Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Απύθμενο κενό

 

Δεν θυμάμαι πως έγινε αυτό. Ξέρω πως σκόνταψα και μετά αποκοιμήθηκα.
Ξύπνησα σε ένα πολύ περίεργο μέρος, νομίζω το λένε "Ελλάδα του σήμερα".
Δεν είμαι σίγουρη, μα νομίζω πως έτσι είναι. Δεν ξέρω τι γυρεύω εδώ. Βλέπω νέους σκεπτικούς και να κλαίνε. Γιατί; Κάτι λένε... Κάτι ψιθυρίζουν...
Κατάφερα. να ξεχωρίσω μία πρόταση, τέσσερις λέξεις:
"Εγώ, πού θα ζήσω;"
Σκόνταψα κι έπεσα ξανά. Πέφτω όμως για πολλή ώρα.. Βρήκα το απύθμενο κενό. Κι όλο πέφτω...
Προσγειώθηκα ανώμαλα μαζί με άλλους, χιλιάδες.
Τόλμησα να σηκώσω το κεφάλι μου ψηλά στον ουρανό. Είδα την κυρα-Εξουσία να μου γελάει ειρωνικά. Την χαιρέτησα με ανοιχτά τα δάχτυλά μου. Γέλασε πιο δυνατά. Μ' έσπρωξε κι έπεσα. Όλοι εξοργίστηκαν. Ξαναγέλασε. Τότε μας έριξε όλους κάτω.
Ε λοιπόν, όχι, εγώ δεν θα γίνω το παιχνιδάκι της. Αρκετά έπαιξε, καιρός να ωριμάσει. Οι χιλιάδες έγιναν δισεκατομμύριοι. Ούτε αυτοί θέλουν να εξαπατηθούν άλλο πια. Κοιτάζω στα δεξιά μου. Βλέπω λευκή μπογιά. Αρχίζω να βάφω τον μαύρο τοίχο. Του αλλάζω χρώμα. Σιγά-σιγά μ' ακολούθησαν όλοι. Τα καταφέραμε. Όλα είχαν ντυθεί στα λευκά. Κι εμείς επίσης.
Να 'την η κυρα-Εξουσία, έρχεται. Μισοκλείνει τα μάτια της, δεν μπορεί να δεί καλά. Έφτασε κοντά μας. Αρχίζει να ουρλιάζει σαν δαιμονισμένη. Τρέχει να ξεφύγει. Δεν προλαβαίνει. Μια φωτεινή αχτίδα την αποτέφρωσε.
Η δεσποινίς αγάπη μας βοήθησε. Χαίρομαι που όλα τα έθνη γίναμε ένα.
Ο γερο-Χρόνος όλα τα γιάτρεψε.
Κρυώνω. Ανοίγω τα μάτια. Είμαι ξαπλωμένη στο έδαφος.
Τώρα θυμήθηκα. Σκόνταψα. Δυστυχώς όλα αυτά ήταν ένα όνειρο. Με καλωσόρισε η σκληρή πραγματικότητα.
Εντάξει. Τί να κάνουμε; Μπόρα είναι, θα περάσει.
Κι αν δεν περάσει.. Θα κοιμηθώ. Βλέπω όμορφα όνειρα.
Αν θέλετε, ελάτε κι εσείς στα όνειρά μου.
Όλοι οι καλοί χωράνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου