Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Μερικές φορές πρέπει να χάνονται οι άνθρωποι…




Δεν είναι κακό να χάνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους. Να κλείνουν τους κύκλους της ζωής τους και να πηγαίνουν παρακάτω.
Το «για πάντα», δεν παντρεύτηκε ποτέ με το «μαζί».
Είμαστε σήμερα εδώ και ζούμε το τώρα, βιώνουμε τις στιγμές και τις μοιραζόμαστε.
Σε αυτό το σημείο όμως, μας έφερε το παρελθόν μας. Μας έφεραν οι επιλογές μας. Καλές και κακές. Έξυπνες και χαζές. Όλες.
Μας έφεραν αμέτρητες υποσχέσεις για «μαζί» και «για πάντα».
Λέξεις ειπωμένες με τόση αληθοφάνεια, που κι η ψυχή ακόμα τις δέχτηκε, όσο κι αν το μυαλό τις αναγνώριζε και τις απέρριπτε.
Κάθε απόφαση ήταν κι ένα βήμα προς το σημείο που στεκόμαστε τώρα.
Δεν είναι κακό να χάνονται οι άνθρωποι όταν δεν έχουν κάτι άλλο να πουν.
Δεν τελειώνει η αγάπη, αλλάζει μορφή. Γίνεται έγνοια κι ενδιαφέρον. Γίνεται ανάμνηση.
Όμως όταν δεν υπάρχει παρόν και σε δένει μόνο το παρελθόν, είναι καλό να κλείσεις τον κύκλο και να πας παρακάτω.
Όταν οι φράσεις ξεκινάνε με το «θυμάσαι τότε…» και η σιωπή δεν είναι συμφωνία και διάλογος, αλλά αμηχανία, κλείσε τον κύκλο και φύγε.

Δώσε ένα φιλί, χάιδεψε το πρόσωπο που έχεις απέναντί σου, κράτα τις στιγμές και πήγαινε παρακάτω.

Αν μείνεις, θα γευτείς την πίκρα της δηλητηριασμένης συνήθειας.
Δεν είναι κακό να χάνονται οι άνθρωποι όταν έχουν κάτι άλλο να ζήσουν.
Είτε είναι μια φιλία, είτε ένας έρωτας ακόμα και μια κόντρα, πρέπει να ξέρεις τη στιγμή που θα αποχωρήσεις.
Κάποια στιγμή δεν έχεις τίποτε άλλο να δώσεις. Δεν έχεις τίποτε άλλο να νιώσεις. Δεν έχεις τίποτα άλλο να πεις.
Έχεις εξαντλήσει τις πηγές της ψυχής σου. Έχεις αδειάσει κάθε απόθεμα που είχες.
Και τώρα, πιο πολύ από ποτέ, χρειάζεσαι καινούριες εικόνες, καινούρια ερεθίσματα, καινούριες πηγές.
Δεν είναι κακό να αλλάζεις μονοπάτι.
Το «μαζί» άλλωστε, είναι το μεγαλύτερο παραμύθι που θα πιστέψεις ποτέ στη ζωή σου. Δεν υπάρχει.
Υπάρχει το «μαζί, όσο…».
Μαζί, όσο οι ανάγκες σου θα κουμπώνουν με τις δικές μου. Μαζί, όσο η εικόνα σου θα είναι συμβατή με το κάδρο που μοστράρω. Μαζί μέχρι να πάψεις να ταράζεις τα λιμνασμένα μου νερά σαν βότσαλο στη λίμνη της ψυχής μου.
Μαζί όσο με αναγκάζεις να δώσω μάχες μαζί σου. Όσο δεν θα χρειάζεται πλέον να σε υπερασπιστώ στα λάθη σου.
Μαζί, όσο περπατάμε σε δρόμους καλοστρωμένους. Μαζί, όσο εσύ θα πολεμάς τους δράκους σου κι εγώ θα κάνω πως δεν τους βλέπω. Όσο οι σιωπηρές κραυγές σου δεν θα ενοχλούν τη χαϊδεμένη μου συνείδηση.
Μαζί, όσο το «έχεις δύναμη εσύ, θα τα καταφέρεις» θα είναι επιχείρημα που θα πιάνει.
Το «μαζί» και το «για πάντα» δεν υπήρξαν ποτέ αιώνια δεμένα. Υπήρξαν δυο εραστές που μοιράστηκαν με πάθος το σήμερα και τη λιακάδα, και χώρισαν στο λάθος. Υπήρξαν συνοδοιπόροι σε φωτισμένες διαδρομές, ώσπου το σκοτάδι τους χώρισε.
Το «μαζί» και το «για πάντα» είναι οι μεγαλύτερες λεκτικές απάτες που εφηύρε ο άνθρωπος για να φτιάξει το παραμύθι του.

Γιατί στο τέλος της μέρας, όταν μένεις μόνος εσύ και το σκοτάδι σου, ξέρεις καλά πως το «μαζί» και το «για πάντα», θα παραμείνουν μόνο εραστές.


Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Ο παράδεισος



Δύο άνθρωποι είχαν χαθεί μέσα στην έρημο για μέρες και κινδύνευαν να πεθάνουν από την δίψα και την ασιτία. Κάποια στιγμή όμως, βρέθηκαν μπροστά σʼ έναν ψηλό τοίχο. Πίσω από τον τοίχο έρχονταν ήχοι νερού που κυλά, πουλιών να τραγουδούν και πάνω από τον τοίχο ξεπρόβαλαν κλωνάρια δέντρων, φορτωμένα με καρπούς.
Ο ένας κατάφερε με δυσκολία να σκαρφαλώσει και να περάσει πάνω από τον τοίχο, μέσα στον κήπο.

Ο άλλος, έκανε μεταβολή και ξαναμπήκε στην έρημο, ψάχνοντας γι άλλους χαμένους ταξιδιώτες, για να τους βοηθήσει να βρουν τον δρόμο τους στον κήπο.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

H μάνα






Ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Έρχαρτ Κέστνερ έκανε την εξής εξομολόγηση:
– «Στα 1952 πήγα για πρώτη φορά μετά το πόλεμο, στην Αθήνα. Η γερμανική πρεσβεία, όταν άκουσε πως είχα πρόθεση να πάω στη Κρήτη, μου συνέστησε, επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμα και οι πληγές από τη γερμανική κατοχή ανεπούλωτες, να λέω πως είμαι Ελβετός. Αλλά εγώ τους ήξερα τους Κρήτες. Από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός και όχι μόνο δεν κακόπαθα, αλλά ξανάζησα παντού όπου πέρασα τη θρυλική κρητική φιλοξενία.
»Ένα σούρουπο, καθώς ο ήλιος βασίλευε, πλησίασα το γερμανικό νεκροταφείο, έρημο με μόνο σύντροφο τις τελευταίες ηλιαχτίδες. Έκανα όμως λάθος. Υπήρχε εκεί και μια ζωντανή ψυχή, ήταν μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Με μεγάλη μου έκπληξη την είδα ν’ ανάβει κεριά στους τάφους των Γερμανών νεκρών του πολέμου και να πηγαίνει μεθοδικά από μνήμα σε μνήμα.
Την πλησίασα και τη ρώτησα.
Είστε από εδώ;
-Μάλιστα.
-Και τότε γιατί το κάνετε αυτό; Οι άνθρωποι αυτοί σκότωσαν τους Κρητικούς».
Και γράφει ο Κέστνερ: «Η απάντηση, μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί». Απαντά η γυναίκα:
-«Παιδί μου, από τη προφορά σου φαίνεσαι ξένος και δεν θα γνωρίζεις τι συνέβη εδώ στα 41 με 44. Ο άντρας μου σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης κι έμεινα με το μονάκριβο γιο μου. Μου τον πήραν οι Γερμανοί όμηρο στα 1943 και πέθανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο Σαξενχάουζεν. Δεν ξέρω πού είναι θαμμένο το παιδί μου. Ξέρω όμως πως όλα τούτα ήταν τα παιδιά μιας κάποιας μάνας, σαν κι εμένα. Και ανάβω στη μνήμη τους, επειδή οι μάνες τους δεν μπορούν να ‘ρθουν εδώ κάτω. Σίγουρα μια άλλη μάνα θα ανάβει το καντήλι στη μνήμη του γιού μου»…
Σωστά έγραψε ο Γερμανός, ότι «Μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί η απάντηση αυτή». Λέμε εμείς. Ναι, στην Ελλάδα την ταλαιπωρημένη και απ’ όλους αδικημένη.



Του Σωκράτη Αριστοτέλους

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ




Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή.
Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο.
Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση.
Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθησε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».
Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.
Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.
Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».
Στην επόμενη στάση ένα παληκάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παληκάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».
(Από την Ξένια Σώντερς)

Ηλεκτρονικό Περιοδικό “Το Γράμμα”, Τεύχος 100 diakonima.gr 

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Ο γέρο - στρατηγός






Στη Μόσχα ζούσε ένας γέρος, ένας «στρατηγός», δηλαδή ένας σύμβουλος του Κράτους που είχε ένα επίθετο γερμανικό! Όλη του τη ζωή γύριζε τις φυλακές και επισκεπτόταν τους εγκληματίες. Κάθε αποστολή για τα κάτεργα της Σιβηρίας ήξερε από πριν πως στα βουνά Βορομπιόβι θα ερχόταν να τους βρει ο «γέρο- στρατηγός». Έκανε τη δουλειά του υπερβολικά σοβαρά και με πολλή ευλάβεια. Ερχόταν, περνούσε εμπρός από τις γραμμές των εξορίστων που τον περιτριγύριζαν, σταματούσε μπροστά σʼ όλους, ρωτούσε τον καθένα για τις ανάγκες του, ποτέ σχεδόν δεν έκανε συστάσεις σε κανέναν, τους έλεγε όλους «περιστεράκια». Τους έδινε λεφτά, τους έστελνε τα απαραίτητα πράγματα – κάλτσες, γκέτες και καμπότο, τους έφερνε καμιά φορά κιόλας βιβλιαράκια για τη σωτηρία της ψυχής και τα έδινα σʼ όλους τους γραμματιζούμενους σίγουρος πως θα τα διάβαζαν στο δρόμο και ότι εκείνοι που ήξεραν γράμματα, θα τα διάβαζαν στους αγράμματους. Σπάνια ρωτούσε για το έγκλημα, άκουγε μόνο αν ο εγκληματίας άρχιζε να μιλάει ο ίδιος. Όλους τους εγκληματίες τους είχε για ίδιους, δεν έκανε καμιά διάκριση. Τους μιλούσε σαν να ήταν αδέλφια του, μα κι αυτοί τελικά τον έβλεπαν σαν πατέρα. Αν αντιλαμβανόταν και εξόριστη γυναίκα με παιδί στην αγκαλιά, την πλησίαζε, χάιδευε το παιδί και έκανε στράκες τα δάκτυλά του για να το κάνει να γελάσει.

Έτσι έκανε για πολλά χρόνια, μέχρι που πέθανε. Στο τέλος τον ήξεραν όλοι στη Ρωσία κι όλοι στη Σιβηρία, δηλαδή τον ήξεραν όλοι οι εγκληματίες. Μου διηγόταν κάποιος που είχε κάνει στη Σιβηρία, ότι ήταν μάρτυρας πως ακόμη κι οι πιο πωρωμένοι εγκληματίες θυμόντουσαν το στρατηγό παρʼ όλο που εκείνος σπάνια μπορούσε να δώσει περισσότερα από είκοσι καπίκια στον καθένα. Η αλήθεια είναι πως δεν τον θυμόντουσαν πολύ θερμά ή και πολύ στα σοβαρά. Κανένας από τους «δυστυχισμένους», που είχε σκοτώσει καμιά ντουζίνα ανθρώπους ή που είχε σφάξει μισή ντουζίνα παιδιά, μόνο και μόνο γιατί έτσι γουστάρισε (λένε πως υπήρχαν και τέτοιοι), στα ξαφνικά και χωρίς κανένα λόγο, ίσως μια φορά στα είκοσι χρόνια, θα αναστέναζε και έλεγε: «Τι να γίνεται άραγε ο γέρο – στρατηγός, ζει ακόμη;» Και λέγοντας αυτά, ίσως και να χασκογελούσε ειρωνικά – κι αυτό ήταν όλο.


Και πού μπορείτε όμως να ξέρετε τι σπόρο έσπειρε για πάντα στην ψυχή του αυτός ο «γέρο – στρατηγός», που δεν τον ξέχασε στα είκοσι αυτά χρόνια; Που ξέρετε, Μπαχμούτωφ, ποια σημασία μπορεί να έχει αυτή η συσχέτιση της μιας προσωπικότητας με την άλλη, μέσα στο πεπρωμένο της συσχετισμένης προσωπικότητας; Εδώ πρόκειται για μια ζωή ολόκληρη με αμέτρητες διακλαδώσεις που παραμένουν κρυφές για μας. Ο καλύτερος σκακιστής, ο πιο φίνος από τους σκακιστές, μπορεί να προβλέψει μόνο μερικές κινήσεις. Για ένα Γάλλο σκακιστή, που μπορούσε να προβλέψει δέκα κινήσεις, γράψανε οι εφημερίδες ότι τον θεωρούσαν θαύμα. Πόσες κινήσεις υπάρχουν εδώ λοιπόν και πόσες απʼαυτές μας είναι άγνωστες; Όταν ρίχνετε το σπόρο σας, όταν ρίχνετε τη «φιλανθρωπία σας, την καλή σας πράξη υπό οποιαδήποτε μορφή, δίνετε ένα κομμάτι από την προσωπικότητά σας και δέχεστε ένα κομμάτι από μιαν άλλη. Συσχετίζεστε ο ένας με τον άλλο αμοιβαία. Αν προσέξετε λίγο θα αμειφθείτε με γνώσεις, με εντελώς αναπάντεχες ανακαλύψεις. Εσείς ο ίδιος θʼ αρχίσετε να βλέπετε τελικά τη δουλειά σας σαν επιστήμη. Θα περικλείσει μέσα της όλη σας τη ζωή και μπορεί να γεμίσει τη ζωή σας. Από την άλλη μεριά, όλες οι σκέψεις σας, όλοι οι σπόροι που σπείρατε, που ίσως τους έχετε κιόλας ξεχάσει, θα φυτρώσουν και θα μεγαλώσουν. Αυτός που πήρε από σας, θα μεταδώσει σε άλλον. Και που ξέρετε ποια θα είναι η συμμετοχή σας στις μελλοντικές τύχες της ανθρωπότητας; Αν η γνώση και μια ολόκληρη ζωή εργασίας θα σας ανυψώσουν τόσο, ώστε τελικά να είστε σε θέση να ρίξετε ένα γιγάντιο σπόρο, νʼ αφήσετε στον κόσμο για κληρονομιά μια τεράστια σκέψη.


Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

To σπουργίτι




Υπήρχε ένα σπουργίτι που, όταν άκουγε τη βροντή της θύελλας, ξάπλωνε στη γη και σήκωνε τα μικροσκοπικά πόδια του προς τον ουρανό.
– Γιατί το κάνεις αυτό; το ρώτησε μια αλεπού.
Για να προστατέψω τη γη, που έχει τόσα ζωντανά πλάσματα! απάντησε το σπουργιτάκι. Σηκώνω τα πόδια μου για να συγκρατήσω τον ουρανό, σε περίπτωση που φανούμε άτυχοι και ο ουρανός πέσει πάνω μας.
– Τα καχεκτικά ποδαράκια σου να συγκρατήσουν τον απέραντο ουρανό;! με απορία και ειρωνεία ρώτησε η αλεπού.

– Ο καθένας εδώ κάτω στη γη έχει το δικό του κομμάτι ουρανού να συγκρατήσει, απάντησε το σπουργίτι.


Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Ο Λύκος





Στις 9 Μαΐου του 2007 στα βουνά της Βόρειας Αλβανίας στην πόλη Πάτοκ ένας λύκος πιάστηκε αιχμάλωτος...
Για να τον ταΐσουν αποφάσισαν να του παραχωρήσουν να φάει ένα γέρικο κ ταλαιπωρημένο γαϊδουράκι…ζωντανό! Το γαιδουράκι ήταν παραμελημένο από τους πρώην ιδιοκτήτες του κ τους ήταν πλέον άχρηστο. Αυτό που επακολούθησε ήταν εκπληκτικό. Και τα δύο ζώα- αιχμάλωτοι ανθρώπων- έκαναν κάτι απρόσμενο
Ο Λύκος κοίταξε τα μάτια του γαϊδάρου και ο γαϊδουράκος  του λύκου αντίστοιχα και έκτοτε έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Γιατί σε έναν κόσμο που κυριαρχεί η απληστία, η κακία, ο εγωισμός κ η αλαζονεία μεταξύ των ανθρώπων, τα ζώα αυτά έδωσαν ένα γερό μάθημα.
Κανείς δεν γεννήθηκε να είναι το θύμα ή το θήραμα...


iPaideia.gr

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Ο άνδρας και η τίγρης






Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας που περπατούσε σʼ ένα χωράφι. Μια πεινασμένη τίγρη τον είδε και άρχισε να τον κυνηγάει.
Ο άνθρωπος, για καλή του τύχη, είδε έγκαιρα την τίγρη και άρχισε κι αυτός να τρέχει, αλλά, για κακή του τύχη, η τίγρη έτρεχε πιο γρήγορα απʼ αυτόν.
Ενώ τον πλησίαζε όλο και περισσότερο, έτοιμη να του επιτεθεί, ο άνθρωπος έφτασε στην άκρη ενός γκρεμού, και μη έχοντας άλλη επιλογή, πήδηξε στον γκρεμό. Καθώς έπεφτε, αρπάχτηκε από ένα κλαδί που, για καλή του τύχη, προεξείχε από το βράχο.
Όταν κοίταξε προς τα πάνω είδε, και πάλι για καλή του τύχη, ότι η τίγρη δεν μπορούσε να τον φτάσει και ανακουφίστηκε.
Τότε κοίταξε προς τα κάτω και είδε δυο πεινασμένες τίγρεις που έγλειφαν τα χείλη τους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το κλαδί άρχισε να υποχωρεί και ήταν πια σίγουρο ότι ο καλός άνθρωπος, που δεν είχε από πουθενά να κρατηθεί, θα έπεφτε στο κενό.
Δίπλα στο κλαδί, από το οποίο ήταν ακόμα για λίγο πιασμένος, παρατήρησε, σε μια ρωγμή του βράχου, μια άγρια φραουλιά που είχε μια μικρή, ώριμη φράουλα. «Και τι έκανε ο άνθρωπος αυτός;» Άπλωσε το χέρι του, έκοψε και έφαγε τη φράουλα – που ήταν μάλιστα νοστιμότατη.
Στην ιστορία αυτή η τίγρη στην κορυφή του γκρεμού συμβολίζει τα προβλήματα του παρελθόντος, που, όμως, όσο πραγματικά και απειλητικά και αν είναι, δεν παύουν να ανήκουν στο παρελθόν.
Οι τίγρεις στο βάθος του γκρεμού συμβολίζουν τα προβλήματα του μέλλοντος, ανάμεσα στα οποία είναι και ο θάνατός μας.
Το δε παρόν είναι ακριβώς η στιγμή που ο άνθρωπος κρέμεται από το εύθραυστο κλαδί.
"Αξίζει να δίνουμε στον εαυτό μας χρόνο για τις πολλές αγριοφράουλες που βρίσκονται μπροστά μας.

Αλλά πώς να τις γευτούμε όταν, κοιτάζοντας πίσω στο παρελθόν ή μακριά στο μέλλον, ολοένα τις χάνουμε από τα μάτια μας ;"

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Η προσπάθεια





Ενας καθηγητής βιολογίας εξηγούσε στους μαθητές του πως μια κάμπια γίνεται πεταλούδα. Τους είπε λοιπόν ότι, κατά τις επόμενες δυό ώρες, η πεταλούδα θα προσπαθούσε να βγεί από το κουκούλι και, αφού τους τόνισε πως κανείς δεν έπρεπε να τη βοηθήσει, έφυγε...
Οι μαθητές περίμεναν και κάποια στιγμή άρχισε η διαδικασία της μεταμόρφωσης. Η πεταλούδα προσπαθούσε να βγει από το κουκούλι, όταν ένας από τους μαθητές τη λυπήθηκε και αποφάσισε να τη βοηθήσει, παρά τις ρητές εντολές του καθηγητή. Εσπασε λοιπόν το κουκούλι και η πεταλούδα, η οποία δεν χρειαζόταν πια να καταβάλει καμιά προσπάθεια, λίγο αργότερα πέθανε...
Οταν επέστρεψε πίσω ο καθηγητής και του είπαν τι είχε συμβεί, εξήγησε στονν μαθητή, ότι στην πραγματικότητα, βοηθώντας την πεταλούδα τη σκότωσε, γιατί, σύμφωνα με τον νόμο της φύσης, η προσπάθεια της πεταλούδας να βγει από το κουκούλι τη βοηθά να δυναμώσει τα φτερά της. Ο μαθητής της στέρησε την προσπάθεια κι έτσι η πεταλούδα πέθανε...

Οι δοκιμασίες της ζωής μπορεί να εξελιχθούν σε τραγωδίες ή σε θριάμβους, ανάλογα με τον τρόπο που τις χειριζόμαστε. Οι θρίαμβοι δεν επιτυγχάνονται χωρίς προσπάθεια...


Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

To εμπόδιο



Μια ιστορία που δείχνει ότι κάθε εμπόδιο είναι για καλό. Μια διδακτική ιστορία του Χόρχε Μπουκάι που αξίζει να δούμε.