Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας









«Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του…
Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μία αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.
Ωστόσο, το ξύλο ήταν ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος. Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.
Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο.Μα τι τον κρατάει;Γιατί δεν το σκάει;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ,τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.
Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: «Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;»
Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.
Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα-ευτυχώς για μένα- ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ ανακαλύψει την απάντηση.
Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.
Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.
Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.
Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.
Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του.
Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση.
Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…

Όλοι είμαστε λίγο- πολύ σαν τον τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία.
Ζούμε πιστεύοντας ότι «δεν μπορούμε» να κάνουμε ένα σωρό πράγματα , απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και και δεν τα καταφέραμε.
Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: «Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω.»
«Αυτό σου συμβαίνει. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.
Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή…!

                                                                           Χόρχε Μπουκάι

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Το δώρο










Ένα αγόρι 16 χρονών ρωτάει τον πατέρα του: " Μπαμπά άμα γίνω 18 ετών τι δώρο θα μου κάνεις;" Ο πατέρας απαντάει: "Γιέ μου είναι μεγάλη διαδρομή μέχρι τότε, κάνε υπομονή ..." Πέρασε ένας χρόνος και το αγόρι έγινε 17 χρονών αλλά τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά. Μετά από φωτιά που πήραν στο σπίτι το παιδί έπεσε σε κώμα. Οι γιατροί είπαν στους γονείς του ότι η καρδιά του παιδιού είναι πολύ αδύνατη και είναι πολύ... δύσκολο να ζήσει. Ο πατέρας ξέσπασε σε λυγμούς. Πέρασε ένας χρόνος και την ημέρα των γενεθλίων του, που έκλεινε τα δεκαοκτώ του χρόνια, το παιδί γίνεται καλά και του επιτρέπουν οι γιατροί και γυρνάει στο σπίτι του. Πάνω στο κρεβάτι του βρίσκει μια επιστολή: "Γιέ μου, αν διαβάζεις σήμερα αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι όλα έχουν πάει καλά. Θυμήθηκα την μέρα που με ρώτησες τι δώρο θα σου κάνω στα 18α γενέθλια σου αλλά δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήθελες να σου αγοράσω, έτσι και εγώ σου έδωσα την καρδιά μου για να μπορέσεις να ζήσεις ... Τώρα που έγινε με επιτυχία η μεταμόσχευση να ξέρεις ότι δεν θα πάψω ποτέ να σ’  αγαπώ ... ασχέτως κι αν δεν είμαι εκεί δίπλα σου. Χρόνια πολλά παιδί μου !!!

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Μην ξεχνάς ότι...








1. Υπάρχουν τουλάχιστον 2 άνθρωποι σ'αυτόν τον κόσμο που θα πέθαιναν για σένα.
2. Τουλάχιστον 15 σ'αυτόν τον κόσμο σ'αγαπούν με κάποιο τρόπο.
3. Ο μόνος λόγος που κάποιος μπορεί να σε μισήσει είναι επειδή θα ήθελε να είναι σαν κι εσένα.
4. Ενα χαμόγελό σου μπορεί να φέρει ευτυχία ακόμα και σε κάποιον που δεν σε συμπαθεί.
5. Κάθε βράδυ τουλάχιστον 1 άνθρωπος σε σκέφτεται πριν κοιμηθεί.
6. Είσαι ο κόσμος ολόκληρος για κάποιον.
7. Είσαι μοναδικός και ξεχωριστός άνθρωπος.
8. Κάποιος που μπορεί να μην τον ξέρεις καν, σε αγαπάει.
9. Ακόμα και όταν κάνεις το μεγαλύτερο λάθος, κάτι καλό βγαίνει από αυτό
10. Όταν σκέφτεσαι ότι όλος ο κόσμος είναι εναντίον σου, ξαναρίξε μια ματιά
11. Πάντα να θυμάσαι τους επαίνους που δέχεσαι και να ξεχνάς τις προσβολές.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Το άστρο της φιλίας





Κάθε άνθρωπος θα διαβεί τη δική του έρημο.
Το θέμα είναι πως θα βγει από αυτήν.
Τι θα χάσει, τι θα κερδίσει.
Η διάβαση της ερήμου είναι η διάβαση της γνώσης, με τον πόνο και τη δοκιμασία του πνεύματος.
Αν λοιπόν βιώνοντας τον πόνο του πνεύματος και της ψυχής απ όσα γίνονται γύρω μας και σε προσωπικό επίπεδο,ας σκεφθούμε πως μέσα στον κόσμο δεν είμαστε μόνοι.  Αρκει να ανοίξουμε τα μάτια της ψυχής και κάπου δίπλα μας θα συναντήσουμε το άστρο της φιλίας.
Ας το αγαπήσουμε, μπορεί να μας πονέσει, να το πονέσουμε αλλά θα μας χαρίσει αφάνταστο πλούτο.
Λοιπόν, αν κάποτε μείνουμε, με τα χέρια άδεια ας μη λυπηθούμε  Ας τα απλώσουμε μέσα στη νύχτα της αδιαφορίας, της ψευτιάς  της παράνοιας του χρήματος και της τρέλας του πολέμου και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως ένα αστέρι περιμένει κάπου να το καλέσουμε.Τότε θα νιώσουμε πως δεν είμαστε μόνοι μας.Τότε θα μπορέσουμε πολλοί μαζί να πολεμήσουμε το κακό που σκάβει τις ρίζες της ζωής μας,θα έχουμε χρόνο να ταξιδέψουμε στο χώρο του πνεύματος.

Η ύπαρξη μας είναι συνάρτηση της ύπαρξης των άλλων.

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Ο μαγεμένος καθρέφτης





Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα όμορφο ξωτικό που ζούσε με τον πατέρα και την μητριά του. Ο πατέρας του ήταν καλόκαρδος, η μητριά του όμως ήταν μία πανούργα κακιά μάγισσα.
Όποτε λοιπόν το ξωτικό αναρωτιόταν αν είναι όμορφο, η μητριά του  του έλεγε δες στον καθρέφτη και πάντα έβλεπε ένα κακάσχημο είδωλο.

Κάθε μέρα προσπαθούσε, φτιαχνόταν, έβαζε τα πιο όμορφα ρούχα που μπορούσε, μα πάντα ο καθρέφτης το έδειχνε άσχημο και καχεκτικό. Κάποια στιγμή απελπίστηκε, πήγε στο δάσος, μακριά από το σπίτι του και έβαλε τα κλάματα. Τότε το είδε η καλή νεράιδα του δάσους και του είπε:
- Γιατί ένα τόσο όμορφο ξωτικό κάθεται εδώ μόνο του και κλαίει;
- Δεν είμαι όμορφο, ότι και να κάνω είμαι άσχημο και οι άλλοι είναι πιο όμορφοι από μένα..
- Μα πώς μπορείς να το λες αυτό; Είσαι όμορφο, πανέμορφο!
- Έτσι το λες για να με παρηγορήσεις, αφού στον καθρέφτη φαίνομαι άσχημος
- Έχω και εγώ έναν καθρέφτη εδώ, για κοίτα λίγο
- Σου λέω δ.. Ε; Μα; Π-Πώς είναι δυνατόν; Είναι ότι πιο όμορφο έχω δει!
- Δεν είναι όλοι οι καθρέφτες καθαροί, υπάρχουν κάποιοι μαγεμένοι από την ασχήμια της ψυχής των άλλων, που όσο και αν του κοιτάζεις, ασχήμια θα βλέπεις.
Το ξωτικό ευχαρίστησε την καλή νεράιδα, πήγε, πήρε τον πατέρα του και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Ηθικό δίδαγμα:
Εκεί έξω υπάρχουν υπάρχουν αρκετοί χαλασμένοι καθρέπτες, αλλάξτε τους όσο είναι καιρός!


Καληνύχτα σε όλους!


Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Να γελάσεις





«Να γελάσεις απ” τα βάθη των χρυσών σου ματιών
Είμαστε μες στο δικό μας κόσμο
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ” όλα
δε στο “χω πει ακόμα»

Ναζίμ Χικμέτ

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Αξόδευτη αγάπη





  Αν στέρηση είναι να μην έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περιμένεις να σου προσφέρει.

 Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική. Ο άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου. Και αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις - όχι από αυτά που δεν έχεις, αλλά από αυτά που έχεις - δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις.
   Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο. Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν. Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι  το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί ν' αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ' την αγάπη που δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, απ' όσα δικά μας χαρίζουμε. Ακόμη και η ψυχή δια της απώλειάς της κερδίζεται.
   Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή, γι' αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με το μίζερο εαυτό της που την στενεύει. Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε. Προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας.

   Λέγεται πως "μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη..."

Μάρω Βαμβουνάκη ''Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης''

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Όταν αγαπάμε υποφέρουμε






«Όταν αγαπάμε υποφέρουμε. 
Για να μην υποφέρουμε δεν πρέπει να αγαπάμε. 
Αλλά τότε υποφέρουμε επειδή δεν αγαπάμε. 
Οπότε, όταν αγαπάμε υποφέρουμε, αλλά και όταν δεν αγαπάμε υποφέρουμε πάλι. 
Για να είμαστε ευτυχισμένοι πρέπει να αγαπάμε. 
Οπότε για να είμαστε ευτυχισμένοι θα πρέπει να υποφέρουμε. 
Αλλά όταν υποφέρουμε γινόμαστε δυστυχισμένοι.
 Ως εκ τούτου, για να είμαστε δυστυχισμένοι πρέπει να αγαπάμε, ή εφόσον αγαπάμε να υποφέρουμε, ή να υποφέρουμε από υπερβολική ευτυχία.
Ελπίζω να τα ξεμπλέξετε.»


Μπέρτραντ Ράσσελ ( 1872-1970 , Βρετανός φιλόσοφος)


Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Αγάπη σημαίνει χρόνος









Μια νύχτα, ενώ κοιμούνται όλοι στο σπίτι, σηκώνεται ο μικρός Ερνέστο, πέντε χρονών, από το κρεβάτι του και πηγαίνει στο δωμάτιο των γονιών του. Στέκεται κοντά στο κρεβάτι από τη μεριά του μπαμπά του και, τραβώντας τα σκεπάσματα, τον ξυπνάει.“Πόσα λεφτά βγάζεις μπαμπά;” τον ρωτάει.

“Τι… πως;” ρωτάει ο μπαμπάς αγουροξυπνημένος.
Πόσα λεφτά βγάζεις από τη δουλειά σου”.
“Αγοράκι μου, είναι δώδεκα η ώρα… Είναι νύχτα, πήγαινε στο κρεβάτι σου να κοιμηθείς”.
Εντάξει, μπαμπά, θα πάω. Πες μου, όμως, πόσα βγάζεις από τη δουλειά σου;”
Ανασηκώνεται ο μπαμπάς στο κρεβάτι και προσπαθώντας να πνίξει τον θυμό του τον διατάζει:
“Στο κρεβάτι σου αμέσως. Αυτά τα πράγματα δεν είναι για σένα! Και μάλιστα να ρωτάς μες στα μαύρα μεσάνυχτα!” και με τεντωμένο το δάχτυλο του δείχνει την πόρτα.
Ο Ερνέστο κατεβάζει το κεφάλι και γυρίζει στο δωμάτιό του. Το επόμενο πρωί ο μπαμπάς σκέφτεται πως ίσως ήταν υπερβολικά αυστηρός με τον Ερνέστο. Η περιέργεια του παιδιού δεν άξιζε τέτοια επίπληξη. Το βράδυ στο φαγητό, για να επανορθώσει, αποφασίζει ο μπαμπάς να απαντήσει στο παιδί.
“Σχετικά μ’ αυτό που με ρώτησες τη νύχτα, Ερνέστο, ο μισθός μου είναι 2.800 πέσος, με τις κρατήσεις όμως μου μένουν 2.200″
“Ούου!… βγάζεις πολλά, μπαμπά” του λέει ο Ερνέστο.
“Όχι και τόσα αγάπη μου, έχουμε πολλά έξοδα”.
“Αααα και δουλεύεις πολλές ώρες.”
“Ναι, μωρό μου, πολλές ώρες.”
“Πόσες μπαμπά;”
“Όλη μέρα, αγόρι μου, όλη μέρα.”
“Αααα…” συμφωνεί ο μικρός και συνεχίζει. “Τότε έχεις πολλά χρήματα, έτσι δεν είναι;”
“Φτάνουν πια οι ερωτήσεις. Είσαι πολύ μικρός για να μιλάς για χρήματα.”
Μετά πέφτει σιωπή στην τραπεζαρία, και σιωπηλοί πάνε όλοι για ύπνο.
Τη νύχτα, μια νέα επίσκεψη του μικρού Ερνέστο, διακόπτει τον ύπνο των γονιών του.
Αυτή τη φορά στο χέρι του κρατάει ένα χαρτί με κάτι ορνιθοσκαλίσματα που μοιάζουν με νούμερα.
“Μπαμπά, μπορείς να μου δανείσεις πέντε πέσος;”
“Ερνέστο… είναι δύο η ώρα, είναι νύχτα!!!” διαμαρτύρεται ο μπαμπάς.
“Ναι, αλλά μπορείς σε παρακαλώ…”
Εκείνος όμως δεν τον αφήνει να τελειώσει τη φράση του.
“Αυτό ήταν λοιπόν το θέμα. Γι’ αυτό έκανες όλες αυτές τις ερωτήσεις για τα λεφτά, αναιδέστατο παιδί. Πήγαινε αμέσως στο κρεβάτι σου πριν σε πιάσω και σου τις βρέξω με την παντόφλα… Φύγε από δω. Εμπρός. Στο κρεβάτι σου!”
Ακόμη μια φορά, τώρα όμως με σουφρωμένα χείλη, πάει προς την πόρτα ο Ερνέστο σέρνοντας τα πόδια του.
Μισή ώρα αργότερα, ίσως γιατί κατάλαβε ότι ήταν υπερβολικός, μπορεί και μετά από μεσολάβηση της μαμάς, ή απλώς γιατί η ενοχή δεν τον άφηνε να κοιμηθεί, πηγαίνει ο μπαμπάς στο δωμάτιο του παιδιού. Από την πόρτα τον ακούει να σιγοκλαίει, σχεδόν χωρίς να ακούγεται.
Κάθεται στο κρεβάτι δίπλα του και αρχίζει να του μιλάει.
“Συγχώρεσε με που σου έβαλα τις φωνές  Ερνέστο, είναι όμως δύο τα ξημερώματα κι όλος ο κόσμος κοιμάται… Κανένα μαγαζί δεν είναι ανοιχτό τέτοια ώρα… Δεν μπορούσες να περιμένεις ως το πρωί;”
“Ναι, μπαμπά” απαντάει ο μικρός μέσα σε αναφιλητά.
Ο μπαμπάς βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει το πορτοφόλι του απ’ όπου παίρνει ένα χαρτονόμισμα των πέντε πέσος. Το αφήνει στο κομοδίνο και του λέει:
“Ορίστε λοιπόν τα χρήματα που μου ζήτησες.”
Ο μικρός, σκουπίζει τα δάκρυά του με το σεντόνι, πηδάει από το κρεβάτι, πάει στην ντουλάπα του, παίρνει ένα μεταλλικό κουτί και βγάζει από το κουτί μερικά κέρματα και κάτι λίγα χαρτονομίσματα του ενός πέσο. Βάζει τα πέντε πέσος μαζί με τα άλλα και μετράει με τα δάχτυλα πόσα χρήματα έχει.
Μετά παίρνει στα χέρια του τα χρήματα και τα βάζει πάνω στο κρεβάτι μπροστά στον μπαμπά του που όλη αυτήν την ώρα τον παρακολουθεί χαμογελώντας.
“Τώρα μάλιστα!” λέει ο Ερνέστο, “φτάνουν ίσα, ίσα. Εννιά πέσος και πενήντα λεπτά.”
“Μπράβο πολύ ωραία, αγοράκι μου. Και τι θα τα κάνεις αυτά τα λεφτά;”

“ΜΟΥ ΠΟΥΛΑΣ ΜΙΑ ΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΟΥ, ΜΠΑΜΠΑ;”

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Σώπα μην μιλάς









Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψε τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ ….σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».


Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα»
Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δ’ αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές «έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα “θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!….

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Χαρταετός

Ήταν κάποτε ένα μικρό αγόρι.
Έπαιζε στο χωριό, ψάχνοντας για σπάγγο να πετάξει χαρταετό.
Κοίταξε τριγύρω και είπε, "δεν ξέρω τι 'ναι αυτό που λάμπει".
"Δείτε, κοιτάξτε ένα χαρταετό".
"Έρχεται προς τα εμένα".

"Είναι μεγάλος χαρταετός, δε χρειάζομαι σπάγγο".
"Κι έχει φτερά πιο μεγάλα απ' το σπίτι του γείτονα"
Τρεμούλιασε η καρδιά του, πέταξε στα φτερά του χαρταετού κι ολάκερος ο ουρανός τού 'πε τα μυστικά του.

Σταμάτησε στην πλατεία και φώναξε τους φίλους.
Ο βρυχηθμός του αεροπλάνου πιο δυνατός απ' όλες τις φωνές.

Μαζευτήκαν τα παιδιά κι έπαψαν το παιχνίδι.
Τραντάχτηκε ο τόπος, μια ιστορία σαν ψέμα.
Κι ο βρυχηθμός έγινε σύννεφο καπνού, δεν ξέρω τι συνέβη, ακούστηκε σειρήνα.
Το αεροπλάνο που μετέφερε ιστορίες και ποιήματα έβαλε φωτιά στη γη και κατέστρεψε το σπίτι. Κατέστρεψε το σπίτι, το σπίτι.

Και πέταξε μακριά, ίσια μες στα σύνορα.
Τα σύνορα που με γέννησαν, αστραπές, βροντές, βομβάρδισαν τον κόσμο.
Το παιχνίδι πέταξε, μαζί του η ιστορία.
Κι έγιναν τα παιδιά της ιστορίας θραύσματα.

Της ιστορίας που γράφτηκε στα πεζούλια του χωριού, ταπεινό χωριό που άναψε σαν το κερί.

Και το κερί άναψε λαμπρό, κι η κραυγή αντήχησε...





Του Μαρσέλ Χαλίφε

[ Οι λέξεις "χαρταετός" και "αεροπλάνο" είναι ίδιες στα Αραβικά.]

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Ο δρόμος της ζωής






(…)»Η σχισμή της γέννας και το φέρετρο είναι δυο μέρη σχεδιασμένα για ένα μόνο άτομο. Αυτό σημαίνει ότι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι. Η ιδέα αυτή είναι ίσως το πιο σκληρό πράγμα που έμαθα στην πορεία της ανάπτυξής μου. Επίσης όμως ανακάλυψα ότι υπάρχουν και συνταξιδιώτες. Είναι συνταξιδιώτες για λίγο διάστημα ή για μεγαλύτερη περίοδο. Και τέλος υπάρχουν οι φίλοι, οι έρωτες, τα αδέρφια: όλοι αυτοί είναι σύντροφοι για όλη μας τη ζωή.
Μου θυμίζει εκείνο που διάβασα κάποτε για το ζευγάρι:» Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί δε θα μπορέσω να σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να σε χάσω. Μη βαδίζεις από κάτω μου γιατί μπορεί να σε πατήσω. Μη βαδίζεις πάνω μου γιατί μπορεί να με λιώσεις. Βάδιζε δίπλα μου γιατί είμαστε ίσοι».
Κανένας άλλος δε μπορεί να κάνει  το δρόμο στη θέση σου. Αυτό είναι σημαντικό. Όπως επίσης να γνωρίζεις ότι ο δρόμος είναι πιο αποδοτικός όταν τον κάνεις με παρέα»


Χόρχε Μπουκάι

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Να μην ντρέπεσαι ποτέ







“Να μην ντρέπεσαι ποτέ…
Δέξου αυτό που σου προσφέρει η ζωή και προσπάθησε να πίνεις από τα ποτήρια που έχεις μπροστά σου..
Πρέπει να πιεις απ’ όλα τα κρασιά:
από κάποια, μονάχα μια γουλιά… από άλλα, το μπουκάλι ολόκληρο”…
“Πως θα το καταλάβω;”
“Από την γεύση. 
Μονάχα όποιος δοκίμασε κακό κρασί μπορεί να ξεχωρίσει το καλό….”


Paulo Coelho


Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Έτσι μαθαίνεις...




Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια 
Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις...


Μπόρχες





Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Πόσο καθαρά είναι τα τζάμια σου;




Κάποτε ήταν ένα νέο ζευγάρι που μετακόμισε σε καινούργια γειτονιά. 
Καθώς έτρωγαν πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της.
  «Ά, τα ρούχα δεν είναι πολύ καθαρά» σχολίασε. «Η γειτόνισσα δεν προσέχει την καθαριότητα, δεν πλένει καλά τα ρούχα. Πρέπει να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι».
Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα αλλά δε είπε τίποτα.
Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια.
Ένα μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει η γειτόνισσα ήταν πιο καθαρά  από τις προηγούμενες φορές, και είπε στον άντρα της:
  «Για δες! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους να πλένει! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε».
«Ξέρεις, ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας!» γύρισε και της είπε ο άντρας της.


Έτσι συμβαίνει και στη ζωή.

Ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους εξαρτάται από το πόσο καθαρά είναι τα «τζάμια μας».

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Η ιστορία του υπερόπτη ελέφαντα





Κάποτε λοιπόν, ένας ελέφαντας που ζούσε στην Αφρική, ξύπνησε ένα πρωί με την πεποίθηση ότι ήταν σε θέση να νικήσει όλα τα άλλα ζώα σε μονομαχίες, ένα τη φορά. Αναρωτήθηκε πώς δεν το ‘χε σκεφτεί ως τότε.

Μετά το πρόγευμα κάλεσε πρώτο το λιοντάρι. «Δεν είσαι παρά ο βασιλιάς των ζώων», μούγκρισε ο ελέφαντας, «ενώ εγώ είμαι εκτός συναγωνισμού», κι έκανε επίδειξη των προσόντων του ρίχνοντας νοκ άουτ το λιοντάρι εντός δεκαπέντε λεπτών, όλων των λαβών επιτρεπομένων.
Κατόπιν, τάκα τάκα και νουμεράδα, πάλεψε με τ’ αγριογούρουνο, με το βουβάλι, με το ρινόκερο, με τον ιπποπόταμο, με την καμηλοπάρδαλη, με τη ζέβρα, με τον αετό και το γύπα και τους νίκησε όλους.
Μετά απ´ αυτό ο ελέφαντας περνούσε τον περισσότερο καιρό του στο κρεβάτι τρώγοντας φιστίκια, ενώ τα υπόλοιπα ζώα, που τώρα ήταν σκλάβοι του, χτίζανε το μεγαλύτερο σπίτι που ‘χε ποτέ ζώο στον κόσμο. Είχε πέντε πατώματα, γερά φτιαγμένα από το καλύτερο ξύλο της Αφρικής.
Όταν τελείωσε, ο …Εκτός Συναγωνισμού εγκαταστάθηκε μέσα και δήλωσε ότι μπορούσε να συντρίψει οποιοδήποτε ζώο στον κόσμο. Προσκάλεσε όλους τους διεκδικητές να τον συναντήσουν στο υπόγειο του μεγαθηρίου, όπου είχε εγκαταστήσει επαγγελματικό ριγκ, δέκα φορές μεγαλύτερο από το κανονικό.
Πέρασαν κάμποσες μέρες κι ύστερα ο ελέφαντας πήρε ένα ανώνυμο γράμμα από κάποιον που αποδεχόταν την πρόσκλησή του. «Να ‘σαι στο υπόγειό σου αύριο το μεσημέρι στις τρεις», έλεγε το μήνυμα.
Στις τρεις λοιπόν την άλλη μέρα ο ελέφαντας κατέβηκε στο υπόγειο να συναντήσει το μυστηριώδη αντίπαλό του, αλλά δεν υπήρχε κανένας εκεί ή τουλάχιστον κανένας που μπορούσε να δει ο ελέφαντας. «Βγες έξω από κει πίσω, απ´ όπου και να ‘σαι από πίσω» βρυχήθηκε ο ελέφαντας. «Δεν είμαι πίσω από τίποτα» είπε μια φωνούλα.
Ο ελέφαντας άρχισε να διαλύει το υπόγειο, αναποδογυρίζοντας βαρέλια και κιβώτια, κοπανώντας το κεφάλι του στους σωλήνες της θερμάστρας, σείοντας το σπίτι συθέμελα, τον αντίπαλό του όμως δεν κατάφερε να τον βρει. Ύστερα από προσπάθειες καμιάς ώρας, ο ελέφαντας μούγκρισε ότι αυτή η υπόθεση «μύριζε», έκρυβε κάποια απάτη -πιθανότατα να ήταν στη μέση και εγγαστριμυθία- κι ότι δεν επρόκειτο να ξανακατέβει στο υπόγειο ποτέ.
«Έλα όμως που θα ξανακατέβεις», είπε η φωνούλα. «Θα ‘σαι εδώ αύριο στις τρεις και θα βρεθείς μάλιστα ανάσκελα». Το γέλιο του ελέφαντα τράνταξε το σπίτι. «Αυτό θα το δούμε», είπε.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι, ο ελέφαντας που κοιμότανε στον πέμπτο, ξύπνησε στις δυόμισι και κοίταξε το ρολόι πατούσας που ‘χε. «Κανένας που δεν μπορώ να δω δεν πρόκειται να με ξανακατεβάσει στο υπόγειο», μούγκρισε, και γύρισε από το άλλο πλευρό.
Ακριβώς στις τρεις το σπίτι άρχισε να κουνάει και να τρέμει, λες και το ‘παιζε σεισμός στα χέρια του. Κολόνες και δοκάρια λυγίσανε και σπάσανε σαν καλαμάκια, γιατί είχαν γεμίσει από χιλιάδες μικρές τρύπες. Ο πέμπτος όροφος υποχώρησε τελείως και γκρεμίστηκε πάνω στον τέταρτο, που ‘πεσε πάνω στον τρίτο, που ‘πεσε πάνω στο δεύτερο, που παρέσυρε τον πρώτο σαν να ‘τανε πάτος καλαθιού για κεράσια.
Ο ελέφαντας κουτρουβαλιάστηκε και βρέθηκε στο υπόγειο, έπεσε βαριά πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμά του κι έμεινε εκεί, ανάσκελα, αναίσθητος τελείως. Μια φωνούλα άρχισε να μετράει το νοκ άουτ. Με το δέκα, ο ελέφαντας συνήλθε, αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί. «Ποιο ζώο είσαι;» ρώτησε τη μυστηριώδη φωνή μ’ ένα τρέμουλο στον τόνο, αυτός που πρώτα απειλούσε τους πάντες και τα πάντα. «Είμαι ο τερμίτης», απάντησε η φωνή.

Τα υπόλοιπα ζώα, μετά από προσπάθειες και αγώνα μιας εβδομάδας, καταφέρανε τέλος να σηκώσουν τον ελέφαντα και να τον μεταφέρουν στη φυλακή. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του εκεί μέσα, με σπασμένο ηθικό και πλάτη.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Το χαρτονόμισμα





Ο Cassan Said Amer λέει μια ιστορία για έναν λέκτορα που ξεκίνησε ένα σεμινάριο κρατώντας ψηλά ένα εικοσαδόλλαρο και ρωτώντας:
- Ποιος θέλει αυτό το εικοσαδόλλαρο;
Πολλά χέρια υψώθηκαν, αλλά ο λέκτορας είπε:
- Πριν το δώσω, υπάρχει κάτι που πρέπει να κάνω.

Λυσσασμένα το τσάκισε, και ρώτησε ξανά:
- Ποιος θέλει ακόμα αυτό το χαρτονόμισμα;
Τα χέρια συνέχισαν να είναι υψωμένα.
- Και αν κάνω αυτό;

Το πέταξε στον τοίχο, αφήνοντάς το να πέσει στο πάτωμα, το κλώτσησε  το πάτησε και πάλι σήκωσε το χαρτονόμισμα  βρώμικο και τσαλακωμένο. Επανέλαβε την ερώτηση και τα χέρια παρέμειναν υψωμένα.
- Δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσετε αυτήν την σκηνή – είπε ο λέκτορας. Ό,τι κι αν κάνω με αυτό το χαρτονόμισμα, θα συνεχίσει να είναι ένα εικοσαδόλλαρο. Πολλές φορές στις ζωές μας μας τσακίζουν, μας πατάνε, μας κλωτσάνε, μας κακομεταχειρίζονται, μας προσβάλλουν: αλλά, παρόλα αυτά, εξακολουθούμε να αξίζουμε το ίδιο.

PAULO COELHO

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Αν ήταν όλα αλλιώς...

Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας….
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει….
Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε….
Αν τόσες φορές , παρασυρμένοι από το τραγούδι των σειρήνων, δεν είχαμε χάσει τη ρότα μας….
Αν δεν είχαμε κρυφτεί λαθραία σε λάθος όνειρα….
Αν όλα αυτά που γυάλιζαν και τα μαζέψαμε με τόση αφοσίωση και στοργή ξέραμε από την αρχή πως δεν ήταν χρυσάφι…..
Μπορεί και να το ξέραμε, αλλά μας έφαγε η ουτοπία.
Αν δεν είχαμε ξεπουλήσει σε γαλίφηδες εμπόρους τα τιμαλφή μας, για λίγες γουλιές παρηγοριάς….
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι….Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τους περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε καταιγίδες…….
Αν φορούσαμε στολές παραλλαγής….Αυτό είναι σίγουρο μέσον για να πετύχεις. Μα εντελώς το αψηφήσαμε!
Εμείς ακόμα και τη νιτσεράδα για τις βροχές που κάποιος προνοητικός-δεν μπορεί πάντα υπάρχει ένας τέτοιος στο περιβάλλον μας-έχωσε στις αποσκευές μας, τη χαρίσαμε στον πρώτο τεμπέλη ψαρά. 
Έτσι…..Γιατί μας άρεσε το χαμόγελό του…..
Αχ, αυτή η λάθος εκτίμηση….Ο υπερβάλλων ζήλος…Η περιττή γεναιοδωρία!
Αν είχαμε υψώσει έναν τοίχο για να προστατέψουμε τη ζωή μας…Ένα ανάχωμα έστω.Μια ξερολιθιά.
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Αν δεν χαμογελούσαμε, με κείνο το ηλίθιο χαμόγελο, σ’αυτόν που ερχόταν καταπάνω μας μ’ ένα σουγιά….Λέγαμε αποκλείεται! Άλλη θα είναι η πρόθεσή του.
Αν δεν δίναμε ραντεβού με την ψυχή μας , πέρα από τα όριά της….
Αν δεν κάναμε τον κλόουν, με στόχο να διασκεδάσει η ομήγυρις και να ξεχάσει τον καημό της….
Αν όλος ο κόσμος ήταν ένα κουκούλι που θα μας προστάτευε και μέσα εκεί, με όλη μας την άνεση, θα γινόμασταν από σκουλήκια πεταλούδες…..
ΑνΑν….
Αν ήταν όλα…. αλλιώς!
Άντε καλέ!

Μα τότε, πως θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;

Αλκυόνη Παπαδάκη 

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Βάδιζε δίπλα μου


"Ο άνθρωπος εκείνος είχε ταξιδέψει πολύ. Στη ζωή του είχε γυρίσει σε εκατοντάδες χώρες, αληθινές και φανταστικές…
Το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν η σύντομη επίσκεψή του στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Έφτασε τυχαία στα σύνορά της. Στo δρόμο από την Αμπελοχώρα προς την Παραϊδα, υπήρχε μια μικρή παράκαμψη προς τη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Επειδή του άρεσαν οι εξερευνήσεις, πήρε εκείνο το δρόμο. Ο δρόμος ήταν όλο στροφές και κατέληγε σ’ ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι.
Στην πόρτα μια πινακίδα έγραφε:

ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ
ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ,
ΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ. ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ,
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ ΤΟΥ.
ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΜΑΡΑ
Ή ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ.

Ο άνθρωπος προχώρησε στο διάδρομο και στην τύχη, έστριψε πρώτα δεξιά. Ο νέος διάδρομος είχε μήκος καμιά πενηνταριά μέτρα και κατέληγε σε μια τεράστια πόρτα. Μόλις έκανε τα πρώτα βήματα, άρχισε να ακούει τα αχ-βαχ και τα βογκητά που έρχονταν απο το μαύρο δωμάτιο.

Για μια στιγμή, οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.
Γύρω απο ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν απο ένα κουτάλι που έφτανε ως στο κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας! Ο λόγος ήταν οτι τα κουτάλια τους είχαν διπλάσιο μέγεθος απο τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ’αυτόν τον τρόπο, όλοι μπορούσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δε μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.

Η κατάσταση ήταν τόσο απελπιστική και οι κραυγές τόσο σπαραξίκαρδες, που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας απο τη σάλα.Γύρισε στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ’αριστερά, προς τη λευκή αίθουσα. Ένας διάδρομος ίδιος με τον προηγούμενο κατέληγε σε μια παρόμοια πόρτα. Η μοναδική διαφορά ήταν οτι στο δρόμο δεν ακούγονταν ούτε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα, ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.
Εκατοντάδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω απο ένα τραπέζι, παρόμοιο μ’εκείνο της μάυρης κάμαρας. Πάλι στο κέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι. Εκεί όμως κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. Κανένας δεν πέθαινε στη πείνα, γιατί ο ένας τάιζε τον άλλον!

Ο άνθρωπος χαμογέλασε, έκανε μεταβολή και βγήκε απο το άσπρο δωμάτιο.
”Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί δε θα μπορέσω να σε ακολουθήσω.
Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να σε χάσω.
Μη βαδίζεις απο κάτω μου γιατί μπορεί να σε πατήσω.
Μη βαδίζεις πάνω μου γιατί μπορεί να με λιώσεις. 
Βάδιζε δίπλα μου γιατί είμαστε ίσοι".


Ένα διδακτικό απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι, “Να σου πω μια ιστορία”

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Απελευθέρωση









Μερικά  πράγματα για τα οποία χρειάζεται να σταματήσετε να νοιάζεστε:
  •  Σταματήστε να νοιάζεστε για τη γνώμη του καθενός.
  •  Σταματήστε να νοιάζεστε αν είστε “καθωσπρέπει”
  •  Σταματήστε να νοιάζεστε για την εύρεση μιας σίγουρης οδού.
  •  Σταματήστε να ενδιαφέρεστε για το τι θέλουν οι άλλοι για σας.
  • Σταματήστε να νοιάζεστε για τα όρια που οι βάζουν άλλοι για εσάς.
  • Σταματήστε να ενδιαφέρεστε για το τι έχουν όλοι οι άλλοι.
  • Σταματήστε να ψάχνετε την ιδανική κατάσταση.
  • Σταματήστε να νοιάζεστε για τα λάθη σας.
  • Σταματήστε να νοιάζεστε για πράγματα που δεν μπορείτε να ελέγξετε.

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Το μαργαριτάρι




Ένα όστρακο είπε στο γειτονικό του όστρακο:
«Έχω μέσα μου ένα μεγάλο πόνο. Είναι βαρύς και σφαιρικός και μ' έχει πολύ καταπονήσει».
Και το άλλο όστρακο απάντησε με αλαζονική αδιαφορία. «Δοξασμένοι να είναι οι ουρανοί κι οι θάλασσες, εγώ δεν έχω κανέναν πόνο. Νιώθω ακμαίο και πλήρες, παντού, μέσα και έξω».
Ε
κείνη τη στιγμή περνούσε ένα καβούρι, άκουσε τα δύο όστρακα κι είπε σ' εκείνο που ένιωθε ακμαίο και πλήρες, παντού, μέσα κι έξω, «Ναι, εσύ νιώθεις ακμαίο και πλήρες, ο πόνος όμως, που υποφέρει ο γείτονάς σου είναι ένα μαργαριτάρι ανυπέρβλητης ομορφιάς».






Απόσπασμα από τον Περιπλανώμενο του  Khalil Gibran (Το μαργαριτάρι - The Pearl)