Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Σου εύχομαι αρκετά



«Σε έναν αερολιμένα, είδα έναν ηλικιωμένο πατέρα να αποχαιρετά την κόρη του που έφευγε με το αεροπλάνο. Λίγο πριν η κοπέλα απομακρυνθεί από κοντά του, στάθηκε για λίγο σιωπηλός, την κοίταξε και της είπε με συγκινημένη φωνή: «Σ αγαπώ! ..Σου εύχομαι αρκετά!»

Εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά και του απάντησε: «Μπαμπά, η ζωή μου μαζί σου ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αρκετό. Η αγάπη σου είναι όλα όσα χρειάστηκα ποτέ. Σου εύχομαι αρκετά και εγώ μπαμπά μου».

Τον φίλησε, τον αποχαιρέτησε δακρυσμένη και έφυγε για να επιβιβασθεί στο αεροπλάνο.

Εκείνος περπάτησε μέχρι το παράθυρο, κοντά στο σημείο όπου καθόμουν. Στάθηκε, για λίγο, όρθιος, κοιτάζοντας έξω. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω, ότι προσπαθούσε πάρα πολύ, για να μην κλάψει.

Στη συνέχεια, ήρθε και κάθισε στην καρέκλα δίπλα μου.

Δεν ήθελα να εισβάλω στην ιδιωτική του ζωή πιάνοντας του κουβέντα και, γι' αυτό, έβγαλα το κινητό μου και έκανα πως γράφω ένα μήνυμα. Μέχρι που άκουσα τη φωνή του να μου λέει:

«Έχετε πει, ποτέ, "αντίο", σε κάποιον, γνωρίζοντας ότι δεν θα τον ξαναδείτε ποτέ; Ότι τον αποχαιρετάτε για πάντα;»

«Ναι», του απάντησα.

Εκείνη τη στιγμή, ήρθαν στο μυαλό μου όλες εκείνες οι αναμνήσεις από τον δικό μου πατέρα. Όλη η αγάπη και η εκτίμηση που έτρεφα για αυτόν, για όλα όσα είχε κάνει για μένα. Θυμήθηκα, πως, όταν έμαθα ότι οι μέρες του ήταν περιορισμένες, τον επισκέφτηκα και του είπα, πρόσωπο με πρόσωπο, πόσο σημαντικός ήταν για μένα. Έτσι, ήξερα, πραγματικά, τι βίωνε αυτός ο άνθρωπος.

 «Συγχωρέστε με για την ερώτηση, αλλά γιατί είναι αυτό το τελευταίο αντίο; Δεν θα έρθει πάλι η κόρη σας να σας δει;» τον ρώτησα.

«Έχω μεγαλώσει πολύ πια και η κόρη μου ζει πάρα πολύ μακριά. Έχω συνειδητοποιήσει, πλέον, ότι το επόμενο ταξίδι της κόρης μου, εδώ, θα είναι για την κηδεία μου», μου είπε.

«Όταν την αποχαιρετήσατε, σας άκουσα, χωρίς να το θέλω, να της λέτε: "σου εύχομαι αρκετά". Αυτό γιατί το είπατε; Τι σημαίνει; τον ρώτησα, όλο περιέργεια.

Άρχισε να χαμογελάει. «Αυτός είναι ένας χαιρετισμός, που χρησιμοποιούμε στην οικογένεια μας, από πολύ παλιά. Εγώ τον άκουσα από τους γονείς μου και εκείνοι από τους δικούς τους γονείς».

Σταμάτησε, για μια στιγμή και κοιτώντας ψηλά, σαν να προσπαθούσε κάτι να θυμηθεί, χαμογέλασε ακόμα περισσότερο.

«Όταν λέμε, σε κάποιον, σου εύχομαι αρκετά, του ευχόμαστε να έχει μια ζωή γεμάτη, με πολλά, καλά πράγματα». Στη συνέχεια, γύρισε προς το μέρος μου, με κοίταξε και σαν να απάγγελε κάποιο ποίημα, μου είπε:

«Σου εύχομαι αρκετόν ήλιο, για να κρατήσει την συμπεριφορά σου, πάντα, φωτεινή. Σου εύχομαι αρκετή βροχή, για να εκτιμήσεις τον ήλιο περισσότερο. Σου εύχομαι αρκετή ευτυχία, για να κρατήσει το πνεύμα σου ζωντανό. Σου εύχομαι αρκετόν πόνο, έτσι ώστε οι μικρότερες χαρές, στη ζωή σου, να μοιάζουν μεγαλύτερες. Σου εύχομαι αρκετά κέρδη, για να ικανοποιήσεις τα θέλω σου. Σου εύχομαι αρκετές απώλειες, για να εκτιμήσεις όλα αυτά που έχεις στην κατοχή σου. Σου εύχομαι αρκετούς αποχαιρετισμούς, για να ξεπεράσεις τον τελευταίο πιο ανώδυνα».

Στη συνέχεια, σηκώθηκε, με αποχαιρέτησε και μην μπορώντας να συγκρατήσει άλλο τα δάκρυα του, προχώρησε προς την έξοδο».


Bob Perkins

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Μην μου ξυπνάς την λύπη μέσα μου





Δεν έχω θυμό μέσα μου!
Δεν έχω έχθρα για κανέναν!
Όμως μέσα μου κοιμάται μια λύπη!
Πρόσεχε μην μου την ξυπνάς!
Κι η λύπη, όταν την ξυπνάς, γίνεται θάνατος!

Μην μου ξυπνάς την λύπη μέσα μου.
Άστην να κοιμηθεί, να γαληνέψει και να ξεχαστεί.

Θα 'θελα να μπορούσα να θυμώσω και να φωνάξω.
Να ξεσπάσω, να κλάψω, να εκδικηθώ.
Μόνο που τίποτα από αυτά δεν θέλω να κάνω.

Το μόνο που θέλω είναι να κοιμίσω την λύπη μου.
Να την κοιμίσω και να την ξεχάσω.
Όπως κάνω ότι ξεχνώ τόσα πράγματα.
Κι ας μην τα ξεχνώ.

Θέλω να περπατήσω και να μυρίσω νυχτολούλουδο.
Να περιπλανηθώ σε δρομάκια άγνωστα.
Θέλω να μετακομίσω σε καινούρια γειτονιά.
Να περπατήσω τους δρόμους της και να ανακαλύψω καινούρια μυστικά.

Τόσα θέλω, μόνο που δεν ξέρω τι μπορώ.


William Shakespeare
 
ΠΗΓΗ

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Η ηχώ





Άκου την ηχώ της ζωής...ζωής....ζωής...

Description: son.jpg

Μια φορά ένας άνδρας με τον γιο του περπατούσαν μέσα στο δάσος. Ξαφνικά το αγόρι σκουντουφλά και πέφτει κάτω. Κτύπησε το πόδι του και φώναξε δυνατά!!!

- ΑΑΑΧΧΧ!

Ξαφνιασμένος, ακούει την φωνή του να επιστρέφει:

- ΑΑΑΧΧΧ!

Ξαφνιασμένος από το φαινόμενο, φωνάξει:

- Ποιός είσαι;

Όμως την μοναδική απάντηση που παίρνει είναι:

- Ποιός είσαι;

Θυμωμένος τώρα φωνάζει αγριεμένα:

- Είσαι δειλός!

Και η φωνή απαντά:

- Είσαι δειλός!

Γεμάτος περιέργεια ρωτά τον πατέρα του.

- Τι συμβαίνει πατέρα; τι γίνεται εδώ;

- Πρόσεξε γιε μου, του λέει εκείνος και φωνάζει δυνατά:

- Σε θαυμάζω!

Η φωνή απαντά:

- Σε θαυμάζω!

Ο πατέρας φωνάζει για άλλη μια φορά:

- Είσαι υπέροχος!

Η φωνή απαντά:

- Είσαι υπέροχος!

Το αγόρι ακόμα πιο έκπληκτο από πριν, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.

Υστέρα ο πατέρας πιάνει να εξηγήσει στον γιο του:

το φαινόμενο αυτό, οι άνθρωποι το λένε ΗΧΩ, αλλά στ' αλήθεια είναι ΖΩΗ. Επειδή εκείνη σου επιστρέφει αυτό που της δίνεις. Η ζωή είναι ένας καθρέφτης των πράξεών σου. Αν θέλεις πιο πολλή αγάπη, τότε να δώσεις πολλή αγάπη! Αν θέλεις κατανόηση, τότε δώσε κατανόηση. Αν θέλεις οι άνθρωποι να σε υπομένουν, τότε να τους υπομείνεις και εσύ. Αυτός είναι ο κανόνας της ζωής και έχει εφαρμογή σε κάθε τομέα της ζωής μας!
Η ζωή σου με άλλα λόγια είναι όχι απλά μια σύμπτωση από τυχαία γεγονότα αλλά ένας καθρέφτης του ίδιου σου του εαυτού!



Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Αν ήμουν παιδί...







-Αν ήμουν παιδί θα έφτιαχνα μια ζωγραφιά γεμάτη από χρώματα.

-Αν ήμουν παιδί θα έβγαινα με τους φίλους μου στην αλάνα να παίξω τυφλόμυγα.

-Αν ήμουν παιδί θα έπαιζα στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ.

-Αν ήμουν παιδί θα έλεγα στην μαμά μου να μου φτιάξει το αγαπημένο μου φαγητό.

-Αν ήμουν παιδί θα είχα την γιαγιά μου και θα μου έλεγε όμορφες ιστορίες.

-Αν ήμουν παιδί θα γελούσα με την καρδιά μου στα αστεία των φίλων μου.

-Αν ήμουν παιδί "το τράβηγμα στο αυτί" από το δάσκαλο θα μου φαινόταν χάδι.

-Αν ήμουν παιδί η τιμωρία της μάνας επειδή έσπασα το βάζο θα ήταν περιπέτεια.

-Αν ήμουν παιδί θα μπορούσα να κάνω αυτό που ήθελα χωρίς να παρεξηγηθώ.

-Αν ήμουν παιδί θα έκανα διακοπές όλο το καλοκαίρι.



Όλα αυτά αν ήμουν παιδί...

ΤΩΡΑ;

-Τώρα οι ζωγραφιές που φτιάχνω στο μυαλό μου είναι μουντές.

-Δεν μπορώ να βρεθώ με τους φίλους μου όσο θα ήθελα...χαθήκαμε.

-Στους δρόμους βγαίνω αλλά μόνο για το τρέξιμο των υποχρεώσεων.

-Εγώ φτιάχνω τώρα στη μαμά μου το αγαπημένο της φαγητό, έχει μεγαλώσει.

-Δεν έχω πια την γιαγιά μου να μου λέει ιστορίες...με πονάει πολύ αυτό.

-Οι φίλοι μου πια έχουν τα δικά τους προβλήματα, σπάνια με κάνουν και γελώ.

-Τώρα αυτοί που μου "τραβούν το αυτί" το κάνουν για να πονέσω πραγματικά.

-Η μαμά μου δεν με βάζει πια τιμωρία με τιμωρούν άλλοι χωρίς να τους έχω κάνει κακό, χωρίς να με ξέρουν.

-Δεν μπορώ να κάνω πια αυτό που θέλω... από παντού κρίνομαι.

-Διακοπές πια πάω σπάνια και αυτό για λίγες μέρες και μόνο στην γενέτειρά μου. Οι καιροί είναι δύσκολοι.

Ευτυχώς όμως είναι κάποιες μέρες που νιώθω πάλι παιδί. 

Τόσο παιδί που το παιδί μου κάνει τον γονιό μου.



Μ. Στρατή


Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Το παράδοξο της εποχής μας





Το παράδοξο της εποχής μας μέσα στην ιστορία είναι ότι έχουμε ψηλότερα κτήρια, αλλά κοντύτερο ψυχισμό.
Φαρδύτερες λεωφόρους, αλλά στενότερες οπτικές γωνίες.
Σπαταλούμε περισσότερο, αλλά έχουμε λιγότερα.
Αγοράζουμε περισσότερα, αλλά απολαμβάνουμε λιγότερο.

Έχουμε μεγαλύτερα σπίτια και μικρότερες οικογένειες.
Περισσότερες ανέσεις, αλλά λιγότερο χρόνο.
Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερη αντίληψη.
Περισσότερη γνώση, αλλά λιγότερη κρίση.
Περισσότερους ειδήμονες, αλλά λιγότερες λύσεις.
Περισσότερα φάρμακα, αλλά λιγότερο καλή φυσική κατάσταση.

Έχουμε πολλαπλασιάσει τα αποκτήματά μας, αλλά έχουμε μειώσει τις αξίες μας..

Μιλάμε πολύ, αγαπάμε σπανιότατα και μισούμε συχνότατα.

Έχουμε μάθει πώς να 'κερδίζουμε το ψωμί μας', αλλά όχι πώς να κερδίζουμε τη ζωή.
Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Ταξιδεύουμε στο φεγγάρι, αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε τον δρόμο, ώστε να συναντήσουμε ένα νέο γείτονα.

Κατακτήσαμε το κενό του διαστήματος, αλλά όχι το εσωτερικό μας κενό.
Καθαρίσαμε τον αέρα, αλλά βρωμίσαμε την ψυχή μας.
Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι την εμπάθεια και την προκατάληψή μας.

Έχουμε υψηλότερα εισοδήματα, αλλά χαμηλότερη ηθική.
Γίναμε πολλοί σε ποσότητα, αλλά λίγοι σε ποιότητα.

Αυτή είναι η εποχή των ψηλών ανθρώπων, αλλά των μικρών χαρακτήρων.
Του γρήγορου κέρδους, αλλά των ρηχών σχέσεων.

Αυτή είναι η εποχή του κόσμου της ειρήνης, αλλά των εσωτερικών συγκρούσεων.
Περισσότερης άνεσης, αλλά λιγότερης διασκέδασης.
Περισσότερων ειδών διατροφής, αλλά λιγότερης θρεπτικότητας.

Αυτή είναι η εποχή των δύο εισοδημάτων (και των δύο συζύγων), αλλά περισσότερων διαζυγίων.
Των εντυπωσιακότερων κατοικιών, αλλά διαλυμένων σπιτιών.

Είναι η εποχή που υπάρχουν πολλά στις βιτρίνες και λιγότερα αποθέματα


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Το μονοπάτι







Μες της ζωής το μονοπάτι, άλλοτε μοναχικό κι άλλοτε πολύβουο, συναντάμε Ανθρώπους κι ανθρωπάκια. Κάθε φορά, σε κάθε συνάντηση, κάτι θα δώσουμε, κάτι θα πάρουμε. Αυτή η διαρκής ανταλλαγή δημιουργεί τις αναμνήσεις μας. Άλλοτε θλιβερές, μοναχικές, άλλοτε ευχάριστες. Αναπολήσεις που προκαλούν πόνο, ή νοσταλγία. Μα όσο πόνο κι αν έχουν, όσ...η αβάσταχτη νοσταλγία του παρελθόντος, πάντα υπάρχει ένα αύριο που μας προκαλεί περιμένοντας να μας δώσει κι αυτό κάτι. Μια ανάμνηση, μια νοσταλγία, έναν άλλο πόνο. Οι αναμνήσεις είναι το μόνο που μας απομένει όταν έχουμε χωριστεί από αυτούς που αγαπάμε. Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στις αναμνήσεις, ακόμα κι αν μας πονάνε και στις ελπίδες. Κάποτε ο κύκλος στον οποίο βαδίζουμε, κλείνει κι αφήνει πίσω του ένα κενό. Ένα, για κάθε κύκλο. Κι ένας άλλος κύκλος παίρνει τη θέση του... Άλλος μικρότερος, άλλος μεγαλύτερος...Κι εκεί, στο τέλος της κυκλικής μας πορείας, ένας νέος δρόμος ανοίγεται. Τι αφήνουμε πίσω; Τι παίρνουμε μαζί μας; Ποιος οδηγεί τα βήματά μας στο ατέλειωτο αυτό ταξίδι; Έτσι είναι η ζωή και δεν αλλάζει. Γιατί αν δεν υπήρχε θάνατος, δε θα γνωρίζαμε πως ζούμε. Αν δεν υπήρχε ο πόνος, δε θα ξέραμε την ευτυχία........

Πολλοί άνθρωποι θα περάσουν και θα φύγουν από τη ζωή σου , μα μόνο οι αληθινοί φίλοι θα αφήσουν τα ίχνη τους στην καρδιά σου . Αληθινός φίλος , είναι αυτός που ξέρει , ότι κάτι σου συμβαίνει , ακόμη κι αν έχεις φορέσει το μεγαλύτερο χαμόγελο στο πρόσωπό σου . Εάν κάποια μέρα θέλεις να κλάψεις φώναξέ με . Δεν σου υπόσχομαι ότι θα σε κάνω να γελάσεις , αλλά μπορώ να κλάψω μαζί σου !

Την εικονα της φιλιας, μην την αποτυπωσεις πανω στα νερα της
κρυσταλλινης λιμνης , γιατι μολις περασει το διαβα σου απο κει, η λιμνη θα ξεχασει τουτη την μαγευτικη εικονα. Αποτυπωσε την καλυτερα στα νερατου πονου καποιας καρδιας, που παλευει για να βρει την αληθεια, γιατι αυτη η καρδια ποτε δεν θα λησμονισει την εικονα του φιλου ...σου και την δική σου, την ώρα που της χαριζατε μια φωτεινή ακτίνα από το φως σας.

Αποτυπωσε την σε ενα μεγαλο ιδανικο, που για παντα θα αντανακλα για παντα δυο ενωμενενες μορφες, που το κυνηγησαν τιμια για να το πιασουν. 


Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Το νόμισμα της καλοσύνης






Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε στον απογευματινό του περίπατο.
Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και ζητούσε βοήθεια. Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.

Ο μεγάλος συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: «Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω»!
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά: «Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα! Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρω αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω..»




Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Το Λιοντάρι και το Ποντίκι




Μια φορά ένα λιοντάρι κοιμότανε στη σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς, ένα βόδι ολόκληρο, είχε πιει μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί στον ύπνο κι έβλεπε όνειρα λιονταρίσια.

Ξαφνικά, ένιωσε στον ύπνο του πως κάτι το γαργαλούσε, σαν να περπατούσε κάποιος - πολύ ελαφρά είν' αλήθεια - πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και τι να δει: ήταν ένα ποντίκι!

Θύμωσε τότε το ποντίκι που ένα τόσο ταπεινό και μικρούλικο ζωάκι τόλμησε να του χαλάσει την ησυχία του κι αρπάζοντάς το με το πόδι του, ετοιμάστηκε να το χάψει.
Αλλά το ποντίκι άρχισε να το παρακαλάει κλαίγοντας:
- Άφησέ με βασιλιά μου να ζήσω κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις.
Το λιοντάρι, που ήτανε πια χορτάτο και δεν μπορούσε να φάει ούτε έναν ποντικό, γέλασε με τα λόγια που άκουσε και είπε:
- Σου χαρίζω τη ζωή, μόλο που ποτέ δε θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις!
Κάποτε όμως το λιοντάρι έπεσε σ' ένα λάκκο - παγίδα που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί, κι εκείνοι του έδεσαν τα πόδια με χοντρά σκοινιά και το άφησαν για να πάνε στο χωριό τους να φέρουν κι άλλους ανθρώπους, να τους βοηθήσουν, για να το κουβαλήσουν, επειδή ήταν πολύ βαρύ.
Ύστερα από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκεί ο ποντικός και άκουσε βογκητά.
Κατέβηκε τότε στο λάκκο, είδε το δεμένο λιοντάρι και το γνώρισε.
- Κάποτε μου χάρισες τη ζωή, του είπε. Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω.
- Εσύ θα με ελευθερώσεις; Ρώτησε απορώντας το λιοντάρι. Πώς είναι δυνατό;
- Τώρα θα δεις είπε το ποντίκι.
Κι άρχισε, με τα σουβλερά του δόντια, να ροκανίζει τα χοντρά σκοινιά, που έδεναν τα πόδια του λιονταριού.
Ύστερα από τρεις-τέσσερις ώρες, τα σκοινιά ήταν κομμένα και το λιοντάρι μπόρεσε, μ' ένα πήδημα, να βγει από το λάκκο - παγίδα.
Δεν έφυγε όμως αμέσως, γιατί περίμενε να σκαρφαλώσει και το ποντίκι απάνω, μια που κι αυτό δεν μπορούσε να βγει μ' ένα πήδημα.
-Σ' ευχαριστώ πολύ! Του είπε συγκινημένο το λιοντάρι.
-Σου είχα υποσχεθεί πως θα ξεπλήρωνα την καλοσύνη που μου έκανες, και κράτησα την υπόσχεσή μου, αποκρίθηκε το ποντίκι. Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και αδύνατο ποντίκι, θα μπορούσα να βοηθήσω εσένα, το βασιλιά των αγριμιών. Πρέπει να ξέρεις, όμως, πως κι οι πιο αδύνατοι μπορούν να ξεπληρώσουν το καλό που τους κάνουν οι δυνατότεροί τους.



Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Το κορίτσι που ήθελε να δίνει



Στα εννέα χρόνια της ζωής της η Ρέιτσελ Μπέκγουιθ...
πρόλαβε να δωρίσει τρεις φορές τις κοτσίδες της. Η πρώτη φορά ήταν στα πέντε της στο σχολείο πληροφορήθηκε πως μια οργάνωση (η Locks of Love ή στα ελληνικά Κοτσίδες Αγάπης) συγκέντρωνε μαλλιά για να φτιάχνει περούκες για παιδιά που πάσχουν από καρκίνο. 
Η Ρέιτσελ δεν δίστασε καθόλου. Έβαλε τη μητέρα της Σαμάνθα να την κουρέψει και μετά περίμενε να ξαναμεγαλώσουν τα μαλλιά της. Και τα έκοψε και πάλι. Η τρίτη φορά ήταν στις 23 Ιουλίου, την ημέρα που σκοτώθηκε σε τροχαίο: οι γονείς της δώρισαν τα όργανα της Ρέιτσελ μαζί με την τελευταία της κοτσίδα.
Είχε κλείσει τα 9 στις 12 Ιουνίου. Στους συγγενείς και τους φίλους είχε πει: «Αντί να μου κάνετε δώρο, δωρίστε 9 δολάρια σ' αυτούς που φτιάχνουν πηγάδια για όσους δεν έχουν πόσιμο νερό». Είχε ακούσει μια μέρα στην εκκλησία να μιλούν για τη λειψυδρία που απειλεί τον κόσμο και για την Charity: water, μία από τις πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις που συγκεντρώνουν κεφάλαια για ανθρωπιστικά προγράμματα που συνδέονται με το νερό. Και είχε αποφασίσει να κάνει κάτι, να μπει στη μέση. Με τη μητέρα της, ήρθαν σε επαφή με την οργάνωση. Στον ιστότοπο (
www.charitywater.org) εξακολουθεί να υπάρχει η σελίδα της: «Σας παρακαλώ, βοηθήστε με. Στους δωρητές θα στείλουμε τη φωτογραφία των πηγαδιών και τις ...
γεωγραφικές συντεταγμένες από το Google Earth. Ο στόχος μου είναι να συγκεντρώσω 300 δολάρια».

Η Ρέιτσελ ζούσε στο Σιάτλ, ένα παιδί της εποχής της, των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του Google Earth. Ηταν τρελά ερωτευμένη με τον τραγουδιστή - είδωλο των παιδιών Τζάστιν Μπίμπερ, αν και η μητέρα της λέει πως δεν τολμούσε να το παραδεχτεί. Πιθανόν να είχε ζητήσει από τον Τζάστιν (ο οποίος είναι κι αυτός χορηγός της Charity: water) να βγάλει σε δημοπρασία έναν χορό μαζί του για να συγκεντρώσει λίγα ακόμη δολάρια για την έκκληση των γενεθλίων της, που είχε σταματήσει στα 280 δολάρια. Ομως, τις τρεις ημέρες που η Ρέιτσελ πέρασε αναίσθητη στο κρεβάτι του νοσοκομείου, αφηγείται ο Νίκολας Κριστόφ στους «Νιου Γιορκ Τάιμς», οι φίλοι της τής ψιθύρισαν στ' αυτί πως μπορεί να είναι ικανοποιημένη: οι δωρεές στο όνομά της είχαν ξεπεράσει κατά πολύ όχι μόνο τον στόχο της, αλλά και τα 50.000 δολάρια που είχε καταθέσει ο ίδιος ο Μπίμπερ. Στις 25 Ιουλίου, μετά την κηδεία, η μητέρα της έγραψε ένα ευχαριστήριο ποστ : «Ξέρω πως η Ρέιτσελ χαμογελάει!».

Μακάρι να γελούσε με τον τρόπο που σκέπτονται οι ενήλικοι, με τους μηχανισμούς της μετά θάνατον διασημότητας και με τον μικρό Σάιμον που έστειλε 5 δολάρια - «αν και ήθελα να δώσω περισσότερα, αλλά είμαι μόνον 8 ετών και αυτό είναι το εβδομαδιαίο χαρτζιλίκι μου». Ή και με τον κυνισμό μας, που θα κάνει κάποιους να πουν πως ήταν... η νταλίκα. Αν δεν σκοτωνόταν εκείνο το Σάββατο του Ιουλίου στον αυτοκινητόδρομο από μια νταλίκα που έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο με το οποίο ταξίδευε η Ρέιτσελ με την οικογένειά της, τραυματίζοντας θανάσιμα μόνον εκείνη, ίσως κανείς να μη μάθαινε για την παράξενη γιορτή των γενεθλίων ενός κοριτσιού από την περιφέρεια του Σιάτλ. Τα χρήματα που συγκέντρωνε για να ανοίξουν πηγάδια στο Κονγκό ή το Μπανγκλαντές θα είχαν μείνει στα 280 και δεν θα είχαν ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο δολάρια. Ο Κριστόφ δεν θα είχε γράψει το εμπνευσμένο άρθρο του, στο οποίο αναγορεύει την Ρέιτσελ σε θετικό σύμβολο της πιο νέας γενιάς. Αν δεν ήταν εκείνη η νταλίκα, η Ρέιτσελ θα είχε βάλει μπροστά το νέο της σχέδιο έτοιμη να κόβει τις μπούκλες της ξανά και ξανά.



Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Ιστορίες να σκεφτείς



Κείμενο του Χόρχε Μπουκάι που δημοσιεύτηκε αρχικά στον πρόλογο της τρίτης επανέκδοσης του βιβλίου του "Γράμματα στην Κλαούντια" το 1989.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Η ζωή ένα ταξίδι




Η ζωή μας είναι ταξίδι, ενα ταξίδι στο χρόνο

Ταξιδεύοντας θα δείς, θ'ακούσεις, θα γευτείς, θα μυρίσεις, θα μάθεις

Το κυριότερο όμως είναι ότι θα νιώσεις συναισθήματα

Θα νιώσεις χαρά, ικανοποίηση, επιτυχία, αγάπη σε όλες τις μορφές

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Η δύναμη των λέξεων



Πόση δύναμη μπορούν να κρύβουν οι λέξεις; ένα όμορφο βιντεάκι το οποίο παρουσιάζει αυτή την δύναμη με έναν πολύ ωραίο τρόπο

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Η αγάπη των δυο δέντρων



Μία υπέροχη ταινία animation μικρού μήκους με θέμα την αγάπη μεταξύ δύο δέντρων που δυστυχώς δεν μπορούν να αγγίξουν το ένα το άλλο.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

«Μάτια μου μεγάλα...»


«Θέλουν προσοχή τα νιάτα.
Συμπαράσταση και ζεστασιά χρειάζονται.
Ας ξεχάσουμε για λίγο τα προβλήματά μας
και ας σταθούμε δίπλα στα παιδιά μας.
Μας χρειάζονται κι ας μας δείχνουν το αντίθετο.
Έτσι είναι, έτσι ήταν και θα είναι πάντα.
Μάτια μας μεγάλα !»




Έτσι τελειώνει η ανάρτηση του φίλου μου του Τεμαχιστή, που το κείμενό του με "τεμάχισε" αργά και βασανιστικά.
Με λιάνισε στην κυριολεξία.
Όσες φορές και να διαβάσω το κείμενό του, πάντα, ξαναφέρνω στο μυαλό μου την εφηβεία μου.
Κάθε φορά με βάζει να συγκρίνω το τότε, με το τώρα.
Και η σύγκριση, είναι απελπιστικά οδυνηρή για το τώρα.
Και έχουμε όλοι μας, ένα μερίδιο ευθύνης γι' αυτό.
Αφεθήκαμε στο εκμαυλιστικό κάλεσμα του χρήματος -τις περισσότερες φορές δανεικό- και ξεμείναμε στο νησί των Λωτοφάγων ξεχνώντας τις διδαχές των προηγούμενων γενεών.
Τον ρόλο της γιαγιάς και του παππού τον αναθέσαμε στην TV και στα κινούμενα σχέδια.
Κερδίσαμε λίγη ησυχία, όση ώρα εθιζόντουσαν τα παιδιά μας στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Κάναμε μια τζούρα παραπάνω σε καπνό και ποτό, βαυκαλιζόμενοι πως η ευδαιμονία του ουρανίσκου είναι και ο ευτυχισμένος τρόπος να ζει κανείς.
.
Κάναμε σπίτια και μεζονέτες και εξοχικά για τα παιδιά μας, μα ξεχάσαμε πως δεν αρκούν αυτά για να ευτυχήσουν.
Τα απαλλάξαμε από το βάρος της παιδικής τους ηλικίας, φορτώνοντας το πρόγραμμά τους με φροντιστήρια, γυμναστήρια - παντός είδους - δασκάλους μουσικής, χορού, καράτε, και πάει λέγοντας...
Και έτσι παιδιά δεν ήταν ποτέ.
Και όταν ξυπνήσαμε, καταλάβαμε πως τα παιδιά μας τα έχουμε ευνουχίσει.
Τους δώσαμε όλα τα πιστοποιητικά γνώσης, μα τους στερήσαμε την γνώση της ζωής.
Τα προστατέψαμε από κάθε σωματική καταπόνηση, πιστεύοντας πως είναι πλασμένα μόνο για να τα υπηρετούν και δεν τους δώσαμε την παραμικρή ευκαιρία να διαπιστώσουν την αξία του κάματου της χειρωνακτικής εργασίας.
Απομονωθήκαμε από την φύση και όλη την σοφία που αιώνες μοίραζε σε όσους ήταν κοντά της και κρατήσαμε από αυτήν να μεταδώσουμε στα παιδιά μας μόνο όσα χαρίζουν ξεγνοιασιά.
Πόσο μικρόμυαλη συμπεριφορά!
Τα κοιτώ στα μάτια, βλέπω την φλόγα της ζωής να καίει αλλά δεν βλέπω εστία.
Και πολύ φοβάμαι, πως αυτή η φλόγα που δεν έχει εστία θα κατακάψει τα πάντα.
Το μόνο που τολμώ να τους πω, είναι να ακούσουν την φωνή της καρδιάς τους και να τολμήσουν να αναζητήσουν το μέλλον τους σε αυτό που αγαπούν να κάνουν και όχι σε αυτό που θα τους αποκαταστήσει επαγγελματικά.
Αρκεί να το πιστέψουν και να το υπηρετήσουν.
Να αγωνιστούν για το μέλλον τους και να κόψουν τον ομφάλιο λώρο της σιγουριάς που τους δέσαμε πισθάγκωνα.
Αυτά για την ώρα φίλε Τεμαχιστή και εδώ θα είμαστε να ξεφύγουμε από τον κόσμο των "ανίκανων".


Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Ο άνδρας, το άλογο κι ο σκύλος





Ένας άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε ένα δάσος. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δένδρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε στάχτη! Όμως ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του με τα δύο του ζώα. Κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούργια κατάσταση.

Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι.Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο.- «Καλημέρα».- «Καλημέρα», απάντησε ο φύλακας.- «Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;».- «Αυτός είναι ο παράδεισος».- «Τι καλά που φτάσαμε στον παράδεισο, γιατί διψάμε».- «Μπορείτε, κύριε, να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε», είπε ο φύλακας και του έδειξε την πηγή.- «Το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης».- «Λυπάμαι πολύ», είπε ο φύλακας, «αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα».

Ο άνδρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μια και διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός. Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του.Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα περικυκλωμένη από δέντρα. Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άνδρας και είχε το κεφάλι του καλυμμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.- «Καλημέρα», είπε ο διαβάτης. Ο άνδρας έγνεψε ως απάντηση με το κεφάλι του.-

«Διψάμε πολύ το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ».- «Υπάρχει πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια», είπε ο άνδρας δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.Ο άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του πήγαν στην πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άνδρα.- «Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε», του απάντησε εκείνος.- «Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος;», ρώτησε ο άνδρας.- «Παράδεισος».- «Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μού είπε ότι εκείνο το μέρος ήταν ο παράδεισος».- «Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος, αλλά η κόλαση», απάντησε ο φύλακας. Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.- «Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προξενήσει μεγάλο μπέρδεμα», είπε ο διαβάτης.- «Σε καμία περίπτωση», αντέτεινε ο άνδρας, «στην πραγματικότητα μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερους φίλους τους! 

Πάουλο Κέλο, Ο διάβολος και η δεσποινίδα Πριμ, εκδ. Λιβάνης, Αθήνα 2001

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Τα παιδιά είναι τόσο πλούσια





Η παιδική ηλικία είναι το βασίλειο της μεγάλης δικαιοσύνης και της βαθιάς αγάπης. 
Στα χέρια του παιδιού κανένα πράγμα δεν είναι σπουδαιότερο από κάποιο άλλο. 
Παίζει με μια χρυσή καρφίτσα ή ένα λευκό λουλούδι. 

Σαν κουραστεί θα αφήσει απρόσεχτα και τα δυο να πέσουν και θα ξεχάσει πόσο λαμπερά του φαινόταν στο φως της δικής του χαράς. Δεν έχει φόβο της απώλειας. Για το παιδί ο κόσμος εξακολουθεί να είναι το όμορφο δοχείο μέσα στο οποίο δεν χάνεται τίποτα. Και θεωρεί ιδιοχτησία του κάθε τι που είδε, άγγιξε, η άκουσε κάποια στιγμή, κάθε τι βρέθηκε στο πέρασμά του.  
Δεν αναγκάζει τα πράγματα να εγκατασταθούν κάπου. Αφήνει να διαβούν μέσα από τα ιερά χέρια του, σαν μια σκοτεινών νομάδων που περνούν κάτω από μια αψίδα θριάμβου. Για λίγο φωτίζονται μέσα στην αγάπη του και έπειτα σκοτεινιάζουν ξανά όλα όμως πρέπει να περάσουν μέσα από αυτή την αγάπη. 
Και ό,τι φωτίστηκε μια φορά μέσα στην αγάπη, παραμένει εντός της σαν εικόνα και δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ πια. Και η εικόνα είναι περιουσία. Γι αυτό τα παιδιά είναι τόσο πλούσια. 


Ο πλούτος τους αποτελείται, φυσικά, από ατόφιο χρυσό και όχι από τα κοινά νομίσματα. Η αξία αυτού του χρυσού μοιάζει να μειώνεται όσο η διαπαιδαγώγηση κερδίζει έδαφος, αυτή που αντικαθιστά τις πρώτες εκούσιες και εντελώς προσωπικές εντυπώσεις με πατροπαράδοτες έννοιες που έχουν αναπτυχθεί μέσα στην ιστορία και η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, κατηγοριοποιεί τα πράγματα σε αξιόλογα και ασήμαντα, αξία επιδίωξης και αδιάφορα. 

Αυτή είναι η κρίσιμη εποχή. Είτε θα παραμένει ανέπαφος ο πλούτος των εικόνων πίσω από την εισροή καινούργιων γνώσεων, είτε θα χαθεί η παλιά αγάπη, όπως μια πόλη που πεθαίνει κατακλυσμένη από την στάχτη που ρίχνει αυτό το απρόσμενο ηφαίστειο. Το καινούργιο θα αποτελεί ανάχωμα' μέσα του θα προστατεύει ένα τμήμα της παιδικότητας, ή θα γίνει πλημμύρα και θα καταστρέψει την παιδικότητα χωρίς έλεος. 

Με λίγα λόγια το παιδί ή μεγαλώνει και κατανοεί περισσότερα, με την αστική έννοια, ως βλαστός ενός χρήσιμου πολίτη, γίνεται μέλος των ταγμάτων της δικής του εποχής και λαμβάνει τις δικές του χειροτονήσεις, ή απλά και ήρεμα συνεχίζει να ωριμάζει βαθιά μέσα του, αναπτύσσεται μέσα από την δική του παιδικότητα και γίνεται ένας άνθρωπος σύμφωνος με το πνεύμα όλων τον εποχών: ένας καλλιτέχνης.

Μικρά δοκίμια για την τέχνη, Rainer Maria Rilke

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι...







"Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι' αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.
Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.
Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.
Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.
Δεν λένε "εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει", ούτε "πουλήθηκα για πέντε δεκάρες", γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.
Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.
Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι' αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.
Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται "γερό μυαλό σε γερό κορμί".




Απόσπασμα από ένα γράμμα του Αντόν Τσέχωφ στον αδερφό του Νικολάι.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Μια συγκινητική ιστορία


Ο κωφάλαλος συγκίνησε τον ζητιάνο,η σερβιτόρα συγκινήθηκε από τον κωφάλαλο και τραγούδησε για εκείνον,που όμως δεν την άκουγε.Ο ζητιάνος βρήκε την λύση και βοήθησε την σερβιτόρα να κάνει τον κωφάλαλο να την ακούσει… μια συγκινητική ανθρώπινη ίσως βγαλμένη κι από την ζωή