Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Νιώσε κι αγάπα







Άκου τους πρωινούς κελαηδισμούς πώς υμνούν το θαύμα της ζωής
Άσε τα μάτια σου να βαφτιστούν στα χρώματα της ροδαυγής
Πάρε στο δάχτυλό σου φυλαχτό μια δροσοσταλίδα από το χορτάρι
Ανέβα ταπεινά το μονοπάτι
Στο διάβα σου μοιράσου του ζουζουνιού και της πεταλουδίτσας τη χαρά
Τραγούδα πλάι στο κελάρυσμα του ρυακιού
Σμίξε την ανάσα σου με την ανάσα του κυκλάμινου
Της πέρδικας την περπατησιά παράφορα ερωτέψου
Μελέτα τη ζωγραφιά στην πλάτη του σκαθαριού
Πρόσεχε μην πατήσεις την ανθισμένη μυρμηγκοφωλιά
Στο ξέφωτο στάσου και με το μεγάλο λιθάρι πιάσε κουβέντα για την αιωνιότητα
Μην τρομάξεις από το σούρσιμο ενός φιδιού που άθελά σου το τρόμαξες
Στο αστραφτερό μυστήριο του μεσημεριού παραδώσου
Στις φτέρες φτερούγισε σαν το τρυφερό φύσημα του αγεριού
Αγκάλιασε όπως ο κισσός τον ψηλό δεντροκορμό
Το άγιο νερό της πηγής σκύψε να κοινωνήσεις
Πρόλαβε να χαρείς το άλμα της νυφίτσας
Τη γέρικη χελώνα μη βιαστείς να προσπεράσεις
Πλανέψου από τ' αηδόνια της ρεματιάς
Στου δειλινού τα σύννεφα αιωρήσου
Στο λυκόφως ξαναβρές το ξενητεμένο ποίημά σου
Στην ανατολή του φεγγαριού χόρεψε χέρι-χέρι με τους θρύλους
Ευχήσου στον αποσπερίτη να γίνει αυγερινός
Γείρε τα μάτια σου και χώρεσε όλη την Πλάση στα όνειρά σου
Πόνεσε και δάκρυσε για τον πόνο και το δάκρυ του άγνωστου συνανθρώπου
Ξύπνα και ζήσε το θαύμα από την αρχή

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Το γράμμα











Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που πραγματικά δεν περιγράφονται με λόγια και που σε κάνουν να μη μπορείς να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου. Το γράμμα που ακολουθεί στάλθηκε από μια δασκάλα στα social media και γράφτηκε από ένα μικρό παιδί, που πριν λίγο καιρό έχασε τον πατέρα του με τραγικό τρόπο.
«...Η δασκάλα μας σήμερα, μας ρώτησε πως περάσαμε το καλοκαίρι και όλα τα παιδιά είχαν να της πουν πολύ ωραία πράγματα από τα μέρη που πήγανε διακοπές φέτος, έκτος από κάνα δυο, που οι γονείς τους δεν είχανε λεφτά και δεν πήγανε διακοπές αλλά κάθισαν εδώ και πηγαίνανε για μπάνιο με τα πούλμαν του Χαλουλου, με τα οποία πηγαίνει και η γιαγιά μου, όχι για να κάνει μπάνιο αλλά για να κάνει λέει αμμόλουτρα, να της περάσει η μέση της που την πονάει. Εμένα όμως η δασκάλα όταν ήρθε η σειρά μου δεν με ρώτησε γιατί ξέρει, όπως το ξέρουν όλοι στη γειτονιά μου, στου Γκύζη, ότι ο μπαμπάς μου έπεσε το καλοκαίρι από την ταράτσα της πολυκατοικίας μας και έφυγε πολύ-πολύ μακριά, πολύ πιο μακριά από εκεί που μπορούν να φτάσουν τα πούλμαν του Χαλουλου ή οποία άλλα πούλμαν.
Αν όμως με ρωτούσε θα είχα να της πω ένα σωρό πράγματα, γιατί πριν να φύγει ο μπαμπάς μου, μας είχαν κόψει το ρεύμα και η μαμά μαγείρευε τάχα μου στο πετρογκάζι , κάτι φαγητά που τα έφερνε κρυφά από την εκκλησία. Όμως ο χαζούλιακας ο αδελφός μου, που είναι μικρός ακόμα και δεν καταλαβαίνει τι θα να πει να ζητάς ελεημοσύνη, της είπε μια μέρα, γιατί μαμά μαγειρεύεις ξανά το φαγητό, αφού είναι μαγειρεμένο και η μαμά μου έβαλε τα κλάματα, επειδή νόμιζε πως ούτε εγώ, ούτε ο αδελφός μου το είχαμε καταλάβει και νομίζαμε πως τα αγόραζε και τα μαγείρευε από μόνη της, όχι πως στεκότανε στην ουρά να πάρει ένα πιάτο φαΐ, σαν να ήταν ζητιάνα.
Τότε όμως εγώ έσωσα την κατάσταση και του εξήγησα του χαζού, πως η μαμά δούλευε κάπου σαν μαγείρισσα και πως μαγείρευε εκεί και τα δικά μας φαγητά αλλά επειδή κρύωναν μέχρι να μας τα φέρει, καθόταν και τα ξαναζέσταινε...
Και θα της έλεγα ακόμα της δασκάλας, ότι ο μπαμπάς μου ήταν ένας πολύ περήφανος και μορφωμένος άνθρωπος κι όταν αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε στο σπίτι της γιαγιάς, επειδή μας έδιωξαν από το δικό μας το σπίτι, δεν μπορούσε να το αντέξει, που η γιαγιά τον κατηγορούσε διαρκώς ότι ήταν ανίκανος και ηλίθιος και τεμπέλης και γι αυτό έπαιρνε ένα από τα λίγα βιβλία που του είχαν απομείνει, αφού μετά που έκλεισε το μαγαζί μας, αναγκάστηκε να τα πουλήσει και πήγαινε στο πάρκο, να διαβάσει ολομόναχος.
Εγώ όμως που τον έβλεπα να γυρίζει αργά το βράδυ κατάκοπος, έπεφτα στην αγκαλιά του και τον παρακαλούσα να μου πει τις ιστορίες που ήξερε να αφηγείται όπως κανένας άλλος και του έλεγα, μπαμπά μην δίνεις σημασία που σε λέει αυτή τεμπέλη, γιατί εγώ δεν ξέρω κανέναν άλλον άνθρωπο που να φέρνει στο σπίτι του τόσες ιστορίες, αντίθετα όλοι οι μπαμπάδες των φιλενάδων μου, βαριούνται ακόμα και να χασμουρηθούν όταν τελειώνουν τα δελτία ειδήσεων.
Όμως κανένας δεν δίνει λεφτά για να ακούει ιστορίες και έτσι ο μπαμπάς μου δεν είχε να πληρώσει το κράτος που του εζήταγε ένα σωρό λεφτά και επιπλέον δεν του έδινε ούτε το ρεύμα, ούτε το νερό που φαίνεται ότι ανήκουν στο κράτος και έτσι ο μπαμπάς μου αναγκάστηκε να έρθει μαζί μας, να μείνουμε όλοι μαζί στη γιαγιά και μπορεί μεν να γλίτωσε από το κράτος, δεν γλίτωσε όμως από τη γιαγιά.
Κι ακόμα θα της έλεγα ότι την ημέρα του δεκαπενταύγουστου που φεύγουν όλοι από την Αθήνα για να πάνε σε κάποια παράλια, ο μπαμπάς μου έφυγε μια και καλή, για να ταξιδέψει στις παράλιες του Θεού, με εισιτήριο χωρίς επιστροφή, όπως βγάζουν οι αλβανίδες στα πούλμαν του Χαλουλου, επειδή μετά έρχονται οι άντρες τους και τις παίρνουν με τα αυτοκίνητα τους.
Και θα της έλεγα επίσης ότι λίγες ημέρες πριν να φύγει ο μπαμπάς μου διάβαζε ένα βιβλίο, που το λένε: «Ο Χριστός σταμάτησε στο Εμπολι» και από αυτό μου αφηγούνταν ένα σωρό ιστορίες, για παιδιά σαν εμάς, που ζούσαν σε κάποια άλλη χώρα του κόσμου αλλά που κι εκείνα σαν εμάς, άνηκαν σε έναν άλλο θεό, πολύ κατώτερο από τον Χριστουλη, ο οποίος δυστυχώς δεν έχει τη δύναμη να εξασφαλίσει στα δικά του παιδιά ούτε ένα μπουκάλι γάλα.
Όλα αυτά θα της έλεγα της δασκάλας, αν με ρωτάτε και είμαι βέβαιη ότι θα της φαίνονταν πολύ πιο ενδιαφέροντα από όσα της είπαν τα άλλα παιδιά, που έκαμαν κι αυτό το καλοκαίρι ότι κάμουν συνήθως τα καλοκαιριά όλα τα παιδιά του κόσμου αλλά που δεν τους παίρνει από το μυαλό πως το επόμενο καλοκαίρι ή κάποιο άλλο καλοκαίρι, μπορεί και αυτά να βρεθούν σε μια θέση σαν τη δική μου.
Όμως η δασκάλα δεν με ρώτησε και εγώ δεν της είπα τίποτα.
Αλλά μετά που τελειώσαμε το μάθημα με πήρε παράμερα και με αγκάλιασε, γιατί η δασκάλα μας είναι πολύ τρυφερή και μου είπε ότι ήθελε να μου δείξει κάτι που ήταν μόνο για μένα.
Κατεβήκαμε μαζί στο γραφείο των δάσκαλων και εκεί μου έδωσε μια ωραία καινούρια τσάντα που είχε μέσα όλα τα σχολικά είδη και μου εξήγησε ότι αυτά μου τα έκαμαν δώρο οι δάσκαλοι, επειδή ήμουν η πρώτη μαθήτρια της τάξης μου, την περασμένη χρόνια. Εγώ δεν την πίστεψα γιατί ξέρω καλά ότι η δασκάλα μου και οι άλλοι δάσκαλοι ως και η διευθύντρια του σχολειού, που είναι πολύ αυστηρή και της αρέσει το κράτος, με λυπόντουσαν και από λύπηση μου τα χάριζαν.
Γι αυτό γύρισα μετά και της είπα - κυρία άμα τα είχα ανάγκη πραγματικά θα τα έπαιρνα και δεν με πολύ νοιάζει εμένα αν με λυπούνται, ωστόσο να ξέρετε ότι τώρα πια έχουμε αρκετά χρήματα για να αγοράζουμε πράγματα και επιπλέον να πληρώνουμε και το κράτος, που μας ζητεί ολοένα και περισσότερα.
Αυτό της είπα και της γύρισα πίσω την ωραία τσάντα, για να τη δώσει σε κάποιο άλλο παιδί, που ίσως την είχε περισσότερη ανάγκη από μένα.
Φυσικά δεν έκατσα να της εξηγήσω πως μετά που έφυγε ο μπαμπάς μου, η μαμά μου που είναι πολύ όμορφη και τον αγαπούσε παρά-παρα πολύ, ούτε έκλαψε, ούτε παραπονέθηκε, ούτε έβγαλε μια κουβέντα, παρά μάζεψε λίγα πράγματα και αφού μας φίλησε εμένα και τον αδελφό μου, μας είπε ότι θα έφευγε να βρει κάποια δουλεία, για να μην ξανακούσει να της μιλεί η γιαγιά μου έτσι για τον μπαμπά.
Και ενώ ήταν ακόμα στην πόρτα, εμείς ακούσαμε τη γιαγιά που ωρύονταν και της φώναζε - τρελάθηκες μωροί, τι πας να κάνεις?
Όμως η μαμά μου ούτε που γύρισε να της απαντήσει και έκλεισε πίσω της την πόρτα με βρόντο.
Τώρα έρχεται που και που να μας δει και μας λέει πως έχει βρει μια πολύ καλή δουλεία σε μια άλλη πόλη και όποτε μας επισκέπτεται τα χεριά της είναι γεμάτα δώρα.
Λεφτά μας στέλνει συνεχεία και η γιαγιά μας αγοράζει αρκετά πράγματα και βάζει και κάποια στην άκρη, γιατί λέει ότι έτσι όπως πάμε, ούτε ο διάβολος δεν θα βρίσκει δουλεία σε λίγο καιρό.
Ο αδελφός μου ο μπούρδας τη ρώτησε, αν η μαμά είναι πιο έξυπνη από τον διάβολο και γι αυτό βρήκε δουλεία αλλά η γιαγιά έβαλε τα κλάματα και μουρμούρισε πως η μαμά μας αναγκάζεται να κάμει χειρότερα πράγματα κι από τον διάβολο, για να μας στέλνει αυτά τα λεφτά, να πληρώνουμε το κράτος, που είπαμε ότι τα θέλει όλα δικά του και δεν δίνει δεκάρα για το τι αναγκάζεται να κάμει ο κοσμάκης για να τα βρει...
Όχι, δεν της τα είπα αυτά, γιατί δεν μου αρέσει να κουβεντιάζουν τη μαμά μου, άνθρωποι που δεν έμαθαν ποτέ ποσό ερωτευμένη ήταν με τον μπαμπά μου και ποσό ξετρελαίνονταν να της αφηγείται και αυτηνής ιστορίες και πολλές νύχτες περίμενε να αποκοιμηθώ εγώ, για να πάρει αυτή τη σειρά της να τον ακούει...
Όμως νομίζω πως η δασκάλα μου τα ξέρει όλα αυτά, όπως τα ξέρουν όλοι στη γειτονιά του Γκύζη και ίσως να ξέρει και περισσότερα από μένα, γιατί όταν της είπα ότι χάρη στη μαμά μου έχουμε αρκετά λεφτά και δεν μου χρειάζεται η τσάντα, γύρισε αλλού το πρόσωπο της και δάκρυσε.
Κι εγώ την τράβηξα από το μανίκι και της είπα – μην κλαις κύρια, γιατί μπορεί ο Χριστός να σταμάτησε στου Γκύζη, εγώ όμως θα συνεχίσω και θα πάω παραπέρα.
Ακόμα και αν είναι να το κάνω σαν τη μαμά μου...»


Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Μοίρα μου







Μοίρα μου, μάτια ματωμένα κοιτούν τρομαγμένα πίσω από δυο σπασμένα δάχτυλα
και κρατούν τη ζωή σφιχτά, και ας πονούν....
Χείλια στεγνά, βρώμικα, που τα ξεπλένουν λίγα δάκρυα
χείλια που μόνο αναφιλητά ξεβράζουν
αναφιλητά που φέρνουν τον ήχο της τελευταίας ελπίδας.
Σιχαμενε ήχε, στο σκοινί με τη ζωή μου αγκαλιά να ακροβατώ και συ να σιγοπαίζεις και να μη σταματάς...
Γεμάτη ζωή , τι ειρωνεία!
Κορμί που τρεμοσβήνει από την πλάνη σου... την πλάνη εκείνων....
Δίπλα σε ένα ερείπιο, ακουμπισμένος σε μια ξεφλουδισμένη γωνία κοιτάς γύρω σου
Ένα κόκκινο δάκρυ κυλά στο λαιμό σου και εγώ νιώθω τόσο ανάξια τόσο τιποτένια γιατί άφησα τα τέρατα να σε πειράξουν....
Στα όνειρα σου όλα χτες ήταν γεμάτα λουλούδια και τώρα...
σε κοιτώ να ανασαίνεις βαθιά
σαν να 'θελες να ρουφήξεις τη ζωή που σου πήραν....
Ήσουν εσύ, εσύ που με τις λιγοστές σου δυνάμεις
ζωγράφισες έναν ήλιο....
Έναν ήλιο που δε θα ξαναδείς ποτέ ή που, συμφορά μου δεν είδες ποτέ.... ΕΛΕΥΘΕΡΟ
"Κρατήσου ζωή μου, σφίξε τα λερωμένα χέρια σου από το ξένο αίμα
και πλησίασε εκεί..."
Όχι ! Μη σηκώνεις τα χέρια... πονάς... το νιώθω
θες να αγγίξεις εκείνο τ' αστέρι... το ίδιο που κοίταξες χτες....
Πόσο γρήγορα αλλάζει το όνειρο....
πόσο γρήγορα γίνεσαι ίσκιος στη δική σου ζωή....
Είσαι εκεί λουλούδι μου στο χωμάτινο μαύρο στρώμα σου...
πνέοντας την αηδιαστική μυρωδιά του θανάτου....
Υπόσχομαι καημέ μου να μη σ' αφήσω ποτέ μ' αδειανά χέρια
θα γίνω μάνα για σένα, όνειρο και ελπίδα
φως στο σκοτάδι του κάθε αναστεναγμού σου
πνοή στη πνοή σου
βλέμμα στην πικρή σου ματιά....
Κρυμμένε μου πόθε, μικρή μου αυγή
σε κρατώ στην αγκαλιά μου το νιώθεις;
Γλυκέ μου άγγελε, κρύα μου χέρια... ζεστή μου καρδιά....
Μη σταματάς να κοιτάς εκείνο τ' αστέρι... το δικό μας αστέρι
Όχι πνοή μου μη κλαις, είμαι εγώ τώρα εδώ.
Ο πόνος φριχτός μα σε παρακαλώ... ζήσε
Κοιτάς πλάι ζωή μου και ένα άσπρο δάκρυσαν τη ψυχή σου
πέφτει στο σκαμμένο χώμα από τις σφαίρες....
Μικρό μου όνειρο χαμογελάς...
πόσο ζωή μου δίνεις... τι ειρωνεία...
Και έτσι καθώς ζεις την αυγή μιας ελπίδας
το φως της καθάριας σου ψυχής
σβήνει για πάντα από τα μεγάλα, τρομαγμένα
βελούδινα μάτια σου....

Μη κλαις λαχτάρα μου... ψυχή είσαι πια
σε κείνο τ' αστέρι ... δίχως όνειρα αχνά
Ουράνιο τόξο είσαι πληγή μου... λουλούδι σε κάτασπρο χώμα
ντυμένος μ' αγάπη και της αιώνιας νιότης το χρώμα....


Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία





«Αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία, πρέπει να προχωρήσεις πέρα από το Εγώ σου και τον εσωτερικό διάλογο. Πρέπει να πάρεις την απόφαση να παραιτηθείς από την ανάγκη ελέγχου, την ανάγκη να σε αποδέχονται και την ανάγκη της κριτικής. Αυτά είναι τα τρία πράγματα που το Εγώ κάνει όλη την ώρα. Είναι σημαντικό να τα εντοπίζεις, κάθε φορά που εμφανίζονται»


Όταν ακούς με αυτόν τον τρόπο, τότε μπορείς να αντικρίζεις με εμπιστοσύνη τη ζωή, να είσαι αυθεντικός, να βασίζεσαι στη διαίσθηση σου (όχι το ένστικτο), να είσαι αυθόρμητος (όχι παρορμητικός). Η ακοή με προσοχή είναι η πρώτη πράξη αγάπης, συμπόνιας, κατανόησης.


Χριστιάνα Σοφοκλέους
http://enallaktikimathisi.blogspot.gr 

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο γιγαντοβασίλης













Ελληνική επαρχία πριν πολλά χρόνια.
Απορροφημένος στο διάβασμα, ξάφνου το δωμάτιο σκοτείνιασε, όχι πως ήταν καλοφωτισμένο, πόσο φως μπορούσε να μπει απ' το παράθυρο, πούβλεπε στο σοκάκι;
«Διαβάζεις»; Με ρώτησε ο γίγαντας πού 'πιανε όλο το παράθυρο με το τεράστιο σώμα του.
«Ναι» απάντησα, «καλά, όταν τελειώσεις να 'ρθεις να φάμε», «Μα, έχω φάει», «δεν πειράζει θα ξαναφάς, θα σε περιμένω».
Η αλήθεια ήταν ότι οι μυρωδιές απ' τη κουζίνα της γειτόνισσας, πατάτες τηγανισμένες με λίπα και τσιγαρίδες, ήταν πειρασμός, με είχαν αναγκάσει να ανασαίνω απ' το στόμα, να μη μυρίζω, να συγκεντρωθώ στο διάβασμα.
«Καλά θα 'ρθω» απάντησα.
Ο Βασίλης ή γιγαντοβασίλης όπως τον φώναζε όλη η γειτονιά. Γιγαντόκορμος και καλόκαρδος σαν μωρό, φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, δουλευταράς. Πάντα πρόθυμος, ν' αλλάξει το σπασμένο κεραμίδι απ' το χαμόσπιτο της κυρά Λένης, να ασπρίσει το δωμάτιο της γιαγιούλας, όπως την έλεγε, χωρίς να καταδεχτεί να πάρει ποτές του λεφτά. Ποτέ δεν ενόχλησε, πήγαινε κι ερχόταν αθόρυβα παρ' όλο το τεράστιο κορμί του.
«Δύο επί δέκα είκοσι και εξήντα απ' εδώ ογδόντα», αυτό ήταν τέλειωσα. Μ' ένα σάλτο απ' το παράθυρο και λίγα γρήγορα βήματα πατάω το τσεμπερέκι ανοίγω την πόρτα και να 'μαι καθισμένος στο τραπέζι.
«Μάνα, ο μικρός ήρθε, βάλε να φάμε». Δυο πιάτα, δυο πιρούνια και στη μέση η πιατέλα με τις τραγανοψημένες πατάτες και τις ροδοκόκκινες τσιγαρίδες. Με χέρια σαν κουπιά κόβει το καρβέλι και με τη βροντερή φωνή του, λέει. «Μάνα, φέρε και λίγο τυρί, ο μικρός είναι αδύνατος πρέπει να παχύνει». «τρώγε πριν κρυώσει», «μετά θα μου διαβάσεις απ' το βιβλίο, εκείνο που μ' αρέσει», «μα, το 'χω διαβάσει εκατό φορές», «δεν πειράζει και μια, εκατόν μια».
Ήθελε να του διαβάσω την ιστορία της γοργόνας, της αδελφής του Μεγαλέξανδρου. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί του άρεσε τόσο πολύ.
Με το στομάχι γεμάτο και το στόμα ταγγιστό απ' τη λίπα και τις τσιγαρίδες αρχίζω το διάβασμα. Σε λίγο με διακόπτει, «τι θα γένεις άμα μεγαλώσεις»; «δεν ξέρω, ο πατέρας μου με φαντάζεται δικηγόρο και η μάνα μου θέλει να γίνω γιατρός», «κι εγώ σου λέω να γένεις δάσκαλος», χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, υψώνει τη φωνή, «ναι ορέ, δάσκαλος να γένεις, δάσκαλος», «δάσκαλος»; ρωτάω, «γιατί»;
Χαμηλώνει τη φωνή σα να ζητάει συγνώμη που φώναξε, «Μα, για να μαθαίνεις τα παιδιά γράμματα, να μη γενούν στουρνάρια σαν και μένα».
Σηκώνεται ξαφνικά όρθιος, «Πατέρα, άστο, θα το φέρω εγώ» φωνάζει.
«Μα, παιδί μου, είσαι κουρασμένος απ' τη δουλειά», «τι λες πατέρα, εγώ δούλεψα λίγες ώρες, εσύ δούλευες μια ζωή».

Αυτός ήταν ο γιγαντοβασίλης, αγράμματος ναι! Αλλά όχι στουρνάρι.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Η παγίδα του ανικανοποίητου και η χωματένια γλάστρα 


Η γλάστρα με τα ασπρολούλουδα υπέφερε πάνω στο μπαλκόνι.

- Α, έλεγε κοιτάζοντας τον κήπο. Γιατί να μην έχω κι εγώ τριαντάφυλλα;

- Τριαντάφυλλα, απάντησε ο κάκτος. Τι να τα κάνεις;

- Για να στολιστώ, βέβαια. Μόνο που είμαι πάντοτε το ίδιο πράγμα. Να, δεν είμαι παρά μια χωματένια γλάστρα.

- Μα, μπήκε στη συζήτηση το ποτιστήρι, τα ασπρολούλουδα είναι το ίδιο ωραία.

- Όχι, εγώ προτιμώ τα τριαντάφυλλα.

Όλους τους ενοχλούσε πάνω στο μπαλκόνι. Παραπονιόταν, γιατί αυτή, μια χωματένια γλάστρα δεν την μεταχειρίζονταν καλά. Δεν τις είχαν βάλει παρά ασπρολούλουδα, δεν ασχολούνταν μαζί της, δεν την φρόντιζαν, την κορόιδευαν και ότι εκείνη, η χωματένια γλάστρα δεν θα άφηνε να την κάνουν έτσι.

Τόσα πολλά ήταν τα παράπονα της που κατέληξαν να της φυτέψουν μια τριανταφυλλιά για να σωπάσει..

 Στην αρχή η γλάστρα αγαπούσε πολύ τα τριαντάφυλλα, κολακευόταν και άρχισε να αισθάνεται εντελώς καλά. Και ύστερα, μια μέρα, φύτεψαν μια ροδοδάφνη, κάτω από το μπαλκόνι. Τότε η χωματένια γλάστρα άρχισε να μουρμουράει.

- Μια ροδοδάφνη, τουλάχιστον είναι ένα λουλούδι. Και άρχισε να παραπονιέται όπως πρώτα...

Δεν θα έδινα ποτέ σε αυτή, τη χωματένια γλάστρα, μια τέτοια ροδοδάφνη και εκείνη ήθελε μια,Έλεγε ότι δεν την υπολόγιζαν για τίποτα, ότι δεν την κοίταζαν ποτέ και τούτο και το άλλο. Η τριανταφυλλιά είχε λίγο ενοχληθεί, αλλά δεν ήταν θυμωμένη όταν την έβγαλαν από τη γλάστρα για να βάλουν εκεί τη ροδοδάφνη.

- Τι μούτρο, είπε, ποτέ δεν θα ξαναβάλω τα πόδια μου μέσα σε αυτή τη γλάστρα.

Η γλάστρα ήταν αρκετά ευχαριστημένη με τη ροδοδάφνη της. Κυρίως κατά την περίοδο της άνθησης. Όλος ο κόσμος θαύμαζε τα λουλούδια στο μπαλκόνι και νόμιζε ότι αυτό ερχόταν απ΄αυτή τη χωματένια γλάστρα. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ.

Πραγματικά, μια μέρα, έφεραν στον κήπο ένα ξωτικό δεντράκι. Αμέσως, πάνω στο μπαλκόνι η χωματένια γλάστρα άρχισε να φωνάζει.

- Απίστευτο, έλεγε ένα ξωτικό δεντράκι. Και φυσικά αυτό δεν είναι για μένα.

- Επιτέλους, χωματένια γλάστρα, παρατήρησε ο κάκτος. Δε θα ξαναρχίσεις τις ίδιες ιστορίες.

- Ναι, θα τις ξαναρχίσω.

Και πράγματι άρχισε και μάλιστα όπως τις άλλες φορές πέτυχε αυτό που ήθελε δηλαδή το ξωτικό δεντράκι. Στην αρχή, το δεντράκι έβγαζε βιολετιά λουλούδια. Αυτό γέμισε περηφάνια τη χωματένια μας γλάστρα, έπειτα είχε ένα κόκκινο φύλλωμα και ήταν θαυμάσιο.

Παρ' όλα αυτά, η στεναχώρια με τα δεντράκια είναι ότι γίνονται πάντοτε δέντρα, μερικές φορές μεγάλα δέντρα και η χωματένια γλάστρα δεν το είχε σκεφτεί αυτό.

Την επόμενη χρονιά, λοιπόν, το δεντράκι μεγάλωσε, έγινε μεγάλο και δυνατό και άρχισε να νιώθει στενάχωρα μέσα στη γλάστρα. Και ξαφνικά μια μέρα άκουσαν ένα σπάσιμο πάνω στο μπαλκόνι. Ήταν οι ρίζες του δέντρου που έκαναν να σπάσει η χωματένια γλάστρα.

-Μπα, είπε η κυρία του σπιτιού. Νομίζω ότι θα έπρεπε να βάλουμε το δέντρο στη γη, η γλάστρα έσπασε.

Και ξανακόλλησαν τη γλάστρα.
Έτσι, αυτή η χωματένια γλάστρα, δεν ήταν πια τόσο γερή και στη θέση των λουλουδιών φύτεψαν βασιλικό για την κουζίνα...


(από το βιβλίο της Γ.Α Βασδέκη: "Παραμύθια και Ιστοριούλες) 

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Ένα μικρό αγόρι






Ένα μικρό αγόρι
Ατένισε ένα αστέρι και άρχισε να κλαίει.
Και το αστέρι είπε
Αγόρι γιατί κλαίς;
Και το αγόρι είπε
Είσαι τόσο μακριά δεν θα μπορέσω ποτέ να σ’ αγγίξω
Και το αστέρι απάντησε
Αγόρι, αν δεν ήμουν ήδη στη καρδιά σου δεν θα
μπορούσες να με δεις

John Magliola (Βάλσαμο για την ψυχή, 2η δόση)


Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Ο σεβασμός είναι υποχρέωση


Μια πασχαλίτσα στο Νυμφαίο, Φλώρινα
Ένα από τα μεγάλα λάθη που κάνουμε οι πιο πολλοί
είναι ότι μπερδεύουμε την ευγένεια με το σεβασμό.
Αναμφισβήτητα η ευγένεια είναι σπουδαίο αγαθό
αλλά δεν είναι κάτι που ""οφείλουμε"" (διπλά εισαγωγικά)
να το έχουμε όλοι. Είναι προσωπικό θέμα του καθενός
αν έχει επιλέξει να είναι στη ζωή του ευγενικός ή όχι,
με την προϋπόθεση βέβαια κάποιος να του το έχει μάθει.
Ο σεβασμός όμως, από την άλλη, είναι υποχρέωση.
Δε χρειάζεται κάποιος να είναι ευγενικός, ώστε να δείξει σεβασμό.
Από το πιο μικρό πλάσμα μέχρι το πιο μεγάλο σε αυτόν
τον πλανήτη είναι άξιο σεβασμού, ανεξαρτήτως
είδους, ηλικίας, φύλου ή χρώματος. Χωρίς να έχει σημασία αν έχει δύο πόδια, τέσσερα, οκτώ ή αν έχει ρίζες.
Εκείνος


Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Δέκα σκληρές αλήθειες για τη ζωή




Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας γέρος, ένα αγόρι κι ένας γάιδαρος. Πήγαιναν στην πόλη και είχαν αποφασίσει ότι το αγόρι θα ήταν καβάλα. Καθώς προχωρούσαν, οι άνθρωποι τους κοιτούσαν και σχολίαζαν πόσο ντροπή ήταν για το νεαρό να είναι καβάλα και ο γέρος να περπατάει. Τότε το αγόρι και ο γέρος αποφάσισαν ότι μάλλον θα είχαν δίκιο εκείνοι που τους κριτίκαραν κι έτσι άλλαξαν θέσεις.
Μετά από λίγο, ενώ συνέχιζαν, κάποιοι άλλοι άνθρωποι νόμιζαν ότι ήταν κρίμα ένα τόσο νέο αγόρι να πηγαίνει με τα πόδια. Κι έτσι, αποφάσισαν να περπατάνε και να ξεκαβαλικέψουν το γάιδαρο.
Σύντομα, κι ενώ περνούσαν μπροστά από κάποιους άλλους ανθρώπους, μερικοί θεώρησαν βλακεία να τους βλέπουν να περπατούν και το γαϊδούρι να προχωράει χωρίς φορτίο. Ο γέρος και ο νεαρός αποφάσισαν ότι είχαν δίκιο και καβάλησαν και οι δυο τους το γαϊδούρι.
Παρακάτω οι άνθρωποι άρχισαν να σχολιάζουν πόσο κρίμα ήταν για το γαϊδουράκι να κουβαλάει τόσο βαρύ φορτίο. Και τότε ο γέρος και ο νεαρός αποφάσισαν να ξεκαβαλικέψουν και να κουβαλήσουν οι ίδιοι το γάιδαρο.
Καθώς περνούσαν μια γέφυρα, το γαϊδούρι τούς ξέφυγε και έπεσε μέσα στο ποτάμι και πνίγηκε.
Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: Αν προσπαθείς να τους ευχαριστήσεις όλους, γρήγορα θα πάθεις τόσο μεγάλη ζημιά που θα σου στοιχίσει. Εσύ θα βγεις χαμένος!
Όγδοη σκληρή αλήθεια ζωής:
Αν κάνεις παρέα με κοράκια, μην παραξενευτείς αν συνέχεια μπροστά σου βλέπεις ψοφίμια! (Περσική παροιμία)
Ποιο είναι το περιβάλλον των ανθρώπων που σας περιστοιχίζουν; Είναι άνθρωποι με όραμα, με στόχους, με ιδανικά και φιλοδοξίες; Ή μήπως είναι άνθρωποι που η ζωή τους είναι μίζερη και σκοτεινή. Γεμάτη απογοήτευση, άρνηση και γκρίνια;
Στα διάφορα σεμινάρια και ομιλίες μου χρησιμοποιώ κάποια «κοσμητικά» επίθετα για την κατηγορία των αρνητικών ανθρώπων που περιστοιχίζουν τις ζωές μας και είναι πρόθυμοι, έτοιμοι και ικανοί να μας κάνουν σας κι αυτούς. «Μολυσματικές προσωπικότητες», «ενεργειακοί βρικόλακες», «ζόμπι του περιβάλλοντος» ή «χάνιμπαλ λέκτορς» της ζωής μας υπάρχουν παντού. Μέσα κι έξω από τα σπίτια μας και τις δουλειές μας. Είναι στο χέρι σας να τους αποβάλλετε μια για πάντα.
Γι” αυτό κι εσείς, φίλοι μου, σταματήστε να κάνετε παρέα με ανθρώπους που είναι περισσότερο «μπερδεμένοι» από εσάς. Έχω παρατηρήσει πως όλοι εκείνοι που δεν έχουν τι να κάνουν με τη ζωή τους, θέλουν να το κάνουν μαζί μου. Εγώ προσωπικά δεν έχω ούτε μερικά ελάχιστα δευτερόλεπτα χρόνου γι” αυτούς. Για να τους ακούσω, να τους μιλήσω, να τους καταλάβω! Εσείς;
Ένατη σκληρή αλήθεια ζωής:
Όταν αναζητάς μια σωστή συμβουλή από κάποιον, ποτέ μην απευθύνεσαι μόνο σ” εκείνους που σ” αγαπούν. Αναζήτησέ την ανάμεσα σ” εκείνους που έχουν κάνει με επιτυχία πριν από εσένα αυτό για το οποίο θέλεις τη συμβουλή, έστω κι αν αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι φίλοι σου.
Ουδέν σχόλιο!
Δέκατη σκληρή αλήθεια ζωής:
Συν Αθηνά και χείρα κίνει!
Μάθε να μη ζητάς από το Θεό να γίνει οικονόμος και οικιακή σου βοηθός. Έτσι, δεν πρόκειται ποτέ να καταφέρεις τίποτα στη ζωή. Έχε υπόψη πως ο Θεός μπορεί να κάνει για σένα μόνο όσα μπορεί να κάνει μέσα από εσένα. Αυτό σημαίνει ότι εσύ και μόνον εσύ είσαι σε θέση να κάνεις την αρχή για οποιαδήποτε προσπάθεια θέλεις να φέρεις σε πέρας. Ναι, καλοί είναι οι φίλοι, οι χορηγοί, οι υποστηρικτές, οι δανειστές και όλοι οι άλλοι. Το θέμα είναι πως, από τη στιγμή που εσύ έχεις και την ευθύνη του πεπρωμένου σου, εσύ έχει και το δικαίωμα της επιλογής των πρωτοβουλιών και των δράσεων που θα αναλάβεις. Εσύ!
Γι” αυτό, φίλε και φίλη, θυμήσου: Η ζωή μοιάζει με ένα φαστφουντάδικο και όχι εστιατόριο πολυτελείας. Στα εστιατόρια πολυτελείας πρώτα τρως και ύστερα έρχεται ο λογαριασμός και πληρώνεις. Στα φαστφουντάδικα πρώτα πληρώνεις και ύστερα τρως.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Δέκα σκληρές αλήθειες για τη ζωή




Πρώτη σκληρή αλήθεια ζωής: 
Αν νομίζεις ότι η ζωή σου έχει τελματώσει, το λάθος είναι δικό σου!
Με άλλα λόγια, σου λείπει η δύναμη να πεις: «Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη ζωή μου και για όσα την αποτελούν.»
Δύο εργάτες καθημερινά σταματούσαν τη δουλειά τους και έτρωγαν το κολατσιό τους. Ο ένας συνέχεια παραπονιόταν κάθε φορά που άνοιγε το κολατσιό του: «Πάλι σάντουιτς με κεφαλοτύρι! Το μισώ το κεφαλοτύρι. Το σιχαίνομαι!» Αυτή η δουλειά γινόταν μήνες. Μια μέρα ο συνάδελφός του, ακούγοντάς τον να παραπονιέται ξανά για το περιεχόμενο του σάντουιτς, τον ρωτά: «Μα αφού δε σου αρέσει το κεφαλοτύρι, γιατί δε λες στη γυναίκα σου να μη σου ξαναφτιάξει τέτοιο σάντουιτς;». Τότε ο άλλος του απαντά: «Τι δουλειά έχει η γυναίκα μου, ρε φίλε; Τα σάντουιτς μου εγώ τα φτιάχνω!»
Ναι, φίλοι μου, εσείς και μόνο εσείς είστε οι αληθινοί υπεύθυνοι για την ποιότητα της ζωής σας και τα αποτελέσματά σας. Μπορεί να κατηγορείτε τους άλλους, το κράτος, τους γονείς, το σύστημα ή οποιονδήποτε άλλο θέλετε. Το θέμα είναι πως, όσο και να αναζητάτε θύτες για να δικαιολογήσετε τα αδικαιολόγητα, εσείς εξακολουθείτε να έχετε την πρωταρχική κυρίαρχη δύναμη που διαμορφώνει τη ζωή σας. Τη δύναμη να βροντοφωνάζετε: «Εγώ είναι υπεύθυνος! Εγώ μπορώ να αλλάξω τη ζωή μου και θα κάνω σήμερα την αρχή!»
Ποιος έφτιαξε το δικό σας «σάντουιτς» σήμερα;
Δεύτερη σκληρή αλήθεια ζωής:
Αν επενδύεις όλο σου το χρόνο στο να αναλύεις προτού αποφασίσεις να κάνεις κάτι, πού θα βρεθεί ο χρόνος να αποφασίσεις και να δράσεις;
Σταματήστε να γίνεστε τόσο αναλυτικά προγραμματισμένοι πριν κάνετε κάτι, γιατί τότε δε θα βρείτε χρόνο να υλοποιήσετε όλα εκείνα που έχετε προγραμματίσει! Οι Αγγλοσάξονες έχουν «κλέψει» δικές μας λέξεις για να παρουσιάσουν αυτό το ελάττωμα: Analysis – Paralysis το λένε κι όλοι μας μπορούμε να καταλάβουμε τη θέλουν να πουν!
Τρίτη σκληρή αλήθεια ζωής:
Έχεις δύο επιλογές – να αντιδράσεις ή να ανταποκριθείς στη ζωή. Ποια επιλογή διαλέγεις;
Η ζωή μοιάζει με μια θεραπεία. Ο τρόπος που της συμπεριφερόμαστε κάνει τη διαφορά. Όταν κάποιος άρρωστος χρειάζεται να πάρει μια θεραπεία, στο τέλος της θεραπευτικής περιόδου ο γιατρός τον επανεξετάζει και αποφαίνεται αν ο οργανισμός του ασθενούς ανταποκρίθηκε στην θεραπεία ή αν… αντέδρασε στη θεραπεία. Στη δεύτερη περίπτωση ο ασθενής εξακολουθεί να υποφέρει και παραμένει στο ψάξιμο, την αναζήτηση γιατρειάς και την αγωνία.
Εσείς ανταποκρίνεστε ή αντιδράτε στις προκλήσεις που καθημερινά η ζωή απλώνει στο δρόμο σας;
Τέταρτη σκληρή αλήθεια ζωής:
Οι άνθρωποι κάνουν συχνά πράγματα για λόγους που δεν είναι προφανείς.
Ακόμα και οι άνθρωποι που έχουν ποιότητα μπορούν να γίνουν -και συχνά γίνονται- μικρόψυχοι και μικροπρεπείς. Όσο περισσότερο απλώνεται το σκοτεινό «πέπλο» της αυτοαποκαλούμενης «παγκοσμιοποίησης» -που καμία σχέση δεν έχει με την παγκοσμιοποίηση που κάποτε υμνούσε ο John Lennon- τόσο περισσότερο θα μεταλλάσσονται οι ανθρώπινες συμπεριφορές. Οι σκληροί άνθρωποι θα γίνονται σκληρότεροι και οι παθητικοί στις προκλήσεις της ζωής θα υποφέρουν και θα βασανίζονται!
Πέμπτη σκληρή αλήθεια ζωής:
Εκείνος που είπε πως το χρήμα δεν είναι το παν, μάλλον θα πρέπει να ήταν «μπατίρης»!
Φυσικά και προηγούνται η καλή υγεία, η αγάπη και τα τοιαύτα… Αλλά, φίλοι μου, όταν δεν υπάρχει η μέγιστη των ενεργειών, δηλαδή το χρήμα, τότε άντε να βρεις γιατρειά. Άντε να βρεις ηρεμία μυαλού να απολαύσεις ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα με τους αγαπημένους, να παίξεις τρυφερά με τα παιδιά σου…!
Το χρήμα είναι παντοδύναμο, γιατί η ενέργεια που αντιπροσωπεύει είναι παντοδύναμη. Τα κακά που προκαλεί τα κάνουν οι άνθρωποι. Ακριβώς όπως το νυστέρι στα χέρια ενός χειρουργού σώζει ζωές, ενώ στα χέρια ενός ψυχοπαθή «κόβει» ζωές, έτσι και το χρήμα.
Έκτη σκληρή αλήθεια ζωής:
Οι άνθρωποι και οι νόμοι είναι υποκριτικοί. Μας ενοχλεί το απαγορευμένο, ενώ, παράλληλα, επιτρέπουμε το επικίνδυνο.
Νομίζουμε ότι μόνο τα ναρκωτικά σκοτώνουν, γι” αυτό και ποινικοποιούμε τη χρήση τους. Η μόλυνση του περιβάλλοντος από την κρατική αδιαφορία, η ανύπαρκτη αστυνόμευση που επιτρέπει στον οικοπεδοφάγο να κάψει όλους τους πνεύμονες οξυγόνου της χώρας, γιατί δεν τιμωρούνται και δεν προλαμβάνονται ανάλογα;
Η τηλεόραση είναι ένα από τα σκληρότερα «ναρκωτικά». Ειδικά η αποχαυνωτική τηλεόραση που διαβρώνει συνειδήσεις, παραμορφώνει πρότυπα και καταβαραθρώνει ανθρώπινες αξίες και ιδανικά! Καθημερινά ακούω να μου λένε πόσο πολυάσχολοι είναι ορισμένοι και πως δεν τους μένει καθόλου ελεύθερος χρόνος για να κάνουν πράγματα που θέλουν. Αν, όμως, τους ρωτήσεις για τις εξελίξεις σε κάποιο από τα τελευταία τηλεοπτικά σίριαλ του συρμού, είναι πλήρως… ενήμεροι!
Πόσο σας κόστισε η τηλεόραση που αγοράσατε για το σαλόνι σας; Πεντακόσια, χίλια ευρώ; ΠΟΣΟ ΣΑΣ ΚΟΣΤΙΖΕΙ η καθημερινή της χρήση; Σε χρήμα, σε πνευματικότητα, σε έλλειψη επικοινωνίας, σε ώρες κενές, χωρίς σκέψη, χωρίς δημιουργική λειτουργία του μυαλού;
Πόσο μας κοστίζουν τα νοθευμένα, μπαγιάτικα, αισχροκερδώς υπερτιμολογημένα τρόφιμα που καθημερινά αγοράζουμε από τα μπακάλικα και τα σούπερ μάρκετ; Γιατί κανείς, μα κανείς, δεν ποινικοποιεί τη συστηματική αισχροκέρδεια και τη σταδιακή τροφική και ατμοσφαιρική δηλητηρίαση, που τόσο επαίσχυντα και ασύστολα εμπορεύονται οι λίγοι;
Έβδομη σκληρή αλήθεια ζωής:
Πάντα, μα πάντα θα υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ποτέ δεν πρόκειται να σας συμπαθήσουν και να σας συμπεριφερθούν δίκαια και με σεβασμό.
Πάρτε το απόφαση: Είναι αδύνατο να τα έχετε καλά με όλους! Όσο και να το προσπαθήσετε, πάντα θα βρεθούν κάποιοι που θα σας απαξιώσουν, θα σας μειώσουν, θα σας κατηγορήσουν. Μην μπείτε στον κόπο να τους κερδίσετε. Είναι χάσιμο χρόνου και ενέργειας. Αντίθετα, αγκαλιάστε τους πραγματικούς σας φίλους και τιμήστε τους ειλικρινείς σας συμμάχους.