Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

O μικρός ιπποποταμος

- Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός
μεγάλος ιπποπόταμος. Με λίγη τύχη και αν φανείς
συνετός, μπορεί να γίνεις ακόμα και
υπουργός οικονομικών ή και αντιπρόεδρος
στην κυβέρνηση του ποταμού!


- Μαμά τι είναι οι ίπποι; ρώτησε ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος.
- Άλογα. Γιατί;
- Να εδώ λέει ότι περήφανοι ίπποι καλπάζουν στους πέρα κάμπους. Σάλιωσε το χοντρό του δάχτυλο και γύρισε τη σελίδα του βιβλίου που κρατούσε. Θέλω κι εγώ να καλπάσω… σε κάμπους, πρόσθεσε κλείνοντας το βιβλίο και ρίχνοντας ένα ονειροπόλο βλέμμα στον ορίζοντα.
- Αγόρι μου εσύ έχεις τον ποταμό σου. Πλατσουρίζεις όλη μέρα στο χλιαρό νερό χωρίς κανένας να σε ενοχλεί. Κυλιέσαι στη δροσερή λάσπη στα μαλακά. Τι να τους κάνεις τους κάμπους.
- Μαμά;
- Μμμμ…
- Θα ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω περήφανος ίππος.
- Παιδί μου τι λες; Είσαι ένας παχουλός μικρός ιπποπόταμος και όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός μεγάλος ιπποπόταμος.
- Μα δεν θέλω!
- Είσαι τρελός; Με τέτοια προσόντα όλοι οι δρόμοι είναι ανοικτοί. Μπορεί να γίνεις ακόμα και … πολιτικός
- Αλήθεια;
- Αλήθεια. Απλώς χρειάζεται η κατάλληλη προετοιμασία.
- Τι πρέπει να κάνω δηλαδή;
- Πρώτον: Να στέκεις ακίνητος όσο μπορείς περισσότερη ώρα για να μην ξοδεύεις ενέργεια. Να, ας πούμε ξάπλωσε στην όχθη του ποταμού στον ήλιο και βάλε να δεις τηλεόραση. Δεύτερον: Να τρως τεράστιες ποσότητες φαγητού και γλυκών. Μάσα αργά και κατάπινε νωχελικά. Τρίτον: Να κοιμάσαι πολύ ή όταν δεν κοιμάσαι να χασμουριέσαι. Ότι κάνεις δηλαδή. Και κυρίως να σταματήσεις να σκέπτεσαι ανατρεπτικά.
- Τι θα πει ανατρεπτικά.
- Εννοώ να μην κάνεις απότομες κινήσεις και ταράζεις την επιφάνεια του νερού στον ήρεμο βούρκο μας.
- Γιατί;
- Γιατί μην ξεχνάς ότι ο ποταμός είναι το σπίτι μας αλλά και ο καμπινές μας. Δεν θέλεις να έρθουν στην επιφάνεια οι βρωμιές; Θέλεις;
- Εγώ θέλω να γίνω περήφανος ίππος και να καλπάζω σε κάμπους.
- Να είδες; Πάλι ανατρεπτικά σκέφτεσαι.
- Μα δεν κουνήθηκα! Και δεν έκανα βρωμιές.
- Ναι αλλά λες βρωμιές. Άκου ίππος!
Ο μικρός παχουλός ιπποπόταμος δεν μίλησε. Ξανάνοιξε το βιβλίο του και ξανάρχισε το διάβασμα.
Ύστερα από λίγο καιρό, ένα απόγευμα, είχε βουτήξει ολόκληρο το κεφάλι του στο νερό και στεκόταν ακίνητος. Η μαμά του που τον παρακολουθούσε μετά από 4,5 λεπτά άπνοιας άρχισε να ανησυχεί και εκνευρισμένη έμπηξε τις φωνές.
- Τι θα γίνει επιτέλους; Βγάλε το κεφάλι σου έξω!!
Ο μικρός άκουσε τα ουρλιαχτά και ξεπρόβαλλε το κεφάλι.
- Τι κάνεις; Θέλεις να με τρελλάνεις;
- Μα μαμά είδα ένα ντοκυμαντέρ στην τηλεόραση για τους λεπτεπίλεπτους ιππόκαμπους. Νάβλεπες πως κολυμπούσαν με τις ώρες μέσα στο νερό χωρίς να βγαίνουν στην επιφάνεια.
- Άκου παιδάκι μου εσύ είσαι ένας παχουλός μικρός ιπποπόταμος.
- Θέλω να κολυμπήσω σε θαλασσινό νερό.
- Αγόρι μου είσαι με τα καλά σου; Εσύ έχεις τον ποταμό σου με το γλυκό λασπόνερο. Τι να το κάνεις το αλμυρό θαλασσινό νερό;
- Μαμά, θα ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω λεπτεπίλεπτος ιππόκαμπος.
- Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός μεγάλος ιπποπόταμος. Με λίγη τύχη και αν φανείς συνετός, μπορεί να γίνεις ακόμα και υπουργός οικονομικών ή και αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του ποταμού!
- Τι θα πει συνετός;
- Αυτός που δεν σκέπτεται ανατρεπτικά όπως εσύ, αλλά κοιτάει το συμφέρον του.
- Μαμά πεινάω.
- Α γειά σου παιδί μου! Τώρα μιλάς συνετά. Πάρε αυτή τη μεγάλη πλάκα σοκολάτα και άδειασε το μυαλό σου από κάθε σκέψη.
Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος έκλεισε το βιβλίο του, ξετύλιξε την σοκολάτα, την δάγκωσε και δεν ξαναμίλησε.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι ανατρεπτικές σκέψεις βούλιαξαν στα γλυκά χλιαρά νερά του λασποπόταμου και πνίγηκαν. Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος μεταμορφώθηκε σε έναν συνετό παχουλό πολιτικό, διακεκριμένο στέλεχος της κυβέρνησης του ποταμού, που έτρωγε κάθε μέρα μια μεγάλη πλάκα σοκολάτα.

Προδημοσίευση από υπό έκδοση Συλλογή Διηγημάτων του Οδυσσέα Ξένου.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ…




Μία νεαρή γυναίκα πήγε στη μητέρα της και της μίλησε για τη ζωή της. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει τα πράγματα και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, να τα παρατήσει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.
Η μητέρα της την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει.
Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο έβαλε αυγά, και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ. Τα άφησε λίγο να βράσουν, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ΄το νερό και τα έβαλε σ“ένα μπωλ. Έβγαλε τα αυγά έξω και τα έβαλε σ“ένα μπολ. Μετά έβγαλε τον καφέ έξω και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι.
Ρώτησε την κόρη της: “πες μου τι βλέπεις’.
“Καρότα, αυγά και καφέ”,της απάντησε η κόρη.
Η μητέρα της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα. Το έκανε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά. Μετά η μητέρα ζήτησε απ΄την κόρη της να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό. Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ΄την κόρη της να πιει μια γουλιά απ΄τον καφέ. Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του. Μετά η κόρη ρώτησε: “τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;’.
Η μητέρα τηςτης εξήγησε ότι το καθένα απ΄αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά. Το καρότο αρχικά μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό. Εντούτοις, εφόσον τοποθετήθηκε στο βραστό νερό, μαλάκωσε και έγινε αδύναμο. Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτησή του σε βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε. Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους σε βραστό νερό, άλλαξαν το νερό.
“Ποιο απ΄αυτά είσαι εσύ;” ρώτησε την κόρη της. Σκέψου το λίγο: Τι απ΄αυτά είσαι εσύ;
Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως είχες “υγρό” πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μία οικονομική δυσκολία ή μια άλλη δοκιμασία σκλήρυνες; Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του. Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα δεν είναι στα καλύτερά τους, εσύ γίνεσαι καλύτερος και αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου.
Όταν δεν είναι και η καλύτερη στιγμή και οι δοκιμασίες σε συναντούν, ανυψώνεις τον εαυτό σου σε άλλο επίπεδο; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ; Ελπίζω να έχεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκό, αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατό, αρκετή λύπη για να παραμείνεις ανθρώπινος και αρκετή ελπίδα για να σε κάνει ευτυχισμένο. Το λαμπρότερο μέλλον πάντοτε θα βασίζεται σε ένα ξεχασμένο παρελθόν. Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή μέχρι ν΄αφήσεις πίσω τις αποτυχίες σου και τους πόνους σου. Όταν γεννήθηκες έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου έτσι ώστε στο τέλος εσύ να είσαι αυτός που θα χαμογελά και όλοι γύρω σου θα κλαίνε..


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Μια ποντικοπαγίδα! (Ένα διδακτικό παραμύθι...)





Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε.

Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!:
-Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!

Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε:
"Κυρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε:
"Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ."

Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"
Και το βόδι απάντησε:
"Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου! "

Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!

Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι ....
Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα.

Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες..
Έτσι ο αγρότης έσφαξε την κότα για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο.
Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι.

Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλίτωσε! Πέθανε! Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι.

Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το βόδι
Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν' έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΆΣΜΑΤΆ ΕΊΝΑΙ ΠΩΣ:
Χάσαμε την ανθρωπιά μας. και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας..!
όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο!
είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή!
ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας!
είμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος.
Και αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο....

ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΚΑΤΆΛΑΒΑΝ.
Εμείς είμαστε τα ποντικάκια..
Εμείς όμως είμαστε και οι κότες..
Εμείς και τα γουρούνια.
Εμείς και τα βόδια.

ΓΙ ΑΥΤΌ ΚΑΛΆ ΝΑ ΠΆΘΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΆΘΟΥΜΕ ΠΩΣ.
Είναι αδύνατον να γελάμε, αν δεν γελάει ολόκληρη η γειτονιά.


Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Διασχίσαμε ωκεανούς





Διασχίσαμε ωκεανούς, κάναμε το γύρο του κόσμου, ανοίξαμε δρόμους στο διάστημα, κατασκευάσαμε computers και "συναντάμε" σε δευτερόλεπτα αγαπημένα πρόσωπα ,  γεμίσαμε τοίχους με διπλώματα για να αποκτήσουμε τη "γνώση", φτιάξαμε ουρανοξύστες γιατί μας είπαν στον ουρανό πως μένει ο Θεός και δεν θα τον βλέπαμε ποτέ απ΄τα ισόγεια διαμερίσματα  , πασχίζουμε να προσθέσουμε χρόνια στη ζωή μας, ελπίζοντας μια μέρα πρόσωπο με πρόσωπο να έρθουμε με την Αθανασία, μάθαμε να οδηγούμε γρήγορα γιατί έτσι μόνο συνοδηγό έχουμε την Ελευθερία, γιατί μας έπεισαν πως μόνο στην Ιθάκη θα συναντήσουμε την Ευτυχία................άραγε, διασχίζοντας χρόνια τώρα τη ζωή μας, πόσες φορές αλήθεια συναντήσαμε και αναγνωρίσαμε μέσα σ' αυτήν τον εαυτό μας;  

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Τὸ ἄγνωστο λουλούδι (Πα­ρα­μύ­θι βα­σι­σμέ­νο σὲ πραγ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα)




Zούσε κάποτε στν κό­σμο ­να μι­κρ λου­λού­δι. Κα­νες δν γνώ­ρι­ζε ­τι ­πρ­χε στ γ. Ε­χε με­γα­λώ­σει μο­νά­χο του, σ’ ­να γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Ο ­γε­λά­δες κα ο κα­τσί­κες δν σύ­χνα­ζαν ­κε, κα τ παι­δι ­π τν κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νι­έ­ρων πο­τέ τους δν ­παι­ζαν στ μέ­ρος ­κε­νο. Στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο κα­νέ­να χορ­τά­ρι δν φύ­τρω­νε· μό­νο με­ρι­κς ξε­χα­σμέ­νες, γκρί­ζες πέ­τρες ­ταν σπαρ­μέ­νες ­κε, κι ­νά­με­σά τους ­νας ξε­ρς κα ­πο­νε­κρω­μέ­νος πη­λός. Μο­νά­χα ­νε­μος σερ­γι­ά­νι­ζε στ γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Σν ­νας γε­ρο-σπο­ρέ­ας, κου­βα­λο­σε σπό­ρους κα τος ­σπερ­νε παν­το – τό­σο στ μα­ρο, νο­τι­σμέ­νο χ­μα, ­σο κα στ γυ­μν κα πε­τρ­δες γ­κα­τα­λειμ­μέ­νο ο­κό­πε­δο. Στ μα­ρο κα ε­φο­ρο χ­μα ο σπό­ροι ­δι­ναν λου­λού­δια κα χορ­τά­ρια, ­μως στς πέ­τρες κα στν πη­λ πέ­θαι­ναν.
       Μι φο­ρ ­πε­σε ­π τν ­έ­ρα ­νας μι­κρς σπό­ρος, βρί­σκον­τας προ­στα­σί­α μέ­σα σ’ ­ναν μι­κρ λάκ­κο, ­νά­με­σα στς πέ­τρες κα τν πη­λό.
       Τ σπο­ρά­κι α­τ βα­σα­νί­στη­κε γι πο­λύ, κι ­πει­τα μού­σκε­ψε μέ­σα στν πά­χνη, ­νοι­ξε στ δύ­ο, ­φέ­θη­καν ­π μέ­σα του λε­πτς τρι­χο­λες ­π ρί­ζες, κα μ΄ α­τς τρύ­πη­σε τν πέ­τρα κα τν πη­λ κα ρ­χι­σε ν’ ­να­πτύσ­σε­ται.
       ­τσι ρ­χι­σε ν ζε στν κό­σμο τ μι­κρ ­κε­νο λου­λού­δι. Δν ε­χε τί­πο­τα γι ν τρα­φε στς πέ­τρες κα στν πη­λό. Ο στα­γό­νες τς βρο­χς, πο ­πε­φταν ­π τν ο­ρα­νό, ­φτα­ναν στν ­πι­φά­νεια το ­δά­φους, δί­χως ν ε­σχω­ρή­σουν μέ­χρι τς ρί­ζες του, ­μως τ λου­λού­δι ζο­σε κα με­γά­λω­νε κα γι­νό­ταν σι­γ-σι­γ ­λο­έ­να κα πι ψη­λό. Τ λου­λου­δά­κι ­ψω­νε τ φύλ­λα του ­νάν­τια στν ­νε­μο, κα ­νε­μος κό­πα­ζε δί­πλα του. ­π τν ­νε­μο ­πε­φταν στν πη­λ κόκ­κοι σκό­νης, κου­βα­λη­μέ­νοι ­π τ φύ­ση­μά του, μα­ζ μ ε­φο­ρο, μα­ρο χ­μα. Σ’ ­κεί­νους τος κόκ­κους σκό­νης ­πρ­χε τρο­φ γι τ λου­λού­δι, ­στό­σο ο κόκ­κοι ­ταν ξε­ροί. Τ λου­λού­δι, γι ν τος μου­σκέ­ψει, ­στη­νε καρ­τέ­ρι ­λη τ νύ­χτα στ δρο­σι κα τ μά­ζευε, στα­γό­να-στα­γό­να, στ φύλ­λα του. Κα ­ταν τ φύλ­λα βά­ραι­ναν ­π τ δρο­σιά, τ λου­λού­δι τ χα­μή­λω­νε κα δρο­σι ­πε­φτε κά­τω, νο­τί­ζον­τας τος μαύ­ρους κόκ­κους τς σκό­νης, τος φερ­μέ­νους ­π τν ­νε­μο, δι­α­βρώ­νον­τας μα­ζ κα τν ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.
       Τν ­μέ­ρα τ λου­λού­δι ­στη­νε ­νέ­δρα στν ­νε­μο κα τ βρά­δυ στ δρο­σιά. Μο­χθο­σε νυ­χθη­με­ρν γι ν ζή­σει κα ν μν πε­θά­νει. ­νά­στη­σε με­γά­λα τα φύλ­λα του, ­στε ν μπο­ρον ν συγ­κρα­τον τν ­νε­μο κα ν συλ­λέ­γουν τ δρο­σιά. ­μως ­ταν δύ­σκο­λο γι τ λου­λού­δι ν τρέ­φε­ται μό­νο ­π τος κόκ­κους τς σκό­νης, πο ­πε­φταν μ τ βο­ή­θεια το ­νέ­μου, κι ­κό­μα ν μα­ζεύ­ει γι’ α­τος τ δρο­σιά. ­π τν λ­λη, ­πρε­πε ν ζή­σει, κα ­περ­νι­κο­σε μ τ βο­ή­θεια τς ­πο­μο­νς τν πό­νο του ­π τν πεί­να κα τν κού­ρα­ση. Τ λου­λού­δι μό­νο μι φο­ρ στ διά­ρκεια το ε­κο­σι­τε­τρα­ώ­ρου χαι­ρό­ταν: ­ταν πρώ­τη ­κτί­να το πρω­ι­νο ­λιου γ­γι­ζε τ ­πο­κα­μω­μέ­να φύλ­λα του.
       ­ν ­μως ­νε­μος ­κα­νε πο­λ και­ρ ν ­πι­σκε­φθε τ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, τό­τε τ μι­κρ λου­λού­δι α­σθα­νό­ταν ­σχη­μα, κα δν το ρ­κο­σαν ο δυ­νά­μεις του γι ν ζή­σει κα ν με­γα­λώ­σει.
       ­μως τ λου­λού­δι δν ­θε­λε ν ζε μέ­σα στ λύ­πη. Γι’ α­τό, ­ταν τ πράγ­μα­τα γι ‘κε­νο γί­νον­ταν ­λό­τε­λα θλι­βε­ρά, λα­γο­κοι­μό­ταν. Πα­ρ’ ­λα α­τά, πά­σχι­ζε συ­νε­χς ν’ ­να­πτυ­χθε, ­κό­μα κα ­ταν ο ρί­ζες του τρα­γά­νι­ζαν τς γυ­μνς πέ­τρες κα τν ξε­ρ πη­λό. ­ταν συ­νέ­βαι­νε α­τό, τ φύλ­λα του δν μπο­ρο­σαν ν τρα­φον κα­νο­νι­κ κα κι­τρί­νι­ζαν: ­να νευ­ρά­κι τους γι­νό­ταν μπλά­βο, ­να λ­λο κόκ­κι­νο, κά­ποι­ο τρί­το ­παιρ­νε ­να γα­λά­ζιο χρυ­σα­φ χρ­μα. Κι ­λα α­τ ­πει­δ ­λει­πε ­π’ τ λου­λού­δι τρο­φή, κα τ μαρ­τύ­ριό του κ­δη­λω­νό­ταν στ φύλ­λα μ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τ ­διο τ λου­λού­δι, ­στό­σο, δν τ γνώ­ρι­ζε α­τό: βλέ­πε­τε, ­ταν τυ­φλ κα δν μπο­ρο­σε ν δε τν ­αυ­τό του· ν δε πς στ’ ­λή­θεια ­ταν.
       Στ μέ­σα το κα­λο­και­ριο στε­φά­νη το λου­λου­διο ν­θι­σε. Μέ­χρι τό­τε ­μοια­ζε μ χορ­τα­ρά­κι, ­ν τώ­ρα ε­χε γί­νει πραγ­μα­τι­κ λου­λού­δι. στε­φά­νη ­πο­τε­λον­ταν ­π πέ­τα­λα πο ε­χαν ­να ­πλό, φω­τει­ν χρ­μα, δια­υγς κα ν­το­νο, ­πως τ χρ­μα ­νς ­στε­ριο. Καί, ­πως ­να ­στέ­ρι, τ λου­λού­δι λαμ­πύ­ρι­ζε μ ζω­η­ρ φλό­γα κα ­ταν ­ρα­τ ­κό­μα κα στ σκο­τει­ν νύ­χτα. ­ταν ­νε­μος ρ­χό­ταν στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, γ­γι­ζε πάν­το­τε τ λου­λού­δι κα ­παιρ­νε μα­ζί του τ ­ρω­μά του.
       Κα νά πο ­να πρω­ι­ν ­φτα­σε δί­πλα σ’ ­κε­νο τ ο­κό­πε­δο ­να κο­ρι­τσά­κι, Ντά­σα. Ζο­σε μ τς φι­λε­νά­δες της στν κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νιέ­ρων, κα ­κε­νο τ πρω­ ξύ­πνη­σε ­χον­τας ­πι­θυ­μή­σει τ μη­τέ­ρα της. Τς ε­χε γρά­ψει ­να γράμ­μα κα τ πή­γαι­νε στν σταθ­μό, γι ν φύ­γει ­σο τ δυ­να­τν πι γρή­γο­ρα. Στν δρό­μο Ντά­σα φι­λο­σε τν φά­κε­λο μ τ γράμ­μα κα τν ζή­λευ­ε πο α­τς θ ­βλε­πε τ μη­τέ­ρα της νω­ρί­τε­ρα ­π’ ,τι ­κεί­νη.
       Στν ­κρη το ­ρη­μου ο­κο­πέ­δου Ντά­σα α­σθάν­θη­κε μιν ε­ω­διά. ­ρι­ξε μι μα­τι ­λό­γυ­ρα. Κα­νέ­να λου­λού­δι δν ­πρ­χε κον­τά, μό­νο λί­γο χορ­τα­ρά­κι ε­χε φυ­τρώ­σει στ μο­νο­πά­τι κα τ ο­κό­πε­δο ­ταν τε­λεί­ως γυ­μνό. ­μως ­έ­ρας ­πνε­ε ­π τ ο­κό­πε­δο με­τα­φέ­ρον­τας ­π ‘κε μιν ­νά­λα­φρη μυ­ρω­διά, σν φω­ν πο προ­σκα­λο­σε, τ φω­ν μις ­ση­μης κα ­γνω­στης ζω­ς. Ντά­σα θυ­μή­θη­κε ­να πα­ρα­μύ­θι, πο τς ε­χε δι­η­γη­θε ­δ κα και­ρ μη­τέ­ρα της. Τς ε­χε μι­λή­σει γι ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο, πο συ­νε­χς θλι­βό­ταν γι τ μη­τέ­ρα του, ­μως δν μπο­ρο­σε ν κλά­ψει κα μό­νο μ τν ε­ω­δι περ­νο­σε θλί­ψη του. «­σως ­κε­νο τ λου­λού­δι ν ­πι­θυ­με στ πα­ρα­μύ­θι τ μη­τέ­ρα του, ­πως ­γώ», σκέ­φτη­κε Ντά­σα.
       Π­γε στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο κα ν­τί­κρι­σε, κον­τ σ μι πέ­τρα, ­κε­νο τ λου­λου­δά­κι. Ντά­σα πο­τ ς τώ­ρα δν ε­χε δε πα­ρό­μοι­ο λου­λού­δι – ο­τε σ χω­ρά­φι, ο­τε στ δά­σος, ο­τε στς ε­κό­νες τν βι­βλί­ων, ο­τε στν Βο­τα­νι­κ Κ­πο, που­θε­νά. Κά­θι­σε στ χ­μα, δί­πλα στ λου­λού­δι, κα τ ρώ­τη­σε:
       — Για­τί ε­σαι ­τσι;
       — Δν ξέ­ρω, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       — Κα για­τί δν μοιά­ζεις μ τ’ λ­λα λου­λού­δια;
       Τ λου­λού­δι κα πά­λι δν ­ξε­ρε τί ν πε. ­μως ­ταν πρώ­τη φο­ρ πο ­κου­γε ­π τό­σο κον­τ τ φω­ν ­νς ν­θρώ­που, ­ταν πρώ­τη φο­ρ πο κά­ποι­ος τ κοι­το­σε, κα γι’ α­τ δν ­θε­λε ν προ­σβά­λει τν Ντά­σα μ τ σι­ω­πή του.
       — Δι­ό­τι περ­νά­ω δύ­σκο­λα, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       — Κα πς σ λέ­νε; ρώ­τη­σε Ντά­σα.
       — Κα­νες δν μ φω­νά­ζει μ κά­ποι­ο ­νο­μα, ε­πε τ λου­λου­δά­κι, ζ μο­νά­χο μου.
       Ντά­σα κοί­τα­ξε ­λό­γυ­ρά το ­ρη­μο ο­κό­πε­δο.
       — ­δ ­χει πέ­τρες, ­δ ­χει πη­λό! ε­πε. – Πς κα ζες μο­να­χό σου, πς φύ­τρω­σες μέ­σα ­π τν πη­λ κα δν πέ­θα­νες, ­τσι μι­κρ πο ε­σαι;
       — Δν ξέ­ρω, ­πάν­τη­σε τ λου­λού­δι.
       Ντά­σα ­σκυ­ψε στ λου­λού­δι κα τ φί­λη­σε στ φεγ­γε­ρό του κε­φα­λά­κι.
       Τν ­πο­μέ­νη, ­λοι ο πι­ο­νιέ­ροι ρ­θαν ν ­πι­σκε­φθον τ λου­λου­δά­κι. Τος ε­χε φέ­ρει Ντά­σα. Πο­λ πρν φτά­σουν στ ο­κό­πε­δο, τος πρό­στα­ξε ν πά­ρουν μιν ε­σπνο­ κα τος ε­πε:
       —­κο­τε πό­σο ­μορ­φα μυ­ρί­ζει;* ­τσι ­να­σαί­νει α­τό.
       Ο πι­ο­νι­έ­ροι στέ­κον­ταν γι πο­λ ­ρα γύ­ρω ­π τ λου­λου­δά­κι κα τ κα­μά­ρω­ναν, σν νά ’­ταν ­ρω­ας. ­πει­τα, ­φε­ραν ­να γύ­ρο ­λο το ­ρη­μο ο­κό­πε­δο, τ μέ­τρη­σαν μ τ βή­μα­τά τους κα ­πο­λό­γι­σαν πό­σα κα­ρό­τσια κο­πρι κα τέ­φρα ­πρε­πε ν φέ­ρουν γι ν λι­πά­νουν τν ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.
       ­θε­λαν ν γί­νει τ χ­μα στ ο­κό­πε­δο γό­νι­μο. Τό­τε κα τ μι­κρ λου­λού­δι, μ τ ­γνω­στο ­νο­μα, θ μπο­ρο­σε ν’ ­να­παυ­θε, κα ­π τος σπό­ρους του θ με­γά­λω­ναν, δί­χως ν χα­θον, πα­νέ­μορ­φα παι­διά, τ πι κα­λ λου­λού­δια, πο θ ­λαμ­παν ­π φς κα πο ­μοι­ά τους δν θ ­πρ­χαν που­θε­νά.
       ­π τέσ­σε­ρις ­μέ­ρες δού­λευ­αν ο πι­ο­νι­έ­ροι, λι­παί­νον­τας τ χ­μα στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο. ­πει­τα, μό­λις τε­λεί­ω­σαν, ξε­κί­νη­σαν τ τα­ξί­δι τους γι λ­λους ­γρούς, γι λ­λα δά­ση, κα πλέ­ον στ ­ρη­μο ο­κό­πε­δο δν ξα­να­φά­νη­καν.
Μό­νο Ντά­σα ρ­θε μι φο­ρά, γι ν’ ­πο­χαι­ρε­τή­σει τ μι­κρ λου­λού­δι. Τ κα­λο­καί­ρι ­φτα­νε ­δη πρς τ τέ­λος του κα ο πι­ο­νι­έ­ροι ­πρε­πε ν’ ­να­χω­ρή­σουν γι τ σπί­τια τους. ­πως κα ­γι­νε.
       Τ ­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι Ντά­σα ρ­θε πά­λι στν ­δια κα­τα­σκή­νω­ση τν πι­ο­νι­έ­ρων. Κα­θ’ ­λη τ διά­ρκεια το μα­κρο χει­μώ­να, θυ­μό­ταν τ μι­κρ λου­λού­δι μ τ ­γνω­στο ­νο­μα. Κα π­γε ­μέ­σως στ ο­κό­πε­δο ν τ ­πι­σκε­φθε.
       Ντά­σα ε­δε ­τι τ ο­κό­πε­δο ε­χε τώ­ρα λ­λά­ξει: τώ­ρα ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μ χορ­τά­ρι κα λου­λού­δια, κι ­π πά­νω του πε­το­σαν που­λι κα πε­τα­λο­δες. ­π τ λου­λού­δια ­να­δι­δό­ταν μι ε­ω­διά, ­μοι­α μ’ ­κεί­νη το μι­κρο λου­λου­διο-βι­ο­πα­λαι­στ.
       ­στό­σο, τ περ­σι­ν λου­λού­δι, α­τ πο ζο­σε ­νά­με­σα στς πέ­τρες κα στν πη­λό, δν ­πρ­χε πιά. Πέ­θα­νε μλ­λον τ πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο. Τ και­νούρ­για λου­λού­δια ­ταν ­πί­σης ­μορ­φα, λι­γό­τε­ρο ­μορ­φα ­μως ­π’ ,τι ­κε­νο, τ πρ­το λου­λού­δι. Ντά­σα ­πε­σε σ θλί­ψη, ­πει­δ δν ­πρ­χε πλέ­ον τ λ­λο­τι­ν λου­λού­δι. ­ν ε­χε πά­ρει τν δρό­μο τς ­πι­στρο­φς, ξαφ­νι­κ στα­μά­τη­σε. ­νά­με­σα σ δυ­ πέ­τρες, φύ­τρω­νε στρι­μωγ­μέ­νο ­να νέ­ο λου­λού­δι – ­διο ­κρι­βς ­πως ­κε­νο τ πα­λιό, μό­νο ­λα­φρς κα­λύ­τε­ρο κα ­κό­μα πι ­μορ­φο. Τ λου­λού­δι το­το με­γά­λω­νε ­νά­με­σα στς πέ­τρες, πο το δυ­σκό­λευ­αν τ ζω­ή. ­ταν ζω­η­ρ κα καρ­τε­ρι­κό, ­πως πα­τέ­ρας του, κα πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­να­τ ­π’ τν πα­τέ­ρα του, ­πει­δ ζο­σε στς πέ­τρες.
       Στν Ντά­σα φά­νη­κε ­τι τ λου­λού­δι τεν­τω­νό­ταν πρς τ μέ­ρος της, ­τι τν κα­λο­σε κον­τά του μ τ σι­ω­πη­λ φω­ν τς ε­ω­δις του.
 * Ση­μεί­ω­ση το με­τα­φρα­στ: ­δ Πλα­τό­νωφ χρη­σι­μο­ποι­ε τν κ­φρα­ση πο ­παν­τ στν Κρή­τη κα σ ­ρι­σμέ­να λ­λα μέ­ρη τς λ­λά­δας, σύμ­φω­να μ τν ­ποί­α τ μυ­ρω­δι μπο­ρε κα­νες ν τν ­κού­σει.

ντρέι Πλατόνωφ