Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Tα μήλα


 
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς πού ήταν πολύ πλούσιος και πολύ καλός. Κάθε πρωί πήγαινε στην αίθουσα των ακροάσεων του παλατιού του και άκουγε με προσοχή και συγκα­τάβαση τα προβλήματα των υπηκόων του. Οι περισσότεροι από αυτούς του προσέφεραν και ένα δώρο, ό καθένας με τις δυνατότη­τες του. Πίσω από τον θρόνο του βασιλιά στεκόταν όρθιος ο θησαυροφύλακας, στον όποιο παρέδιδε ο βασιλιάς το δώρο πού του προσφερόταν, και αυτός το μετέφερε στο θησαυροφυλάκιο.
Κάθε πρωί περνούσε μπροστά από τον βασιλιά και ένας τα­πεινός άνθρωπος, ο οποίος όμως δεν ζητούσε τίποτε, μόνο προσέ­φερε στον βασιλιά ως δώρο ένα μήλο. Ο βασιλιάς αδιάφορος για το ευτελές δώρο το παρέδιδε στον θησαυροφύλακά του και αυτός περιφρονητικά το πετούσε μέσα από ένα φεγγίτη στο υπόγειο.
Ο ταπεινός ανθρωπάκος έκανε αυτή τη δουλειά κάθε ημέρα επί πολλά χρόνια, χωρίς να του δώσει κανείς σημασία. Επάνω στο δέκατο χρόνο, ένα παρόμοιο πρωινό ακροάσεων, παρουσιάστη­κε έξαφνα μπροστά στο θρόνο του βασιλιά ο πίθηκος του. Είχε ξε­φύγει από τα πίσω διαμερίσματα των γυναικών, όπου τον κρα­τούσαν οι ευνούχοι για να διασκεδάζουν οι ευνοούμενες του βασι­λιά. Ο πίθηκος πού διέκρινε αμέσως τον βασιλιά μέσα από το πλήθος των υπηκόων έτρεξε προς αυτόν και κάθισε στον βραχίονα του θρόνου του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή περνούσε ο ταπεινός μας άνθρωπος και παρέδιδε στον άρχοντα του τόπου το καθιερω­μένο μήλο και αμέσως εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος. Προτού ο βασιλιάς προλάβει να δώσει το ευτελές δώρο στον θησαυροφύλακα του, το αρπάζει ο πίθηκος και το δαγκώνει για να το φάει. Ό­μως τα δόντια του προσέκρουσαν σε σκληρό αντικείμενο. Το αντε­λήφθη ο βασιλιάς, παίρνει το μήλο από το στόμα του πιθήκου και με τα χέρια του το ανοίγει στα δυο. Και τί να δεί. Στό κέντρο υπήρχε ένα θαυμάσιο διαμάντι! Ρωτάει αμέσως τον θησαυροφύλακα, πού έρριχνε τα προηγούμενα μήλα. Ό θησαυροφύλακας του είπε στο υπόγειο και τρέχουν και οι δυο προς τα εκεί. Και τί να δουν! Ένας μεγάλος σωρός από αστραφτερά διαμάντια ανάμεσα σε σαπισμένα μήλα...
Το παραμύθι, λοιπόν, λέει πως κάθε ήμε­ρα της ζωής μας έρχεται προς εμάς ταπεινή και χωρίς να μας ζητήσει τίποτε μας προσφέρει σιωπηλά το πολύτιμο δώρο της, που εμείς με τα θεσμικά κριτήρια μας το θεωρούμε ευτελές και το απορρίπτουμε. Και νομίζουμε πώς τα κριτήρια μας είναι άσφαλτα, επειδή είναι βασιλικά. Και διακοσμούμε το εξωτερικό παλάτι της υπάρξεως μας με φανταχτερά αλλά ψεύτικα τεχνήμα­τα, ενώ ο θησαυρός πού μας προσφέρουν τα απλά φυσικά πράγμα­τα της κάθε ημέρας της ζωής μας σαπίζει αχρησιμοποίητος στα υπόγεια της ψυχής μας. Μόνο ένα τυχαίο περιστατικό - η δια­φυγή του πιθήκου από άλλες πτέρυγες του παλατιού μας - θα μας οδηγήσει στην αυτογνωσία. Στήν εποχή μας ο άν­θρωπος νιώθει βασιλιάς, αφού υπέταξε τη φύση και πλούτισε από τους θησαυρούς της. Κι ωστόσο, ο πραγματικός θησαυρός δεν υπάρχει στα μεγάλα και τα βασιλοπρεπή. Υπάρχει στις απλές προσφορές των ταπεινών ωρών της ζωής μας. Τις οποίες περιφρο­νούμε. Και ματαίως η κάθε ημέρα μας θα μας προσφέρει το μήλο με τα διαμάντια. Οι μετρημένες ημέρες της ζωής μας είναι οι ίδιες διαμάντια. Η άπειρη αξία τους όμως μας διαφεύγει.

Χρήστος Μαλεβίτσης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου