Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Το προξενιό του σπουργίτη







Συνηθισμένος από πάντα να ζει σε μιαν αυτάρεσκη μοναξιά , άρχισε τώρα να ονειρεύεται τη μαγεία της ομορφιάς του να δοθεί κι αυτός στους άλλους. Άρχισε επίσης να καταλαβαίνει πράγματα, όπως την ανωτερότητα αυτού που λέμε θυσία. Η αίσθηση της ίδιας του της μικρότητας του έδωσε ικανοποίηση. Ένας σπόρος που προορισμός του ήταν να μεταφέρει από το παρελθόν στο μέλλον την οικογένεια του ανθρώπινου είδους. Του άρεσε ακόμα και η ιδέα πως αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινο είδος, μαζί με τα διάφορα ορυκτά και φυτά , δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια μικρή κολόνα που υποστήριζε έναν μεγαλύτερο κόσμο που αιωρείται στο σύμπαν, η σκέψη πως η ύπαρξη του δεν ήταν πολυτιμότερη απ αυτή των άλλων ζώων ή φυτών.

«Εντάξει».

Η μεγάλη του εξαδέλφη έστριψε με γρηγοράδα ένα ασημένιο νόμισμα πάνω στη βάση του καθρέφτη. Ύστερα , ακινητοποιώντας το σταθερά κάτω απ΄την παλάμη της, τον κοίταξε μει μια έκφραση σοβαρότητας. Εκείνος βρήκε ένα μέρος στη νωχελική του καρδιά γι αυτό το άσπρο χέρι. Ύστερα το πρόσωπο του φωτίστηκε και είπε:

«Γράμματα»

«Γράμματα ε? Πρέπει όμως να αποφασίσεις από πριν. Αν είναι γράμματα θα την παντρευτείς ? Ή όχι?»

«Ας πούμε πως θα το κάνω»

«Α! Κορόνα είναι»

«A! ναι;»

«Τι ανούσια απάντηση είναι αυτή?»

Η εξαδέλφη του ξέσπασε σ ένα ηχηρό γέλιο. Πετώντας κάτω τη φωτογραφία της κοπέλας, σηκώθηκε και βγήκε απ΄το δωμάτιο. Ήταν μια γυναίκα που γελούσε πολύ. Το αργυρόηχο γέλιο της αντηχούσε για πολλή ώρα. Έκανε όλους τους άντρες που βρίσκονταν στο σπίτι να νιώθουν στ αυτιά τους μια παράξενη ζήλια.

Μαζεύοντας τη φωτογραφία από κάτω κοίταξε το κορίτσι. Σκέφτηκε πως αν μπορούσε κανείς να έχει έναν επαρκή βαθμό καλής θέλησης για κάποιον σύντροφο , στην Ιαπωνία θα πρέπει να υπήρχαν ακόμη πολλές κοπέλες που θα τον παντρευόντουσαν, εμπιστευόμενες τη μοίρα τους στον πατέρα ή τον μεγαλύτερό τους αδερφό.

«Αυτό είναι τελικά πιο όμορφο» σκέφτηκε. Αφυπνισμένος μπροστά σ έναν ευτελή εγωισμό , αυτό που του φαινόταν τώρα άσχημο ήταν ο σκεπτικιστής εαυτός του.

«Τελικά , αν καθίσεις να το καλοσκεφτείς, η επιλογή ενός συντρόφου για γάμο είναι σαν να τραβάς κλήρο, σαν να πρέπει να αποφασίσεις αν ένα νόμισμα θα ρθει κορόνα ή γράμματα» . Όταν η μεγάλη του εξαδέλφη του το χε πει αυτό, είχε κι ο ίδιος αισθανθεί μεγάλη ευχαρίστηση στην ιδέα να εμπιστευτεί τη μοίρα του στο νόμισμα κάτω από τη λευκή της παλάμη. Όταν όμως κατάλαβε ότι όλο αυτό δεν ξεπερνούσε από πλευράς της τα όρια ενός πειράγματος για τον ίδιο, γύρισε το βλέμμα του μελαγχολικά και το άφησε να πέσει στην μικρή λιμνούλα στην άκρη της βεράντας.

«Αν υπάρχει κάποια άλλη γυναίκα έξω απ αυτήν την κοπέλα που θα έπρεπε να γίνει σύζυγος μου , δείξε μου την αντανάκλαση του προσώπου της μες το νερό» παρακάλεσε τη λίμνη. Πίστευε πως οι άνθρωποι είχαν την ικανότητα να βλέπουν μέσα απ τον χρόνο και τον χώρο. Τόσο μοναχικός ήταν. Καθώς λοιπόν κοιτούσε απορροφημένος την επιφάνεια του νερού, μια μαύρη αιχμηρή πέτρα, σταλμένη απ΄ τον Θεό , μπήκε μπροστά στα μάτια του. Ήταν ένα ζευγάρι σπουργίτια που είχαν πέσει απ τη στέγη την ώρα που ζευγάρωναν. Φτερουγίζοντας στην επιφάνεια του νερού τα σπουργίτια χωρίστηκαν και πέταξαν το καθένα σε διαφορετική κατεύθυνση. Εκείνος κατανόησε αυτή τη θεϊκή αναλαμπή.

«Ώστε έτσι, λοιπόν» μουρμούρισε

Το κυματάκι στην επιφάνεια του νερού γαλήνεψε πάλι. Εκείνος συνέχισε να κοιτάζει με προσοχή τη μικρή τεχνητή λίμνη. Η καρδιά του έγινε ένας καθρέφτης ίδιος με την ήρεμη επιφάνεια του νερού. Τότε είδε εκεί μέσα καθαρό την αντανάκλαση της μορφής ενός σπουργίτη. Ο σπουργίτης τραγούδησε. Και έλεγε το τραγούδι αυτό:

«Εσύ βρίσκεσαι σε τέτοια σύγχυση που δεν θα μπορούσες να πιστέψεις, ακόμη κι αν σου δειχνα τη μορφή της γυναίκας που είναι να γίνει γυναίκα σου σ αυτό τον κόσμο. Γι αυτό θα σου δείξω τη μορφή της γυναίκας σου στον επόμενο κόσμο»

Εκείνος είπε στον σπουργίτη:

«Σπουργίτη, σ ευχαριστώ. Αν στην άλλη ζωή είναι να γεννηθώ σπουργίτης και να πάρω εσένα για γυναίκα μου , τότε θα παντρευτώ αυτή την κοπέλα. Ο άνθρωπος που έχει δει τη μοίρα του στην άλλη ζωή δεν θα χαθεί σ αυτήν εδώ. Η όμορφη και ανεκτίμητη γυναίκα που θα πάρω στον επόμενο κόσμο κανόνισε το γάμο μου σ αυτήν εδώ τη ζωή»

1926 - Γιασουνάρι Καουμπάτα «Ιστορίες της Παλάμης»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου