπερ­νε παν­το – τό­σο στ μα­ρο, νο­τι­σμέ­νο χ­μα, ­σο κα στ γυ­μν κα πε­τρ­δες γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Στ μα­ρο κα ε­φο­ρο χ­μα ο σπό­ροι ­δι­ναν λου­λού­δια κα χορ­τά­ρια, ­μως στς πέ­τρες κα στν πη­λ πέ­θαι­ναν.
       Μι φο­ρ ­πε­σε ­π τν ­έ­ρα ­νας μι­κρς σπό­ρος, βρί­σκον­τας προ­στα­σί­α μέ­σα σ’ ­ναν μι­κρ λάκ­κο, ­νά­με­σα στς πέ­τρες κα τν πη­λό.
       Τ σπο­ρά­κι α­τ βα­σα­νί­στη­κε γι πο­λύ, κι ­πει­τα μού­σκε­ψε μέ­σα στν πά­χνη, ­νοι­ξε στ δύ­ο, ­φέ­θη­καν ­π μέ­σα του λε­πτς τρι­χο­λες ­π ρί­ζες, κα μ΄ α­τς τρύ­πη­σε τν πέ­τρα κα τν πη­λ κα ρ­χι­σε ν’ ­να­πτύσ­σε­ται.
       ­τσι ρ­χι­σε ν ζε στν κό­σμο τ μι­κρ ­κε­νο λου­λού­δι. Δν ε­χε τί­πο­τα γι ν τρα­φε στς πέ­τρες κα στν πη­λό. Ο στα­γό­νες τς βρο­χς, πο ­πε­φταν ­π τν ο­ρα­νό, ­φτα­ναν στν ­πι­φά­νεια το ­δά­φους, δί­χως ν ε­σχω­ρή­σουν μέ­χρι τς ρί­ζες του, ­μως τ λου­λού­δι ζο­σε κα με­γά­λω­νε κα γι­νό­ταν σι­γ-σι­γ ­λο­έ­να κα πι ψη­λό. Τ λου­λου­δά­κι ­ψω­νε τ φύλ­λα του ­νάν­τια στν ­νε­μο, κα ­νε­μος κό­πα­ζε δί­πλα του. ­π τν ­νε­μο ­πε­φταν στν πη­λ κόκ­κοι σκό­νης, κου­βα­λη­μέ­νοι ­π τ φύ­ση­μά του, μα­ζ μ ε­φο­ρο, μα­ρο χ­μα. Σ’ ­κεί­νους τος κόκ­κους σκό­νης ­πρ­χε τρο­φ γι τ λου­λού­δι, ­στό­σο ο κόκ­κοι ­ταν ξε­ροί. Τ λου­λού­δι, γι ν τος μου­σκέ­ψει, ­στη­νε καρ­τέ­ρι ­λη τ νύ­χτα στ δρο­σι κα τ μά­ζευε, στα­γό­να-στα­γό­να, στ φύλ­λα του. Κα ­ταν τ φύλ­λα βά­ραι­ναν ­π τ δρο­σιά, τ λου­λού­δι τ χα­μή­λω­νε κα δρο­σι ­πε­φτε κά­τω, νο­τί­ζον­τας τος μαύ­ρους κόκ­κους τς σκό­νης, τος φερ­μέ­νους ­π τν ­νε­μο, δι­α­βρώ­νον­τας μα­ζ κα τν ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.
       Τν ­μέ­ρα τ λου­λού­δι ­στη­νε ­νέ­δρα στν ­νε­μο κα τ βρά­δυ στ δρο­σιά. Μο­χθο­σε νυ­χθη­με­ρν γι ν ζή­σει κα ν μν πε­θά­νει. ­νά­στη­σε με­γά­λα τα φύλ­λα του, ­στε ν μπο­ρον ν συγ­κρα­τον τν ­νε­μο κα ν συλ­λέ­γουν τ δρο­σιά. ­μως ­ταν δύ­σκο­λο γι τ λου­λού­δι ν τρέ­φε­ται μό­νο ­π τος κόκ­κους τς σκό­νης, πο ­πε­φταν μ τ βο­ή­θεια το ­νέ­μου, κι ­κό­μα ν μα­ζεύ­ει γι’ α­τος τ δρο­σιά. ­π τν λ­λη, ­πρε­πε ν ζή­σει, κα ­περ­νι­κο­σε μ τ βο­ή­θεια τς ­πο­μο­νς τν πό­νο του ­π τν πεί­να κα τν κού­ρα­ση. Τ λου­λού­δι μό­νο μι φο­ρ στ διά­ρκεια το ε­κο­σι­τε­τρα­ώ­ρου χαι­ρό­ταν: ­ταν πρώ­τη ­κτί­να το πρω­ι­νο ­λιου γ­γι­ζε τ ­πο­κα­μω­μέ­να φύλ­λα του.
       ­ν ­μως ­νε­μος ­κα­νε πο­λ και­ρ ν ­πι­σκε­φθε τ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, τό­τε τ μι­κρ λου­λού­δι α­σθα­νό­ταν ­σχη­μα, κα δν το ρ­κο­σαν ο δυ­νά­μεις του γι ν ζή­σει κα ν με­γα­λώ­σει.
       ­μως τ λου­λού­δι δν ­θε­λε ν ζε μέ­σα στ λύ­πη. Γι’ α­τό, ­ταν τ πράγ­μα­τα γι ‘κε­νο γί­νον­ταν ­λό­τε­λα θλι­βε­ρά, λα­γο­κοι­μό­ταν. Πα­ρ’ ­λα α­τά, πά­σχι­ζε συ­νε­χς ν’ ­να­πτυ­χθε, ­κό­μα κα ­ταν ο ρί­ζες του τρα­γά­νι­ζαν τς γυ­μνς πέ­τρες κα τν ξε­ρ πη­λό. ­ταν συ­νέ­βαι­νε α­τό, τ φύλ­λα του δν μπο­ρο­σαν ν τρα­φον κα­νο­νι­κ κα κι­τρί­νι­ζαν: ­να νευ­ρά­κι τους γι­νό­ταν μπλά­βο, ­να λ­λο κόκ­κι­νο, κά­ποι­ο τρί­το ­παιρ­νε ­να γα­λά­ζιο χρυ­σα­φ χρ­μα. Κι ­λα α­τ ­πει­δ ­λει­πε ­π’ τ λου­λού­δι τρο­φή, κα τ μαρ­τύ­ριό του κ­δη­λω­νό­ταν στ φύλ­λα μ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τ ­διο τ λου­λού­δι, ­στό­σο, δν τ γνώ­ρι­ζε α­τό: βλέ­πε­τε, ­ταν τυ­φλ κα δν μπο­ρο­σε ν δε τν ­αυ­τό του· ν δε πς στ’ ­λή­θεια ­ταν.
       Στ μέ­σα το κα­λο­και­ριο στε­φά­νη το λου­λου­διο ν­θι­σε. Μέ­χρι τό­τε ­μοια­ζε μ χορ­τα­ρά­κι, ­ν τώ­ρα ε­χε γί­νει πραγ­μα­τι­κ λου­λού­δι. στε­φά­νη ­πο­τε­λον­ταν ­π πέ­τα­λα πο ε­χαν ­να ­πλό, φω­τει­ν χρ­μα, δια­υγς κα ν­το­νο, ­πως τ χρ­μα ­νς ­στε­ριο. Καί, ­πως ­να ­στέ­ρι, τ λου­λού­δι λαμ­πύ­ρι­ζε μ ζω­η­ρ φλό­γα κα ­ταν ­ρα­τ ­κό­μα κα στ σκο­τει­ν νύ­χτα. ­ταν ­νε­μος ρ­χό­ταν στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, γ­γι­ζε πάν­το­τε τ λου­λού­δι κα ­παιρ­νε μα­ζί του τ ­ρω­μά του.
       Κα νά πο ­να πρω­ι­ν ­φτα­σε δί­πλα σ’ ­κε­νο τ ο­κό­πε­δο ­να κο­ρι­τσά­κι, Ντά­σα. Ζο­σε μ τς φι­λε­νά­δες της στν κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νιέ­ρων, κα ­κε­νο τ πρω­ ξύ­πνη­σε ­χον­τας ­πι­θυ­μή­σει τ μη­τέ­ρα της. Τς ε­χε γρά­ψει ­να γράμ­μα κα τ πή­γαι­νε στν σταθ­μό, γι ν φύ­γει ­σο τ δυ­να­τν πι γρή­γο­ρα. Στν δρό­μο Ντά­σα φι­λο­σε τν φά­κε­λο μ τ γράμ­μα κα τν ζή­λευ­ε πο α­τς θ ­βλε­πε τ μη­τέ­ρα της νω­ρί­τε­ρα ­π’ ,τι ­κεί­νη.
       Στν ­κρη το ­ρη­μου ο­κο­πέ­δου Ντά­σα α­σθάν­θη­κε μιν ε­ω­διά. ­ρι­ξε μι μα­τι ­λό­γυ­ρα. Κα­νέ­να λου­λού­δι δν ­πρ­χε κον­τά, μό­νο λί­γο χορ­τα­ρά­κι ε­χε φυ­τρώ­σει στ μο­νο­πά­τι κα τ ο­κό­πε­δο ­ταν τε­λεί­ως γυ­μνό. ­μως ­έ­ρας ­πνε­ε ­π τ ο­κό­πε­δο με­τα­φέ­ρον­τας ­π ‘κε μιν ­νά­λα­φρη μυ­ρω­διά, σν φω­ν πο προ­σκα­λο­σε, τ φω­ν μις ­ση­μης κα ­γνω­στης ζω­ς. Ντά­σα θυ­μή­θη­κε ­να πα­ρα­μύ­θι, πο τς ε­χε δι­η­γη­θε ­δ κα και­ρ μη­τέ­ρα της. Τς ε­χε μι­λή­σει γι ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο, πο συ­νε­χς θλι­βό­ταν γι τ μη­τέ­ρα του, ­μως δν μπο­ρο­σε ν κλά­ψει κα μό­νο μ τν ε­ω­δι περ­νο­σε θλί­ψη του. «­σως ­κε­νο τ λου­λού­δι ν ­πι­θυ­με στ πα­ρα­μύ­θι τ μη­τέ­ρα του, ­πως ­γώ», σκέ­φτη­κε Ντά­σα.
       Π­γε στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο κα ν­τί­κρι­σε, κον­τ σ μι πέ­τρα, ­κε­νο τ λου­λου­δά­κι. Ντά­σα πο­τ ς τώ­ρα δν ε­χε δε πα­ρό­μοι­ο λου­λού­δι – ο­τε σ χω­ρά­φι, ο­τε στ δά­σος, ο­τε στς ε­κό­νες τν βι­βλί­ων, ο­τε στν Βο­τα­νι­κ Κ­πο, που­θε­νά. Κά­θι­σε στ χ­μα, δί­πλα στ λου­λού­δι, κα τ ρώ­τη­σε:
       — Για­τί ε­σαι ­τσι;
       — Δν ξέ­ρω, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       — Κα για­τί δν μοιά­ζεις μ τ’ λ­λα λου­λού­δια;
       Τ λου­λού­δι κα πά­λι δν ­ξε­ρε τί ν πε. ­μως ­ταν πρώ­τη φο­ρ πο ­κου­γε ­π τό­σο κον­τ τ φω­ν ­νς ν­θρώ­που, ­ταν πρώ­τη φο­ρ πο κά­ποι­ος τ κοι­το­σε, κα γι’ α­τ δν ­θε­λε ν προ­σβά­λει τν Ντά­σα μ τ σι­ω­πή του.
       — Δι­ό­τι περ­νά­ω δύ­σκο­λα, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       — Κα πς σ λέ­νε; ρώ­τη­σε Ντά­σα.
       — Κα­νες δν μ φω­νά­ζει μ κά­ποι­ο ­νο­μα, ε­πε τ λου­λου­δά­κι, ζ μο­νά­χο μου.
       Ντά­σα κοί­τα­ξε ­λό­γυ­ρά το ­ρη­μο ο­κό­πε­δο.
       — ­δ ­χει πέ­τρες, ­δ ­χει πη­λό! ε­πε. – Πς κα ζες μο­να­χό σου, πς φύ­τρω­σες μέ­σα ­π τν πη­λ κα δν πέ­θα­νες, ­τσι μι­κρ πο ε­σαι;
       — Δν ξέ­ρω, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       Ντά­σα ­σκυ­ψε στ λου­λού­δι κα τ φί­λη­σε στ φεγ­γε­ρό του κε­φα­λά­κι.
       Τν ­πο­μέ­νη, ­λοι ο πι­ο­νιέ­ροι ρ­θαν ν ­πι­σκε­φθον τ λου­λου­δά­κι. Τος ε­χε φέ­ρει Ντά­σα. Πο­λ πρν φτά­σουν στ ο­κό­πε­δο, τος πρό­στα­ξε ν πά­ρουν μιν ε­σπνο­ κα τος ε­πε:
       —­κο­τε πό­σο ­μορ­φα μυ­ρί­ζει;* ­τσι ­να­σαί­νει α­τό.
       Ο πι­ο­νι­έ­ροι στέ­κον­ταν γι πο­λ ­ρα γύ­ρω ­π τ λου­λου­δά­κι κα τ κα­μά­ρω­ναν, σν νά ’­ταν ­ρω­ας. ­πει­τα, ­φε­ραν ­να γύ­ρο ­λο το ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, τ μέ­τρη­σαν μ τ βή­μα­τά τους κα ­πο­λό­γι­σαν πό­σα κα­ρό­τσια κο­πρι κα τέ­φρα ­πρε­πε ν φέ­ρουν γι ν λι­πά­νουν τν ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.
       ­θε­λαν ν γί­νει τ χ­μα στ ο­κό­πε­δο γό­νι­μο. Τό­τε κα τ μι­κρ λου­λού­δι, μ τ ­γνω­στο ­νο­μα, θ μπο­ρο­σε ν’ ­να­παυ­θε, κα ­π τος σπό­ρους του θ με­γά­λω­ναν, δί­χως ν χα­θον, πα­νέ­μορ­φα παι­διά, τ πι κα­λ λου­λού­δια, πο θ ­λαμ­παν ­π φς κα πο ­μοι­ά τους δν θ ­πρ­χαν που­θε­νά.
       ­π τέσ­σε­ρις ­μέ­ρες δού­λευ­αν ο πι­ο­νι­έ­ροι, λι­παί­νον­τας τ χ­μα στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο. ­πει­τα, μό­λις τε­λεί­ω­σαν, ξε­κί­νη­σαν τ τα­ξί­δι τους γι λ­λους ­γρούς, γι λ­λα δά­ση, κα πλέ­ον στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο δν ξα­να­φά­νη­καν.
Μό­νο Ντά­σα ρ­θε μι φο­ρά, γι ν’ ­πο­χαι­ρε­τή­σει τ μι­κρ λου­λού­δι. Τ κα­λο­καί­ρι ­φτα­νε ­δη πρς τ τέ­λος του κα ο πι­ο­νι­έ­ροι ­πρε­πε ν’ ­να­χω­ρή­σουν γι τ σπί­τια τους. ­πως κα ­γι­νε.
       Τ ­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι Ντά­σα ρ­θε πά­λι στν ­δια κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νι­έ­ρων. Κα­θ’ ­λη τ διά­ρκεια το μα­κρο χει­μώ­να, θυ­μό­ταν τ μι­κρ λου­λού­δι μ τ ­γνω­στο ­νο­μα. Κα π­γε ­μέ­σως στ ο­κό­πε­δο ν τ ­πι­σκε­φθε.
       Ντά­σα ε­δε ­τι τ ο­κό­πε­δο ε­χε τώ­ρα λ­λά­ξει: τώ­ρα ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μ χορ­τά­ρι κα λου­λού­δια, κι ­π πά­νω του πε­το­σαν που­λι κα πε­τα­λο­δες. ­π τ λου­λού­δια ­να­δι­δό­ταν μι ε­ω­διά, ­μοι­α μ’ ­κεί­νη το μι­κρο λου­λου­διο-βι­ο­πα­λαι­στ.
       ­στό­σο, τ περ­σι­ν λου­λού­δι, α­τ πο ζο­σε ­νά­με­σα στς πέ­τρες κα στν πη­λό, δν ­πρ­χε πιά. Πέ­θα­νε μλ­λον τ πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο. Τ και­νούρ­για λου­λού­δια ­ταν ­πί­σης ­μορ­φα, λι­γό­τε­ρο ­μορ­φα ­μως ­π’ ,τι ­κε­νο, τ πρ­το λου­λού­δι. Ντά­σα ­πε­σε σ θλί­ψη, ­πει­δ δν ­πρ­χε πλέ­ον τ λ­λο­τι­ν λου­λού­δι. ­ν ε­χε πά­ρει τν δρό­μο τς ­πι­στρο­φς, ξαφ­νι­κ στα­μά­τη­σε. ­νά­με­σα σ δυ­ πέ­τρες, φύ­τρω­νε στρι­μωγ­μέ­νο ­να νέ­ο λου­λού­δι – ­διο ­κρι­βς ­πως ­κε­νο τ πα­λιό, μό­νο ­λα­φρς κα­λύ­τε­ρο κα ­κό­μα πι ­μορ­φο. Τ λου­λού­δι το­το με­γά­λω­νε ­νά­με­σα στς πέ­τρες, πο το δυ­σκό­λευ­αν τ ζω­ή. ­ταν ζω­η­ρ κα καρ­τε­ρι­κό, ­πως πα­τέ­ρας του, κα πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­να­τ ­π’ τν πα­τέ­ρα του, ­πει­δ ζο­σε στς πέ­τρες.
       Στν Ντά­σα φά­νη­κε ­τι τ λου­λού­δι τεν­τω­νό­ταν πρς τ μέ­ρος της, ­τι τν κα­λο­σε κον­τά του μ τ σι­ω­πη­λ φω­ν τς ε­ω­δις του.
 * Ση­μεί­ω­ση το με­τα­φρα­στ: ­δ Πλα­τό­νωφ χρη­σι­μο­ποι­ε τν κ­φρα­ση πο ­παν­τ στν Κρή­τη κα σ ­ρι­σμέ­να λ­λα μέ­ρη τς λ­λά­δας, σύμ­φω­να μ τν ­ποί­α τ μυ­ρω­δι μπο­ρε κα­νες ν τν ­κού­σει.

ντρέι Πλατόνωφ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου