Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Το Κουρδιστό παιχνίδι






Είμαι από εκείνα τα παιχνιδάκια τα κουρδιστά.
Η πρώτη φορά που άνοιξα τα μάτια μου ,ήταν όταν ο κατασκευαστής μου , μου έβαζε την τελευταία βίδα. Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα από την γέννηση μου να σας πω την αλήθεια, για τον απλό λόγο του ότι δεν πρόλαβα να δω ή να ζήσω τίποτε .Το μόνο που θυμάμαι σαν όνειρο, ίσως και να ήταν , ήταν τα λόγια του :
“Σε έφτιαξα με πολλή αγάπη . Είμαι σίγουρος ότι θα κάνεις κάποιο παιδί πολύ ευτυχισμένο!’.
Βλέπετε με το που μπήκε η τελευταία βίδα μου , βρέθηκα σε μια σκοτεινή κούτα.
Και περίμενα…
Δεν ξέρω τι, αλλά ήμουνα σίγουρο ότι κάτι θαυμάσιο θα συμβεί. Απλά το ήξερα.
Και περίμενα…
Και έτσι πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες…
‘Ώσπου μια μέρα ένα χέρι με έπιασε και με έβγαλε από τα σκοτάδια μου και με έφερε στο φως ή καλύτερα στα φώτα μιας βιτρίνας παιχνιδιών.
Όχι δεν παραπονιέμαι, μια χαρά ήταν , ειδικά στην αρχή που όλος ο κόσμος περνούσε και θαύμαζε το γυαλιστερό χρώμα μου και τα περίτεχνα σκαλίσματα μου, εγώ ένιωθα τόσο περήφανο και χαρούμενο! Να φανταστείτε τα άλλα παιχνίδια κόντευαν να σκάσουν από τη ζήλια τους και δεν μου μιλούσαν αλλά εμένα δεν με ενδιέφερε και τόσο γιατί ήξερα ότι ήμουνα μοναδικό , αφού είχα ένα τόσο μεγάλο σκοπό να εκπληρώσω: “Να κάνω ένα παιδί ευτυχισμένο!”
Και έτσι λοιπόν περίμενα …εκείνο το παιδί…
Και πέρασαν πάλι οι μέρες , οι βδομάδες, οι μήνες. Και οι άνθρωποι έπαψαν πια να σταματούν στη βιτρίνα να με κοιτάζουν παρά έφευγαν βιαστικά. Που και που κάποιο παιδί κόλλαγε την μουρίτσα  του στο τζάμι και με έδειχνε στους γονείς του , αλλά εκείνοι του τραβούσαν το χέρι και το απομάκρυναν ψιθυρίζοντας κάτι σαν πολύ ακριβό …κρίση …οικονομία …δεν κατάλαβα να σας πω την αλήθεια.
Στενοχωρήθηκα , δεν θ α σας πω ψέματα, στενοχωρήθηκα τόσο πολύ που άρχισε το χρώμα μου να ξεθωριάζει και τα περίτεχνα σχέδια μου άρχισαν να μοιάζουν σαν κακογραμμένα μοτίβα, και όχι τίποτε άλλο αλλά να, έγινα βλέπετε και ο περίγελος και των άλλων παιχνιδιών . Ειδικά την ημέρα που ο ιδιοκτήτης του καταστήματος με άρπαξε βίαια και με έβαλε στο πίσω μέρος του μαγαζιού φωνάζοντας:
“Παλιόπραμα! Τζάμπα τα λεφτά που έδωσα για εσένα!”, ένιωσα τόση ντροπή που αποφάσισα να κλείσω τα μάτια μου και να μην τα ξανανοίξω ποτέ!
Κάθε μέρα άκουγα τα γέλια, τις κοροϊδίες και τα πειράγματα των άλλων παιχνιδιών και κάθε μέρα βυθιζόμουνα όλο και πιο πολύ στον ύπνο μου κλείνοντας όλο και περισσότερο τα μάτια μου , ώσπου στο τέλος σιγά σιγά σώπασαν . Η μόνη συντροφιά μου ήταν κάποιοι κόκκοι σκόνης, που με τον καιρό γίνονταν όλο και περισσότεροι, που μου διηγούνταν τα ταξίδια τους με τον άνεμο. Δεν ξέρω αλλά είχα αποδεχτεί τη συντροφιά τους και αυτοί είχαν αποδεχτεί τη σιωπή μου.
Και ξαφνικά μια μέρα όλα άλλαξαν με μια και μόνη φράση:
” Να αυτό θέλω. Τυλίξτε το για δώρο!”.
Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν μιλούσε για εμένα ,παρόλο που ένιωσα τη ζεστή της ανάσα στο πρόσωπο μου . Βεβαιώθηκα λίγο αργότερα πως έκανα λάθος, όταν ο ιδιοκτήτης του καταστήματος , με έπαιρνε από το ράφι, με ξεσκόνιζε και με τύλιγε σε μία κόλλα χαρτί.
Αλλά ακόμη και τότε δεν άνοιξα τα μάτια μου…
Λίγα λεπτά αργότερα , άκουσα μια παιδική φωνή να κελαηδά χαρούμενα:
” Μανούλα τι μου έφερες αυτή τη φορά;” και δυο μικρά χέρια να σκίζουν βιαστικά το χαρτί περιτυλίγματος μου.
“Τι πανέμορφο παιχνίδι που είσαι! Θα σε προσέχω, θα σε φροντίζω και θα σ’ αγαπώ για πάντα!”, άκουσα τη φωνούλα να λέει.
“Δεν μπορεί να μιλάει για εμένα, έτσι δεν είναι; Λες να είναι αυτό το παιδί που είμαι πλασμένο να του χαρίσω την ευτυχία;”
Και για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα τις πιο όμορφες θαλασσιές χάντρες να έχουν τυλιγμένες μέσα τους όλα τα αστέρια της νύχτας.
Και έγινα το αγαπημένο παιχνίδι γι ‘ αυτά τα μάτια. Κάθε φορά ανυπομονούσα να γυρίσει από το σχολείο για να παίξουμε. Η ημέρα μου ξεκινούσε τη στιγμή εκείνη ακριβώς που έμπαινε σπίτι και φώναζε: “Μαμά , γύρισα!”.
Ώρες ατέλειωτες με γέλια , χαρά και παιχνίδι , που μας έβρισκαν αποκαμωμένους στο κρεβάτι αγκαλιά. Τότε με χάιδευε , με φίλαγε , με σκέπαζε τρυφερά με εκείνη την μπλε κουβερτούλα, τη μαλακή , για να μην κρυώσω.  Και ένιωθα τόση μα τόση ευτυχία, επειδή έκανα ένα παιδί τόσο χαρούμενο. Αχ και να ξέρετε δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για ένα παιχνίδι από αυτή.
Και αλήθεια σας το λέω δεν με πείραξε όταν μετά από καιρό ζωγράφισε με μαρκαδόρους πάνω στη δική μου μπογιά, γιατί η δική του ζωγραφιά φάνταζε στα μάτια μου πολύ πιο όμορφη από τα δικά μου περίτεχνα σχέδια. Ούτε εκείνη τη φορά που πήρε το κατσαβίδι και έβγαλε τις βίδες μου  και έσπασε τα ελατήρια μου, γιατί στα αυτιά μου ηχούσαν ακόμα τα λόγια του : “Θα σε προσέχω, θα σε φροντίζω και θα σ’ αγαπώ για πάντα!”.
Ακόμη και τότε που με κρατούσε καιρό ξεχασμένο μέσα σ’ ένα σκοτεινό συρτάρι και με έβγαζε κάθε φορά που ήθελε , σπάζοντας και κομματιάζοντας με ,με ένα βλέμμα χαιρέκακο, (αλήθεια που κρύφτηκαν τα αστέρια που είχε στα μάτια του ; ) ακόμη και τότε… δεν του κράτησα κακία, πως να κρατήσεις άλλωστε, σε κάποιον που του έχεις δώσει όλη την αγάπη και τον εαυτό σου;
-”Κοίτα παλιατζούρα που έχει μαζέψει. Καθάρισε βρε αγόρι μου επιτέλους το δωμάτιο σου!”
-”Ουφ , βρε μάνα με ζάλισες! Άντε φέρε μια σακούλα σκουπιδιών να πετάξω τίποτε”.
-”Αχ ωραία με έβγαλες από το συρτάρι μετά από τόσο καιρό. Πόσο μου έλειψες! Επιτέλους θα παίξουμε! Σ’ αγαπώ τόσο πολύ!”
-”Θα το πετάξεις και αυτό;”
Κράτησα την ανάσα μου , περιμένοντας την απάντηση σου , νόμισα ότι άκουσα τους χτύπους της καρδιάς μου να σταματούν…
“-Αυτό το παλιόπραμα; Εννοείται!”
Τι είναι αυτό; Δάκρυ; Κλαίνε τα παιχνίδια; Αποκλείεται λάθος θα έκανα. Τα παιχνίδια γεννήθηκαν μόνο για να κάνουν τους άλλους ευτυχισμένους και γι’ αυτό είναι πάντα χαρούμενα, αυτός είναι ο σκοπός τους. Κατασκευαστικό λάθος είμαι σίγουρο. Γιατί όμως άραγε πονάει τόσο πολύ;
Και καθώς έπεφτα μέσα σε μια σακούλα με σκουπίδια , άκουγα τον ήχο της φωνής του να λέει : “Θα σε προσέχω , θα σε φροντίζω και θα σ ΄ αγαπώ για πάντα!”


Είμαι από εκείνα τα παιχνιδάκια τα κουρδιστά…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου