Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Τι φοβούνται τα παιδιά μας


 

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της ανάπτυξής τους, τα παιδιά βιώνουν και εκφράζουν συχνά διάφορους φόβους. Οι φόβοι αυτοί αποτελούν μέρος της φυσιολογικής διαδικασίας της εξέλιξής τους και συχνά φαντάζουν στους ενήλικες υπερβολικοί και αναίτιοι.

Ο πραγματικός και απώτερος φόβος που πάντοτε βρίσκεται στη βάση όλων των εκφράσεων του παιδιού είναι να μην χάσει την αγάπη των γονιών του και την ασφάλεια που του παρέχουν.
Οι πιο συνηθισμένοι φόβοι των παιδιών όπως καταγράφονται είναι ο φόβος για το σκοτάδι, για το νερό, για τον μπαμπούλα ή τις μάγισσες, για το κούρεμα, τα ζώα, τη βρωμιά, τους μεγαλόσωμους άντρες, τον γιατρό, το σχολείο κ.α.
Οι φόβοι συχνά διαφοροποιούνται με την ηλικία.
Τα μωρά και τα νήπια συχνά φοβούνται τους ξαφνικούς θορύβους ή μεγάλα οχήματα, όπως τα φορτηγά, τα ζώα, τους ξένους καθώς και τους μεγαλόσωμους ενήλικες.
Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορεί να φοβούνται τα μυθικά πλάσματα των παραμυθιών, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά που πηγαίνουν σχολείο αρχίζουν να φοβούνται το σχολείο, την αποτυχία και τη μη αποδοχή ή φοβούνται να μεγαλώσουν.
Οι φόβοι οφείλονται σε εγγενείς αιτίες, όπως ο φόβος για το σκοτάδι, δηλαδή για ενστικτώδεις φόβους που δεν σχετίζονται με κάποια προηγούμενη δυσάρεστη εμπειρία. Φόβοι, επίσης, αναπτύσσονται όταν υπάρχουν συναισθηματικές εμπειρίες.
Για παράδειγμα, όταν ένα μικρό παιδί δει έναν μεγαλόσωμο σκύλο να γαβγίζει και βιώσει τον φόβο, είναι πιθανό να εκφράζει φόβο για κάθε σκυλάκι.
Συχνά, οι φόβοι είναι επίδραση του περιβάλλοντος, δηλαδή οι φόβοι που εκφράζονται από τους γονείς υιοθετούνται και από τα παιδιά, όπως π.χ. για τα ατυχήματα.
Όποιοι κι αν είναι οι φόβοι που εκφράζει το παιδί σε κάθε ηλικία, τις περισσότερες φορές αποτελούν έκφραση ασυνείδητου υπαρξιακού φόβου και αγωνίας. Αυτοί πυροδοτούνται από ερεθίσματα που ερμηνεύονται ως απειλή της ύπαρξής.
Ο πραγματικός και απώτερος φόβος που πάντοτε βρίσκεται στη βάση όλων των εκφράσεων του παιδιού είναι να μην χάσει την αγάπη των γονιών του και την ασφάλεια που του παρέχουν. Πρέπει, λοιπόν, ο γονιός να αντιμετωπίζει τους φόβους του παιδιού του περισσότερο ως σχήματα έκφρασης και λιγότερο ως αδυναμίες ή παραξενιές του.
Ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες, αλλά και αργότερα, οι φόβοι εκφράζονται περισσότερο μη λεκτικά, παρά λεκτικά. Πιο πιθανό είναι το παιδί να είναι εκνευρισμένο και να φέρεται με επιθετικότητα όταν έρθει η ώρα να πάει στο γιατρό, παρά να εκφραστεί με λόγια και να πει «φοβάμαι το γιατρό». Αυτό σημαίνει ότι οι γονείς θα πρέπει να είναι υποψιασμένοι, ώστε να εντοπίζουν τα έμμεσα σημάδια του φόβου, που μπορεί να είναι καλυμμένα ή να μην εκφράζονται την ίδια στιγμή που υπάρχει το ερέθισμα. Σημάδια έκφρασης φόβων μπορεί να είναι η νυχτερινή ενούρηση σε μεγάλη ηλικία, ξαφνική αλλαγή συμπεριφοράς και υιοθέτηση στοιχείων μικρότερων ηλικιών, όπως πιπίλισμα του χεριού, απόσυρση του παιδιού στον εαυτό του, παθητικότητα ή αντίθετα επιθετικότητα, αϋπνία, έντονα ενοχλητικής συμπεριφοράς προς τους άλλους.
Όλα αυτά αποτελούν απόπειρες του παιδιού να μειώσει την ένταση του φόβου του και μηνύματα για να του δώσετε τη δική σας βοήθεια.
Ο ρόλος του γονιού είναι καθοριστικός στη διαχείριση του παιδικού φόβου.
Αυτό που πρέπει πρωτίστως να κάνουν οι γονείς, είναι να κατανοήσουν τα συναισθήματα και τους φόβους του παιδιού τους και να του το εκφράσουν. Να του δείξουν ότι εκείνοι είναι δίπλα του, το αγαπούν και να το κάνουν να αισθανθεί ασφάλεια. Το μήνυμα αυτό τα παιδιά το λαμβάνουν επίσης εξωλεκτικά, δηλαδή δεν αρκεί η ορθολογιστική πρόταση «μα, εγώ σε αγαπάω, γιατί φοβάσαι, αφού είμαι δίπλα σου;», επειδή συχνά δεν σημαίνει τόσα πολλά στο παιδί, που ερμηνεύει τα πάντα κυρίως με το συναίσθημα και όχι με τη λογική. Καλύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή, έχει η αγκαλιά του γονιού, το χαμόγελο, η προσοχή του στο παιδί και η ουσιαστική ενασχόληση μαζί του.
Ο γονιός ίσως προσπαθήσει να εκλογικεύσει τον φόβο, για παράδειγμα, να πει στο παιδί που φοβάται το νερό «να, βλέπεις, δεν παθαίνω κάτι εγώ που βρέχομαι», αλλά ακριβώς επειδή ο φόβος δεν στηρίζεται στη λογική, αλλά στο συναίσθημα και επειδή αυτή είναι η κινητήριος δύναμη της παιδικής ηλικίας, κάτι τέτοιο πιθανότατα δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα.
Αυτό που θα έχει αποτέλεσμα είναι, για παράδειγμα, να πει ο γονιός «μπράβο που κάθεσαι να κάνουμε μπάνιο, είμαι περήφανος για σένα». Τις περισσότερες φορές η τόνωση της αυτοπεποίθησης του παιδιού είναι αρκετή για να μπορέσει να δώσει λύση το ίδιο το παιδί στους φόβους του και να προχωρήσει στην εξέλιξή του.
Φυσικά, αυτό που ΔΕΝ πρέπει να κάνουν οι γονείς είναι να υποτιμούν τα συναισθήματα φόβου του παιδιού και ακόμα χειρότερα να του το εκφράζουν. Δηλαδή, είναι εις βάρος του παιδιού να πουν «μα, τι υπερβολικός που είσαι» ή «πώς κάνεις έτσι, βρε χαζέ». Το μόνο που θα πετύχουν είναι να οξύνουν την αγωνία του παιδιού.
Κλείνοντας, να τονίσουμε ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι φόβοι των παιδιών ανήκουν σε φυσιολογικά και υγιή πλαίσια και ξεπερνιούνται καθώς το παιδί μεγαλώνει και αποκτά νέες εμπειρίες. Είναι κομμάτι της πορείας του και μέσο για την εξέλιξή του και την απόκτηση ωριμότητας, καθώς η υπέρβαση ή η λύση του κάθε φόβου είναι για το παιδί μία ακόμη κατάκτηση, μία νίκη, ένα λιθαράκι στην αυτοπεποίθησή και στην εμπιστοσύνη στον εαυτό του και φυσικά στη γνωριμία του με τον πραγματικό κόσμο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου