Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Κρυμμένος χρυσός



Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι’ αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.
Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο.
Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.
Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας.
Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.
Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει: «Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία...» Και αμέσως διορθώνει: «Στη δική μου παραλία».
«Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες...» Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στο ακροθαλάσσι, και ξαναμπαίνει με τα δίχτυα στο νερό.
Είναι θεοσκότεινα... Ίσως γι’ αυτό, όπως βγαίνει από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.
Ο ψαράς σκέφτεται: «Δεν είμαι στα καλά μου».
Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες.
Ο ψαράς ξανά σκέφτεται «μα ποιος να είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό...»
Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει με δύναμη στη θάλασσα.
Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ!
Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό. Ακούει ξανά το πλουπ!
Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλονπ-πλουπ! Ύστερα προσπαθεί να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ-πλαφ!...
Διασκεδάζει... ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει... πότε με δύο, πότε με μία, και με κλειστά μάτια τώρα, και με τρεις μαζί... και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.
Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος.
Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα.
Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι έχει ήδη βγει ο ήλιος.
Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.
Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του, και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά και αντιλαμβάνεται ότι είναι από μέταλλο. Αρχίζει τότε να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο και με το πουκάμισο τον, και συνειδητοποιεί πως η πετρά είναι από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει, όμως, μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα.
Και σκέφτεται: «Τι χαζός που ήμουνα!»
Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό... Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί... να λυπάται για τις χαμένες πέτρες... Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος... είναι τρελός, είναι ηλίθιος...
Μετά σκέφτεται... Αν έμπαινε στη θάλασσα, αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει... Κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται...
Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.
Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα... συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.
Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει έναν θησαυρό, κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος.
Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμη στα χέρια του.
Μακάρι να μπορούσαμε να είμαστε πάντοτε τόσο σοφοί ώστε να μην κλαίμε για τις πέτρες, τις ευκαιρίες, που απροετοίμαστοι ίσως τις πετάξαμε, τις χαραμίσαμε, τα πράγματα εκείνα που έφερε η θάλασσα και τα πήρε μετά... Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε τη λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας, και να μπορούμε να τις χαιρόμαστε για την υπόλοιπη ζωή μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι: Ο Δρόμος των Δακρύων Εκδόσεις OPERA
enallaktikidrasi.com

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Οι δυο λύκοι


Η ιστορία με τους δύο λύκους. Μια παλιά ινδιάνικη διδακτική ιστορία για την εσωτερική μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή μας.
Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε:
- Γιέ μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας.
Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.
Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.
Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:
- Και ποιος λύκος νικάει;
Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:
- Αυτός που ταΐζεις.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Η αληθινή αξία του δαχτυλιδιού





Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού:
"Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;"

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:
"Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως.." και ύστερα από μια παύση συνέχισε : "Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω."
"Ε… μετά χαράς, δάσκαλε" είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.
"Ωραία" συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας: "Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς."

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι’ αυτό.
Όταν το παιδί έλεγε "ένα χρυσό φλουρί" άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.

Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά – και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα – , παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.
Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.
Μπήκε μέσα στην κάμαρη.
"Δάσκαλε" είπε, "λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού."
"Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε" απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. "Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει.Ομως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι."
Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι.
Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:
"Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του."
"Πενήντα οχτώ χρυσά;" φώναξε το παιδί.
"Ναι" απάντησε ο κοσμηματοπώλης. "Βέβαια,, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον…"

Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.
"Κάθισε" του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. "Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. ‘Ενα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ΄εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;"

Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού.



Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι "Να σου πω μια ιστορία"

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Η πεταλούδα




Μια μέρα ο μαθητής αποφάσισε να προκαλέσει τον δάσκαλό του. Έτσι σκέφτηκε να του στήσει μια παγίδα. Έπιασε μια πεταλούδα και την κράτησε στη χούφτα του.
Όταν θα πήγαινε στο δάσκαλο θα τον ρώταγε τι είχε στο χέρι του. Κι αν ο δάσκαλος το έβρισκε, τότε θα τον ρωτούσε εάν η πεταλούδα ήταν ζωντανή ή νεκρή. Στην περίπτωση που απαντούσε ότι η πεταλούδα ήταν ζωντανή, τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα τη σκότωνε και το αντίστροφο.
Όταν είχαν μάθημα λοιπόν, πλησίασε τον δάσκαλο, μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους μαθητές, έτεινε το χέρι προς το μέρος του και τον ρώτησε:
- Δάσκαλε, τι έχω στο χέρι μου;
- Την ψυχή σου έχεις παιδί μου, απάντησε ατάραχος ο δάσκαλος.

Ο μαθητής προβληματίστηκε για λίγο σκεπτόμενος την απάντηση. Κατέληξε ότι ο δάσκαλος είχε δίκιο. Η πεταλούδα ήταν μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και δική του. Ωστόσο, συνέχισε: 
- Και είναι ζωντανή η ψυχή μου δάσκαλε ή όχι;
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με καλοσύνη στα μάτια και του είπε χαμογελαστά:
- Απο το χέρι σου εξαρτάται.
Πολλά μπορεί να συμβαίνουν έξω, στον κόσμο μας. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν μπορεί να επηρεάσει την ψυχή μας παρά μόνο εάν το επιτρέψουμε οι ίδιοι.




enallaktikidrasi.com

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Το εμπόδιο

Τον παλιό καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε να κάνει το εξής: 'Aφησε έναν τεράστιο βράχο στη μέση του δρόμου και στη συνέχεια κρύφτηκε παρακολουθώντας αν κάποιος θα τον μετακινούσε.


Από το σημείο εκείνο πέρασαν ορισμένοι από τους πλουσιότερους εμπόρους και τους αυλικούς του, αλλά όλοι απλά περπατούσαν γύρω από τον βράχο. Πολλοί μάλιστα κατηγορούσαν τον βασιλιά που δεν φρόντιζε να κρατά τον δρόμο καθαρό, αλλά κανείς δεν έκανε τίποτα για να βγάλει τον βράχο από τη μέση.

Κάποια στιγμή, πέρασε από εκεί ένας χωρικός που κουβαλούσε ένα φορτίο με λαχανικά. Πλησίασε τον βράχο, άφησε κάτω το φορτίο του και προσπάθησε να τον μετακινήσει στην άκρη του δρόμου. Μετά από πολύ κόπο, τελικά τα κατάφερε. Αφού πήρε ξανά το φορτίο, πρόσεξε ότι στο σημείο που ήταν πριν ο βράχος υπήρχε ένα πορτοφόλι. Το πορτοφόλι περιείχε πολλά χρυσά νομίσματα και ένα σημείωμα από τον βασιλιά που έγραφε ότι το χρυσάφι ανήκει σε εκείνον που θα μετακινούσε τον βράχο από τον δρόμο.
Ο χωρικός έμαθε κάτι που πολλοί από εμάς δεν καταλαβαίνουμε: κάθε εμπόδιο που παρουσιάζεται στη ζωή μας αποτελεί μια ευκαιρία για να γίνουμε καλύτεροι. 






enallaktikidrasi.com

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Το ποτήρι με νερό




Μια διδακτική ιστορία μιας καθηγήτριας - ψυχολόγου για το πραγματικό βάρος των φορτίων που κουβαλάμε στην ψυχή μας...
Μια καθηγήτρια έκανε μια βόλτα γύρω από την αίθουσα την ώρα που παρέδιδε μια διάλεξη για τη διαχείριση άγχους σε ένα ακροατήριο.
Όταν λοιπόν, έπιασε ένα ποτήρι και το σήκωσε ψηλά, όλοι περίμεναν ότι θα έκανε τη γνωστή ερώτηση: "Είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο;". Αντ' αυτού, χαμογελώντας, ρώτησε: "Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι με το νερό";

Οι απαντήσεις που ακούστηκαν κυμάνθηκαν από 250 μέχρι 600 γραμμάρια.
Η καθηγήτρια απάντησε:
Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία. "Εξαρτάται από το πόση ώρα κρατάω το ποτήρι. Αν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν το κρατήσω για μια ώρα, θα αρχίσει να πονάει το χέρι μου. Αν το κρατήσω για μια μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα παραλύσει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερη ώρα το κρατάω τόσο βαρύτερο γίνεται".
Και συνέχισε:

"Το στρες, οι ανησυχίες και τα προβλήματα της ζωής είναι σαν αυτό το ποτήρι με το νερό. Αν τα σκεφτείτε τα για λίγο, δεν πειράζει. Αν τα σκέφτεστε για λίγο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, θα αρχίσουν να σας πληγώνουν. Και αν τα έχετε στο μυαλό σας όλη την ημέρα, στο τέλος θα παραλύσετε και θα νιώθετε ανίκανοι να κάνετε οτιδήποτε.
Είναι σημαντικό να θυμάστε να αποβάλλετε το στρες. Όσο νωρίτερα μπορείτε, απαλλαγείτε από τα φορτία που σας βαραίνουν. Μην κουβαλάτε τα προβλήματα μαζί σας μέχρι το βράδυ.
Και θυμηθείτε να κατεβάσετε κάτω το ποτήρι"!





reachout.com

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Το ταξίδι της χήνας


Την επόμενη φορά που θα δείτε χήνες να πετούν σε σχηματισμό V προς τον νότο για να περάσουν τον χειμώνα, ίσως σας περάσει από το μυαλό η εξήγηση που η επιστήμη δίνει για την αιτία που πετούν με αυτόν τον τρόπο. Όταν η κάθε χήνα χτυπά τα φτερά της, δημιουργεί ανοδικό ρεύμα για εκείνη που ακολουθεί αμέσως μετά. Με το να πετούν λοιπόν σε σχηματισμό V, ολόκληρο το σμήνος προσθέτει τουλάχιστον 71% μεγαλύτερη πτητική εμβέλεια συγκριτικά με το αν πετούσαν η κάθε μια μόνη της.
Κατά τον ίδιο τρόπο, οι άνθρωποι που ακολουθούν κοινή κατεύθυνση και διαθέτουν την αίσθηση της κοινότητας φτάνουν στον προορισμό τους πιο γρήγορα κι εύκολα, διότι ο ένας βοηθά τον άλλο.
Αν μια χήνα βγει έξω από τον σχηματισμό, αμέσως καταλαβαίνει τη δυσκολία να προχωρήσει μόνη της και επιστρέφει για να επωφεληθεί από το ανοδικό ρεύμα που δημιουργεί η χήνα που βρίσκεται μπροστά.
Αν κι εμείς λειτουργήσουμε όπως μια χήνα, θα μένουμε κατά κάποιο τρόπο «σε σχηματισμό» με όσους ανθρώπους κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με εμάς. Είναι σημαντικό επομένως, να βρούμε τους ανθρώπους με τους οποίους συχνοτιζόμαστε και να ενώσουμε τις δυνάμεις μας μαζί τους.
Όταν μια χήνα κουραστεί πηγαίνει στο πίσω μέρος του σχηματισμού και κάποια άλλη έρχεται μπροστά.
Με τον τρόπο αυτό, οι δύσκολες κι απαιτητικές εργασίες αναλαμβάνονται εκ περιτροπής, όπως ακριβώς συμβαίνει και στους ανθρώπους.
Οι χήνες που βρίσκονται πίσω φωνάζουν με σκοπό να ενθαρρύνουν εκείνες που βρίσκονται μπροστά προκειμένου να διατηρήσουν την ταχύτητά τους.
Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους.
Το πιο σημαντικό όμως, είναι ότι όταν μια χήνα αρρωστήσει ή τραυματιστεί και πέσει στο έδαφος, δύο άλλες την ακολουθούν για να τη βοηθήσουν και να την προστατέψουν. Μένουν μαζί της μέχρι να είναι σε θέση ή να πετάξει ξανά ή μέχρι να πεθάνει. Μόνο τότε ξεκινούν ξανά το ταξίδι τους είτε μόνες τους είτε με κάποιον άλλο σχηματισμό με σκοπό να προλάβουν να φτάσουν τη δική τους ομάδα.
Αν κι εμείς λειτουργήσουμε όπως μια χήνα, θα συμπαραστεκόμαστε και θα στηρίζουμε ο ένας τον άλλο έτσι ακριβώς. Μα προπαντός, θα πάψουμε να είμαστε μια διαιρεμένη πλειοψηφία που χειραγωγείται από μια ενωμένη μειοψηφία.


Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Ο ερευνητής


Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή …

Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει,  όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει. 
Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιος για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση. 
Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε. 
Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο. 
Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει. 
Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ’ εκείνο το μέρος. 
Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα. 
Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου. 
Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι’ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ’ τις πέτρες:

Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα. Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ’ εκείνο το μέρος. 
Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:
Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.
Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση. 

Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος. 

Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες. 
Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού. 
Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια … 
Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει. 
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε. 
Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή. 
«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ’ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ’ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά:» 
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε: 
«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω …

»Οταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει: 

Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε. 
Στ’ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση. 
»’Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή:» 
»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού … Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα; 
»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού; 
»Και ο γάμος των φίλων; 
»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε; 
»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα; 
»Πόσο κράτησε στ’ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων; 
»Ώρες; Μέρες; 
Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … Κάθε λεπτό. 
»’Οταν κάποιοιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιο του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος που έχουμε ζήσει.»



πηγή: Χόρχε Μπουκάϊ (Ιστορίες να σκεφτείς)

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Ο μύθος του Αισώπου



Ένας αετός κυνηγούσε κάποτε έναν λαγό με τόσο μεγάλη ταχύτητα και επιδεξιότητα που όλα έδειχναν ότι το άτυχο ζώο δεν θα αργούσε να πέσει στα νύχια του.
Κατατρομαγμένος, απελπισμένος και κουρασμένος από το τρέξιμο ο λαγός συνάντησε ξαφνικά στον δρόμο του ένα μικροσκοπικό σκαθάρι και προσπέφτοντας στα πόδια του είπε:
-Σε παρακαλώ, προστάτεψε με από τον αετό και βοήθησε με να γλιτώσω τη ζωή μου.
Το σκαθάρι λυπήθηκε τον λαγό, του έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε ότι θα του συμπαρασταθεί. Πράγματι, όταν ο αετός πλησίασε το θήραμά του το σκαθάρι μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και το λαγό και του φώναξε: "Αυτό το πλάσμα είναι υπό την προστασία μου. Άσε το να ζήσει και ψάξε κάπου αλλού για την τροφή σου."
Ο αετός όμως ακούγοντας τα γενναία λόγια του σκαθαριού και βλέποντας το μικρό μέγεθός του, γέλασε αυτάρεσκα, έκανε μια χαψιά το λαγό και πέταξε μακριά, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του μικροσκοπικού εντόμου.
Το σκαθάρι όμως πήρε πολύ βαριά αυτή την προσβολή. Ανέβηκε λοιπόν στην απόκρημνη φωλιά όπου προστάτευε τα αυγά του αετός και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό για να σπάσουν. Από τότε ο αετός δεν κατάφερε να ξαναποκτήσει παιδιά γιατί, όσο καλά και αν προστάτευε τη φωλιά του, κάθε φορά που γεννούσε αυγά και απομακρυνόταν για να βρει τροφή, το σκαθάρι ανέβαινε πετώντας μέχρι εκεί και του τα έσπαγε όλα.
Απελπισμένος, ο αετός απευθύνθηκε στο Δία του οποίου ήταν το σύμβολο και ζήτησε την προστασία του. Ο Δίας λοιπόν πήρε τα αυγά του αετού στην αγκαλιά του και υποσχέθηκε να τα προστατεύει μέχρι αυτά να εκκολαφθούν και να προσέχουν πλέον μόνα τους τον εαυτό τους.
Το σκαθάρι όμως δεν πτοήθηκε ούτε από τον νέο γιγαντιαίο και ισχυρό προστάτη των αυγών. Μάζεψε μια μικρή μπάλα κοπριά, πέταξε μέχρι τον Όλυμπο και την έριξε πάνω στο μπράτσο του Δία. Εκνευρισμένος τότε εκείνος έπιασε τον βόλο αυτής της βρωμιάς με το άλλο του χέρι και τον πέταξε μακριά. Πάνω στη βιασύνη του όμως, ξέχασε τα αυγά του αετού που κρατούσε και αυτά έπεσαν κάτω, σπάζοντας για άλλη μια φορά.
Αυτός ο μύθος ειπώθηκε από τον Αίσωπο πριν από πολλούς αιώνες. Η υπεροψία των πλούσιων και ισχυρών όμως που νομίζουν ότι η δύναμή τους και μόνο αρκεί για να υποτάξει τον φτωχό και τον αδύνατο εξακολουθεί να ματώνει αθώους και από τις δύο πλευρές.
Κι αφού εγώ δεν είμαι αρκετά δυνατός για να σταματήσω το κακό περιορίζομαι απλώς να σχολιάζω τη ματαιότητα του.


Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Το σταυροδρόμι


Μετά από πολλά χρόνια περιπλάνησης, ένας άνθρωπος που αναζητούσε την αλήθεια βρέθηκε σε μια σπηλιά, στην οποία υπήρχε ένα πηγάδι. Μια και τον είχαν συμβουλέψει να ρωτήσει το πηγάδι για το ποιά είναι η αλήθεια, του έθεσε το θεμελιώδες αυτό ερώτημα. 

Τότε, από τα βάθη της γης ήρθε η εξής απάντηση:
 -Πήγαινε στο σταυροδρόμι του χωριού κι εκεί θα βρεις αυτό που ζητάς.
Γεμάτος ελπίδα και προσδοκία, ο άνθρωπος έτρεξε στο σταυροδρόμι όπου το μόνο που βρήκε ήταν 3 καταστήματα χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Το ένα κατάστημα πουλούσε μέταλλα, το άλλο ξύλα και το τρίτο λεπτά σύρματα. Τίποτα και κανείς δεν φαινόταν να έχει σχέση με την αποκάλυψη της αλήθειας.
Απογοητευμένος, ο αναζητητής επέστρεψε στο πηγάδι για να ζητήσει εξηγήσεις. Αυτό όμως του είπε μόνο:
 - Θα καταλάβεις πολύ αργότερα. 
Όταν ο άνθρωπος διαμαρτυρήθηκε, το μόνο που πήρε ως απάντηση ήταν η ηχώ της δικής του φωνής. Αγανακτισμένος επειδή νόμιζε ότι το πηγάδι τον είχε κοροϊδέψει συνέχισε την περιπλάνησή του για να βρει την αλήθεια. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η ανάμνηση αυτής της εμπειρίας σιγά σιγά ξεθώριαζε μέχρι που ένα βράδυ, έτσι όπως περπατούσε κάτω από το φως του φεγγαριού, του τράβηξε την προσοχή ο ήχος από κάποιον ινδιάνικο ρυθμό. Ήταν μια υπέροχη μουσική που παιζόταν με μεγάλη μαεστρία κι έμπνευση.
Συγκινημένος, πλησίασε τον μουσικό και κοίταξε τα δάχτυλά του να χορεύουν πάνω στις χορδές. Άρχισε να περιεργάζεται το ινδικό σιτάρ, και ξαφνικά άφησε μια χαρούμενη κραυγή: Το σιτάρ ήταν φτιαγμένο από σύρματα και κομμάτια από μέταλλο και ξύλο όπως ακριβώς αυτά που είχε δει τότε στα 3 καταστήματα και είχε θεωρήσει ότι δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία.
Τότε επιτέλους, κατάλαβε: έχουμε ήδη όλα όσα χρειαζόμαστε και καθήκον μας είναι να τα συγκεντρώσουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε με τον κατάλληλο τρόπο. Κανένα πράγμα δεν έχει νόημα, εφόσον το αντιλαμβανόμαστε ξεχωριστά. Όταν όμως τα κομμάτια ενωθούν σε ένα ενιαίο σύνολο, δημιουργείται κάτι νέο, κάτι που δεν θα μπορούσαμε καν να φανταστούμε βλέποντας τα μέρη του χωριστά.




Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Κάθε στιγμή και πολύτιμος λίθος


Όταν η μεγάλη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας κάηκε, η ιστορία λέει πως ένα βιβλίο από όλα σώθηκε. Αλλά δεν ήταν ένα πολύτιμο βιβλίο και έτσι ένας φτωχός άνθρωπος, ο οποίος  μπορούσε να διαβάζει λίγο, το αγόρασε για λίγα χρήματα.

Το βιβλίο δεν ήταν πολύ ενδιαφέρων, αλλά ανάμεσα στις σελίδες του υπήρχε κάτι πράγματι πολύ ενδιαφέρον . Ήταν μια λεπτή λωρίδα περγαμηνής στην οποία γράφτηκε το μυστικό του Πετραδιού!

Το πετράδι ήταν ένα μικρό βότσαλο που θα μπορούσε να μετατρέψει οποιοδήποτε κοινό μέταλλο σε καθαρό χρυσό. Η γραφή εξηγούσε ότι βρισκόταν ανάμεσα σε χιλιάδες και χιλιάδες άλλα βότσαλα που έμοιαζαν ακριβώς σαν αυτό. Αλλά το μυστικό ήταν το εξής: Η πραγματική πέτρα θα την νιώσετε ζεστή, ενώ τα  απλά βότσαλα είναι κρύα στο άγγιγμα.

Έτσι λοιπόν, ο άνθρωπος πούλησε τα λιγοστά υπάρχοντά του, αγόρασε μερικές απλές προμήθειες, και στρατοπέδευσε στην παραλία, όπου και άρχισε να δοκιμάζει βότσαλα.

Ήξερε ότι αν σήκωνε τα  βότσαλα και τα πετούσε κάτω και πάλι επειδή ήταν κρύο, θα μπορούσε να πάρει το ίδιο βότσαλο εκατοντάδες φορές. Έτσι, όταν ένιωσε ένα που ήταν κρύο, το έριξε στη θάλασσα. Πέρασε μια ολόκληρη μέρα που γινόταν  αυτό, αλλά κανένας από τα βότσαλα δεν ήταν ο πολύτιμος  λίθος. Ωστόσο, ο ίδιος συνέχιζε με αυτόν τον τρόπο. Σήκωνε ένα βότσαλο και αν το ένιωθε κρύο το έριχνε  στη θάλασσα. Σήκωνε ένα άλλο και το πετούσε  στη θάλασσα.

Οι ημέρες τεντώθηκαν  σε εβδομάδες και οι εβδομάδες σε μήνες. Μια μέρα, ωστόσο,το απόγευμα, πήρε ένα βότσαλο και ήταν ζεστό. Το πέταξε στη θάλασσα πριν καταλάβει τι είχε κάνει. Είχε σχηματιστεί μια τέτοια ισχυρή συνήθεια της ρίψης κάθε βότσαλου στη θάλασσα που ακόμα και αν ήταν το ένα που έψαχνε με μανία τόσο καιρό εξακολούθησε  να την πετάξει μακριά.

Έτσι είναι και  με τις ευκαιρίες. Η ζωή μας είναι ένας πολύτιμος λίθος. Να ζείτε την κάθε στιγμή σαν να είναι όλες πολύτιμοι λίθοι.

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

O αλχημηστής



Το αγόρι δε βρισκόταν πια στην όαση και η όαση δε Θα είχε γι’αυτή το νόημα που είχε μέχρι τότε. Δε Θα ήταν πια ο τόπος με τις πενήντα χιλιάδες φοινικιές και τα τριακόσια πηγάδια, όπου κατέφθαναν οι προσκυνητές, χαρούμενοι ύστερα από μακρινό ταξίδι. 

Η όαση, από δω και πέρα, Θα ήταν γι’αυτή κενός τόπος. Από κείνη τη μέρα, η έρημος Θα ήταν πιο σημαντική. Πάντα Θα την κοιτούσε, προσπαθώντας να μάθει ποιο αστέρι ακολουθούσε το αγόρι σε αναζήτηση του Θησαυρού του. Θα έστελνε τα φιλιά της με τον άνεμο, με την ελπίδα ότι αυτός Θα άγγιζε το πρόσωπο του αγοριού και Θα του έλεγε πως αυτή ζούσε και τον περίμενε, όπως μια γυναίκα περιμένει ένα γενναίο άντρα, που αναζητάει όνειρα και θησαυρούς. Από εκείνη τη μέρα και στο εξής, η έρημος Θα ήταν ένα και μόνο πράγμα; η ελπίδα της επιστροφής του.

Μη σκέφτεσαι αυτά που άφησες πίσω σου, είπε ο αλχημιστής, όταν άρχισαν να καλπάζουν πάνω στην άμμο της ερήμου. Τα πάντα είναι χαραγμένα στην ψυχή του Κόσμου και Θα παραμείνουν εκεί για πάντα.

Οι άνθρωποι ονειρεύονται πιο πολύ την επιστροφή παρά το χωρισμό, είπε το αγόρι, που σιγά σιγά εξοικειωνόταν με τη σιωπή της ερήμου.

Αν αυτό που βρήκες αποτελείται από ύλη στην καΘαρή μορφή της, ποτέ δε Θα σαπίσει. Και Θα μπορέσεις μια μέρα να επιστρέψεις. Αν επρόκειτο μόνο για μια στιγμιαία λάμψη φωτός, σαν την έκρηξη ενός αστεριού, τότε δε Θα βρεις τίποτε όταν επιστρέψεις. Θα έχεις όμως δει μια έκρηξη φωτός. Και μόνο γι’αυτό, άξιζε τον κόπο. 

Ο άντρας μιλούσε με τη γλώσσα της αλχημείας.



Πάουλο Κοέλο – Ο αλχημιστής




Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Η Άδεια Βάρκα


Ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους Ζεν, ο Λιν Τσι, συνήθιζε να λέει: 
“Όταν ήμουν νέος, ήμουν ενθουσιασμένος με την κωπηλασία. Είχα μια μικρή βάρκα, και πήγαινα στη λίμνη μόνος μου. Έμενα εκεί για ώρες ολόκληρες. Κάποτε έτυχε να διαλογίζομαι στη βάρκα μου με κλειστά μάτια, μια όμορφη νύχτα. Τότε πλησίασε μια άλλη βάρκα ακολουθώντας το ρεύμα και χτύπησε τη βάρκα μου. Τα μάτια μου ήταν κλειστά, έτσι σκέφτηκα : Κάποιος είναι εδώ με τη βάρκα του και χτύπησε τη δική μου βάρκα’. 

Θυμός γεννήθηκε μέσα μου. Άνοιξα τα μάτια μου και ήμουν έτοιμος να πω θυμωμένος κάτι σ’ αυτόν τον άνθρωπο, αλλά τότε συνειδητοποίησα ότι η βάρκα ήταν άδεια! Και δεν υπήρχε τρόπος να εκτονωθεί ο θυμός μου. Προς ποιόν θα τον εξέφραζα; Η βάρκα ήταν άδεια, απλώς έπλεε ακολουθώντας το ρεύμα από μόνη της και ήρθε και χτύπησε τη βάρκα μου. Έτσι δεν υπήρχε τίποτε να κάνω. Δεν υπήρχε δυνατότητα να εκτονώσω τον θυμό μου σε μια άδεια βάρκα”. 


Έτσι ο Λιν Τσι είπε: “Έκλεισα τα μάτια μου. Ο θυμός ήταν εκεί, αλλά δεν μπορούσε να βρει διέξοδο. Έκλεισα τα μάτια μου και απλώς κινήθηκα προς τα πίσω μαζί με τον θυμό. Και η άδεια βάρκα έγινε η συνειδητοποίησή μου. Έφτασα σ’ ένα σημείο μέσα μου εκείνη τη σιωπηλή νύχτα. Εκείνη η άδεια βάρκα έγινε ο δάσκαλός μου. Και τώρα εάν κάποιος έρχεται και με προσβάλλει, γελάω και λέω: Και αυτή η βάρκα είναι επίσης «άδεια». Κλείνω τα μάτια και πηγαίνω μέσα.” 


Osho

 http://alttherapy.blogspot.com

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Η κατάκτηση των ονείρων


Κάποτε έγινε ένας αγώνας βατράχων με στόχο να ανέβουν στην ψηλότερη κορυφή ενός πύργου. Πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν να τους παρακολουθήσουν. Και ο αγώνας άρχισε. 
Ο κόσμος όμως δεν πίστευε ότι ήταν εφικτό να ανέβουν οι βάτραχοι στην κορυφή του πύργου και το μόνο που άκουγες ήταν:
 "Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν..."
Οι βάτραχοι άρχισαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους. Ο κόσμος συνέχιζε.
"Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν..."Και οι βάτραχοι,ο ένας μετά τον άλλο,παραδέχονταν την ήττα τους, εκτός από έναν, που συνέχιζε να σκαρφαλώνει.

Στο τέλος μόνο αυτός,και μετά από μεγάλη προσπάθεια, κατόρθωσε να φτάσει στην κορυφή. Ένας από τους χαμένους βάτραχους, πλησίασε να τον ρωτήσει πώς τα κατάφερε να ανέβει στην κορυφή. Τότε συνειδητοποίησε ότι ο νικητής....ήταν κουφός.

Αν θέλεις να κατακτήσεις τα όνειρά σου,πρέπει να σιγήσεις την εσωτερική μουρμούρα του μυαλού σου,που θα κάνει τα πάντα για να σου αποδείξει πόσο μικρός είσαι. Μπορείς επίσης να μην επηρεάζεσαι απο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από όσα λένε οι άλλοι, γιατί με απλά λόγια θα στο πω, θα σε στείλουν πριν την ώρα σου με μαθηματική ακρίβεια. Τέλος, μην ασχολείσαι με ανθρώπους που έχουν τη συνήθεια να είναι συνεχώς αρνητικοί & επικριτικοί, γιατί πρόκειται για άτομα που δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν τα δικά τους όνειρα,και έμαθαν ότι δεν είναι εφικτό. Είναι απόλυτα ορθολογιστές και κυνικοί, πιστεύουν ότι τα όνειρα είναι μόνο για τους ρομαντικούς & τους ονειροπόλους. Μα αλίμονο αν έλειπαν κι αυτοί οι "χαζονειροπόλοι". Ο κόσμος θα βρισκόταν υπό το "καθεστώς" μιας αιώνιας πνευματικής σκλαβιάς.Κάνε τη διαφορά  κλείσε τα αυτιά σου σε όλες τις Σειρήνες. Μια ψιθυριστή φωνούλα μέσα σου, ξέρει τον δρόμο.  Ξέρει τον τρόπο. 


Georgios Vas
enallaktikidrasi.com

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Ο ενδότερος πολεμιστής


O Πολεμιστής πήρε τα όπλα του. Ναι αισθάνονταν δυνατός. Αισθάνονταν γενναίος να πολεμήσει, να αναλάβει το έργο, να πάρει την ευθύνη του. Όχι δεν είχε έπαρση, δεν περιφανεύονταν σαν παγώνι, ήξερε ότι αυτό έπρεπε να κάνει και ύψωσε το ανάστημα του. Ήξερε με βεβαιότητα και εσωτερική σιγουριά ότι αυτό έπρεπε να γίνει. 

Αδιάφορο ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Δεν είχε σημασία. Δεν έχουν σημασία τα αποτελέσματα σε αυτό το δρόμο παρά μόνο ο δρόμος. Ο δρόμος και η δράση που αναλαμβάνει κάθε στιγμή. 
Ο πολεμιστής ένιωσε ότι δεν ήταν μόνος. Μόνος φαινομενικά στο εξωτερικό τοπίο, αλλά όχι εσωτερικά. Εσωτερικά αισθάνονταν μέρος του σχεδίου, μέρος του Όλου, ένα μικρό κομμάτι σε ένα μεγάλο παζλ που ήταν έτοιμο να πάρει την θέση του. Να πάρει την θέση του μαζί με τα άλλα κομμάτια και να συμπληρώσουν όλα μαζί το σχέδιο. 
Πήρε την θέση του. Αισθάνονταν ωραία. Αισθάνονταν ότι ήταν μέρος του Όλου, αισθάνονταν ότι είχε μάθει την αποστολή του και την ακολουθούσε και αυτό του έδινε νόημα σκοπού, νόημα κατεύθυνσης και ύπαρξης. Εκεί μαζί με τα άλλα κομμάτια ενώθηκε. 

Ο πολεμιστής αισθάνονταν ότι τα όπλα του ήταν αρκετά και θα τον βοηθούσαν, έδινε σημασία σε αυτά, εναπόθετε μέρος των δυνάμεων του σ’ αυτά. 
Όμως μετά από μερικές μάχες ένιωσε να φεύγουν και αυτά. Δεν έφευγαν μακριά από εκείνον, αλλά προς εκείνον…. …. τα απορροφούσε. Ξαφνικά τα όπλα του αφομοιώνονταν από το είναι του. Δεν του έδωσαν κανένα πρόσθετο βάρος ήταν όλα όπως και πριν μόνο που αυτά τα όπλα δεν ήταν εξωτερικά αλλά εσωτερικά πια. Και αυτά τα όπλα ήταν η ασπίδα, το ξίφος και η πανοπλία μόνο που συμβόλιζαν, την γνώση, την αγάπη και την σοφία. Και τώρα αυτά τα όπλα τα είχε αφομοιώσει στο είναι του. Στην αρχή φοβήθηκε που τα έχασε, τουλάχιστον από πάνω του, από τα χέρια του. Όμως γρήγορα το συνήθισε, γιατί στην πραγματικότητα δεν τα αισθάνονταν μακριά του, ούτε ξεχωριστά από εκείνον. 

Ο πολεμιστής άπλωσε τα χέρια του στο θεό και τον ρώτησε: 
Αναρωτιέμαι για ποια μάχη με προορίζεις τώρα, θεέ μου. 

Και ακόμα αναζητάει την επόμενη μάχη, αλλά εκείνο που καταλαβαίνει είναι ότι δεν υπάρχει μάχη, αλλά επιλογή. Δεν έχει να πολεμήσει για τίποτα και με κανέναν, απλά να κάνει την επιλογή του. Και η επιλογή του, τον κάνει πολεμιστή, τον κάνει ειρηνοποιό, τον κάνει δημιουργό. 

Και επιλέγει να δημιουργεί τον εαυτό του κάθε στιγμή.