Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Ευτυχία




Όλα είναι τόσο απλά και ταυτόχρονο τόσο περίπλοκα!
Απλά, επειδή αρκεί να αλλάξει κανείς στάση ζωής :
Δεν θα κυνηγήσω άλλο την ευτυχία. Από τώρα και στο εξής θα είμαι ανεξάρτητη, θα βλέπω την ζωή με τα δικά μου μάτια και όχι με τα μάτια των άλλων. Θα κυνηγήσω την περιπέτεια του να είσαι ζωντανός.
Και περίπλοκα: Γιατί δε θα κυνηγήσω πια την ευτυχία, αφού με έχουν μάθει ότι είναι ο μοναδικός στόχος που αξίζει τον κόπο; Γιατί να τολμήσω να πάρω έναν δρόμο, που οι άλλοι δεν τόλμησαν;
Στο κάτω κάτω τι είναι ευτυχία;
Έρωτας μου απαντούν. Όμως ο έρωτας ούτε φέρνει, ούτε έφερνε ποτέ ευτυχία. Το αντίθετο μάλιστα, είναι πηγή ανησυχίας, πεδίο μάχης, νύχτες αγρυπνίας στις οποίες αναρωτιόμαστε αν κάνουμε το σωστό. Ο πραγματικός έρωτας είναι έκσταση και συνάμα αγωνία.
Γαλήνη τότε. Αν κοιτάξουμε την Μητέρα, ποτέ δεν είναι γαλήνια. Ο Χειμώνας παλεύει με το καλοκαίρι, ο ήλιος και το φεγγάρι δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, η τίγρη κυνηγάει τον άνθρωπο, που φοβάται το σκύλο, που κυνηγάει την γάτα, που κυνηγάει το ποντίκι, που τρομάζει τον άνθρωπο.
Το Χρήμα φέρνει την ευτυχία. Πολύ καλά, τότε όλοι οι άνθρωποι που έχουν αρκετά για να ζήσουν με πάρα πολύ υψηλή ποιότητα ζωής θα μπορούσαν να σταματήσουν να δουλεύουν. Όμως, είναι πιο αγχωμένοι από ποτέ, λες και φοβούνται ότι θα τα χάσουν όλα. Το χρήμα φέρνει χρήμα, αυτό είναι αλήθεια. Η φτώχεια μπορεί να φέρει δυστυχία, το αντίθετο όμως δεν είναι αλήθεια.
Έψαχνα την ευτυχία πολύ καιρό στην ζωή μου - τώρα το μόνο που θέλω είναι χαρά. Η χαρά είναι σαν το σεξ: έχει αρχή και τέλος. Θέλω ευχαρίστηση. Θέλω να είμαι ικανοποιημένη-ευτυχία όμως; 
Έχω πάψει να πέφτω σε αυτή την παγίδα.
Όταν βρίσκομαι σε κάποια παρέα και αποφασίζω να προκαλέσω κάνοντας μια από τις πιο σημαντικές ερωτήσεις που υπάρχουν, όλοι λένε «Είμαι ευτυχισμένος»
Συνεχίζω: «Ναι, αλλά δεν θέλεις περισσότερα, δεν θέλεις να συνεχίσεις να αναπτύσσεσαι;»
Και όλοι απαντούν: «Φυσικά».
Επιμένω: « Τότε δεν είσαι ευτυχισμένος».


PAULO COELHO

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Επιθετική συμπεριφορά παιδιού. Ας την αναλύσουμε.




Πολλά απ' όσα καθρεφτίζονται στα παιδιά οφείλουν να διερευνηθούν στις συμπεριφορές των ενηλίκων.

Όλοι οι γονείς ανησυχούμε όταν το παιδί μας εμφανίσει σημάδια επιθετικότητας.
Αναρωτιόμαστε πως να χειριστούμε τη νέα κατάσταση και ψάχνουμε στο περιβάλλον μας για να καταλάβουμε από ποιόν "κόλλησε" αυτή τη συμπεριφορά.

Η Ιωάννα Πιπεργιά (Κλινική Ψυχολόγος, Κοινωνικοθεραπευτρια-Ψυχοδραματίστρια) στρέφει την προσοχή στη δική μας συμπεριφορά (που κάνει το παιδί να αντιδρά) και μας προτείνει τρόπους προσέγγισης:

Ε: Πως μπορώ να "κοινωνικοποιήσω" το παιδί μου σωστά;
Α: Οι πρώτες σχέσεις τού παιδιού με τον πατέρα του και την μητέρα του είναι καθοριστικές. Μία καλή κοινωνικοποίηση απαιτεί πρωταρχικά ένα κλίμα ζωής αρμονικό, ασφαλές, ένα κλίμα αγάπης.
Το παιδί αποκτά προοδευτικά την ικανότητα να ζεί στην κοινωνία σύμφωνα με τις σχέσεις που ιδρύει μέσα στις διαδοχικές ομάδες της ζωής του: οικογένεια, σχολείο, γειτονιά, ομάδα εργασίας κ.λ.π.

Ε: Στο σπίτι δεν συμπεριφερόμαστε επιθετικά. Γιατί το παιδί αντιδρά έτσι;
Α:Είναι αναμφισβήτητο πώς ένα μεγάλο ποσοστό των επιθετικών και βίαιων παιδιών δεν έχουν ικανοποιήσει την ανάγκη να αναπτύξουν με τη μητέρα τους ισορροπημένες σχέσεις, και υπέφεραν ενδεχομένως από ''μητρικές αποστερήσεις''. Η κοινωνικοποίηση προϋποθέτει εξ άλλου την ταύτιση τού παιδιού με ένα μοντέλο ενήλικα. Επί παραδείγματι το πρώτο μοντέλο τού αγοριού είναι ο πατέρας. Κάθε ανεπάρκεια τής πατρικής εικόνας μπορεί να είναι παράγοντας κακής κοινωνικοποίησης.
Το να απομονώσουμε τις σχέσεις μητέρα-παιδί και πατέρας-παιδί είναι λίγο τεχνητό όμως. Στην πραγματικότητα είναι το σύνθετο σύνολο των σχέσεων πού αναπτύσσονται στο εσωτερικό τού οικογενειακού κυττάρου, πού πρέπει να θεωρήσουμε.

Ε: Προσπαθώ να αντιμετωπίσω την επιθετικότητα του παιδιού με τιμωρία. Είναι ο σωστός τρόπος;
Α: Απ τη στιγμή που η συμπεριφορά τού παιδιού παρουσιάζει μια δυσπροσαρμοστικότητα, σαν απόρροια των μη αρμονικών σχέσεών του με το περιβάλλον του, οι αντιδράσεις αυτού τού περιβάλλοντος έχουν μεγάλη σημασία. Καταστάσεις απόρριψης μεταξύ παιδιού και οικογενειακού περιβάλλοντος είναι πολύ εύκολο να αναπτυχθούν, με αποτέλεσμα να προκαλείται συμπεριφορά εναντιότητας τού παιδιού προς τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, η οποία με τη σειρά της ριψοκινδυνεύει να διακινήσει νέες απορρίψεις.

Ε: Τελικά τι πρέπει να κάνω;
Α: Ας αναρωτηθούμε:
  • κατά πόσο είμαστε το πιο ισορροπημένο πρότυπο για τα παιδιά μας,
  • κατά πόσο η σχέση με τον σύντροφό μας αποτελεί ένα κλειστό σύστημα ασφάλειας πού μεταδίδεται στα παιδιά μας ως τέτοιο,
  • εάν είμαστε εκεί για να αφουγκραστούμε την ανάγκη και την επιθυμία των παιδιών μας επιτρέποντας και όχι επιβάλλοντας,
  • κατά πόσο έχουμε καταφέρει να εκτονώνουμε τις δικές μας πιέσεις με τρόπο πού να μην είναι οδυνηρός για τα παιδιά μας.
Πολλά απ' όσα καθρεφτίζονται στα παιδιά οφείλουν να διερευνηθούν στις συμπεριφορές των ενηλίκων.


Ιωάννα Πιπεργιά (Κλινική Ψυχολόγος, Κοινωνικοθεραπευτρια-Ψυχοδραματίστρια)

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Αλαμπουρνέζικα: Ξέρετε τι είναι;


Με την φράση "αλαμπουρνέζικα" εννοούμε "ακαταλαβίστικα". Οι θεωρίες για την προέλευση των... αλαμπουρνέζικων είναι πολλές. Επειδή η κάθε εξήγηση είναι το ίδιο πιθανή όσο και απίθανη με τις υπόλοιπες, εμείς σας τις παραθέτουμε όλες! Διαλέγετε και παίρνετε!
Εκδοχή πρώτη: Από το Livorno της Ιταλίας
Το Livorno είναι μια πόλη της Ιταλίας, έξω από την Τοσκάνη. Οι κάτοικοι των Κυκλάδων και ειδικότερα της Σύρου, την εποχή της Ενετοκρατίας θεωρούσαν την περιοχή του Livorno ως ιδανική πόλη -πρότυπο.
Κάθε τι λοιπόν ξεχωριστό και εκλεκτό που έβλεπαν, έλεγαν πως "αυτό είναι όπως Al Livorno", που στα ιταλικά θα πει "στο Λιβόρνο" ή "αυτά μοιάζουν με Αλιβορνέζικα", δηλαδη με πράγματα από το Livorno.
Κατά μία άλλη εκδοχή τα "αλαμπουρνέζικα" προέρχονται όντως από την περιοχή Livorno, αλλά έχουν σχέση με την περίεργη διάλεκτο που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες που κατοικούσαν στην περιοχή. Οι κάτοικοι του Λιβόρνο μιλούν σε μια ιδιαίτερη διάλεκτο την vernacolo, η οποία έχει στοιχεία από την Τοσκανική αλλά και πάρα πολλούς ιδιωματισμούς! Στην περιοχή ζούσαν κάποτε αρκετοί Έλληνες οι οποίοι είχαν ενώσει τις δύο διαλέκτους και σε αυτές έίχαν προσθέσει και ελληνικά στοιχεία. Το αποτέλεσμα ήταν να μιλούν εντελώς "αλιβορνέζικα" ελληνικά!
Εκδοχή δεύτερη: Από την ιταλική λέξη "burla"
Στα ιταλικά η λέξη "burla" σημαίνει "αστεία". Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν την θεωρία, η λέξη "αλαμπουρνέζικα" προέκυψε από μια παραφθορά της φράσης "alla burla", που θα πει "στ' αστεία".
Εκδοχή τρίτη: Όπως λέμε "αλά γαλλικά"
Σε αυτήν την περίπτωση τα "αλαμπουρνέζικα" δεν είναι μία λέξη, αλλά δύο. Όπως λέμε "αλά γαλλικά", έτσι λέμε και "αλά μπουρνέζικα". Η φράση αναφέρεται στην διάλεκτο της φυλής Μπουρνού που φέρεται να έζησε στην περιοχή του Σουδάν. Η γλώσσα που μιλούσαν ήταν ένας συνδυασμός της αραβικής, με στοιχεία της τοπικής διαλέκτου.
Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή η γλώσσα τους έφτασε στην χώρα μας κατά την Επανάσταση του 1821, όταν μέλη της φυλής Μπουρνού ήρθαν εδώ από την Αίγυπτο με το εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Ιμπραήμ. Στα αυτιά των ελλήνων ηχούσαν τόσο δύσκολα και ακαταλαβίστικα, που με τα χρόνια η "αλά Μπουρνού" ταυτίστηκε με ο,τιδήποτε ακαταλαβίστικο.
Αν όλα τα παραπάνω σας ακούγονται ... αλαμπουρνέζικα, ίσως και να έχετε δίκιο!

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Ο Φώτης, τα φαντάσματα και το χρυσό σπαθί


Το ξέρω, φοβάται. Όμως τι;"Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία. Μόλις αρχίσει να νυχτώνει, ο Φώτης γίνεται ανήσυχος, ρωτά πότε θα πρέπει να κοιμηθεί, πότε θα μπει στο κρεβάτι. Πρέπει να ξαπλώσω μαζί του μέχρι να κοιμηθεί, κι όταν φύγω τότε σκεπάζεται μέχρι ψηλά πάνω, ιδρώνει, συχνά κλαίει στο κρεβάτι.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Δεν ανεβαίνει τις σκάλες μόνος του, δεν μένει λεπτό σ' ένα δωμάτιο μόνος. Κι αυτός ο διάδρομος, πως τον τρομάζει!"
Είναι τα πρώτα λόγια της μητέρας του εξάχρονου Φώτη. Είναι ένα αγόρι, που με κοιτά χαμογελώντας. Τα μαύρα του μάτια προδίδουν εξυπνάδα και περιέργεια. Μιλά για το σχολείο και τους φίλους του, δείχνοντας ότι τ' αγαπά, ότι του αρέσουν. Το πρόσωπο του και η συμπεριφορά του αλλάζουν όταν μου μιλά για τους βραδινούς του φόβους. Βλέπεις τότε ότι τα καθαρά του μάτια σκοτεινιάζουν, ότι η φωνή του δεν είναι σίγουρη και ζωντανή, κι ότι στριφογυρίζει στην καρέκλα του.
Σε κάποια συνάντηση μας, μου μιλά γι' "αυτά". Αυτά, είναι οι φόβοι του. Φαντάσματα, ντυμένα με μακριά πράσινα και μαύρα ρούχα, τις περισσότερες φορές χωρίς πρόσωπα, να κατεβαίνουν τη σκάλα σαν αυτός ανεβαίνει, να περπατούν στο διάδρομο βγαίνοντας από το ερμάρι, να μπαίνουν από το παράθυρο στο δωμάτιο του. Κι αυτός να παγώνει και να μη μπορεί να κάνει τίποτα, νιώθοντας τόσο μικρός. Κι όμως, σε κάποιο μας παιγνίδι, ο Φώτης βρίσκει τη λύση: "Ξέρεις", μου λέει, και τα μάτια του λάμπουν και πάλι, "ξέρω τι θα κάνω. Νομίζεις ότι ο αδελφός μου και οι γονείς μου θα γελούσαν, αν το βράδυ στο κρεβάτι έπαιρνα μαζί μου το χρυσό μου σπαθί, που πήρα δώρο τα Χριστούγεννα; Τότε δεν θάμουν μόνος με τα φαντάσματα, και θάνιωθα δυνατός".
Ο Φώτης, χάρη στη ζωντάνια του, στο χρυσό σπαθί και την κατανόηση των γονιών του, που δε γέλασαν, σε μερικές βδομάδες δε φοβόταν πια τα φαντάσματα. Χαρούμενος λέει: "Φαίνεται με φοβήθηκαν και δεν έρχονται πια".
Και το χρυσό σπαθί είναι και πάλι ανάμεσα στ' άλλα του παιγνίδια.




Ποιές είναι οι μορφές των φόβων στα παιδιά;


Στη νηπιακή ηλικία οι φόβοι είναι στενά συνδεδεμένοι με τη σχέση του παιδιού και της μητέρας και την εξάρτηση του απ' αυτή. Το παιδί αρχίζει να κάνει τα πρώτα βήματα "ανεξαρτησίας". Αρχίζει να λέει "εγώ" και να κατανοεί τον εαυτό σαν ξέχωρο άτομο. Είναι "κάποιος". Όμως ταλαντεύεται μεταξύ αυτής της νέας ανεξαρτησίας και της επιστροφής στη μητέρα. Κάνει θαρραλέα βήματα μακριά από τη μητέρα, λέγοντας "είμαι κάποιος", αρκεί όμως κάποια κίνηση της μητέρας ή η εμφάνιση κάποιου άλλου για να τρέξει και πάλι στην αγκαλιά της.

Κάποιο τυχαίο γεγονός είναι δυνατό σ' αυτή τη φάση να τρομάξει το παιδί και να δημιουργήσει κάποιο φόβο σαν αντίδραση. Πολλοί γονείς γνωρίζουν το κλάμα στην πόρτα του νηπιαγωγείου, ή και τα προβλήματα ύπνου, "δεν πάω μόνος", ή τα κλάματα κατά τη διάρκεια της νύκτας και τις νυχτερινές επισκέψεις στο κρεβάτι των γονιών.


Στην προσχολική ηλικία, αλλά και σχολική, εμφανίζονται φόβοι για διάφορα αντικείμενα ή καταστάσεις. Π.χ. σκύλους, γιατρούς, σκοτάδι. Εδώ είναι βασικό να ξεχωρίσουμε μεταξύ του φόβου, γιατί κάτι συνέβη πραγματικά, δηλαδή το παιδί είχε κάποια άσχημη εμπειρία με το αντικείμενο/κατάσταση και του "εικονικού" φόβου, αν το παιδί μεταφέρει κάποια εσωτερική σύγκρουση του πάνω σε ένα αντικείμενο ή μια κατάσταση, στην προσπάθεια του να γίνει κύριος του προβλήματος. Σ' αυτή την ηλικία είναι δυνατό το βράδυ μια με δυο ώρες, αφού τα παιδιά κοιμηθούν και μετά, να φωνάξουν τρομαγμένα. Είναι ανάστατα, κλαίνε, έχουν τα μάτια ανοιχτά χωρίς όμως νάναι εντελώς ξύπνια. Ηρεμούν γρήγορα και ξανακοιμούνται. Τα επεισόδια αυτά είναι δυνατό να επαναληφθούν δυο και τρεις φορές το βράδυ. Τα παιδιά δεν θυμούνται το επόμενο πρωινό, τι συνέβη το βράδυ.


Μια άλλη συχνή μορφή φόβου σ' αυτή την περίοδο, είναι και η άρνηση των παιδιών να πάνε σχολείο. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές μορφές.
1. Η σχολική φοβία, που είναι ο φόβος του αποχωρισμού.
2. Ο φόβος για το σχολείο, που' χει να κάνει με μαθησιακά και κοινωνικά προβλήματα στο χώρο του σχολείου.
3. Το σκασιαρχείο, συνδεδεμένο τόσο με μαθησιακά προβλήματα, αλλά και με αντικοινωνική συμπεριφορά.


Προς το τέλος της δημοτικής ηλικίας και στην εφηβεία είναι δυνατό να εμφανιστούν φόβοι που είναι στενά συνδεδεμένοι με τη ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη των παιδιών. Εκδηλώνονται με φόβους για το σκοτάδι, κλέφτες, φόβο θανάτου. Αυτοί οι φόβοι είναι δυνατό να οδηγήσουν συχνά σε αναγκαστικές πράξεις, όπως συνεχή τακτοποίηση πραγμάτων και τελετουργίες.συνεχή τακτοποίηση πραγμάτων και τελετουργίες. Ποιοι είναι οι λόγοι των παιδικών φόβων και πως αντιμετωπίζονται;
* Οι παιδικοί φόβοι μπορούν να εξελιχτούν ξαφνικά, από το "τίποτα".
* Συχνά, όμως, εμφανίζονται σε παιδιά ευαίσθητα, παιδιά που αντιδρούν σε καινούργιες καταστάσεις. Δηλαδή, ένας βασικός παράγοντας στη δημιουργία τους ή μη είναι το ταμπεραμέντο του παιδιού.
* Περιβαλλοντικές αλλαγές, όπως κάποια αρρώστια, θάνατος, χωρισμός, επηρεάζουν το παιδί.
* Η αναπτυξιακή ηλικία του παιδιού, παίζει σημαντικό ρόλο, στη δημιουργία φόβων. Υπάρχουν λιγότερο και περισσότερο ευαίσθητες περίοδοι.
* Προεμπειρίες του παιδιού είναι δυνατό να επηρεάσουν θετικά, έτσι ώστε κάποιος φόβος να ξεπεραστεί γρήγορα, ή αρνητικά και νάχουμε κάποια χρόνια κατάσταση.
* Οι οικογενειακές σχέσεις, το πώς η οικογένεια αντιμετωπίζει προβλήματα, πώς δρα σαν μοντέλο για το φόβο, παίζει όχι μόνο σημαντικό ρόλο αιτιολογικά, αλλά θεραπευτικά και προγνωστικά.


Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε το παιδί που φοβάται:
* Οι φόβοι της προσχολικής ηλικίας εξαφανίζονται τόσο εύκολα όσο και όταν εμφανίζονται.
* Τα παιδιά ζητούν κατανόηση, μη γελάσετε με τους φόβους ή τις αντιδράσεις τους.
* Σε μερικές περιπτώσεις είναι καλά να ρωτήσουμε κάποιον ειδικό. Συνήθως μια καλή καθοδήγηση των γονιών ή μια συνομιλία με το παιδί αρκεί.



Ιουλιέτα Λαούρη, Παιδοψυχίατρος

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Ο Γάμος Μέσα Από Τα Μάτια Των Παιδιών






Επιστρέφω, μετά από αρκετό καιρό, για να γράψω ακόμη ένα άρθρο για το οποίο και πάλι την έμπνευση αποκόμισα από πού αλλού, από τα αγαπημένα μας παιδάκια στο Δημοτικό σχολείο, τα οποία αρκετά συχνά έχουν πολύ μεγάλη έμπνευση αλλά και φαντασία η οποία μου αρέσει υπερβολικά πολύ!! Το σημερινό μας θέμα αφορούσε τον γάμο και την οικογένεια γενικά και οι απαντήσεις τους σε ορισμένα ερωτήματα κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας ήταν αρκετά ενδιαφέρουσες και σας τις παραθέτω αμέσως. Είμαι σίγουρη πως θα τις βρείτε και εσείς αρκετά ενδιαφέρουσες..

Πώς αποφασίζεις ποια θα παντρευτείς;
-Πρέπει να είναι κάποια που της αρέσει ότι και σ' εσένα. Αν σου αρέσει το ποδόσφαιρο, θα πρέπει να αρέσει και σε εκείνη και να σου φέρνει πατατάκια και αναψυκτικά όταν βλέπεις έναν αγώνα. 
Γιάννης, 10 ετών.


Σε ποια ηλικία πρέπει να παντρεύεται κανείς;
-Στα 23, γιατί μέχρι τότε θα έχουν περάσει πολλά χρόνια και θα ξέρεις καλά το αγόρι που θα παντρευτείς. 
Σοφία, 9 ετών.


Πώς καταλαβαίνεις ότι ένας άντρας και μια γυναίκα είναι παντρεμένοι;
-Tο καταλαβαίνεις όταν στην παιδική χαρά μαλώνουν και οι δύο, το ίδιο παιδί. Άρα είναι δικό τους, άρα είναι παντρεμένοι.
Λευτέρης 7 ετών.


Τι κοινά έχουν ο μπαμπάς και η μαμά σου;
-Και οι δύο δεν θέλουν να μου κάνουν αδερφάκι, γιατί μ' εμένα, μου λένε, είναι σαν έχουν 3 παιδιά.
Νικόλας, 6 ετών.

Τι κάνουν οι άνθρωποι όταν βγαίνουν ραντεβού;
-Λένε διάφορα ψέματα ο ένας στον άλλο και αν τα πιστέψουν, βγαίνουν ξανά ραντεβού την επόμενη μέρα.
Θανάσης, 10 ετών.


Πότε επιτρέπεται να φιλήσεις κάποιον;
-Όταν είναι πολύ πλούσιος.
Νεφέλη, 7 ετών.

-Όταν γίνει 18 χρόνων, γιατί αλλιώς θα πας φυλακή.
Μιχάλης, 7 ετών.


-Δεν ξέρω, αλλά αν φιλήσεις κάποια, πρέπει να την παντρευτείς και να κάνετε παιδιά μετά.
Πάνος, 6 ετών.


Είναι καλύτερα να είσαι ελεύθερος ή παντρεμένος;
-Για τα κορίτσια είναι καλύτερα να μην είναι παντρεμένα, για τα αγόρια όμως είναι απαραίτητο γιατί χρειάζονται κάποιον να τους βοηθάει να πλένονται και να ντύνονται.
Λίνα, 9 ετών.


Πώς μπορεί ένας γάμος να πετύχει;
-Αν λες στη γυναίκα σου συνέχεια πόσο όμορφη είναι κι ας μοιάζει με τον Οβελίξ.
Θωμάς, 9 ετών.


Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Ο γάιδαρος και το πηγάδι




Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι. Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει.Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήταν πολλά. Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.
Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως, προς έκπληξη όλων, ησύχασε. Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε. Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!
Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού.
    Ηθικό δίδαγμα:
Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο!
Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα! Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω! Αξίζει να το εφαρμόσουμε!



Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

O άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί



Ένας άνθρωπος, το άλογό του και το σκυλί του περπατούσαν σ ένα δρόμο. Καθώς περνούσαν δίπλα από ένα τεράστιο δέντρο, έπεσε ένας κεραυνός και όλοι έμειναν στον τόπο. Αλλά ο άνθρωπος δεν αντιλήφθηκε ότι είχε πια αφήσει τον κόσμο τούτο και συνέχισε να περπατάει με τα ζώα του. Μερικές φορές οι πεθαμένοι θέλουν χρόνο για να συνειδητοποιήσουν τη νέα τους κατάσταση…
Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς, ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και αυτοί είχαν ιδρώσει και διψούσαν πολύ. Σε μια στροφή διέκριναν μια μεγαλόπρεπη πύλη, καμωμένη ολόκληρη από μάρμαρο, που οδηγούσε σε μία πλατεία στρωμένη με χρυσάφι, που στο κέντρο της είχε μία πηγή από όπου ανάβλυζε κρυστάλλινο νερό.
Ο οδοιπόρος προχώρησε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο: “Καλημέρα”
“Καλημέρα”, απάντησε ο φύλακας
“Ποιος είναι αυτός ο τόσο όμορφος τόπος;”
“Είναι ο παράδεισος”
“Ωραία που φτάσαμε στον παράδεισο, διψάμε πολύ”
“Μπορείτε να μπείτε,κύριε, και να πιείτε όσο θέλετε” και ο φύλακας έδειξε την πηγή
“Το άλογο και το σκυλί μου διψάνε κι αυτά”
“Λυπάμαι πολύ” είπε ο φύλακας “Εδώ δεν επιτρέπονται ζώα”
Ο άνθρωπος στενοχωρήθηκε επειδή διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει νερό μόνο αυτός. Ευχαρίστησε το φύλακα και συνέχισε το δρόμο του. Αφού περπάτησαν πολλή ώρα στην ανηφόρα, εξαντλημένοι πια, έφτασαν σ ένα μέρος που είχε για είσοδο μια παλιά ξύλινη πύλη που οδηγούσε σ ένα χωματόδρομο πλαισιωμένο από δέντρα. Στη σκιά ενός από τα δέντρα καθόταν ένας άνθρωπος μ ένα καπέλο στο κεφάλι, ίσως και να κοιμόταν.
“Καλημέρα” είπε ο οδοιπόρος.
Ο άνθρωπος έγνεψε με το κεφάλι “Διψάμε πολύ, εγώ το άλογό μου και το σκυλί μου”
“Έχει μια πηγή σ’ εκείνες τις πέτρες” είπε ο άνθρωπος δείχνοντας το σημείο
“Πιείτε όσο θέλετε”
Ο άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί πήγαν ως την πηγή και έσβησαν τη δίψα τους.
Ο οδοιπόρος γύρισε για να τον ευχαριστήσει. “Ελάτε πάλι όποτε θέλετε” απάντησε ο άνθρωπος
“Αλήθεια, πως λέγεται αυτό το μέρος;”
“Παράδεισος”
“Παράδεισος;;” Μα ο φύλακας της μαρμαρένιας πύλης είπε ότι ο παράδεισος ήταν εκεί!”
“Εκεί δεν είναι ο παράδεισος, είναι η κόλαση”
Ο οδοιπόρος τα χασε “Πρέπει να τους απαγορεύετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας! Αυτό σίγουρα θα προξενεί μεγάλα μπερδέματα!”
“Καθόλου, αντίθετα μας κάνουν μεγάλη χάρη. Επειδή εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους…”


Paulo Coelho


Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Ο κισσός και η βελανιδιά


  
Στον κήπο ενός παλιού, εγκαταλελειμμένου σπιτιού, φύτρωσαν την ίδια μέρα ένας κισσός και μια βελανιδιά.
Ο πρώτος κατάλαβε αμέσως πως ο δρόμος του ήταν ο ουρανός και προορισμός του ο ήλιος, χάρη στον οποίο γεννήθηκε. Έπρεπε να αφιερώσει όλο του το είναι για να στραφεί προς το φως. Και, πιστός στην απόφασή του, σύρθηκε με λίγη αηδία μέχρι τον τοίχο, τον μοναδικό τοίχο του παλιού σπιτιού που στεκόταν όρθιος, κι άρχισε να σκαρφαλώνει πάνω του.
Ο δεύτερος βλαστός, της βελανιδιάς, αισθάνθηκε πως χρώσταγε την ύπαρξή του στη γη, το νερό και τα ορυκτά που τον είχαν θρέψει στις πιο σκοτεινές του μέρες. Ήξερε πως χρειαζόταν τον ήλιο, αλλά, για να μπορέσει να στρέψει τα κλαδιά του προς αυτόν, έπρεπε πρώτα να φτιάξει ένα σταθερό κορμό, που πάνω του θα αναπτύσσονταν τα κλαδιά. Η διαίσθησή του, του έλεγε πως πρώτα χρειαζόταν σταθερές ρίζες.
Για κάποιον καιρό, οι δύο νεοφερμένοι κάτοικοι του κήπου αφιερώθηκαν ο καθένας με τον τρόπο του στην ανάπτυξή τους.
Μια μέρα, ο κισσός ανακάλυψε από ψηλά την κουρασμένη βελανιδιά, που μόλις ξεχώριζε ανάμεσα στα χόρτα.
“Γειά σου νάνε” είπε κοροϊδέυοντας, “είναι κρίμα που δεν μπορείς να απολαύσεις το τοπίο που φαίνεται από ΄δω…”
“Ναι…” είπε η βελανιδιά. “Αλλά πρέπει να φροντίσω τις ρίζες μου, για να αποκτήσω γερό κορμό πάνω στον οποίο θα μεγαλώσω”.
Πέρασαν οι μήνες και μετά τα χρόνια. Ο κισσός, δυνατός πια, κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο τον τοίχο και συνέχιζε να κοροϊδεύει που και που το μικρό μέγεθος της χοντρής βελανιδιάς – σκέτο ξύλο και τραχιές ρίζες.
Μια νύχτα συνέβη αυτό που κανείς δεν φανταζόταν. Μια φοβερή και άγρια καταιγίδα ξέσπασε πάνω από το παλιό σπίτι.
Ο κισσός αρπάχτηκε με τις μικρές του ρίζες από τον τοίχο, για να μην ξεριζωθεί από τον άνεμο και το χαλάζι. Η βελανιδιά κρατήθηκε γερά από τις ρίζες της, βαθιά χωμένες στη γη, και προστάτεψε τα φύλλα της με τον κορμό της.
Όλα έγιναν σε μια στιγμή: ένας κεραυνός άστραψε στο σκοτάδι και, σαν σκληρή φωτογραφία, φώτισε το δευτερόλεπτο που ο τελευταίος όρθιος τοίχος του σπιτιού γκρεμιζόταν με θόρυβο, και μαζί του έπεφταν στη γη και τα πιο ψηλά βλαστάρια του κισσού…
Σε μια σχέση και οι δύο είναι βελανιδιές. Και βέβαια, μπορούν να μεγαλώνουν στον ίδιο κήπο, αλλά, όπως λέει και ο Χαλίλ Γκιμπράν, “κανένας στη σκιά του άλλου”. Όπως μας μαθαίνει και το παραμύθι που μόλις είπαμε,
κανένα από τα δύο αυτά δέντρα δεν μπορεί να μεγαλώσει μπλεγμένο με το άλλο,
κανένα δεν πρέπει να σέρνεται στον τοίχο για να ψηλώσει κι άλλο,
κανένα δεν μπορεί να σταθεί εξαρτημένο από κάποια εξωτερική δύναμη,
κανένα που να στηρίζεται σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα ίδια του τα πόδια.
Η αγάπη είναι να μεγαλώνουν και οι δύο σύντροφοι μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλον. Μετριέται με την ανανεωμένη επιθυμία για ανάπτυξη που μου δίνει η παρουσία σου, με τη χαρά να μοιραζόμαστε το φως και με την απολαυστική συνάντηση των ριζών και των κλαδιών μας.
Αλλά ο έρωτας ποτέ δεν μετριέται με την απόφαση να ρισκάρω να σε παρασύρω στην πτώση μου.
Το να αγαπάς χωρίς να εξαρτάσαι είναι , αναμφίβολα, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της καθημερινής μάχης για μια ευτυχισμένη ζωή.  Και το να μην εξαρτάσαι δεν κοστίζει λίγο – σε καμία περίπτωση. Ένας άνθρωπος αυτοεξαρτημένος, πάντα θα κατηγορείται από εκείνους που αφήνονται σε άνετες και προβλέψιμες εξαρτήσεις, ως υπερόπτης, ανόητος, σκληρός ή επιθετικός – για να μην πω αντικοινωνικός, μισάνθρωπος ή εγωιστής.
Εκείνοι που έχουν μάθει να μην εξαρτώνται, δεν επιτρέπουν ούτε και στους άλλους να εξαρτηθούν απ’ αυτούς. Ξέρουν πως και στις δύο άκρες τις αλυσίδας, και ο σκλάβος και ο αφέντης είναι θύματα σκλαβιάς, και την απορρίπτουν.  Αρνούνται να γίνουν κρεμάστρες για ξένα καπέλα και δεν θέλουν να βασιστούν σε άλλους για να καταφέρουν οτιδήποτε.
Μπορείς να κολλήσεις ένα κομμάτι σελοτέιπ στο χέρι σου.
Αν το κάνεις με προσοχή, η ένωση μένει σταθερή και διατηρείται.
Μπορείς να το ξεκολλήσεις και να το κολλήσεις ξανά, αλλά η αποτελεσματικότητα δε θα ‘ναι η ίδια με την πρώτη φορά.
Μπορείς να το επαναλάβεις πολλές φορές, αλλά κάθε φορά η κόλλα θα κρατάει λιγότερο.
Ο λόγος είναι προφανής…Κάθε φορά, κομματάκια από το δέρμα σου, μικρά και αόρατα, ξεριζώνονται από το τράβηγμα.
Είναι αυτά τα μικροσκοπικά θραύσματα που εμποδίζουν την ένωση να ξαναγίνει σταθερή και διαρκής.
Είναι το σύνολο όλων αυτών των θραυσμάτων που τελικά, μια μέρα, κάνουν την ταινία να μην κολλάει πια..

Χόρχε Μπουκάϊ


Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Ο πελτές του Μήτσου


Νεαρός ήταν όταν κατέβηκε στην Αθήνα να κάνει την τύχη του.
Τρία βρακιά ήταν όλη η περιουσία του.
Δύσκολα ήταν, εκείνα τα χρόνια.
Σιγά-σιγά κάτι κατάφερε ο Μήτσος και νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, κατέβαινε πολλά σκαλιά σ' ένα τυφλό δωμάτιο που δεν είχε καθόλου φως.
Μετά από κανένα χρόνο μετακόμισε στα Πατήσια.
Τώρα θα μου πείτε από Παγκράτι πως βρέθηκε στα Πατήσια. Να, η διαδρομή ήταν μία, με ένα εισιτήριο, Κολιάτσου-Παγκράτι. Έτσι προέκυψε το δωμάτιο στα Πατήσια.
Παλάτι του φάνταζε το δωμάτιο στα Πατήσια. Ήταν και ημιυπόγειο. Είχε και μια μικρή, τόση δα αυλίτσα στον ακάλυπτο.
Παρέες δεν είχε ο Μήτσος στην Αθήνα, όλο δούλευε και άμα γύρναγε στο "σπίτι" του, ευχαριστιόταν, καθάριζε, τακτοποιούσε, ξεκουράζονταν και διάβαζε.
Κάποια στιγμή πήρε και ένα ψυγειάκι από το Μινιόν. Μεγάλες χαρές. Ήθελε το "σπίτι" του να το φτιάξει σπιτικό. Να μάθει να μαγειρεύει, να κόψει τα σουβλάκια. Τα πιτόγυρα.
Ένα απόγευμα, γύρναγε από τη δουλειά και συναντάει ο Μήτσος που λέτε, ένα φίλο του από πάνω από την πατρίδα. Έτσι στο πουθενά, βρήκε ένα γνωστό, ίδια ηλικία είχανε περίπου.
— Μπάμπη; Τι θες εδώ;
— Μήτσο, εσύ είσαι;
Αγκαλιές, φιλιά. Ο Μπάμπης είχε κατέβει από το χωριό για μια δουλειά. Φτώχεια κι αυτός, τα είπανε λίγο κι ο Μήτσος κατάλαβε.
— Μπάμπη, θα έρθεις στο σπίτι. Θα μαγειρέψουμε, θα φάμε, θα ξεκουραστείς, θα κοιμηθείς και αύριο με το καλό πας στη δουλειά σου.
Στο δρόμο αγόρασαν ψωμί, μισή δραχμή έκανε.
Φτάσανε στο ημιυπόγειο, όλο καμάρι ο Μήτσος του έκανε χώρο να περάσει.
Πήγε ο Μήτσος στο κουζινάκι, άνοιξε το ψυγείο και το ψυγείο ήταν άδειο, μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ. Ντοματοπελτέ. Ντομάτα σάλτσα, πως την λένε.
Δαγκώθηκε ο Μήτσος, αλλά τί να κάνει δραχμή δεν υπήρχε στην τσέπη.
— Μπάμπη, θα φτιάξουμε, ένα φαΐ που θα γλύφεις τα δάχτυλα σου.
Έβαλε το κατσαρολάκι στο πετρογκάζ, το γέμισε νερό και έριξε τον πελτέ μέσα στο νερό και το άφησε να πάρει μια βράση. Δυο πιάτα είχε ο Μήτσος, "έστρωσε" το τραπεζάκι και σέρβιρε την σούπα πελτέ.
Χαμογέλασε ο Μπάμπης και κάθισε στο τραπεζάκι. Βούταγαν το ψωμί μέσα στο ζουμί και έτρωγαν με βουλιμία. Έτσι ξεγέλασαν την πείνα τους.
Πέρασαν χρόνια κι ο Μήτσος συναντήθηκε με τον Μπάμπη στην Θεσσαλονίκη. Ήταν αλλιώς τα πράγματα.
Πήγαν για καφέ και θυμήθηκαν τα παλιά. Γέλαγαν με το περιστατικό του ντοματοπελτέ.
Όταν χωρίζανε, γυρίζει ο Μπάμπης και λέει στον Μήτσο:
— Να σου πω Μήτσο, από τότε, έχω αδειάσει πολλά πιάτα, αλλά να ξέρεις την νοστιμιά που είχε εκείνο το ντοματόζουμο, δεν την ξαναβρήκα. Είχε πολλή αγάπη εκείνος ο πελτές, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, κι άμα τρώω ένα ωραίο φαγητό, πάντα λέω:
«Σαν τον πελτέ του Μήτσου όμως, δεν είναι».



Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Ο μύθος του Νάρκισσου



Ο μύθος του Νάρκισσου αφηγείται, στην πραγματικότητα, την τραγωδία της απώλειας του εαυτού μας. Ο Νάρκισσος βλέπει την αντανάκλασή του στο νερό και ερωτεύεται το ωραίο του πρόσωπο, για το οποίο η μητέρα του σίγουρα θα ήταν περήφανη.
Τον εξαπατά η αντανάκλαση της εικόνας του, αφού δείχνει μόνο το τέλειο, υπέροχο πρόσωπό του, και όχι τον εσωτερικό του κόσμο, τον πόνο και την ιστορία του. Η πίσω όψη και η σκιά του, παραμένουν κρυφές γι αυτόν, αφού ούτε φαίνονται ούτε ανήκουν σε αυτή την πολυαγαπημένη αντανάκλαση της εικόνας του.
Αυτό το στάδιο του εκστατικού μαγέματος μπορεί να συγκριθεί με τις ιδέες μεγαλείου, όπως ακριβώς το επόμενο στάδιο(η λαχτάρα δηλαδή για τον εαυτό του η οποία τον αναλώνει)μπορεί να συγκριθεί με την κατάθλιψη. Ο Νάρκισσος δεν ήθελε να είναι τίποτε άλλο παρά ο ωραίος νέος. Αρνιόταν εντελώς τον αληθινό του εαυτό. Προσπαθώντας να συνενωθεί με την ωραία εικόνα του, εγκαταλείπει τον εαυτό του στο θάνατο, ή σύμφωνα με την εκδοχή του Οβίδιου(Λατίνος ποιητής),στη μεταμόρφωσή του σε ένα λουλούδι. Ο θάνατος αυτός είναι η λογική συνέπεια της καθήλωσής μας στον ψευδή εαυτό. Δεν είναι μόνο «τα ωραία»,» τα καλά» και τα ευχάριστα συναισθήματα που μας κάνουν πραγματικά ζωντανούς, που προσδίδουν βάθος στην ύπαρξή μας και μας οδηγούν στην ουσιαστική κατανόηση του εαυτού μας. Συχνά είναι και τα συναισθήματα που δεν είναι αποδεκτά, που δεν έχουμε εξοικειωθεί μαζί τους και που θα προτιμούσαμε να τα αποφύγουμε: η αίσθηση ότι είμαστε απροστάτευτοι, η ντροπή, ο φθόνος, η ζήλεια, το μπέρδεμα, η οργή και η θλίψη. Τα συναισθήματα αυτά μπορούμε στα πλαίσια της θεραπείας να τα βιώσουμε και να τα κατατάξουμε. Αυτό συμβαίνει επειδή το θεραπευτικό πλαίσιο αποτελεί έναν καθρέφτη του εσωτερικού μας κόσμου, ο οποίος είναι πολύ πιο πλούσιος από ένα «απλώς όμορφο πρόσωπο».
Ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε την εξιδανικευμένη εικόνα του, αλλά δε μπορούσε να αγαπήσει πραγματικά τον εαυτό του. Αυτό δε μπορεί να το κάνει ούτε ο Νάρκισσος με τις ιδέες μεγαλείου, ούτε ο Νάρκισσος που έχει κατάθλιψη. Ο ενθουσιασμός για τον ψευδή εαυτό του, καθιστά αδύνατη όχι μόνο την αγάπη του για τους άλλους, αλλά, παρά τα φαινόμενα, και την αγάπη του για το μοναδικό άτομο του οποίου τη φροντίδα του έχουν εμπιστευτεί πλήρως: τον ίδιο του τον εαυτό
   
Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο της ALice Miller «Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας»